<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg039.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΠΤΙΣΑΝΗΣ <lb/>ΒΙΒΛΙΟΝ.</head><p>Ἐπειδὴ πρὸ μικροῦ τινὰς εὗρον τῶν <lb/>ἰατρῶν περί τινα τῶν νοσούντων τῷ χυλῷ
                        τῆς πτισάνης <lb/>χρωμένους, μήτε, ἐφ’ ὧν ἐνδέχεται ἢ οὐκ ἐνδέχεται παρέχειν
                        <lb/>ἀῤῥώστων, προσδιοριζομένους, μήτε τὸν τρόπον, καὶ τὸ ποσὸν <lb/>τῆς
                        δόσεως, καὶ τὸν ἁρμόζοντα καιρὸν τῇ προσφορᾷ τοῦ <lb/>ῥοφήματος
                        προσαφορίζοντας, ἀλλ’, ὡς ἔοικε, τὴν τῆς πτισάνης <lb/>χρῆσιν εὔθετον εἶναι
                        λογιζομένους, ὁπηνίκ’ ἂν βουληθῶσι, <lb/>ᾧδ’ ἔδοξέ μοι περὶ τῆς χρήσεως
                        αὐτῆς ὅσα τῷ Ἱπποκράτει <pb n="817"/> σαφέστερον ἐκθεμένῳ διὰ τὴν τῶν πολλῶν
                        παρακολούθησιν <lb/>ἑρμηνεῦσαι τόν τε τρόπον τῆς ἑψήσεως καὶ τὴν δύναμιν
                        <lb/>αὐτῆς καὶ ἐνέργειαν, καὶ τὸν καιρὸν καὶ τὸ ποσὸν καὶ <lb/>τὸν τρόπον
                        τῆς δόσεως, ὁπόσα τε ἀγαθὰ τοῖς σώμασι τῶν <lb/>καμνόντων δίδωσιν ἁρμοζόντως
                        προσφερομένη, καὶ τοὐναντίον <lb/>πάλιν φαῦλα ἀκαίρως προσενεχθεῖσα, καὶ
                        πρὸς τούτοις <lb/>ποίοις σώμασιν αὐτὴν προσήκει προσφέρειν, καὶ ποίοις
                        <lb/>οὐ προσήκει. ἀλλ’ ἐπειδὴ σύνθετόν τι πρᾶγμα ὑπάρχει ἡ <lb/>πτισάνη καὶ
                        ὁ χυλὸς, (ἐκ κριθῆς γὰρ κατασκευάζεται πτισθείσης <lb/>καλῶς, ὅ ἐστιν
                        ἐκλεπισθείσης, καὶ ὕδατος, καὶ <lb/>τοιᾶσδε ἑψήσεως,) πρῶτον περὶ τῶν μερῶν
                        αὐτῆς ἔκρινα <lb/>εἰπεῖν διὰ κεφαλαίων. εἰ μὴ γὰρ ταῦτά τις πρότερον
                        διορίσηται, <lb/>μεγάλως βλάψει, κᾂν καὶ τὰ λοιπὰ πάντ’ ἀκριβολογήσηται
                        <lb/>ἐφεξῆς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p><milestone unit="ed2page" n="500"/>Ὅτι μὲν οὖν τὸ ἄριστον ὕδωρ ἐκλέγεσθαι
                        <lb/>χρὴ εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς πτισάνης, οὐδεὶς, οἶμαι, <lb/>ἀμφισβητεῖ.
                        ἄριστον δὲ ὕδωρ συστάσει, καὶ γεύσει, καὶ <pb n="818"/> ὀσμῇ, καὶ χροιᾷ
                        κρίνεται· τῇ μὲν γεύσει καὶ τῇ ὀσμῇ, ἵνα <lb/>μηδεμίαν ἀλλόκοτον ὑπεμφαίνῃ
                        ποιότητα, τουτέστιν ἵνα μὴ <lb/>γλυκὺ ὑπάρχῃ, μήθ’ ἁλυκὸν, μήτ’ ὀξῶδες, ἢ
                        δριμὺ, ἢ <lb/>δυσῶδες, ἢ σηπεδονῶδες, ἢ ὅλως ἄλλην τινὰ ἐπίκτητον ποιότητα
                        <lb/>κεκτημένον, ἀλλ’ ἄποιον παντελῶς, καὶ χωρὶς πάσης <lb/>ἐπικτήτου
                        ποιότητος, καὶ χωρὶς πάσης ἐπιμιξίας γευστικῆς <lb/>τε καὶ ὀσφραντικῆς. δεῖ
                        μέντοι καὶ διαυγὲς εἶναι καὶ καθαρὸν <lb/>καὶ μηδὲν ἰλυῶδες ἔχον, ἀλλ’ ὥσπερ
                        ἀκριβῶς διηθημένον, <lb/>καὶ τῶν ἐν αὐτῷ ἐμφερομένων ψηγμάτων ἀπηλλαγμένον.
                        <lb/>τὸ γάρ τοι τοιοῦτον ὕδωρ πρὸς τὴν μὲν χρῆσίν <lb/>ἐστι λυσιτελὲς, πρὸς
                        δὲ τὴν φύσιν οὐδ’ οὕτως ἐστὶ καθαρὸν, <lb/>ὥσπερ οὐδ’ ἄλλο τι τῶν αἰσθητῶν
                        στοιχείων. εἰ δὲ <lb/>τοιοῦτόν ἐστιν, οἷον εἶπον, τὸ ὕδωρ, εὐθύς ἐστι
                        λεπτομερέστερον <lb/>αὐτὸ, ῥᾳδίως τε πεττόμενον καὶ ἀναδιδόμενον, <lb/>καὶ
                        τὰ ὑποχόνδρια ταχέως διεξερχόμενον, καὶ οὐ μόνον τῇ <lb/>φυσικῇ θερμότητι
                        πλησιάζον εὐαλλοίωτόν ἐστιν, ἀλλὰ καὶ <lb/>τῷ ἔξωθεν πυρὶ προσομιλῆσαν
                        θερμαίνεται συντόμως. καὶ <lb/>μάρτυς Ἱπποκράτης τοῦ λόγου ὕδωρ γὰρ τὸ
                        ταχέως θερμαινόμενον <pb n="819"/> καὶ αὖθις ταχέως ψυχόμενον κουφότατον
                        εἶναι <lb/>βούλεται, οὐ τὸ ἐλαφρὸν καὶ σταθμῷ διακρινόμενον, ἀλλὰ <lb/>τὸ
                        λεπτομερὲς καὶ ῥᾳδίως εἰς ἑαυτὸ τὰς ἐναντίας ποιότητας <lb/>δεχόμενον. τὸ δὲ
                        τοιοῦτον ὕδωρ καὶ ψυχρόν ἐστι καὶ <lb/>ὑγρὸν, καὶ ὕδωρ κυρίως. τὰ δ’ ὑπό
                        τινος οὐσίας ἢ ποιότητος <lb/>νοθευθέντα, ὁποῖά εἰσι τὰ ἀσφαλτώδη, καὶ
                        θειώδη, <lb/>καὶ στυπτηριώδη, τοσοῦτον τῆς τοῦ ὕδατος φύσεως ἀφεστήκασιν,
                        <lb/>ὅσον καὶ ἐνοθεύθησαν. εἰ δὲ καὶ ἀπόδειξιν ζητεῖς <lb/>τοῦ ψύχειν τε καὶ
                        ὑγραίνειν τὸ ὕδωρ, οὐ τοῦ νῦν ἐστι λόγου, <lb/>περὶ πτισάνης προθεμένου
                        διεξελθεῖν· πλὴν ὅτι ψυχρόν ἐστι <lb/>καὶ ὑγρὸν, ἅπαντες οἱ παλαιοὶ
                            <milestone unit="ed1page" n="490"/>ἀπέδειξαν, καὶ ἡ πεῖρα <lb/>μαρτυρεῖ,
                        καὶ πάντων δὲ λόγῳ ὁμολογούμενον τοῦτο λαβὼν <lb/>εἰς τὸν περὶ κριθῆς λόγον
                        ἔρχομαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Κριθὴ τοίνυν, ὡς μὲν καθόλου λαμβανομένη, <lb/>ψύχει καὶ ξηραίνει, ἔχει δέ τι
                        καὶ ῥυπτικὸν καὶ φυσῶδες. <lb/>κατὰ μέρος δὲ τὸ μὲν ἐκτὸς αὐτῆς λέπυρον, τὸ
                        <lb/>πιτυρῶδες, ξηρότερον ὑπάρχει καὶ ῥυπτικώτερον· τὸ δ’ <lb/>ἐντὸς αὐτῆς,
                        οἷον σαρκῶδες καὶ τρόφιμον, ῥύπτει μὲν καὶ <pb n="820"/> αὐτὸ, ἀλλ’ ἔλαττον
                        τοῦ πιτύρου, ἔχει δὲ καὶ φυσῶδες ἐν <lb/>ἑαυτῷ. ὁ δ’ ἕτερος ὑμὴν ὁ λεπτὸς, ὁ
                        ἔσωθεν τοῦ πιτύρου <lb/>κείμενος, περιέχων δὲ τὴν κριθὴν, μεταξὺ τούτων ἐστὶ
                        κατὰ <lb/>τὴν δύναμιν· διὸ ῥύπτει μὲν τοῦ πιτύρου ἔλαττον, μᾶλλον δὲ
                        <lb/>τῆς κριθῆς. δεῖ δὲ προσυπακούειν τῷ λόγῳ τὰς ἀρίστας κριθὰς <lb/>καὶ
                        μηδὲν ἐχούσας ἀπὸ σηπεδόνος ἐπίκτητον, ἢ περιττωματικὴν <lb/>ὑγρότητα, καὶ
                        μήτ’ ἄγαν νέας, μήτε πάντῃ παλαιάς. <lb/>αἱ μὲν γὰρ νέαι πλήρεις εἰσὶν
                        ὑγρότητος περιττωματικῆς, <lb/>ἣν ἀπὸ τῆς χώρας ἔλαβον, [καὶ πλήρεις
                        ὑγρότητος,] καὶ <lb/>πνεύματος ἀνάμεστοι· <milestone unit="ed2page" n="501"/>αἱ δὲ παλαιαὶ τῷ χρόνῳ ἐξίτηλοι <lb/>καὶ ἀσθενεῖς ἐγένοντο, ἀποβαλλόμεναι
                        τὴν ἑαυτῶν <lb/>δύναμιν· καὶ σημεῖον ἡ ῥυτίδωσις ἡ ἐν αὐταῖς γενομένη,
                        <lb/>καὶ τοῦ μεγέθους ἡ μείωσις, καὶ τὸ κοπτομένων αὐτῶν <lb/>ὥσπερ κόνιν
                        τινὰ ἀποπίπτειν λεπτήν. πλήρεις οὖν εἶναι <lb/>ἁρμόζει τὰς κριθὰς τὰς εἰς
                        τὴν ποίησιν τῆς πτισάνης <lb/>ἐκλεγομένας, μήτε νέας μήτε παλαιὰς πάνυ, καὶ
                        πάσης <lb/>ἀπηλλαγμένας ἐπικτήτου ποιότητος. ἀλλ’ οὐκ ἀρκεῖ τοῦτο
                        <lb/>μόνον, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπὸ τῆς πείρας βάσανον αὐταῖς ﻿<pb n="821"/>
                        προσακτέον. εἰ γὰρ πρὸς τοῖς εἰρημένοις καὶ τῇ ἑψήσει <lb/>εἰς ὄγκον
                        ἐπαίρονται πλείονα, καὶ ταύτας λαμβάνειν χρὴ <lb/>εἰς τὴν ἕψησιν, εἰ μέλλοι
                        τις κατὰ λόγον αὐτὴν καὶ ὡς <lb/>ἐνδέχεται ποιεῖν. τί μὲν οὖν ἐστι τὸ
                        ἄριστον ὕδωρ, <lb/>καὶ πῶς διακρίνεται, καὶ τίς ἡ καλλίστη κριθὴ, καὶ ποίοις
                        <lb/>γνωρίσμασιν αὐτὴν γνωριοῦμεν, εἴρηται μὲν ἡμῖν διὰ <lb/>κεφαλαίων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Λοιπὸν δὲ τρίτον ἐστὶν εἰπεῖν περὶ τῆς ἑψήσεως. <lb/>σκευάζουσι μὲν γὰρ αὐτὴν
                        ἐν ὅλμῳ διακόψαντες πρότερον <lb/>εἰς μικρὰ μόρια, ἔπειτα ταχέως ἑψήσαντες
                        ἐπιβάλλουσιν <lb/>οἱ μὲν ἕψημα, οἱ δὲ ἄμυλον, καί τινες κύμινον καὶ μέλι.
                        <lb/>ἔστι δ’ ἡ τοιαύτη σκευασία μοχθηρά· ἡ δ’ ἀρίστη καὶ καλῶς <lb/>γινομένη
                        τοιάδε τίς ἐστιν. προδιαβρέχειν αὐτὴν πρότερον <lb/>ἐν ὕδατι ὠμὴν οὖσαν,
                        ἔπειτα τρίβειν ταῖς χερσὶν ἐπὶ τοσοῦτον, <lb/>ἄχρις ἂν ὁ λεπτὸς ὑμὴν
                        ἀποτιναχθῇ. καὶ διὰ <lb/>τοῦτ’ αὖθις τρίβεται ἰσχυρῶς μετὰ τῶν χειρῶν, ἕως
                        ἂν <lb/>ἅπαν τὸ ἀχυρῶδες ἀποτινάξηται, πλὴν εἴ τις αὐτὴν βούλεται
                        <lb/>ποιῆσαι ῥυπτικωτέραν· τότε γὰρ ἄμεινον μᾶλλον <pb n="822"/> σὺν τῷ
                        ὑμένι αὐτὴν καθέψειν. ἡ δὲ ἕψησις αὐτῆς γενέσθω <lb/>τόνδε τὸν τρόπον, ἵνα
                        πρότερον μὲν ἐπὶ πολὺ ἀναβράσῃ, <lb/>ὕστερον δ’ ἐπὶ μαλακοῦ πυρὸς ἄχρι
                        πολλοῦ <lb/>χυλωθῇ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Οὕτω γὰρ ἑψημένη τὸ μὲν φυσῶδες ἀποτίθεται <lb/>πᾶν, ἐπικτᾶται δ’, ὅσα περ
                        αὐτῇ ἀγαθὰ ὁ Ἱπποκράτης <lb/>προσμαρτυρεῖ. τὸ γὰρ γλίσχρασμα αὐτῆς, φησὶ,
                        λεῖον <lb/>καὶ συνεχὲς καὶ προσηνές ἐστι, καὶ ὀλισθηρὸν, καὶ πλαδαρὸν
                        <lb/>μετρίως, καὶ ἄδιψον, καὶ εὐέκπλυτον καὶ εὐέκκριτον, εἴ τι <lb/>καὶ
                        τούτου προσδέοι, καὶ οὔτε στύψιν ἔχει, οὔτε ἄραδον <lb/>κακὸν, οὔτε
                        ἀνοιδίσκεται ἐν τῇ κοιλίᾳ. ἀνῴδηκε γὰρ ἐν τῇ <lb/>ἑψήσει, ὁκόσον πλεῖστον
                        ἐπεφύκει διογκοῦσθαι. ὅτι μὲν <lb/>οὖν οὐδὲν ἔχει κολλῶδες καὶ ἐμπλαστικὸν ἡ
                        πτισάνη, καθάπερ <lb/>πάντα τὰ γλίσχρα, πρόδηλον. ῥύπτει γὰρ οὐ τὸν
                        <lb/>ῥύπον μόνον τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐν τῇ γαστρὶ <lb/>φλεγματικὸν
                        χυμὸν ἀποκαθαίρει πως διδομένη. ἡ δὲ πολλὴ <lb/>ἕψησις καὶ ἀκριβὴς ἕνωσις
                        τῶν μιχθέντων τὴν φαινομένην <lb/>ταύτην ἐργάζεται γλισχρότητα. τοῦτο τοίνυν
                        τὸ φαινόμενον <pb n="823"/> αὐτῆς γλίσχρασμα οὐδεμίαν ἔχει τραχύτητα, ἀλλὰ
                        <lb/>λεῖόν ἐστι πάντῃ, καὶ ὁμαλὸν, καὶ μένον, καὶ συνεχές. <lb/>οὐδεμιᾶς γὰρ
                        στύψεως μετέχον ἢ δριμύτητος, ἐξ ὧν ἡ τραχύτης <lb/>γίνεται, τὸ λεῖον ἐξ
                        ἀνάγκης ἔχει, οὐ κατὰ τὴν ἁφὴν <lb/>μόνον, ἀλλ’ ἤδη καὶ τὴν δύναμιν.
                            <milestone unit="ed2page" n="502"/>τὰ μὲν γὰρ ἄλλα <lb/>γλίσχρα, ὥσπερ
                        τὸ ἔλαιον, καὶ τὸ μέλι, καὶ τὰ λοιπὰ, <lb/>ἁπτομένῳ σοι φανεῖται λεῖα καὶ
                        ὁμαλῆ, μηδὲν ἔχοντα ἐν <lb/>ἑαυτοῖς ἀνώμαλον, ὡς τὸ μὲν εἶναι λεπτὸν, τὸ δὲ
                        παχὺ, <lb/>ἢ διεσπασμένον τε καὶ διηρημένον, ὡς διὰ τοῦτο τὸ κατὰ <lb/>τὴν
                        ἁφὴν λεῖον κεκτῆσθαι, κατὰ δὲ τὴν πρὸς ἄλλα τινὰ <lb/>ἐνέργειάν τε καὶ
                        δύναμιν οὐδαμῶς. οὐ γὰρ διαβρέχει <lb/>πάντα τὰ μόρια τοῦ σώματος ὁμαλῶς τε
                        καὶ συνεχῶς, ὧν <lb/>ἂν προσεγγίζῃ, ἀλλὰ διίστανται κατὰ τοῦτ’ ἀπ’ ἀλλήλων
                        <lb/>τὰ τῶν γλίσχρων ἁπάντων μόρια χωρὶς τῆς πτισάνης. <lb/>αὕτη γὰρ, λεία
                        τυγχάνουσα κατὰ τὴν ἁφὴν καὶ συνεχὴς <lb/>καὶ ἀδιάσπαστος, καὶ κατὰ τὴν
                        δύναμιν τοιαύτη καθέστηκε. <lb/>κᾀκεῖνα μὲν οὐδεμίαν ἔχουσιν ἡδονὴν κατὰ τὴν
                        <lb/>γεῦσιν, αὕτη δὲ πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τὸ κατὰ τὴν γεῦσιν <pb n="824"/>
                        ἡδὺ καὶ προσηνὲς κέκτηται, καὶ μάλιστ’ ἐπὶ τῶν νοσούντων. <lb/>ἄρτος δ’, εἰ
                        καὶ τῶν ἄλλων ὑπερέχει κατ’ ἀρετὴν, <lb/>ἀλλὰ καὶ οὗτος ἀηδίαν ἔχει πολλὴν,
                        κᾂν ὕδατι διάβροχος <lb/>ᾖ, ὡς δεόμενος μασσήσεως. δεύτερον δὲ ἡ πτισάνη
                        <lb/>καὶ τοῦτο πλεονεκτεῖ, τὸ μηδεμίαν ἐκ τῆς μασσήσεως ἀηδίαν
                        <lb/>ἐμποιεῖν. ἔχει μέντοι καὶ τὸ ὀλισθηρὸν, καὶ μάλισθ’ ὁ χυλὸς, <lb/>μηδὲν
                        ἐμπεπλασμένον καταλιπὼν κατὰ τὴν δίοδον, <lb/>καθάπερ πάντα τὰ γλίσχρα χωρὶς
                        τῆς πτισάνης· αὕτη γὰρ <lb/>ῥᾳδίως διέρχεται εἰς τὰ κατὰ τὸν θώρακα μόρια
                        διὰ τὸ <lb/>ἐν αὐτῇ ῥυπτικὸν, ὥσπερ καὶ πρὸς τὴν ὑποχώρησίν ἐστιν
                        <lb/>ἐπιτηδεία, καὶ πρὸς τὴν ἀνάδοσιν, καὶ μάλιστα ἐφ’ ὧν <lb/>εἰς τὰ κυρτὰ
                        τοῦ ἥπατος οὐ διέρχεται εὐκόλως τὰ λαμβανόμενα. <lb/>πλαδαρὸν δ’ ἐστὶ
                        μετρίως, ὅπερ ἐστὶν ὑγρὸν, <lb/>καὶ ἄδιψον. καὶ τὸ μὲν ὑγρὸν ἔχει ἀπὸ τοῦ
                        ὕδατος, <lb/>πλὴν κεκλασμένον διὰ τὴν φύσιν τῆς κριθῆς μετρίως ξηραίνουσαν·
                        <lb/>τὸ γὰρ ἐξ ἐναντίων συγκείμενον δυνάμεων, <lb/>ἄλλην τινὰ φύσιν
                        ἐπίκτητον κτησάμενον, τὰ ἄκρα ἐξέφυγε. <lb/>ἄδιψον δ’, ὡς ὑγρόν· πλέον δὲ
                        τοῦ ὕδατος ἔχει τὸ ἄδιψον, <pb n="825"/> εἰ καὶ κατὰ τὴν ὑγρότητα
                        ἐλαττοῦται, ὅτι καὶ τάχιον ἀναδίδοται, <lb/>καὶ ὅτι παραμένουσαν αὑτῇ ἔχει
                        τὴν ὑγρότητα <lb/>διὰ τὴν γλισχρότητα, καὶ πρὸς τούτοις ὅτι καὶ ψυχρόν
                        <lb/>ἐστι. διὰ ταῦτα καὶ διακαέσι πυρετοῖς ἁρμοδιώτατον, ὡς <lb/>κατὰ πάντα
                        αὐτοῖς ἐναντιουμένη, ψύχουσά τε καὶ ὑγραίνουσα, <lb/>καὶ ῥύπτουσα τοὺς
                        σηπεδονώδεις χυμοὺς, καὶ τροφὴν <lb/>οὐκ ὀλίγην παρέχουσα τῷ σώματι, τοὺς δ’
                        ἡμισαπεῖς <lb/>συμπέττουσά τε καὶ εἰς χρηστὸν χυμὸν μεταβάλλουσα. <lb/>ταῦτα
                        δ’ ἔχει πάντα μετὰ τοῦ μηδεμίαν ἔχειν <lb/>στύψιν ἢ τοῦ στομάχου ἀνατροπήν.
                        ἡ μὲν γὰρ στύψις, <lb/>ὅσον εἰς ῥῶσιν τῆς γαστρὸς ἱκανὴ, τοσοῦτον εἰς τὸ
                        παχῦναι <lb/>τοὺς χυμοὺς ἐπιτήδειος· ἡ δ’ ὑγρότης, τὸ παχύνειν <lb/>οὐκ
                        ἔχουσα, τὸ ἀμετάτρεπτον ἔχει. ἅπαν μέντοι πέφευγεν <lb/>ἡ πτισάνη διὰ τὸ
                        μηδὲν ἄμετρον ἔχειν κακόν. ἀλλ’ οὐδὲ <lb/>ταραχὴν, οὐδὲ θόρυβόν τινα ἐν
                        κοιλίᾳ ποιεῖ διὰ τὸ μηδεμίαν <lb/>δύναμιν ἔχειν ἀπὸ δριμύτητος ἢ πνεύματος
                        φυσώδους· <lb/>καὶ τοῦτο γὰρ ἐν τῇ ἑψήσει ἀποβάλλεται. τὰ μὲν οὖν <lb/>ἀγαθὰ
                        τῆς πτισάνης, ἃ ἐκ τῆς χρηστῆς ἑψήσεως ἐκτήσατο, ﻿<pb n="826"/> ταῦτ’ ἐστί.
                        καὶ κατὰ μακρὸν μὲν ὁ λόγος ἐδίδαξε, καὶ αὖθις <lb/>δὲ διὰ κεφαλαίων ἐρεῖ.
                        λεῖα μέν ἐστιν αὐτῆς τὰ μόρια, καὶ <lb/>ὁμαλὰ, καὶ συνεχῆ, καὶ ἡνωμένα, ὡς
                        μὴ τὸ μὲν αὐτῆς φαίνεσθαι <lb/>λεπτὸν, τὸ δὲ παχὺ ἢ ὅλως ἀνώμαλον. καὶ τοῦτο
                        <lb/>οὐ κατὰ τὴν ἁφὴν ἔχει μόνον, ἀλλ’ ἤδη καὶ κατὰ τὴν ἑαυτῆς
                        <lb/>ἐνέργειάν τε καὶ δύναμιν. ἔστι δὲ καὶ κατὰ τὴν <milestone unit="ed1page" n="491"/>γεῦσιν <lb/>προσηνὴς, τουτέστιν μηδεμίαν ἔχουσα
                        ἀηδίαν, καὶ ὑγρὰ, <lb/>καὶ ἄδιψος, διὰ τὴν παροῦσαν αὐτῇ γλισχρότητα. τὸ δὲ
                        <lb/>λεῖον καὶ ὑγρὸν καὶ προσηνὲς καὶ στύψεως ἀπήλ<milestone unit="ed2page" n="503"/>λακται <lb/>καὶ ἄλλης ἰσχυρᾶς ποιότητος. ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις
                        καὶ <lb/>ἄφυσον διὰ τὴν χρηστὴν ἕψησιν. οὕτως δ’ ἔχουσα τοῖς <lb/>ὀξέσι
                        πυρετοῖς ὑπάρχει ἁρμόδιον, οὐ μόνον ὅτι κατὰ πάντα <lb/>αὐτοῖς ἀντίκειται,
                        ἀλλ’ ὅτι καὶ εὐπεπτότατόν ἐστι, καὶ ἀσθενέστατον <lb/>κατὰ πᾶσαν ποιότητα,
                        καὶ εὐανάδοτον, καὶ τοὺς <lb/>μὲν σεσηπότας χυμοὺς καθαίρουσα διὰ τὸ
                        ῥυπτικὸν, τοὺς δὲ <lb/>ἡμισαπεῖς ἔτι συμπέττουσα. </p></div></div></body></text></TEI>