<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg039.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Οὕτω γὰρ ἑψημένη τὸ μὲν φυσῶδες ἀποτίθεται <lb/>πᾶν, ἐπικτᾶται δ’, ὅσα περ
                        αὐτῇ ἀγαθὰ ὁ Ἱπποκράτης <lb/>προσμαρτυρεῖ. τὸ γὰρ γλίσχρασμα αὐτῆς, φησὶ,
                        λεῖον <lb/>καὶ συνεχὲς καὶ προσηνές ἐστι, καὶ ὀλισθηρὸν, καὶ πλαδαρὸν
                        <lb/>μετρίως, καὶ ἄδιψον, καὶ εὐέκπλυτον καὶ εὐέκκριτον, εἴ τι <lb/>καὶ
                        τούτου προσδέοι, καὶ οὔτε στύψιν ἔχει, οὔτε ἄραδον <lb/>κακὸν, οὔτε
                        ἀνοιδίσκεται ἐν τῇ κοιλίᾳ. ἀνῴδηκε γὰρ ἐν τῇ <lb/>ἑψήσει, ὁκόσον πλεῖστον
                        ἐπεφύκει διογκοῦσθαι. ὅτι μὲν <lb/>οὖν οὐδὲν ἔχει κολλῶδες καὶ ἐμπλαστικὸν ἡ
                        πτισάνη, καθάπερ <lb/>πάντα τὰ γλίσχρα, πρόδηλον. ῥύπτει γὰρ οὐ τὸν
                        <lb/>ῥύπον μόνον τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐν τῇ γαστρὶ <lb/>φλεγματικὸν
                        χυμὸν ἀποκαθαίρει πως διδομένη. ἡ δὲ πολλὴ <lb/>ἕψησις καὶ ἀκριβὴς ἕνωσις
                        τῶν μιχθέντων τὴν φαινομένην <lb/>ταύτην ἐργάζεται γλισχρότητα. τοῦτο τοίνυν
                        τὸ φαινόμενον <pb n="823"/> αὐτῆς γλίσχρασμα οὐδεμίαν ἔχει τραχύτητα, ἀλλὰ
                        <lb/>λεῖόν ἐστι πάντῃ, καὶ ὁμαλὸν, καὶ μένον, καὶ συνεχές. <lb/>οὐδεμιᾶς γὰρ
                        στύψεως μετέχον ἢ δριμύτητος, ἐξ ὧν ἡ τραχύτης <lb/>γίνεται, τὸ λεῖον ἐξ
                        ἀνάγκης ἔχει, οὐ κατὰ τὴν ἁφὴν <lb/>μόνον, ἀλλ’ ἤδη καὶ τὴν δύναμιν.
                            <milestone unit="ed2page" n="502"/>τὰ μὲν γὰρ ἄλλα <lb/>γλίσχρα, ὥσπερ
                        τὸ ἔλαιον, καὶ τὸ μέλι, καὶ τὰ λοιπὰ, <lb/>ἁπτομένῳ σοι φανεῖται λεῖα καὶ
                        ὁμαλῆ, μηδὲν ἔχοντα ἐν <lb/>ἑαυτοῖς ἀνώμαλον, ὡς τὸ μὲν εἶναι λεπτὸν, τὸ δὲ
                        παχὺ, <lb/>ἢ διεσπασμένον τε καὶ διηρημένον, ὡς διὰ τοῦτο τὸ κατὰ <lb/>τὴν
                        ἁφὴν λεῖον κεκτῆσθαι, κατὰ δὲ τὴν πρὸς ἄλλα τινὰ <lb/>ἐνέργειάν τε καὶ
                        δύναμιν οὐδαμῶς. οὐ γὰρ διαβρέχει <lb/>πάντα τὰ μόρια τοῦ σώματος ὁμαλῶς τε
                        καὶ συνεχῶς, ὧν <lb/>ἂν προσεγγίζῃ, ἀλλὰ διίστανται κατὰ τοῦτ’ ἀπ’ ἀλλήλων
                        <lb/>τὰ τῶν γλίσχρων ἁπάντων μόρια χωρὶς τῆς πτισάνης. <lb/>αὕτη γὰρ, λεία
                        τυγχάνουσα κατὰ τὴν ἁφὴν καὶ συνεχὴς <lb/>καὶ ἀδιάσπαστος, καὶ κατὰ τὴν
                        δύναμιν τοιαύτη καθέστηκε. <lb/>κᾀκεῖνα μὲν οὐδεμίαν ἔχουσιν ἡδονὴν κατὰ τὴν
                        <lb/>γεῦσιν, αὕτη δὲ πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τὸ κατὰ τὴν γεῦσιν <pb n="824"/>
                        ἡδὺ καὶ προσηνὲς κέκτηται, καὶ μάλιστ’ ἐπὶ τῶν νοσούντων. <lb/>ἄρτος δ’, εἰ
                        καὶ τῶν ἄλλων ὑπερέχει κατ’ ἀρετὴν, <lb/>ἀλλὰ καὶ οὗτος ἀηδίαν ἔχει πολλὴν,
                        κᾂν ὕδατι διάβροχος <lb/>ᾖ, ὡς δεόμενος μασσήσεως. δεύτερον δὲ ἡ πτισάνη
                        <lb/>καὶ τοῦτο πλεονεκτεῖ, τὸ μηδεμίαν ἐκ τῆς μασσήσεως ἀηδίαν
                        <lb/>ἐμποιεῖν. ἔχει μέντοι καὶ τὸ ὀλισθηρὸν, καὶ μάλισθ’ ὁ χυλὸς, <lb/>μηδὲν
                        ἐμπεπλασμένον καταλιπὼν κατὰ τὴν δίοδον, <lb/>καθάπερ πάντα τὰ γλίσχρα χωρὶς
                        τῆς πτισάνης· αὕτη γὰρ <lb/>ῥᾳδίως διέρχεται εἰς τὰ κατὰ τὸν θώρακα μόρια
                        διὰ τὸ <lb/>ἐν αὐτῇ ῥυπτικὸν, ὥσπερ καὶ πρὸς τὴν ὑποχώρησίν ἐστιν
                        <lb/>ἐπιτηδεία, καὶ πρὸς τὴν ἀνάδοσιν, καὶ μάλιστα ἐφ’ ὧν <lb/>εἰς τὰ κυρτὰ
                        τοῦ ἥπατος οὐ διέρχεται εὐκόλως τὰ λαμβανόμενα. <lb/>πλαδαρὸν δ’ ἐστὶ
                        μετρίως, ὅπερ ἐστὶν ὑγρὸν, <lb/>καὶ ἄδιψον. καὶ τὸ μὲν ὑγρὸν ἔχει ἀπὸ τοῦ
                        ὕδατος, <lb/>πλὴν κεκλασμένον διὰ τὴν φύσιν τῆς κριθῆς μετρίως ξηραίνουσαν·
                        <lb/>τὸ γὰρ ἐξ ἐναντίων συγκείμενον δυνάμεων, <lb/>ἄλλην τινὰ φύσιν
                        ἐπίκτητον κτησάμενον, τὰ ἄκρα ἐξέφυγε. <lb/>ἄδιψον δ’, ὡς ὑγρόν· πλέον δὲ
                        τοῦ ὕδατος ἔχει τὸ ἄδιψον, <pb n="825"/> εἰ καὶ κατὰ τὴν ὑγρότητα
                        ἐλαττοῦται, ὅτι καὶ τάχιον ἀναδίδοται, <lb/>καὶ ὅτι παραμένουσαν αὑτῇ ἔχει
                        τὴν ὑγρότητα <lb/>διὰ τὴν γλισχρότητα, καὶ πρὸς τούτοις ὅτι καὶ ψυχρόν
                        <lb/>ἐστι. διὰ ταῦτα καὶ διακαέσι πυρετοῖς ἁρμοδιώτατον, ὡς <lb/>κατὰ πάντα
                        αὐτοῖς ἐναντιουμένη, ψύχουσά τε καὶ ὑγραίνουσα, <lb/>καὶ ῥύπτουσα τοὺς
                        σηπεδονώδεις χυμοὺς, καὶ τροφὴν <lb/>οὐκ ὀλίγην παρέχουσα τῷ σώματι, τοὺς δ’
                        ἡμισαπεῖς <lb/>συμπέττουσά τε καὶ εἰς χρηστὸν χυμὸν μεταβάλλουσα. <lb/>ταῦτα
                        δ’ ἔχει πάντα μετὰ τοῦ μηδεμίαν ἔχειν <lb/>στύψιν ἢ τοῦ στομάχου ἀνατροπήν.
                        ἡ μὲν γὰρ στύψις, <lb/>ὅσον εἰς ῥῶσιν τῆς γαστρὸς ἱκανὴ, τοσοῦτον εἰς τὸ
                        παχῦναι <lb/>τοὺς χυμοὺς ἐπιτήδειος· ἡ δ’ ὑγρότης, τὸ παχύνειν <lb/>οὐκ
                        ἔχουσα, τὸ ἀμετάτρεπτον ἔχει. ἅπαν μέντοι πέφευγεν <lb/>ἡ πτισάνη διὰ τὸ
                        μηδὲν ἄμετρον ἔχειν κακόν. ἀλλ’ οὐδὲ <lb/>ταραχὴν, οὐδὲ θόρυβόν τινα ἐν
                        κοιλίᾳ ποιεῖ διὰ τὸ μηδεμίαν <lb/>δύναμιν ἔχειν ἀπὸ δριμύτητος ἢ πνεύματος
                        φυσώδους· <lb/>καὶ τοῦτο γὰρ ἐν τῇ ἑψήσει ἀποβάλλεται. τὰ μὲν οὖν <lb/>ἀγαθὰ
                        τῆς πτισάνης, ἃ ἐκ τῆς χρηστῆς ἑψήσεως ἐκτήσατο, ﻿<pb n="826"/> ταῦτ’ ἐστί.
                        καὶ κατὰ μακρὸν μὲν ὁ λόγος ἐδίδαξε, καὶ αὖθις <lb/>δὲ διὰ κεφαλαίων ἐρεῖ.
                        λεῖα μέν ἐστιν αὐτῆς τὰ μόρια, καὶ <lb/>ὁμαλὰ, καὶ συνεχῆ, καὶ ἡνωμένα, ὡς
                        μὴ τὸ μὲν αὐτῆς φαίνεσθαι <lb/>λεπτὸν, τὸ δὲ παχὺ ἢ ὅλως ἀνώμαλον. καὶ τοῦτο
                        <lb/>οὐ κατὰ τὴν ἁφὴν ἔχει μόνον, ἀλλ’ ἤδη καὶ κατὰ τὴν ἑαυτῆς
                        <lb/>ἐνέργειάν τε καὶ δύναμιν. ἔστι δὲ καὶ κατὰ τὴν <milestone unit="ed1page" n="491"/>γεῦσιν <lb/>προσηνὴς, τουτέστιν μηδεμίαν ἔχουσα
                        ἀηδίαν, καὶ ὑγρὰ, <lb/>καὶ ἄδιψος, διὰ τὴν παροῦσαν αὐτῇ γλισχρότητα. τὸ δὲ
                        <lb/>λεῖον καὶ ὑγρὸν καὶ προσηνὲς καὶ στύψεως ἀπήλ<milestone unit="ed2page" n="503"/>λακται <lb/>καὶ ἄλλης ἰσχυρᾶς ποιότητος. ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις
                        καὶ <lb/>ἄφυσον διὰ τὴν χρηστὴν ἕψησιν. οὕτως δ’ ἔχουσα τοῖς <lb/>ὀξέσι
                        πυρετοῖς ὑπάρχει ἁρμόδιον, οὐ μόνον ὅτι κατὰ πάντα <lb/>αὐτοῖς ἀντίκειται,
                        ἀλλ’ ὅτι καὶ εὐπεπτότατόν ἐστι, καὶ ἀσθενέστατον <lb/>κατὰ πᾶσαν ποιότητα,
                        καὶ εὐανάδοτον, καὶ τοὺς <lb/>μὲν σεσηπότας χυμοὺς καθαίρουσα διὰ τὸ
                        ῥυπτικὸν, τοὺς δὲ <lb/>ἡμισαπεῖς ἔτι συμπέττουσα. </p></div></div></body></text></TEI>