<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg041.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Λέγειν δὲ ἑπόμενον ἂν εἴη τὰ τῶν ὀργανικῶν. <lb/>ἐν τούτοις οὖν ὅτι μὲν ἕν τι
                        πάντως ἐστὶ μόριον <lb/>αἴτιον τῆς ἐνεργείας, τὰ δ’ ἄλλα πάντα χρείαν τινὰ
                        <lb/>τούτῳ παρέξοντα γέγονεν, ἑτέρωθι δέδεικται. βλαβήσεται <lb/>δὲ ἡ
                        ἐνέργεια τοῦ παντὸς ὀργάνου μάλιστα μὲν καὶ πρώτως <lb/>αὐτοῦ τοῦ τῆς
                        ἐνεργείας αἰτίου σώματος νοσήσαντος, <lb/>ἤδη δὲ καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων αἱ
                        μείζους διαθέσεις ἐμποδίζουσι <lb/>τὴν ἐνέργειαν. ὅσαι μὲν οὖν οὐ καθ’
                        ἑαυτὰς, <lb/>ἀλλὰ τῷ βλάπτειν δὴ τὸ πρῶτον αὐτῆς ὄργανον ἐμποδίζουσιν,
                        <lb/>αἰτίαι νοσημάτων εἰσὶν, οὐκ αὐταὶ νοσήματα <lb/>εἰσίν. χωρὶς δὲ τοῦ
                        βλάπτειν τι τὸ πρῶτον τῆς ἐνεργείας <lb/>μόριον εἰ τὴν ἐνέργειαν ἐμποδίζειν
                        δύναιντο, νοσήματα <lb/>ἤδη τὰς τοιαύτας διαθέσεις κλητέον. ἔσονται δὲ, ὡς
                        <lb/>ἐλέγομεν, ἤτοι τῆς κατὰ φύσιν ὑπηλλαγμένης διαπλάσεως, <lb/>ἢ μὴ
                        σωζομένου τοῦ δέοντος ἀριθμοῦ τῶν μορίων, ﻿<pb n="856"/>
                        <milestone unit="ed2page" n="8"/>ἢ τὸ μὴ προσῆκον ἑκάστου φυλάττοντος
                        μέγεθος <lb/>
                        <milestone unit="ed1page" n="202"/>ἢ ὡς οὐ χρὴ συγκειμένων αὐτῶν. ἐπειδὴ γὰρ
                        ἀπεδείχθη <lb/>μηδὲν τούτων εἰκῆ γεγονέναι πρὸς τῆς φύσεως, <lb/>ἀλλὰ πάνθ’
                        ἕνεκα τοῦ βέλτιον ἢ ἀσφαλέστερον ἐνεργεῖν τὸ <lb/>σύμπαν ὄργανον, ἀνάγκη
                        πᾶσα καὶ τὰς βλάβας αὐτῶν, <lb/>ὅσαι μὲν ἤτοι κωλύουσιν ὅλως ἐνεργεῖν ἢ
                        ἐμποδίζουσιν <lb/>αὐτὰ, νοσήματα νομίζεσθαι, τὰς δ’ εἰς τὴν βλάβην τοῦ
                        <lb/>πρώτου τῆς ἐνεργείας μορίου διαφερούσας αἰτίας νοσημάτων, <lb/>ὡς
                        ἀρτίως εἵρηται, προσαγορεύεσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Διὰ τοῦτ’ οὖν οἵ τε βλαισοὶ καὶ ῥαιβοὶ <lb/>καὶ οἱ λείας ἔχοντες τὰς βάσεις
                        χεῖρον ἐνεργοῦσι τοῖς σκέλεσιν <lb/>ἁμαρτίᾳ τοῦ προσήκοντος σχήματος. οὕτω
                        δὲ καὶ <lb/>ὅσοι κάταγμα σχόντες οὐκ ὀρθῶς διεπλάσθησαν, οὐδ’ <lb/>αὐτοὶ
                        καλῶς ἐνεργοῦσι τῷ κώλῳ. κακῶς δὲ καὶ ὅσοι διὰ <lb/>μέγεθος ἀρθρίτιδος
                        ἐξεστράφησαν, ἢ, τῶν ὀφρύων περιθραυσθεισῶν <lb/>τῶν κατὰ τὰς διαρθρώσεις,
                        ἑτοίμως ὑπερβαῖνον <lb/>καὶ ἐκπῖπτον ἔσχον τὸ ἄρθρον, ἢ, πώρου κατ’ <pb n="857"/> αὐτὸ πλείονος ἐπιτραφέντος ἐν ταῖς τοιαύταις διαθέσεσι,
                        <lb/>δυσκίνητον ὑπὸ στενοχωρίας τὴν ὅλην ἔσχον διάρθρωσιν. <lb/>αὗται μὲν
                        οὖν ἐπίκτητοι κακίαι σχημάτων. σύμφυτοι δὲ <lb/>κυουμένων ἔτι κατὰ τὴν
                        πρώτην διάπλασιν ἐμποδισθεῖσαν <lb/>ἐν ἅπαντι μορίῳ τοῦ σώματος γίγνονται,
                        νοσῶδες <lb/>ἐκείνῳ τῷ μορίῳ τὸ ζῶον ἐργαζόμεναι. χρὴ γὰρ καὶ τὸ <lb/>τῆς
                        καρδίας σχῆμα, καὶ τὸ τοῦ πνεύμονος, καὶ τὸ τῆς <lb/>γαστρὸς, ἐγκεφάλου τε
                        καὶ γλώσσης, καὶ σπληνὸς, καὶ νεφρῶν, <lb/>καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων
                        φυλάττεσθαι· γενομένης <lb/>γάρ τινος βλάβης ἀμφ’ αὐτὰ, χεῖρον ἀνάγκη καὶ τὸ
                        οἰκεῖον <lb/>ἔργον ἀποτελεῖσθαι τοῦ σύμπαντος ὀργάνου. καὶ <lb/>μὴν καὶ τὸ
                        τῶν κοιλοτήτων ἁπασῶν τῶν κατὰ τὰ μόρια <lb/>μέγεθός τε καὶ πλῆθος εἰ μὴ
                        φυλάττοιτο, βλάπτοιτο ἂν <lb/>ἐξ ἀνάγκης καὶ διὰ ταῦθ’ ἡ ἐνέργεια. πολλὰ δὲ
                        τὰ τοιαῦτα <lb/>νοσήματα, τὰ μὲν συμφύσει τινὶ, τὰ δὲ ἐμφράξει <lb/>γλίσχρων
                        ὑγρῶν καὶ παχέων συνιστάμενα, τὰ δ’ αὖ αὐαινομένων <lb/>τῶν σωμάτων, ἢ
                        στενοχωρουμένων ὑπό τινος τῶν <lb/>περικειμένων, ἐμπίπτοντος αὐτοῖς καὶ
                        θλίβοντος. ἐνίοτε <pb n="858"/> δὲ καὶ αὐτῶν τῶν τοὺς τοιούτους πόρους
                        ἐχόντων σωμάτων <lb/>ἡ οὐσία σκιῤῥουμένη τε καὶ φλεγμαίνουσα, καὶ
                        σφακελίζουσα, <lb/>καὶ διαπυϊσκομένη, καὶ οἰδισκομένη, καὶ ἄλλως
                        <lb/>ὁπωσοῦν ἐπίκτητον μέγεθος προσλαμβάνουσα, κᾄπειτα τὸν <lb/>ὄγκον εἰς
                        τὰς ἐντὸς ἀποχέουσα κοιλότητας, ἐμφράττει τοὺς <lb/>πόρους, ἑτέρους ὄντας
                        τούτους ἐκείνων τῶν πόρων, ὧν <lb/>οἱ τῆς προτέρας αἱρέσεως ἡγεμόνες
                        ὑπετίθεντο κατὰ τὴν <lb/>τῶν πρώτων καὶ ἀπαθῶν στοιχείων σύνοδον γίνεσθαι.
                        <lb/>τοὺς γὰρ τῶν ἐντέρων, καὶ φλεβῶν, καὶ ἀρτηριῶν, καὶ <lb/>πάντων τῶν
                        τοιούτων ὀργάνων πόρους, τούτους δὴ τοὺς <lb/>μεγάλους τε καὶ σαφεῖς ἅπαντες
                        ἐναργῶς ὁρῶμεν. εἰ δὲ <lb/>καὶ διαλανθάνοι ποτὲ τὴν αἴσθησιν ὑπὸ σμικρότητος
                        ὁ <lb/>τοιοῦτος πόρος, οὐδ’ οὗτος ἐκ ταὐτοῦ γένους ἐστὶν <lb/>ἐκείνοις τοῖς
                        πόροις, οὓς ἡ προτέρα τῶν αἱρέσεων ὑπετίθετο. <lb/>κατὰ δὴ τὰς τοιαύτας
                        ἁπάσας διαθέσεις, ἐν αἷς, <lb/>τῶν σωμάτων αὐτῶν εἰς ὄγκον τινὰ ἀρθέντων,
                        ἀποκλείεσθαί <lb/>τε καὶ στενοχωρεῖσθαι τοὺς πόρους συμβαίνει, ποτὲ <lb/>μὲν
                        ἓν ἔσται νόσημα μόνον, ἡ ἔμφραξις ἡ τὴν ἐνέργειαν <lb/>βλάπτουσα, ποτὲ δὲ
                        καὶ τοῦτο μὲν, ἀλλὰ καὶ ἡ τῶν <pb n="859"/> σωμάτων διάθεσις ἡ τὴν ἔμφραξιν
                        ἐργασαμένη. <milestone unit="ed2page" n="9"/>μηδεμίαν <lb/>οὖν ἔχοντος ἰδίαν
                        ἐνέργειαν τοῦ τὸν ὄγκον κεκτημένου <lb/>σώματος, ἓν μὲν τὸ νόσημα ἔσται τὸ
                        κατὰ τὴν ἔμφραξιν, <lb/>αἰτία δὲ αὐτοῦ καὶ οὐκ ἔτι νόσημά ἐστιν ἡ τοῦ
                        <lb/>τὸν ὄγκον ἔχοντος σώματος διάθεσις. εἰ μὲν γὰρ ὁ χιτὼν <lb/>τῆς ἐν τοῖς
                        σιμοῖς τοῦ ἥπατος, εἰ τύχοι, φλεβὸς ὁτιοῦν <lb/>τοιοῦτον παθὼν ἐστεγνώθη τὸν
                        πόρον, ἐξ οὗ μεταλαμβάνει <lb/>τὸ αἷμα τὰ ἐν τοῖς κυρτοῖς τοῦ ἥπατος ἀγγεῖα,
                        δύο <lb/>ἂν οὕτως εἴη νοσήματα, τό τε τῆς φλεβὸς αὐτῆς, ἣ πέπονθε, <lb/>καὶ
                        ἡ κατὰ τὸν πόρον ἔμφραξις. ἐμποδίζει γοῦν <lb/>ἡ μὲν τῆς φλεβὸς διάθεσις
                        αἵματος χρηστοῦ γένεσιν, ἡ δὲ <lb/>ἔμφραξις ἀνάδοσιν· ἐνέργεια δ’ ἑκατέρου
                        τούτων ἀναγκαία <lb/>τῷ ζώῳ. δῆλον γὰρ, ὡς αἱ διαθέσεις αἱ βλάπτουσαι τὰς
                        <lb/>ἐνεργείας πρώτως αὗται λέγοιντ’ ἂν εἶναι νοσήματα. τῆς <lb/>μέντοι
                        φλεβὸς αὐτῆς μηδὲν πεπονθυίας, εἰ διὰ γλίσχρους <lb/>τινὰς ἢ παχεῖς χυμοὺς
                        σφηνωθέντας ἐν τοῖς πόροις ἡ ἀνάδοσις <lb/>βλάπτοιτο, μόνον ἂν τοῦτ’ εἴη
                        νόσημα κατὰ τὸ <lb/>σπλάγχνον ἡ ἔμφραξις. οὕτω δὲ καὶ κατὰ τὸ ἔντερον εἰ μὲν
                        <lb/>ἔμφραξις εἴη μόνον, ἓν ἔσται καὶ τὸ νόσημα· φλεγμαίνοντος <pb n="860"/>
                        δὲ αὐτοῦ καὶ διὰ τοῦτο ἀποκλείοντος τὴν ἐντὸς εὐρυχωρίαν <lb/>καὶ κωλύοντος
                        ἰέναι κάτω τὰ περιττώματα, δύο ἂν <lb/>εἴη καὶ τὰ νοσήματα. πολλάκις μὲν γὰρ
                        ὑπὸ νοσήματος <lb/>γίγνεται νόσημα, καθάπερ ἐπί τε τῶν προειρημένων ἔχει,
                        <lb/>κᾀπειδὰν ἐπὶ φλεγμοναῖς, ἢ ἐρυσιπέλασιν, ἢ ἕρπησιν, ἢ <lb/>ἄνθραξιν, ἤ
                        τινι τοιούτῳ ἐπιγένηται πυρετός. ἐνίοτε δὲ <lb/>τὸ μὲν ἀποτελούμενον
                        ἐνεργείας ἐστὶ βλάβη, καὶ χρὴ καλεῖν <lb/>αὐτὸ πάθημά τε καὶ σύμπτωμα, τὸ δ’
                        αἴτιον αὐτοῦ <lb/>δηλονότι νόσημα, καθάπερ ἡ μὲν ἔμφραξις τοῦ μηκέτι
                        <lb/>ἀναδίδοσθαι τὴν τροφὴν, ἡ κατάψυξις δὲ τῆς δυσαισθησίας <lb/>αἴτιον
                        ὑπάρχει, νόσημα οὖσα συμπτώματος. ὅταν <lb/>δ’ αὐτὴ μὲν ἡ διάθεσις ἐνέργειαν
                        βλάπτῃ πρώτως, τὸ δ’ <lb/>αἴτιον αὐτῆς μὴ βλάπτῃ πρώτως, τὴν μὲν διάθεσιν
                        νόσημα, <lb/>τὸ δ’ ἐργαζόμενον αὐτὴν αἰτίαν ὀνομάζειν χρὴ νοσήματος,
                        <lb/>ὥσπερ ἐπί τε τῶν γλίσχρων ἔχει χυμῶν καὶ τῆς <lb/>ἐμφράξεως· αὐτὴ μὲν
                        γὰρ ἡ ἔμφραξις τὸ νόσημά ἐστιν, <lb/>οἱ χυμοὶ δὲ αἴτιοι τοῦ νοσήματος.
                        ἅπαντ’ οὖν ὅσα περὶ <lb/>τὰς κοιλότητας γίνεται νοσήματα, ποτὲ μὲν
                        ἐμφραττομένων, ﻿<pb n="861"/> ποτὲ δὲ ἀμέτρως εὐρυνομένων, ὑπὸ τὸ τῆς
                        διαπλάσεως <lb/>τοῦ μέρους ἀναχθήσεται γένος· ἐμποδίζεται γάρ πως ἐν
                        <lb/>τούτοις ἅπασιν ἡ φυσικὴ διάπλασις. ἀλλὰ μὲν δὴ καὶ <lb/>λειότης καὶ
                        τραχύτης οὐδ’ αὗται ματαίως ὑπὸ τῆς φύσεως <lb/>ἐγένοντο διαπλαττούσης τὰ
                        μόρια. συστήσεται γοῦν <lb/>κᾀνταῦθα νοσήματα κατὰ πάντα τὰ μόρια, τοῦ μὲν
                        φύσει <lb/>λείου τραχυνθέντος, τοῦ δ’ αὖ τραχέος λείου γενομένου.
                        <lb/>φανερώτατα δ’ αὐτῶν τοῖς ἰατροῖς ἐστι τά τ’ ἐν τοῖς ὀστοῖς
                        <lb/>γινόμενα τραχυνομένοις τε καὶ λειαινομένοις, αἵ τε τῆς φάρυγγος
                        <lb/>τραχύτητες ἐργαζόμεναι βῆχας. χρὴ δὲ κᾀνταῦθα <lb/>γινώσκειν, ὡς ἐνίοτε
                        τὸ σχῆμα τοῦ μορίου βλαβὲν ἐκάκωσεν <lb/>ἅμα ἑαυτῷ τινα πόρον, οἷόν τι κᾀπὶ
                        τῆς ῥινὸς φαίνεται <lb/>γιγνόμενον, ἐπειδὰν ὑπὸ πληγῆς βιαίου ποτὲ σιμωθεῖσα
                        <lb/>στεγνωθῇ τὸν ἐντὸς πόρον εἰς τοσοῦτον, ὡς ἤτοι <lb/>μηδ’ ὅλως ἢ μόγις
                        ἀναπνεῖν δι’ αὐτοῦ. δῆλον οὖν, ὡς ἐν <lb/>ταῖς τοιαύταις διαθέσεσιν ἡ μὲν
                        στενοχωρία τοῦ πόρου <lb/>τὸ νόσημά ἐστι, (πρώτως γὰρ αὕτη τὴν τῆς ἀναπνοῆς
                        <lb/>ἐνέργειαν ἐμποδίζει,) προηγουμένη δ’ αὐτῆς αἰτία τῆς ῥινὸς <lb/>ἡ
                        σιμότης, βλάβη τοῦ κατὰ φύσιν ἐν αὐτῇ σχήματος <pb n="862"/> ὑπάρχουσα. κατὰ
                        μὲν δὴ τὸ τῆς διαπλάσεως γένος τὸ <lb/>ἐξιστάμενον τοῦ κατὰ φύσιν εἰς
                        τοσοῦτον, ὡς ἐνέργειαν <lb/>ἤδη βλάπτειν, αἱ προειρημέναι διαφοραὶ τῶν
                        νοσημάτων <lb/>γενήσονται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p><milestone unit="ed2page" n="10"/>Κατὰ δὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἁπλῶν <lb/>μορίων,
                        ἐξ ὧν ἕκαστον τῶν ὀργάνων συνίσταται, διτταὶ <lb/>μὲν αἱ πρῶται διαφοραὶ τῶν
                        νοσημάτων γενήσονται, ἢ ἐλλείποντός <lb/>τινος μέρους, ἢ περιττεύοντος· ἐν
                        ἑκατέρᾳ δ’ αὐτῶν <lb/>ἕτεραι. τῶν μὲν γὰρ περιττευόντων τὰ μὲν ἐκ τοῦ γένους
                        <lb/>ἐστὶ τῶν κατὰ φύσιν, ὡς εἰ καί τῳ <milestone unit="ed1page" n="203"/>γένοιτο ἕκτος δάκτυλος, <lb/>ἢ ἐν ὀφθαλμῷ πτερύγιον, ἢ ἐν ῥινὶ βλάστημα
                        σαρκὸς, <lb/>ἢ κατ’ ἄλλον τινὰ πόρον ὁτιοῦν τοιοῦτον ἕτερον. ἔσται δὴ
                        <lb/>καὶ τούτων αὐτῶν τὰ μὲν νοσήματα, καθάπερ τὸ πτερύγιον, <lb/>(ἐμποδίζει
                        γὰρ, ὅταν ἱκανῶς αὐξηθῇ, τὴν ὄψιν, ἐπισκοτοῦν <lb/>τῇ κόρῃ,) τὰ δ’ αἴτια τῶν
                        νοσημάτων, ὡς τα βλαστήματα <lb/>τοὺς πόρους ἐμφράττοντα· πρώτως γὰρ νόσημα
                        ἡ ἔμφραξίς <lb/>ἐστιν, ὅτι καὶ πρώτως βλάπτει τὴν ἐνέργειαν. ἔνια δ’ ὅλῳ <pb n="863"/> τῷ γένει παρὰ φύσιν ἐστὶν, ὡς ἕλμινθές τε καὶ ἀσκαρίδες, καὶ
                        <lb/>ὁ ἐν τῇ κύστει λίθος, καὶ τὸ χαλάζιον ἐν ὀφθαλμῷ, καὶ τὸ <lb/>ὑπόχυμα,
                        καὶ τὸ πύον, ἀκροχορδόνες τε καὶ μελικηρίδες καὶ <lb/>ἀθερώματα καὶ
                        στεατώματα, καὶ ἄλφοι, καὶ λέπραι, καὶ <lb/>λεῦκαι, καὶ πῶροι, καὶ τὰ ἐν
                        τοῖς ἀποστήμασιν εὑρισκόμενα <lb/>ἅπαντα. ὅτι δὲ καὶ τούτων ὅσα μὲν
                        ἐνέργειαν ἐμποδίζει <lb/>πρώτως, νοσήματα ἐροῦμεν, ὥσπερ τὸ ὑπόχυμα, τὰ δὲ
                        μὴ <lb/>τοιαῦτα νοσημάτων αἴτια, πρόδηλον παντί. τῶν δ’ ἐλλειπόντων
                        <lb/>μορίων τὰ μὲν ὅλα τελέως ἀπόλωλε, τὰ δὲ οἷον ἐξ <lb/>ἡμίσεως
                        ἀποκέκοπταί τε καὶ κεκολόβωται. κατὰ μὲν δὴ τὴν <lb/>πρώτην γένεσιν ὡς
                        πάμπολλα γίγνεται τοιαῦτα, πρόδηλον <lb/>παντί. μετὰ δὲ τὴν ἀποκύησιν
                        ἐξαιρεῖται μὲν ὅλα πολλάκις <lb/>ὀστᾶ κατά τε τοὺς δακτύλους καὶ τὰ κῶλα καὶ
                        τὴν κεφαλὴν <lb/>καὶ τὰς πλευράς· ἀφαιρεῖται δὲ καὶ δάκτυλος ἐνίοτε καὶ ποὺς
                        <lb/>καὶ ἄκρα χεὶρ καὶ κνήμη καὶ πῆχυς· ἐξαιροῦνται δὲ καὶ φλέβες
                        <lb/>κιρσώδεις καὶ ἀδένες σκιῤῥωθέντες καὶ ὀδόντες τρηθέντες· <lb/>καὶ μὲν
                        δὴ καὶ γαργαρεὼν ἀφαιρεῖται καὶ ἐπίπλοον καὶ πόσθη <lb/>καὶ αὐτοῦ τι τοῦ
                        αἰδοίου, καὶ πολλάκις γε καὶ σύμπαν <pb n="864"/> αἰδοῖον, ὥσπερ γε καὶ οἱ
                        ὄρχεις. ἐνδακὼν δέ τις ἔναγχος <lb/>ἐπὶ σπασμῷ μεγάλῳ τοῦ παντὸς σώματος
                        ἀπέτραγε τῆς <lb/>γλώττης τὸ πρόσθει, εἶτ’ ἐσώθη μὲν ἐκ τοῦ σπασμοῦ,
                        διαλέγεσθαι <lb/>δὲ ὁμοίως οὐκ ἠδύνατο. τούτου τοῦ γένους ἐστὶ καὶ <lb/>τὰ
                        κολοβώματα καλούμενα χειλῶν καὶ ῥινῶν καὶ ὤτων, καὶ <lb/>ὅσα ἑτέρων σαρκωδῶν
                        μορίων ἢ ἀποσπασθέντα σφοδρῶς, ἢ <lb/>διασαπέντα τελέως ἐξετμήθη. κατὰ πάσας
                        γὰρ τὰς τοιαύτας <lb/>περιστάσεις ὁ κατὰ φύσιν ἀριθμὸς οὐ συμπεπλήρωται
                        <lb/>τῶν μορίων, ἢ ἑνὸς ἢ δυοῖν ἢ καὶ πολλῶν λειπόντων καὶ <lb/>ἤτοι τελέως
                        ἀπολωλότων ἢ ἐκ μέρους ἀφῃρημένων. ὅσα <lb/>μὲν δὴ τῶν τοιούτων ἐνεργείας
                        ἐμποδίζει κατὰ τὸν ἑαυτῶν <lb/>λόγον, ἐν τῷ τῶν νοσημάτων γένει τετάξεται·
                        τὰ δ’ ἤτοι <lb/>καταψύχοντά τι μόριον ἕτερον ἐνεργείας ἀπεργαστικὸν ἢ
                        <lb/>τροφὴν ἐλλιπῶς ἐπάρδοντα νοσημάτων αἴτια· τινὰ δὲ ἄμφω <lb/>συλλαβόντα
                        ἔχει καὶ τὴν ὡς αἰτίου χώραν καὶ τὴν ὡς νοσήματος, <lb/>οἷον καὶ γαργαρεὼν,
                        ὁπόταν ἕως βάσεως ἐκτμηθεὶς <lb/>καὶ τὴν φωνὴν παραβλάπτῃ καὶ ψύχῃ τὰ κατὰ
                        τὸν πνεύμονά <pb n="865"/> τε καὶ τὸν θώρακα. ἐπειδὴ γὰρ ἔμαθες ἐν τοῖς τῶν
                        <lb/>ἐνεργειῶν τε καὶ χρειῶν λογισμοῖς, ὡς ἁπάντων τῶν τοῦ <lb/>ζώου μορίων
                        τὰ μὲν εἰς ἐνέργειάν τινα συντελεῖ τῷ παντὶ <lb/>ζώῳ χρησίμην, τὰ δ’ αὐτὰ
                        μὲν οὐδὲν ἐνεργεῖ, χρείαν δέ τινα <lb/>τοῖς ἐνεργοῦσι παρέχεται, δῆλον ὡς
                        καὶ τὰς βλάβας αὐτῶν, <lb/>τὰς μὲν εἰς ἐνέργειαν ἄντικρυς διαφερούσας
                        νοσήματα ἐρεῖς <lb/>πρώτως εἶναι τῶν τοῦ ζώου μορίων, τὰς δὲ εἰς χρείαν τινὰ
                        <lb/>νοσημάτων αἰτίας. <milestone unit="ed2page" n="11"/>ὥσθ’ ὅσα μόρια
                        διττὰς ἐνεργείας <lb/>ἢ διττὰς χρείας ἀποτελεῖ, κατὰ μίαν ἐνίοτε βλάβην
                        διττὸν <lb/>ἔξει λόγον, ἢ νοσήματος, ἢ αἰτίας. εἰ δέ τι μόριον ἅμα <lb/>ἄμφω
                        ποιεῖ, χρείαν καὶ ἐνέργειαν, ὥσπερ ἐνίοις εἶναι δοκεῖ <lb/>καὶ ὁ γαργαρεὼν,
                        ἡ τούτου τοῦ μέρους ἀπώλεια καθ’ ἕτερον <lb/>μὲν λόγον ἔσται νόσημα, καθ’
                        ἕτερον δὲ νοσήματος αἰτία. <lb/>δῆλον δὲ, ὡς τῷ λοιπῷ τῷ μένοντι καὶ
                        σωζομένῳ τὸ νόσημά <lb/>ἐστιν, οὐκ αὐτῷ τῷ μηκέτι ὄντι. τῆς γὰρ τοῦ στόματος
                        <lb/>εὐρυχωρίας κατ’ ἐκεῖνο τὸ μέρος, οὗ νῦν ἐστι τὸ πάθος, <lb/>μόριον
                        εἶναι φήσεις τὸν κίονά τε καὶ γαργαρεῶνα προσαγορευόμενον. ﻿<pb n="866"/>
                        ὅταν οὖν οὗτος ἀπόληται, λείπει τι τῷ χωρίῳ, <lb/>καὶ οὕτω τὸ ὅλον ἓν νόσημά
                        τι γίνεται, μένοντος τοῦ κατ’ <lb/>ἀρχὰς ὁμολογηθέντος, τοῦ πᾶσαν ἐνέργειαν
                        ὑπὸ νοσήματος <lb/>βλάπτεσθαι. ἢ τοίνυν, ὡς οὐκ ἔστι μία τις ἐνέργεια τοῦ
                        <lb/>ζώον καὶ ἡ φωνὴ, καὶ ἡ εἰσπνοὴ, καὶ ἡ ἐκπνοὴ, δεικτέον <lb/>ἐστὶν, ᾒ,
                        εἴπερ τοῦθ’ οὕτως ἔχει, δῆλον, ὡς ἡ τοῦ κίονος ἀπώλεια <lb/>νόσον
                        ἐναπεργάζεται τῷ οὐρανίσκῳ. κατὰ δὲ τὰ αὐτὰ <lb/>ταῦτα καὶ ἡ τοῦ ὀδόντος
                        ἀπώλεια νόσημά ἐστιν τοῦ στόματος, <lb/>εἰ μὲν τῶν πρὸς τὴν μάσσησιν
                        ἐπιτηδείων εἴη, κατ’ <lb/>ἐκεῖνο τὸ μέρος τῆς μασσήσεως βλαβέντος, εἰ δὲ τῶν
                        τομέων <lb/>ὀνομαζομένων, εἴς τε τὰς ἐδωδὰς καὶ τὰς διαλέξεις ἐμποδίζοντος.
                        <lb/>οὕτω δὲ καὶ εἰ τῆς γλώσσης ἀποτμηθείη τὸ ἥμισυ, τῷ <lb/>λειπομένῳ μέρει
                        παρὰ φύσιν ἐστὶ τὸ κεκολοβῶσθαι. κατὰ <lb/>ταὐτὰ δὲ καὶ τῷ ἐπιπλόῳ, καὶ τῷ
                        αἰδοίῳ, καὶ πᾶσι τοῖς <lb/>οὕτω παθοῦσι. καὶ εἰ μὴ νόσημά τις αὐτὸ καλεῖν,
                        ἀλλὰ <lb/>πάθος ἢ πάθημα βούλοιτο, περὶ ὀνόματος, οὐ περὶ πράγματος
                        <lb/>ἀμφισβητήσει. δῆλον δὲ, ὡς τῇ μὲν γλώττῃ, καὶ <lb/>τῷ ἐπιπλόῳ, καὶ τῷ
                        αἰδοίῳ, καὶ ὅλως ἅπασι τοῖς τοιούτοις <pb n="867"/> κεκολοβωμένοις ὀργάνοις
                        ἐστί τις μείωσις τοῦ μεγέθους ἐν <lb/>ἅπασι τοῖς εἰρημένοις νοσήμασιν· αὐτῷ
                        δὲ τῷ ζώῳ μείωσις <lb/>μὲν οὐκ ἐξ ἀνάγκης ἔσται σαφὴς, ὡς φαίνεσθαι κολοβὸν,
                        <lb/>ἀριθμὸς δέ τις ἀφαιρεθήσεται μορίων, εἴγε δὴ καὶ ἀρτηρίαι, <lb/>καὶ
                        φλέβες, καὶ νεῦρα, καὶ δέρμα ἐνίοτε, καὶ πιμελὴ, καὶ <lb/>ὑμένες, καὶ σὰρξ
                        ἀφαιρεῖται κατὰ τὰς τοιαύτας διαθέσεις. <lb/>ἐπὶ μέντοι τοῦ γαργαρεῶνος καὶ
                        τῶν κιρσωδῶν ἀγγείων <lb/>ἐκτμηθέντων καὶ αὐτῶν τῶν ὀργάνων ἀφαιρεῖταί τις
                        ἀριθμὸς <lb/>μορίων. καὶ δὴ καὶ τετάξεται τὰ μὲν τοιαῦτα πάντα <lb/>ὑπὸ τὸν
                        ἀριθμὸν τῶν μορίων ὑπαλλαττομένων· ὅσων δὲ <lb/>ὀργάνων ἀφαιρεῖται μέν τι,
                        οὐκ ἐξαιρεῖται δὲ τὰ μέρη, ταῦτα <lb/>ἐν ἀμφοτέροις οἷον τετάξεται τοῖς
                        γένεσι. καὶ γὰρ ἀριθμὸς <lb/>ἐνδεῖ τῷ ζώῳ μορίων ἁπλῶν, καὶ μέγεθος ὀργάνου
                        συνθέτου· <lb/>κεκολόβωται γὰρ τὸ ὅλον. καὶ μὲν δὴ καὶ ὡς ἀμφοῖν <lb/>τοῖν
                        γενοῖν, τοῦ τε κατ’ ἀριθμὸν καὶ τοῦ κατὰ μέγεθος, <lb/>ἀνωτέρω τάττειν
                        ἑτέραν ἐγχωρεῖ κατηγορίαν τὴν τοῦ ποσοῦ, <lb/>παντί που δῆλον, εἴγε δὴ τοῦ
                        ποσοῦ τὸ μὲν διωρισμένον <pb n="868"/> ἐστὶν, ὃ δὴ καὶ ποσὸν ἰδικῶς
                        ὀνομάζεται, τὸ δὲ συνεχὲς, ὃ <lb/>δὴ καὶ πηλίκον προσαγορεύεται. ἀλλ’ ἐν τῷ
                        παρόντι σαφέστερον <lb/>ἔδοξέ μοι διαιρεῖν αὐτὰ οὕτω, κατὰ μὲν τὸν ἀριθμὸν
                        <lb/>τάξαντι τὴν ἑτέραν διαφορὰν τοῦ ποσοῦ, κατὰ δὲ τὸ μέγεθος <lb/>τὴν
                        ἑτέραν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ τὰ κατὰ τοῦτο τὸ γένος <lb/>εἴρηται νοσήματα, περὶ τῶν κατὰ
                        τὸ μέγεθος ἢ τὸ πηλίκον <lb/>τῶν μορίων, ἢ ὅπως ἄν τις ὀνομάζειν ἐθέλοι,
                        διέλθωμεν. <lb/>ἔστι δὲ οὐ ταὐτὸν τοῦτο τῷ προειρημένῳ. μένοντος <lb/>γὰρ
                        τοῦ κατὰ φύσιν σχήματος τῷ μορίῳ, διαφθει<milestone unit="ed2page" n="12"/>ρομένου <lb/>δὲ τοῦ μεγέθους, ὅταν ἐνέργειά τις βλάπτηται, <lb/>διὰ τοῦτο
                        νόσημα ἔσται τοῦ μορίου τὸ συμβεβηκὸς, οἷον <lb/>εἴ τῳ τηλικαύτη γένοιτο ἧ
                        γλῶττα κατὰ τὴν πρώτην εὐθὺς <lb/>διάπλασιν, ὡς ἤτοι μηδεμίαν ἔχειν
                        ἀναστροφὴν ἐν τῷ <lb/>στόματι διὰ τὸ μέγεθος, ἢ διὰ σμικρότητα μὴ ψαύειν
                        <lb/>ἁπάντων αὐτοῦ τῶν μερῶν. ἐπὶ δὲ τῶν ἤδη τετελειωμένων <lb/>αἱ μὲν παρὰ
                        φύσιν ἐπαυξήσεις τῶν μορίων οὐ πάνυ <pb n="869"/> τι φαίνονται συνεχῶς
                        γιγνόμεναι, μειοῦνται μέντοι πολλάκις, <lb/>καὶ καλεῖται τὸ νόσημα πρὸς μὲν
                        ἐνίων ἀτροφία, <lb/>πρὸς ἄλλων δὲ φθίσις τοῦ μέρους. αἱ <milestone unit="ed1page" n="204"/>δὲ ἐπαυξήσεις <lb/>τῶν μορίων ἔν τε τοῖς
                        ὑπερσαρκοῦσιν ἕλκεσι γίγνονται <lb/>κᾀν τῷ καλουμένῳ πριαπισμῷ. Νικομάχῳ δὲ
                        τῷ Σμυρναίῳ <lb/>πᾶν ἀμέτρως ηὐξήθη τὸ σῶμα, καὶ οὐδὲ κινεῖν ἔτι
                        <lb/>δυνατὸς ἦν ἑαυτόν· ἀλλὰ τοῦτον μὲν ὁ Ἀσκληπιὸς ἰάσατο. <lb/>γλῶσσαν δέ
                        τινος ἐπιπλεῖστον αὐξηθεῖσαν ἐθεασάμεθα χωρὶς <lb/>ἀπάσης ὀδύνης, ὥστε μήτ’
                        οἴδημα δοκεῖν εἶναι, μήτε <lb/>σκίῤῥον, μήτε φλεγμονήν· οὔτε γὰρ ἐκοιλαίνετο
                        ὑπὸ πιεζόντων, <lb/>οὔτ’ ἀναίσθητος ἦν, οὔτ’ ὠδυνᾶτο, ἀλλ’ αὐτὸ <lb/>τοῦτο
                        μόνον αὔξησίς τις ἄμετρος ὑπῆρχεν, οὐδὲν τῆς οὐσίας <lb/>αὐτῆς τοῦ μορίου
                        βεβλαμμένης. οὕτω δὲ καὶ ὄρχεις καὶ <lb/>μαστοὶ τοῖς μὲν ἀμφότεροι, τοῖς δὲ
                        ἀμέτρως ὁ ἕτερος <lb/>ηὐξήθη. καὶ ἡ καλουμένη δὲ χοιρὰς τούτου τοῦ γένους
                        <lb/>ἐστὶ, δυσχρηστίαν οὐ μικρὰν ἐν ταῖς ἐνεργείαις, ὅταν ἀμέτρως
                        <lb/>αὐξηθῇ, παρεχομένη. καὶ μὲν δὴ καὶ αἱ τῶν κανθῶν <lb/>ἀμετρίαι τούτου
                        τοῦ γένους εἰσίν ὀνομάζεται δὲ <pb n="870"/> ἡ μὲν ἐπὶ πλέον αὔξησις
                        ἐγκανθὶς, ἡ μείωσις δὲ ῥυάς. <lb/>τοιαῦται μὲν δή τινες καὶ τούτου τοῦ
                        γένους τῶν νοσημάτων <lb/>αἱ διαφοραί. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Τῆς δὲ συνθέσεως τῆς κατὰ φύσιν ὑπαλλαττομένης, <lb/>γίνεται νοσήματα, παρὰ
                        μὲν τὴν θέσιν ἐν <lb/>ταῖς ἐξαρθρήσεσί τε καὶ παραρθρήσεσι κᾀν ταῖς
                        ἐντεροκήλαις <lb/>τε καὶ ἐπιπλοκήλαις ὀνομαζομέναις, παρὰ δὲ τὴν <lb/>πρὸς
                        τὰ παρακείμενα μόρια μὴ κατὰ φύσιν ὁμιλίαν σύνδεσμός <lb/>που χαλασθεὶς, ἢ
                        συνταθεὶς, ἢ ἀποῤῥαγεὶς ἐμποδίζει <lb/>τὴν ἐν ἐκείνῳ τῷ μορίῳ κίνησιν τῆς
                        διαρθρώσεως. <lb/>ἐν τούτῳ τῷ γένει καὶ οἱ τῆς γλώττης εἰσὶν ἄμετροι
                        <lb/>δεσμοὶ, καὶ οἱ τῶν αἰδοίων, ἐφ’ οἷς ἡ μὲν εἰς τὸ διαλέγεσθαί <lb/>τε
                        καὶ μασσᾶσθαι ἱκανῶς ἐμποδίζεται, τὸ δὲ αἰδοῖον <lb/>ἐν τῷ κατασπείρειν εἰς
                        τὸ θῆλυ πόῤῥω καὶ κατὰ <lb/>εὐθὺ προπέμπειν ἀδυνατεῖ τὸ σπέρμα,
                        διεστραμμένου τοῦ <lb/>πόρου. καὶ μὲν δὴ καὶ αἱ συμφύσεις αἱ παρὰ φύσιν ἢ
                        <lb/>χειλῶν ἑλκωθέντων, ἢ βλεφάρων, ἢ δακτύλων, ἢ ἕδρας, ﻿<pb n="871"/> ἤ
                        τινος ἑτέρου τοιούτου ταύτης εἰσὶν τῆς διαφορᾶς. τοιαῦται <lb/>μὲν δὴ καὶ αἱ
                        τοῦ παρὰ τὴν σύνθεσιν τῶν μορίων <lb/>γένους ἰδέαι τῶν νοσημάτων. </p></div></div></body></text></TEI>