<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg041.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Διὰ τοῦτ’ οὖν οἵ τε βλαισοὶ καὶ ῥαιβοὶ <lb/>καὶ οἱ λείας ἔχοντες τὰς βάσεις
                        χεῖρον ἐνεργοῦσι τοῖς σκέλεσιν <lb/>ἁμαρτίᾳ τοῦ προσήκοντος σχήματος. οὕτω
                        δὲ καὶ <lb/>ὅσοι κάταγμα σχόντες οὐκ ὀρθῶς διεπλάσθησαν, οὐδ’ <lb/>αὐτοὶ
                        καλῶς ἐνεργοῦσι τῷ κώλῳ. κακῶς δὲ καὶ ὅσοι διὰ <lb/>μέγεθος ἀρθρίτιδος
                        ἐξεστράφησαν, ἢ, τῶν ὀφρύων περιθραυσθεισῶν <lb/>τῶν κατὰ τὰς διαρθρώσεις,
                        ἑτοίμως ὑπερβαῖνον <lb/>καὶ ἐκπῖπτον ἔσχον τὸ ἄρθρον, ἢ, πώρου κατ’ <pb n="857"/> αὐτὸ πλείονος ἐπιτραφέντος ἐν ταῖς τοιαύταις διαθέσεσι,
                        <lb/>δυσκίνητον ὑπὸ στενοχωρίας τὴν ὅλην ἔσχον διάρθρωσιν. <lb/>αὗται μὲν
                        οὖν ἐπίκτητοι κακίαι σχημάτων. σύμφυτοι δὲ <lb/>κυουμένων ἔτι κατὰ τὴν
                        πρώτην διάπλασιν ἐμποδισθεῖσαν <lb/>ἐν ἅπαντι μορίῳ τοῦ σώματος γίγνονται,
                        νοσῶδες <lb/>ἐκείνῳ τῷ μορίῳ τὸ ζῶον ἐργαζόμεναι. χρὴ γὰρ καὶ τὸ <lb/>τῆς
                        καρδίας σχῆμα, καὶ τὸ τοῦ πνεύμονος, καὶ τὸ τῆς <lb/>γαστρὸς, ἐγκεφάλου τε
                        καὶ γλώσσης, καὶ σπληνὸς, καὶ νεφρῶν, <lb/>καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων
                        φυλάττεσθαι· γενομένης <lb/>γάρ τινος βλάβης ἀμφ’ αὐτὰ, χεῖρον ἀνάγκη καὶ τὸ
                        οἰκεῖον <lb/>ἔργον ἀποτελεῖσθαι τοῦ σύμπαντος ὀργάνου. καὶ <lb/>μὴν καὶ τὸ
                        τῶν κοιλοτήτων ἁπασῶν τῶν κατὰ τὰ μόρια <lb/>μέγεθός τε καὶ πλῆθος εἰ μὴ
                        φυλάττοιτο, βλάπτοιτο ἂν <lb/>ἐξ ἀνάγκης καὶ διὰ ταῦθ’ ἡ ἐνέργεια. πολλὰ δὲ
                        τὰ τοιαῦτα <lb/>νοσήματα, τὰ μὲν συμφύσει τινὶ, τὰ δὲ ἐμφράξει <lb/>γλίσχρων
                        ὑγρῶν καὶ παχέων συνιστάμενα, τὰ δ’ αὖ αὐαινομένων <lb/>τῶν σωμάτων, ἢ
                        στενοχωρουμένων ὑπό τινος τῶν <lb/>περικειμένων, ἐμπίπτοντος αὐτοῖς καὶ
                        θλίβοντος. ἐνίοτε <pb n="858"/> δὲ καὶ αὐτῶν τῶν τοὺς τοιούτους πόρους
                        ἐχόντων σωμάτων <lb/>ἡ οὐσία σκιῤῥουμένη τε καὶ φλεγμαίνουσα, καὶ
                        σφακελίζουσα, <lb/>καὶ διαπυϊσκομένη, καὶ οἰδισκομένη, καὶ ἄλλως
                        <lb/>ὁπωσοῦν ἐπίκτητον μέγεθος προσλαμβάνουσα, κᾄπειτα τὸν <lb/>ὄγκον εἰς
                        τὰς ἐντὸς ἀποχέουσα κοιλότητας, ἐμφράττει τοὺς <lb/>πόρους, ἑτέρους ὄντας
                        τούτους ἐκείνων τῶν πόρων, ὧν <lb/>οἱ τῆς προτέρας αἱρέσεως ἡγεμόνες
                        ὑπετίθεντο κατὰ τὴν <lb/>τῶν πρώτων καὶ ἀπαθῶν στοιχείων σύνοδον γίνεσθαι.
                        <lb/>τοὺς γὰρ τῶν ἐντέρων, καὶ φλεβῶν, καὶ ἀρτηριῶν, καὶ <lb/>πάντων τῶν
                        τοιούτων ὀργάνων πόρους, τούτους δὴ τοὺς <lb/>μεγάλους τε καὶ σαφεῖς ἅπαντες
                        ἐναργῶς ὁρῶμεν. εἰ δὲ <lb/>καὶ διαλανθάνοι ποτὲ τὴν αἴσθησιν ὑπὸ σμικρότητος
                        ὁ <lb/>τοιοῦτος πόρος, οὐδ’ οὗτος ἐκ ταὐτοῦ γένους ἐστὶν <lb/>ἐκείνοις τοῖς
                        πόροις, οὓς ἡ προτέρα τῶν αἱρέσεων ὑπετίθετο. <lb/>κατὰ δὴ τὰς τοιαύτας
                        ἁπάσας διαθέσεις, ἐν αἷς, <lb/>τῶν σωμάτων αὐτῶν εἰς ὄγκον τινὰ ἀρθέντων,
                        ἀποκλείεσθαί <lb/>τε καὶ στενοχωρεῖσθαι τοὺς πόρους συμβαίνει, ποτὲ <lb/>μὲν
                        ἓν ἔσται νόσημα μόνον, ἡ ἔμφραξις ἡ τὴν ἐνέργειαν <lb/>βλάπτουσα, ποτὲ δὲ
                        καὶ τοῦτο μὲν, ἀλλὰ καὶ ἡ τῶν <pb n="859"/> σωμάτων διάθεσις ἡ τὴν ἔμφραξιν
                        ἐργασαμένη. <milestone unit="ed2page" n="9"/>μηδεμίαν <lb/>οὖν ἔχοντος ἰδίαν
                        ἐνέργειαν τοῦ τὸν ὄγκον κεκτημένου <lb/>σώματος, ἓν μὲν τὸ νόσημα ἔσται τὸ
                        κατὰ τὴν ἔμφραξιν, <lb/>αἰτία δὲ αὐτοῦ καὶ οὐκ ἔτι νόσημά ἐστιν ἡ τοῦ
                        <lb/>τὸν ὄγκον ἔχοντος σώματος διάθεσις. εἰ μὲν γὰρ ὁ χιτὼν <lb/>τῆς ἐν τοῖς
                        σιμοῖς τοῦ ἥπατος, εἰ τύχοι, φλεβὸς ὁτιοῦν <lb/>τοιοῦτον παθὼν ἐστεγνώθη τὸν
                        πόρον, ἐξ οὗ μεταλαμβάνει <lb/>τὸ αἷμα τὰ ἐν τοῖς κυρτοῖς τοῦ ἥπατος ἀγγεῖα,
                        δύο <lb/>ἂν οὕτως εἴη νοσήματα, τό τε τῆς φλεβὸς αὐτῆς, ἣ πέπονθε, <lb/>καὶ
                        ἡ κατὰ τὸν πόρον ἔμφραξις. ἐμποδίζει γοῦν <lb/>ἡ μὲν τῆς φλεβὸς διάθεσις
                        αἵματος χρηστοῦ γένεσιν, ἡ δὲ <lb/>ἔμφραξις ἀνάδοσιν· ἐνέργεια δ’ ἑκατέρου
                        τούτων ἀναγκαία <lb/>τῷ ζώῳ. δῆλον γὰρ, ὡς αἱ διαθέσεις αἱ βλάπτουσαι τὰς
                        <lb/>ἐνεργείας πρώτως αὗται λέγοιντ’ ἂν εἶναι νοσήματα. τῆς <lb/>μέντοι
                        φλεβὸς αὐτῆς μηδὲν πεπονθυίας, εἰ διὰ γλίσχρους <lb/>τινὰς ἢ παχεῖς χυμοὺς
                        σφηνωθέντας ἐν τοῖς πόροις ἡ ἀνάδοσις <lb/>βλάπτοιτο, μόνον ἂν τοῦτ’ εἴη
                        νόσημα κατὰ τὸ <lb/>σπλάγχνον ἡ ἔμφραξις. οὕτω δὲ καὶ κατὰ τὸ ἔντερον εἰ μὲν
                        <lb/>ἔμφραξις εἴη μόνον, ἓν ἔσται καὶ τὸ νόσημα· φλεγμαίνοντος <pb n="860"/>
                        δὲ αὐτοῦ καὶ διὰ τοῦτο ἀποκλείοντος τὴν ἐντὸς εὐρυχωρίαν <lb/>καὶ κωλύοντος
                        ἰέναι κάτω τὰ περιττώματα, δύο ἂν <lb/>εἴη καὶ τὰ νοσήματα. πολλάκις μὲν γὰρ
                        ὑπὸ νοσήματος <lb/>γίγνεται νόσημα, καθάπερ ἐπί τε τῶν προειρημένων ἔχει,
                        <lb/>κᾀπειδὰν ἐπὶ φλεγμοναῖς, ἢ ἐρυσιπέλασιν, ἢ ἕρπησιν, ἢ <lb/>ἄνθραξιν, ἤ
                        τινι τοιούτῳ ἐπιγένηται πυρετός. ἐνίοτε δὲ <lb/>τὸ μὲν ἀποτελούμενον
                        ἐνεργείας ἐστὶ βλάβη, καὶ χρὴ καλεῖν <lb/>αὐτὸ πάθημά τε καὶ σύμπτωμα, τὸ δ’
                        αἴτιον αὐτοῦ <lb/>δηλονότι νόσημα, καθάπερ ἡ μὲν ἔμφραξις τοῦ μηκέτι
                        <lb/>ἀναδίδοσθαι τὴν τροφὴν, ἡ κατάψυξις δὲ τῆς δυσαισθησίας <lb/>αἴτιον
                        ὑπάρχει, νόσημα οὖσα συμπτώματος. ὅταν <lb/>δ’ αὐτὴ μὲν ἡ διάθεσις ἐνέργειαν
                        βλάπτῃ πρώτως, τὸ δ’ <lb/>αἴτιον αὐτῆς μὴ βλάπτῃ πρώτως, τὴν μὲν διάθεσιν
                        νόσημα, <lb/>τὸ δ’ ἐργαζόμενον αὐτὴν αἰτίαν ὀνομάζειν χρὴ νοσήματος,
                        <lb/>ὥσπερ ἐπί τε τῶν γλίσχρων ἔχει χυμῶν καὶ τῆς <lb/>ἐμφράξεως· αὐτὴ μὲν
                        γὰρ ἡ ἔμφραξις τὸ νόσημά ἐστιν, <lb/>οἱ χυμοὶ δὲ αἴτιοι τοῦ νοσήματος.
                        ἅπαντ’ οὖν ὅσα περὶ <lb/>τὰς κοιλότητας γίνεται νοσήματα, ποτὲ μὲν
                        ἐμφραττομένων, ﻿<pb n="861"/> ποτὲ δὲ ἀμέτρως εὐρυνομένων, ὑπὸ τὸ τῆς
                        διαπλάσεως <lb/>τοῦ μέρους ἀναχθήσεται γένος· ἐμποδίζεται γάρ πως ἐν
                        <lb/>τούτοις ἅπασιν ἡ φυσικὴ διάπλασις. ἀλλὰ μὲν δὴ καὶ <lb/>λειότης καὶ
                        τραχύτης οὐδ’ αὗται ματαίως ὑπὸ τῆς φύσεως <lb/>ἐγένοντο διαπλαττούσης τὰ
                        μόρια. συστήσεται γοῦν <lb/>κᾀνταῦθα νοσήματα κατὰ πάντα τὰ μόρια, τοῦ μὲν
                        φύσει <lb/>λείου τραχυνθέντος, τοῦ δ’ αὖ τραχέος λείου γενομένου.
                        <lb/>φανερώτατα δ’ αὐτῶν τοῖς ἰατροῖς ἐστι τά τ’ ἐν τοῖς ὀστοῖς
                        <lb/>γινόμενα τραχυνομένοις τε καὶ λειαινομένοις, αἵ τε τῆς φάρυγγος
                        <lb/>τραχύτητες ἐργαζόμεναι βῆχας. χρὴ δὲ κᾀνταῦθα <lb/>γινώσκειν, ὡς ἐνίοτε
                        τὸ σχῆμα τοῦ μορίου βλαβὲν ἐκάκωσεν <lb/>ἅμα ἑαυτῷ τινα πόρον, οἷόν τι κᾀπὶ
                        τῆς ῥινὸς φαίνεται <lb/>γιγνόμενον, ἐπειδὰν ὑπὸ πληγῆς βιαίου ποτὲ σιμωθεῖσα
                        <lb/>στεγνωθῇ τὸν ἐντὸς πόρον εἰς τοσοῦτον, ὡς ἤτοι <lb/>μηδ’ ὅλως ἢ μόγις
                        ἀναπνεῖν δι’ αὐτοῦ. δῆλον οὖν, ὡς ἐν <lb/>ταῖς τοιαύταις διαθέσεσιν ἡ μὲν
                        στενοχωρία τοῦ πόρου <lb/>τὸ νόσημά ἐστι, (πρώτως γὰρ αὕτη τὴν τῆς ἀναπνοῆς
                        <lb/>ἐνέργειαν ἐμποδίζει,) προηγουμένη δ’ αὐτῆς αἰτία τῆς ῥινὸς <lb/>ἡ
                        σιμότης, βλάβη τοῦ κατὰ φύσιν ἐν αὐτῇ σχήματος <pb n="862"/> ὑπάρχουσα. κατὰ
                        μὲν δὴ τὸ τῆς διαπλάσεως γένος τὸ <lb/>ἐξιστάμενον τοῦ κατὰ φύσιν εἰς
                        τοσοῦτον, ὡς ἐνέργειαν <lb/>ἤδη βλάπτειν, αἱ προειρημέναι διαφοραὶ τῶν
                        νοσημάτων <lb/>γενήσονται. </p></div></div></body></text></TEI>