<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg041.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Καὶ δὴ ποιῶμεν ἤδη τοῦτο πάλιν ἀπὸ <lb/>τῆς προτέρας ὑποθέσεως ἀρξάμενοι. δύο
                        οὖν ἐν ταύτῃ <lb/>τῶν ὁμοιομερῶν σωμάτων ὑπῆρχε νοσήματα ἐν πόρων ἀμετρίᾳ
                        <lb/>συνιστάμενα, τὸ μὲν εὐρύτης τις αὐτῶν οὖσα, τὸ <lb/>δὲ στέγνωσις.
                        ἑκατέρου δὲ τούτων ἡ διαφορὰ διττή. <lb/>στεγνώσεως μὲν οὖν συνίζησίς τε τοῦ
                        σώματος εἰς ἑαυτὸ <lb/>πανταχόθεν, καὶ αὐτῶν τῶν πόρων ἔμφραξις· εὐρύτητος
                        <lb/>δὲ τοῦ μὲν σώματος εἰς πᾶν μέρος ἔκτασις, αὐτῶν δὲ <lb/>τῶν πόρων οἷον
                        ἀναπέτειά τις οὖσα ἐκπτώσει τῶν στοιχείων, <lb/>ἃ δὴ καὶ κυρίως σώματα
                        προσαγορεύεσθαι φασὶν <lb/>ἁπλᾶ τε καὶ πρῶτα ὑπάρχοντα· τὰ γὰρ ἐκ τούτων
                        συντιθέμενα <lb/>συγκρίματα καλοῦσιν. ἐπὶ δὲ τῆς δευτέρας ὑποθέσεως <lb/>ἡ
                        διαφορὰ τῶν νοσημάτων διττὴ τυγχάνει, ποτὲ <lb/>μὲν δὴ ταῖς ποιότησι μόναις
                        ἀλλοιουμένων τῶν ὁμοιομερῶν <lb/>σωμάτων, ἔστιν ὅτε δὲ ῥυείσης εἰς αὐτά
                        τινος οὐσίας τὰς <pb n="849"/> εἰρημένας ἐχούσης ποιότητας. ὁ μὲν δὴ
                        δεύτερος τρόπος, <lb/>ὄγκον περὶ τοῖς σώμασιν ἐργαζόμενος, ὑπ’ οὐδενὸς
                        ἀγνοεῖται <lb/>τῶν ἰατρῶν. ἐρυσιπέλατα γὰρ, καὶ φλεγμοναὶ, καὶ
                        <lb/>οἰδήματα, καὶ φύματα, καὶ φύγεθλα, καὶ χοιράδες, ἐλεφαντιάσεις <lb/>τε
                        καὶ ψῶραι, καὶ λέπραι, καὶ ἀλφοὶ, καὶ <lb/>σκίῤῥοι τούτου τοῦ γένους εἰσὶν,
                        οὐδένα λαθεῖν δυνάμενα. <lb/>τὰ δ’ ἐν τῇ τῶν ποιοτήτων αὐτῶν μόνῃ δυσκρασίᾳ <lb/>
                        <milestone unit="ed1page" n="201"/>συνιστάμενα νοσήματα δυσφωρατότερα, πλὴν
                        εἰ μὴ <lb/>μεγάλη ποθ’ ἡ τοῦ μέρους εἰς τὸ παρὰ φύσιν ἐκτροπὴ <lb/>γένοιτο.
                        τηνικαῦτα γὰρ ἅπασιν ἤδη γνωρίζεται ῥᾳδίως, ἐπὶ <lb/>μὲν ὅλου τοῦ σώματος
                        ὀνομαζομένη πυρετὸς, <milestone unit="ed2page" n="6"/>ἐπειδὰν <lb/>τὸ θερμὸν
                        κρατῇ, καὶ κατὰ τὰ μόρια δ’ ἐναργῶς ἐνίοτε φαινομένη. <lb/>καὶ γὰρ καὶ σκέλη
                        τοῖς πλείω περιπατήσασιν ἀήθως, <lb/>καὶ χεῖρες, εἴ τις ταύταις πονήσειεν
                        ἐπιπλέον, ἢ ἐρέσσων, <lb/>ἢ σκάπτων, ἤ τι τοιοῦτον διαπραττόμενος, ἐναργῶς
                        φαίνονται <lb/>θερμότεραι καὶ αὐτοῖς τοῖς κάμνουσι, καὶ τοῖς <lb/>ἔξωθεν
                        ἁπτομένοις αὐτῶν. ἐὰν μέντοι τις ὄγκος μέγας <lb/>προσγένηται τοῖς μορίοις,
                        ἐπιῤῥυείσης τινὸς οὐσίας αὐτοῖς <pb n="850"/> θερμῆς, ἐκ τῆς δευτέρας ἔσται
                        διαφορᾶς τῶν νοσημάτων. <lb/>ἐκ δὲ τῆς πρώτης ταῦτά τε πάντα τὰ νῦν εἰρημένα
                        καὶ <lb/>ἢ καθ’ ἓν ὁτιοῦν μέρος, ἢ τὸ σῶμα τοῦ ζώου σύμπαν, <lb/>ἢ ἐξ
                        ἐγκαύσεως ἡλίου, ἢ παρὰ πυρὶ θάλψεως ὑπολειπομένη <lb/>συνίσταται διάθεσις,
                        οἷαι καὶ αἱ τυφώδεις καὶ πυρετώδεις <lb/>ὀνομαζόμεναι. τοῦ δὲ ἐναντίου τῷ
                        θερμῷ νοσήματος <lb/>τοῦ ψυχροῦ περὶ μὲν τοῖς ἄκροις ἐναργῶς ἡ διάθεσις
                        <lb/>συνίσταται πολλάκις οὕτως, ὥστε καὶ ἀποπεσεῖν αὐτὰ <lb/>νεκρωθέντα,
                        περὶ δὲ τῷ σύμπαντι σώματι, οἵα τοῖς ὁδοιπορήσασιν <lb/>ἐν κρύει καρτερῷ
                        γίνεται. πολλοὶ γὰρ τούτων, <lb/>οἱ μὲν ἐν αὐταῖς ταῖς ὁδοῖς ἀπέθανον, οἱ δὲ
                        εἰς πανδοχεῖον, <lb/>πρὶν ἢ οἴκαδε παραγενέσθαι φθάσαντες, ἡμιθνῆτές <lb/>τε
                        καὶ κατεψυγμένοι φαίνονται. γίγνεται δὲ καὶ τοῖς ἀποπληκτικοῖς, <lb/>καὶ
                        τοῖς ἐπιληπτικοῖς, καὶ τοῖς τρομώδεσι, <lb/>καὶ τοῖς σπασμώδεσιν ἡ τοιαύτη
                        πολλάκις διάθεσις. καὶ <lb/>τῶν ὑπὸ κρύους ἐν ὁδοῖς ἀποθανόντων οἱ μὲν
                        ἐμπροσθοτόνοις, <lb/>οἱ δὲ ὀπισθοτόνοις, οἱ δὲ τετάνοις, οἱ δὲ ταῖς
                        <lb/>καλουμέναις πήξεσιν ἑάλωσαν, οἱ δὲ ἀποπληξίᾳ τι παραπλήσιον
                        <lb/>ἔπαθον. ἐν δὴ τοῖς τοιούτοις ἅπασιν, ἐν οἷς ﻿<pb n="851"/> ἐπιγίγνεταί
                        τι σύμπτωμα, περιέλκει τὴν διάνοιαν τῶν πολλῶν <lb/>ἐφ’ αὑτὸ, ὡς τὸ μὲν
                        σύμπτωμα νόσημα νομίζεσθαι, <lb/>τὸ νόσημα δ’ αὐτὸ τὴν αἰτίαν τοῦ
                        συμπτώματος. ὅσοις <lb/>μέντοι τῶν ἐνεργειῶν αἱ βλάβαι νοσήματα νομίζονται,
                        κατὰ <lb/>λόγον οὗτοι καὶ τοὺς σπασμοὺς, καὶ τὰς ἀναισθησίας, <lb/>καὶ τὰς
                        νάρκας, καὶ τὰ ἄλλα τὰ τοιαῦτα νοσήματα καλοῦσιν. <lb/>ἀλλ’ ἡμῖν ἐν ἀρχῇ
                        διῄρηται περὶ τῶν ὀνομάτων, <lb/>ὥστε γνωρίζειν ἐπὶ τῶν τοιούτων ἁπάντων,
                        οὐκ ἐν τοῖς <lb/>πράγμασιν αὐτοῖς εἶναι τὴν διαφωνίαν, ἀλλὰ ἐν τοῖς
                        ὀνόμασιν. <lb/>ἐκείνους μέντοι μέμψαιτ’ ἄν τις μόνους, ὅσοι μὴ
                        <lb/>διαφυλάττουσιν ἐν ἅπασι τὴν σφετέραν ὑπόθεσιν, ἀλλ’ <lb/>οἴονται σοφόν
                        τι πράττειν, καίτοι γε πλημμελοῦντες. <lb/>ἔστι γὰρ αὐτῶν ἀκοῦσαι
                        διοριζομένων ἐνίοτε καὶ φασκόντων, <lb/>εἰ μὲν ἐπὶ φλεγμονῇ γίγνοιτο
                        σπασμὸς, ἐπιγέννημά τε <lb/>καὶ σύμπτωμα εἶναι τῆς φλεγμονῆς αὐτὸν, εἰ δ’
                        ἐπὶ <lb/>δυσκασίᾳ μόνῃ, νόσημα. ταὐτὸ δὴ τοῦτο καὶ ἐπὶ πυρετοῦ
                        <lb/>ποιοῦσιν, ἐπειδὰν. μὲν ἐπιγίγνηταί τινος μέρους αἰσθητὴ <lb/>διάθεσις,
                        σύμπτωμα νομίζοντες, εἰ δ’ ἄλλως, νόσημά <lb/>τε καὶ πάθος προσαγορεύοντες.
                        τούτους μὲν οὖν μεμπτέον, <pb n="852"/> οὐκ ἀναμένοντας τὸν ἔξωθεν ἔλεγχον,
                        ἀλλ’ αὐτοὺς ἑαυτοῖς <lb/>περιπίπτοντας. ὅσοι δ’ ἤτοι τὰς βλάβας τῶν
                        ἐνεργειῶν <lb/>ὑποθέμενοι προσαγορεύειν νοσήματα διὰ παντὸς οὕτω
                        <lb/>ποιοῦσιν, ἢ καί τι τοιοῦτον ἄλλο παρορῶσιν, ἐν ὀνόμασιν <lb/>ἐσφάλθαι
                        χρὴ νομίζειν αὐτοὺς, οὐδὲν δὲ εἰς τὰ πράγματα <lb/>πλημμελεῖν. εἴρηται δ’
                        ἐπὶ πλέον ὑπὲρ ἁπάντων <lb/>τῶν ἰατρικῶν ὀνομάτων ἑτέρωθι, καὶ ὅστις ὀρθῶς
                        αὐτοῖς <lb/>βούλεται χρῆσθαι, τὴν πραγματείαν ἐκείνην ἀναλεγέσθω. <lb/>νῦν
                        δὲ (περὶ γὰρ αὐτῶν τῶν πραγμάτων πρόκειται σκοπεῖσθαι) <lb/>τῇ προειρημένῃ
                        συνθήκῃ τῶν ὀνομάτων ἑπόμενοι <lb/>τῶν ἐφεξῆς ἐχώμεθα. περὶ μὲν δὴ τῶν χωρὶς
                        ὕλης ἐπιῤῥύτου <lb/>θερμῶν καὶ ψυχρῶν διαθέσεων εἴρηται. κατὰ <lb/>δὲ τὸν
                        αὐτὸν τρόπον τά θ’ ὑγρὰ καὶ ξηρὰ νοσήματα <lb/>γενήσεται, τῆς ὅλης φύσεως
                        ἀλλοιουμένης τῶν σωμάτων, <lb/>οὐκ ἔξωθεν οὐσίαν τινὰ εἰς ἑαυτὰ δεχομένων.
                        αἱ μὲν οὖν <lb/>μικραὶ παραλλαγαὶ δυσφώρατοι, τὰς μεγάλας δ’ ἔστιν
                        <lb/>ἐναργῶς ἰδεῖν ἐπὶ τῶν νεκρουμένων <milestone unit="ed2page" n="7"/>μάλιστα μορίων. <lb/>ἔνια μὲν γὰρ αὐτῶν οἷον τεταριχευμένα φαίνεται καὶ
                            <pb n="853"/> πάνυ ξηρὰ, καὶ τοῦτο μὲν σπανιώτερον· ἔνια δὲ οὕτω
                        <lb/>βρυώδη τε καὶ πλαδαρὰ καὶ θεωμένοις φαίνεται καὶ <lb/>ἁπτομένοις, ὥστ’,
                        εἰ καὶ μόρια αὐτῶν ἐθέλοις μεταχειρίσασθαι, <lb/>διαῤῥεῖ παραχρῆμα, καὶ τῶν
                        δακτύλων ἐκπίπτει <lb/>καθάπερ ὕδωρ. οὕτω καὶ τῶν ὀστῶν τῶν σαπρῶν τὰ
                        <lb/>μὲν οἷον ψάμμος φαίνεται, τοῖς ὑπὸ χρόνου διεφθαρμένοις <lb/>ξύλοις
                        ἐοικότα, τὰ δὲ οἷον βρυώδη, ὧν ἡ τῆς <lb/>δυσκρασίας ἀμετρία, δι’ ὑγρότητα ἢ
                        ξηρότητα γενομένη, <lb/>τὸ σύμπαν ὀστοῦν ἐνέκρωσεν. αἱ δ’ ἄλλαι πᾶσαι
                        δυσκρασίαι <lb/>τῶν μορίων αἱ βραχεῖαι, λανθάνουσαι τοὺς πολλοὺς,
                        <lb/>ἀτονίαι πρὸς αὐτῶν ὀνομάζονται. φλεγμονῆς μὲν γὰρ <lb/>ἢ ἕλκους ἤ τινος
                        ἄλλου τοιούτου κατὰ τὴν κοιλίαν <lb/>ὑπάρχοντος, οὐδεμίαν ἑτέραν ἐπιζητοῦσι
                        τοῦ μὴ πέττειν <lb/>αἰτίαν. εἰ δὲ μηδὲν εἴη τῶν τοιούτων, ἀτονίαν <lb/>εἶναι
                        φασὶ τῆς κοιλίας, ὥσπερ ἕτερόν τι λέγοντες αὐτοῦ <lb/>τοῦ φανερῶς
                        γιγνομένου, τοῦ μὴ πέττεσθαι καλῶς τὰ <lb/>σιτία. τί γὰρ ἄλλο τὴν ἀτονίαν
                        αὐτοὺς λέγειν ἄν τις <lb/>ὑπολάβοι πλὴν τῆς κατὰ τὴν ἐνέργειαν ἀῤῥωστίας;
                            <pb n="854"/> ἀλλ’ οὐ τοῦτ’ ἔστι τὸ ζητούμενον, ἀλλὰ τίς ἡ ταύτης
                        <lb/>τῆς ἀτονίας αἰτία. διὰ τί γὰρ ἀῤῥωστεῖ περὶ τὸ ἴδιον <lb/>ἔργον ἡ
                        γαστὴρ, μήτε φλεγμαίνουσα, μήτε σκιῤῥουμένη, <lb/>μήθ’ ἡλκωμένη, μήτ’ ἄλλο
                        μηδὲν ἔχουσα τοιοῦτον; οὐ <lb/>γὰρ δή γε χωρὶς αἰτίας τινὸς ἐστέρηται τοῦ
                        πέττειν καλῶς. <lb/>πάντως οὖν ἢ πόρων ἀμετρίαν ἢ δυσκρασίαν αἰτιατέον·
                        <lb/>ᾧ καὶ δῆλον, ὡς οὐδὲν τῶν πράτων νοσημάτων, <lb/>ὅσα τῶν ὁμοιομερῶν
                        ἐστιν αὐτῶν ἴδια, λογικῶς θεραπεῦσαι <lb/>δυνήσονται χωρὶς τοῦ περὶ τῶν
                        πρώτων τι ἐπεσκέφθαι <lb/>στοιχείων. ἀλλὰ πρὸς μὲν τούτους ἐν ἑτέροις
                        εἴρηται <lb/>τὰ εἰκότα· τὸ δέ γε νῦν εἶναι χρὴ γινώσκειν, ὡς <lb/>καὶ
                        γαστρὸς ἀτονίαν, καὶ φλεβὸς, καὶ ἀρτηρίας, καὶ μυὸς, <lb/>καὶ παντὸς ἁπλῶς
                        ὀργάνου ζωτικοῦ τε καὶ ψυχικοῦ ἢ διά <lb/>τινα πόρων ἀμετρίαν ἢ δυσκρασίαν
                        ἀναγκαῖον ὁμολογεῖν <lb/>γίγνεσθαι. πῶς δὲ χρὴ τὰς τοιαύτας αὐτῶν διαθέσεις
                        γνωρίζειν, <lb/>οὐ τοῦ νῦν ἐνεστῶτός ἐστι λόγου· πρόκειται γὰρ <lb/>οὐ
                        διαγνώσεις εἰπεῖν, ἀλλ’ αὐτὰ τὰ πρῶτα καταριθμήσασθαι <pb n="855"/>
                        νοσήματα. καὶ μοι δοκεῖ τὸ μὲν τῶν ὁμοιομερῶν εἰρῆσθαι <lb/>πάντα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Λέγειν δὲ ἑπόμενον ἂν εἴη τὰ τῶν ὀργανικῶν. <lb/>ἐν τούτοις οὖν ὅτι μὲν ἕν τι
                        πάντως ἐστὶ μόριον <lb/>αἴτιον τῆς ἐνεργείας, τὰ δ’ ἄλλα πάντα χρείαν τινὰ
                        <lb/>τούτῳ παρέξοντα γέγονεν, ἑτέρωθι δέδεικται. βλαβήσεται <lb/>δὲ ἡ
                        ἐνέργεια τοῦ παντὸς ὀργάνου μάλιστα μὲν καὶ πρώτως <lb/>αὐτοῦ τοῦ τῆς
                        ἐνεργείας αἰτίου σώματος νοσήσαντος, <lb/>ἤδη δὲ καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων αἱ
                        μείζους διαθέσεις ἐμποδίζουσι <lb/>τὴν ἐνέργειαν. ὅσαι μὲν οὖν οὐ καθ’
                        ἑαυτὰς, <lb/>ἀλλὰ τῷ βλάπτειν δὴ τὸ πρῶτον αὐτῆς ὄργανον ἐμποδίζουσιν,
                        <lb/>αἰτίαι νοσημάτων εἰσὶν, οὐκ αὐταὶ νοσήματα <lb/>εἰσίν. χωρὶς δὲ τοῦ
                        βλάπτειν τι τὸ πρῶτον τῆς ἐνεργείας <lb/>μόριον εἰ τὴν ἐνέργειαν ἐμποδίζειν
                        δύναιντο, νοσήματα <lb/>ἤδη τὰς τοιαύτας διαθέσεις κλητέον. ἔσονται δὲ, ὡς
                        <lb/>ἐλέγομεν, ἤτοι τῆς κατὰ φύσιν ὑπηλλαγμένης διαπλάσεως, <lb/>ἢ μὴ
                        σωζομένου τοῦ δέοντος ἀριθμοῦ τῶν μορίων, ﻿<pb n="856"/>
                        <milestone unit="ed2page" n="8"/>ἢ τὸ μὴ προσῆκον ἑκάστου φυλάττοντος
                        μέγεθος <lb/>
                        <milestone unit="ed1page" n="202"/>ἢ ὡς οὐ χρὴ συγκειμένων αὐτῶν. ἐπειδὴ γὰρ
                        ἀπεδείχθη <lb/>μηδὲν τούτων εἰκῆ γεγονέναι πρὸς τῆς φύσεως, <lb/>ἀλλὰ πάνθ’
                        ἕνεκα τοῦ βέλτιον ἢ ἀσφαλέστερον ἐνεργεῖν τὸ <lb/>σύμπαν ὄργανον, ἀνάγκη
                        πᾶσα καὶ τὰς βλάβας αὐτῶν, <lb/>ὅσαι μὲν ἤτοι κωλύουσιν ὅλως ἐνεργεῖν ἢ
                        ἐμποδίζουσιν <lb/>αὐτὰ, νοσήματα νομίζεσθαι, τὰς δ’ εἰς τὴν βλάβην τοῦ
                        <lb/>πρώτου τῆς ἐνεργείας μορίου διαφερούσας αἰτίας νοσημάτων, <lb/>ὡς
                        ἀρτίως εἵρηται, προσαγορεύεσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Διὰ τοῦτ’ οὖν οἵ τε βλαισοὶ καὶ ῥαιβοὶ <lb/>καὶ οἱ λείας ἔχοντες τὰς βάσεις
                        χεῖρον ἐνεργοῦσι τοῖς σκέλεσιν <lb/>ἁμαρτίᾳ τοῦ προσήκοντος σχήματος. οὕτω
                        δὲ καὶ <lb/>ὅσοι κάταγμα σχόντες οὐκ ὀρθῶς διεπλάσθησαν, οὐδ’ <lb/>αὐτοὶ
                        καλῶς ἐνεργοῦσι τῷ κώλῳ. κακῶς δὲ καὶ ὅσοι διὰ <lb/>μέγεθος ἀρθρίτιδος
                        ἐξεστράφησαν, ἢ, τῶν ὀφρύων περιθραυσθεισῶν <lb/>τῶν κατὰ τὰς διαρθρώσεις,
                        ἑτοίμως ὑπερβαῖνον <lb/>καὶ ἐκπῖπτον ἔσχον τὸ ἄρθρον, ἢ, πώρου κατ’ <pb n="857"/> αὐτὸ πλείονος ἐπιτραφέντος ἐν ταῖς τοιαύταις διαθέσεσι,
                        <lb/>δυσκίνητον ὑπὸ στενοχωρίας τὴν ὅλην ἔσχον διάρθρωσιν. <lb/>αὗται μὲν
                        οὖν ἐπίκτητοι κακίαι σχημάτων. σύμφυτοι δὲ <lb/>κυουμένων ἔτι κατὰ τὴν
                        πρώτην διάπλασιν ἐμποδισθεῖσαν <lb/>ἐν ἅπαντι μορίῳ τοῦ σώματος γίγνονται,
                        νοσῶδες <lb/>ἐκείνῳ τῷ μορίῳ τὸ ζῶον ἐργαζόμεναι. χρὴ γὰρ καὶ τὸ <lb/>τῆς
                        καρδίας σχῆμα, καὶ τὸ τοῦ πνεύμονος, καὶ τὸ τῆς <lb/>γαστρὸς, ἐγκεφάλου τε
                        καὶ γλώσσης, καὶ σπληνὸς, καὶ νεφρῶν, <lb/>καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων
                        φυλάττεσθαι· γενομένης <lb/>γάρ τινος βλάβης ἀμφ’ αὐτὰ, χεῖρον ἀνάγκη καὶ τὸ
                        οἰκεῖον <lb/>ἔργον ἀποτελεῖσθαι τοῦ σύμπαντος ὀργάνου. καὶ <lb/>μὴν καὶ τὸ
                        τῶν κοιλοτήτων ἁπασῶν τῶν κατὰ τὰ μόρια <lb/>μέγεθός τε καὶ πλῆθος εἰ μὴ
                        φυλάττοιτο, βλάπτοιτο ἂν <lb/>ἐξ ἀνάγκης καὶ διὰ ταῦθ’ ἡ ἐνέργεια. πολλὰ δὲ
                        τὰ τοιαῦτα <lb/>νοσήματα, τὰ μὲν συμφύσει τινὶ, τὰ δὲ ἐμφράξει <lb/>γλίσχρων
                        ὑγρῶν καὶ παχέων συνιστάμενα, τὰ δ’ αὖ αὐαινομένων <lb/>τῶν σωμάτων, ἢ
                        στενοχωρουμένων ὑπό τινος τῶν <lb/>περικειμένων, ἐμπίπτοντος αὐτοῖς καὶ
                        θλίβοντος. ἐνίοτε <pb n="858"/> δὲ καὶ αὐτῶν τῶν τοὺς τοιούτους πόρους
                        ἐχόντων σωμάτων <lb/>ἡ οὐσία σκιῤῥουμένη τε καὶ φλεγμαίνουσα, καὶ
                        σφακελίζουσα, <lb/>καὶ διαπυϊσκομένη, καὶ οἰδισκομένη, καὶ ἄλλως
                        <lb/>ὁπωσοῦν ἐπίκτητον μέγεθος προσλαμβάνουσα, κᾄπειτα τὸν <lb/>ὄγκον εἰς
                        τὰς ἐντὸς ἀποχέουσα κοιλότητας, ἐμφράττει τοὺς <lb/>πόρους, ἑτέρους ὄντας
                        τούτους ἐκείνων τῶν πόρων, ὧν <lb/>οἱ τῆς προτέρας αἱρέσεως ἡγεμόνες
                        ὑπετίθεντο κατὰ τὴν <lb/>τῶν πρώτων καὶ ἀπαθῶν στοιχείων σύνοδον γίνεσθαι.
                        <lb/>τοὺς γὰρ τῶν ἐντέρων, καὶ φλεβῶν, καὶ ἀρτηριῶν, καὶ <lb/>πάντων τῶν
                        τοιούτων ὀργάνων πόρους, τούτους δὴ τοὺς <lb/>μεγάλους τε καὶ σαφεῖς ἅπαντες
                        ἐναργῶς ὁρῶμεν. εἰ δὲ <lb/>καὶ διαλανθάνοι ποτὲ τὴν αἴσθησιν ὑπὸ σμικρότητος
                        ὁ <lb/>τοιοῦτος πόρος, οὐδ’ οὗτος ἐκ ταὐτοῦ γένους ἐστὶν <lb/>ἐκείνοις τοῖς
                        πόροις, οὓς ἡ προτέρα τῶν αἱρέσεων ὑπετίθετο. <lb/>κατὰ δὴ τὰς τοιαύτας
                        ἁπάσας διαθέσεις, ἐν αἷς, <lb/>τῶν σωμάτων αὐτῶν εἰς ὄγκον τινὰ ἀρθέντων,
                        ἀποκλείεσθαί <lb/>τε καὶ στενοχωρεῖσθαι τοὺς πόρους συμβαίνει, ποτὲ <lb/>μὲν
                        ἓν ἔσται νόσημα μόνον, ἡ ἔμφραξις ἡ τὴν ἐνέργειαν <lb/>βλάπτουσα, ποτὲ δὲ
                        καὶ τοῦτο μὲν, ἀλλὰ καὶ ἡ τῶν <pb n="859"/> σωμάτων διάθεσις ἡ τὴν ἔμφραξιν
                        ἐργασαμένη. <milestone unit="ed2page" n="9"/>μηδεμίαν <lb/>οὖν ἔχοντος ἰδίαν
                        ἐνέργειαν τοῦ τὸν ὄγκον κεκτημένου <lb/>σώματος, ἓν μὲν τὸ νόσημα ἔσται τὸ
                        κατὰ τὴν ἔμφραξιν, <lb/>αἰτία δὲ αὐτοῦ καὶ οὐκ ἔτι νόσημά ἐστιν ἡ τοῦ
                        <lb/>τὸν ὄγκον ἔχοντος σώματος διάθεσις. εἰ μὲν γὰρ ὁ χιτὼν <lb/>τῆς ἐν τοῖς
                        σιμοῖς τοῦ ἥπατος, εἰ τύχοι, φλεβὸς ὁτιοῦν <lb/>τοιοῦτον παθὼν ἐστεγνώθη τὸν
                        πόρον, ἐξ οὗ μεταλαμβάνει <lb/>τὸ αἷμα τὰ ἐν τοῖς κυρτοῖς τοῦ ἥπατος ἀγγεῖα,
                        δύο <lb/>ἂν οὕτως εἴη νοσήματα, τό τε τῆς φλεβὸς αὐτῆς, ἣ πέπονθε, <lb/>καὶ
                        ἡ κατὰ τὸν πόρον ἔμφραξις. ἐμποδίζει γοῦν <lb/>ἡ μὲν τῆς φλεβὸς διάθεσις
                        αἵματος χρηστοῦ γένεσιν, ἡ δὲ <lb/>ἔμφραξις ἀνάδοσιν· ἐνέργεια δ’ ἑκατέρου
                        τούτων ἀναγκαία <lb/>τῷ ζώῳ. δῆλον γὰρ, ὡς αἱ διαθέσεις αἱ βλάπτουσαι τὰς
                        <lb/>ἐνεργείας πρώτως αὗται λέγοιντ’ ἂν εἶναι νοσήματα. τῆς <lb/>μέντοι
                        φλεβὸς αὐτῆς μηδὲν πεπονθυίας, εἰ διὰ γλίσχρους <lb/>τινὰς ἢ παχεῖς χυμοὺς
                        σφηνωθέντας ἐν τοῖς πόροις ἡ ἀνάδοσις <lb/>βλάπτοιτο, μόνον ἂν τοῦτ’ εἴη
                        νόσημα κατὰ τὸ <lb/>σπλάγχνον ἡ ἔμφραξις. οὕτω δὲ καὶ κατὰ τὸ ἔντερον εἰ μὲν
                        <lb/>ἔμφραξις εἴη μόνον, ἓν ἔσται καὶ τὸ νόσημα· φλεγμαίνοντος <pb n="860"/>
                        δὲ αὐτοῦ καὶ διὰ τοῦτο ἀποκλείοντος τὴν ἐντὸς εὐρυχωρίαν <lb/>καὶ κωλύοντος
                        ἰέναι κάτω τὰ περιττώματα, δύο ἂν <lb/>εἴη καὶ τὰ νοσήματα. πολλάκις μὲν γὰρ
                        ὑπὸ νοσήματος <lb/>γίγνεται νόσημα, καθάπερ ἐπί τε τῶν προειρημένων ἔχει,
                        <lb/>κᾀπειδὰν ἐπὶ φλεγμοναῖς, ἢ ἐρυσιπέλασιν, ἢ ἕρπησιν, ἢ <lb/>ἄνθραξιν, ἤ
                        τινι τοιούτῳ ἐπιγένηται πυρετός. ἐνίοτε δὲ <lb/>τὸ μὲν ἀποτελούμενον
                        ἐνεργείας ἐστὶ βλάβη, καὶ χρὴ καλεῖν <lb/>αὐτὸ πάθημά τε καὶ σύμπτωμα, τὸ δ’
                        αἴτιον αὐτοῦ <lb/>δηλονότι νόσημα, καθάπερ ἡ μὲν ἔμφραξις τοῦ μηκέτι
                        <lb/>ἀναδίδοσθαι τὴν τροφὴν, ἡ κατάψυξις δὲ τῆς δυσαισθησίας <lb/>αἴτιον
                        ὑπάρχει, νόσημα οὖσα συμπτώματος. ὅταν <lb/>δ’ αὐτὴ μὲν ἡ διάθεσις ἐνέργειαν
                        βλάπτῃ πρώτως, τὸ δ’ <lb/>αἴτιον αὐτῆς μὴ βλάπτῃ πρώτως, τὴν μὲν διάθεσιν
                        νόσημα, <lb/>τὸ δ’ ἐργαζόμενον αὐτὴν αἰτίαν ὀνομάζειν χρὴ νοσήματος,
                        <lb/>ὥσπερ ἐπί τε τῶν γλίσχρων ἔχει χυμῶν καὶ τῆς <lb/>ἐμφράξεως· αὐτὴ μὲν
                        γὰρ ἡ ἔμφραξις τὸ νόσημά ἐστιν, <lb/>οἱ χυμοὶ δὲ αἴτιοι τοῦ νοσήματος.
                        ἅπαντ’ οὖν ὅσα περὶ <lb/>τὰς κοιλότητας γίνεται νοσήματα, ποτὲ μὲν
                        ἐμφραττομένων, ﻿<pb n="861"/> ποτὲ δὲ ἀμέτρως εὐρυνομένων, ὑπὸ τὸ τῆς
                        διαπλάσεως <lb/>τοῦ μέρους ἀναχθήσεται γένος· ἐμποδίζεται γάρ πως ἐν
                        <lb/>τούτοις ἅπασιν ἡ φυσικὴ διάπλασις. ἀλλὰ μὲν δὴ καὶ <lb/>λειότης καὶ
                        τραχύτης οὐδ’ αὗται ματαίως ὑπὸ τῆς φύσεως <lb/>ἐγένοντο διαπλαττούσης τὰ
                        μόρια. συστήσεται γοῦν <lb/>κᾀνταῦθα νοσήματα κατὰ πάντα τὰ μόρια, τοῦ μὲν
                        φύσει <lb/>λείου τραχυνθέντος, τοῦ δ’ αὖ τραχέος λείου γενομένου.
                        <lb/>φανερώτατα δ’ αὐτῶν τοῖς ἰατροῖς ἐστι τά τ’ ἐν τοῖς ὀστοῖς
                        <lb/>γινόμενα τραχυνομένοις τε καὶ λειαινομένοις, αἵ τε τῆς φάρυγγος
                        <lb/>τραχύτητες ἐργαζόμεναι βῆχας. χρὴ δὲ κᾀνταῦθα <lb/>γινώσκειν, ὡς ἐνίοτε
                        τὸ σχῆμα τοῦ μορίου βλαβὲν ἐκάκωσεν <lb/>ἅμα ἑαυτῷ τινα πόρον, οἷόν τι κᾀπὶ
                        τῆς ῥινὸς φαίνεται <lb/>γιγνόμενον, ἐπειδὰν ὑπὸ πληγῆς βιαίου ποτὲ σιμωθεῖσα
                        <lb/>στεγνωθῇ τὸν ἐντὸς πόρον εἰς τοσοῦτον, ὡς ἤτοι <lb/>μηδ’ ὅλως ἢ μόγις
                        ἀναπνεῖν δι’ αὐτοῦ. δῆλον οὖν, ὡς ἐν <lb/>ταῖς τοιαύταις διαθέσεσιν ἡ μὲν
                        στενοχωρία τοῦ πόρου <lb/>τὸ νόσημά ἐστι, (πρώτως γὰρ αὕτη τὴν τῆς ἀναπνοῆς
                        <lb/>ἐνέργειαν ἐμποδίζει,) προηγουμένη δ’ αὐτῆς αἰτία τῆς ῥινὸς <lb/>ἡ
                        σιμότης, βλάβη τοῦ κατὰ φύσιν ἐν αὐτῇ σχήματος <pb n="862"/> ὑπάρχουσα. κατὰ
                        μὲν δὴ τὸ τῆς διαπλάσεως γένος τὸ <lb/>ἐξιστάμενον τοῦ κατὰ φύσιν εἰς
                        τοσοῦτον, ὡς ἐνέργειαν <lb/>ἤδη βλάπτειν, αἱ προειρημέναι διαφοραὶ τῶν
                        νοσημάτων <lb/>γενήσονται. </p></div></div></body></text></TEI>