<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg038.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Ἐπὶ δὲ τὰ κατὰ μέρος ἴωμεν, ὅσα λέγοντες <lb/>ἀπελίπομεν, ἐν μὲν τοῖς τῶν
                        ζώων μορίοις ἔντερά τε καὶ <lb/>γαστέρα καὶ μήτραν καὶ ὦτα καὶ ὀφθαλμοὺς καὶ
                        οὐρὰς, <milestone unit="ed1page" n="357"/>
                        <lb/>ἐν δὲ τοῖς Δημητρίοις σπέρμασι τὰ πλεῖστα, καθάπερ γε καὶ <lb/>λαχάνων
                        καὶ φυτῶν τῶν καλουμένων ὡραίων. ἔντερα μὲν <lb/>οὖν καὶ γαστὴρ καὶ μήτρα
                        σκληροτέραν τῶν σαρκῶν ἔχει τὴν <pb n="788"/> οὐσίαν, ἀπεπτοτέραν τε
                        τοσοῦτον, ὅσον καὶ σκληροτέραν, <lb/>ἧττόν τε τῶν σαρκῶν τρέφει καὶ ἧττον
                        εὔχυμά εἰσιν. αἱ δ’ <lb/>οὐραὶ καὶ τούτων ἔτι σκληρότεραι, καὶ τἄλλα
                        ἀνάλογον τῇ <lb/>σκληρότητι κατ’ αὐτάς ἐστι περί τε πέψιν καὶ θρέψιν, πλὴν
                        <lb/>οὐ περιττωματικαὶ διὰ τὴν κίνησιν. ὅμοιοι δ’ αὐταῖς εἰσιν <lb/>ἐπὶ τῶν
                        πτηνῶν ζώων οἱ τράχηλοι. κοιλίαι δ’ οὐδὲν ὅμοιαι <lb/>τοῖς πτηνοῖς τε καὶ
                        πεζοῖς ζώοις εἰσί. καὶ γὰρ παχεῖαι καὶ <lb/>σκληραὶ, καὶ διὰ τοῦτο δύσπεπτοι
                        καὶ πολύτροφοι πεφθεῖσαι <lb/>τοῖς πτηνοῖς εἰσιν αἱ κοιλίαι. κάλλισται δ’
                        ἀλεκτορίδων καὶ <lb/>χηνῶν, καίτοι τἄλλα τοῦ χηνὸς μόρια σκληρά τ’ ἐστὶ καὶ
                        <lb/>δύσπεπτα καὶ περιττωματικὰ, πλὴν τῶν πτερῶν. ἐν δὲ τοῖς <lb/>μεγάλοις
                        στρουθοῖς, ἃς νῦν ὀνομάζουσι στρουθοκαμήλους, <lb/>ἅπαντα τὰ μέρη σκληρὰ καὶ
                        δύσπεπτα καὶ περιττωματικά. <lb/>τῶν δ’ ὤτων ὁ μὲν χόνδρος ἄτροφόν τ’ ἐστὶ
                        καὶ ξηρὸν σῶμα, <lb/>τὸ δὲ ἔξωθεν δέρμα λεπτὸν καὶ ξηρὸν, ὀλιγότροφόν
                        <lb/>τε καὶ δύσπεπτον. ὀφθαλμοὺς δ’ ὀλίγοι μὲν ἐσθίουσι, σύγκεινται <lb/>δ’
                        ἐξ ἀνομοίων οὐσιῶν· ἑτέρας μὲν γὰρ φύσεως οἱ ﻿<pb n="789"/> χιτῶνες αὐτῶν,
                        ἑτέρας δὲ οἱ μύες, ἄλλης δὲ τὸ κρυσταλλοειδὲς <lb/>καὶ τὸ ὑαλοειδές. ἐξ
                        αὐτῶν δὲ οἱ μύες εὐπεπτότατοι <lb/>μόνοι τῶν ἐπιτήδειον εἰς εὐχυμίαν τὴν
                        φύσιν ἐχόντων <lb/>ζώων, οἷοί περ οἱ σύμμετροι κατὰ τὴν ἡλικίαν ὕες. εἶεν δ’
                        <lb/>ἂν οὗτοι τοῖς μὲν ἀκμάζουσιν ἀνθρώποις καὶ γυμναζομένοις <lb/>οἱ
                        τέλειοι, τοῖς δὲ παρακμάζουσιν οἱ ἔτ’ αὐξανόμενοι τῶν <lb/>δὲ πάνυ σμικρῶν
                        χοίρων ἡ σὰρξ περιττωματική. ἀρίστης <lb/>δὲ τῆς τῶν ὑῶν οὔσης ἐδωδῆς ἐν
                        τοῖς πεζοῖς ζώοις, ἐφεξῆς <lb/>ἐστιν ἡ τῶν ἐρίφων, καὶ μετὰ ταύτην ἡ τῶν
                        μόσχων. ἡ δὲ <lb/>τῶν ἀρνῶν σὰρξ ὑγρὰ καὶ γλίσχρα καὶ βλεννώδης ἐστί. τῶν
                        <lb/>δ’ ἄλλων πεζῶν ζώων τῆς ἐδωδῆς ἀπέχεσθαι κελεύω τὸν εὐχυμίας
                        <lb/>προνοούμενον. ἡ δὲ κατ’ εἶδος ἐν αὐτοῖς διαφορὰ κατὰ <lb/>τὸ τρίτον
                        εἴρηται περὶ τῶν ἐν ταῖς τροφαῖς δυνάμεων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p><milestone unit="ed2page" n="431"/>Ἐν δὲ τοῖς Δημητρίοις σπέρμασιν
                        <lb/>ἄριστον εἰς εὐχυμίαν ἔδεσμα καλῶς ἑψημένη πτισάνη. συνενδείκνυται
                        <lb/>δ’ ὁ λόγος οὗτος, ὅτι ἀρίστην εἶναι χρὴ καὶ τὴν <lb/>κριθήν. οὐ γὰρ
                        ἕψεται καλῶς ἡ πτισάνη, μὴ τοιαύτης οὔσης <pb n="790"/> αὐτῆς, διὰ τὸ μήτε
                        πλεῖον ἐξοιδίσκεσθαι διαβρεχομένην, <lb/>μήτε χυλοῦσθαι τηκομένην. ἀλλὰ περὶ
                        πτισάνης ἔν τε τῷ <lb/>περὶ τῶν ἐν τροφαῖς δυνάμεων καὶ τοῖς τῆς
                        θεραπευτικῆς μεθόδου <lb/>καὶ τοῖς εἰς τὸ περὶ διαίτης ὀξέων Ἱπποκράτους
                        ὑπομνήμασιν <lb/>ἐπὶ πλέον εἴρηται. νυνὶ δ’ ἀρκεῖ δεδηλῶσθαι τὸ
                        <lb/>κεφάλαιον, οὗ χρῄζομεν εἰς τὸν ἐνεστῶτα λόγον, ὡς ἀμεμπτότατον <lb/>εἴη
                        ἂν πάντων ἐδεσμάτων εἰς εὐχυμίαν τε καὶ φυλακὴν <lb/>ὑγείας πτισάνη καλῶς
                        ἐσκευασμένη. τρέφει γε μὴν ἄρτου <lb/>ἧττον ἡ καλλίστη· περὶ οὗ καὶ αὐτοῦ
                        λέλεκται κατὰ τὸ β΄ <lb/>γράμμα περὶ τῶν ἐν ταῖς τροφαῖς δυνάμεων. τῆλις μὲν
                        οὐκ <lb/>εὔχυμος, ἂν πλεονάζῃ τις ἐν αὐτῇ, πτισάνην δὲ κᾂν καθ’ <lb/>ἑκάστην
                        ἡμέραν εἰς κόρον ἐσθίῃς, οὐδὲν εἰς εὐχυμίαν βλαβήσῃ. <lb/>περὶ κυάμου δ’ ἂν
                        ἔλεγον ταὐτὸν, εἰ μὴ φυσώδης ἦν· οὔτε <lb/>γὰρ κακόχυμος, οὔτε ἐμφρακτικὸς,
                        ἅπερ ἐστὶ κεφάλαια τῶν <lb/>ὑγιεινῶν ἐδεσμάτων· ὑπάρχει δ’ αὐτῷ ταῦτα διὰ τὸ
                        ῥυπτικὴν <lb/>ἔχειν ποιότητα καὶ δύναμιν ἐν αὑτῷ, καθάπερ ἡ κριθή. <lb/>τῷ
                        πισῷ δὲ τὸ μὲν ἄφυσον ὑπάρχει, τὸ ῥυπτικὸν δ’ οὐκ <lb/>ἴσον τῷ κυάμῳ. περὶ
                        δὲ τῆς φακῆς, ὅτι κακόχυμός ἐστι καὶ <pb n="791"/> μελαγχολικὴ, σχεδὸν
                        οὐδεὶς ἀγνοεῖ· ὡς φαρμάκῳ δ’ αὐτῇ <lb/>χρώμεθα πολλάκις ἐπὶ πολλῶν
                        παθημάτων, ἀλλ’ οὐ νῶν ἐκείνων <lb/>ὁ καιρός. ὦχροι δὲ καὶ δόλιχοι τῶν μὲν
                        εἰρημένων χείρους, <lb/>ἀμείνους δὲ λαθύρων. ὀλύραν δὲ μετὰ τὴν κριθὴν
                        τίθει, <lb/>καὶ μετ’ ἐκείνην τίφην. ἔλυμος δέ σοι φευκτέος ἀεί· καλοῦσι
                        <lb/>δ’ αὐτὸν ἔνιοι μελίνην τῶν παλαιῶν. ἡ δὲ κέγχρος <lb/>ὁμογενὴς μέν ἐστι
                        τῷ σπέρματι τούτῳ, μοχθηρὰ δ’ ἧττον. <lb/>ὅ γε μὴν ἐρέβινθος, εἰ καὶ
                        τρόφιμος, ἀλλ’ οὐκ εὔχυμος, φυσώδης <lb/>δὲ οὐδὲν ἧττόν ἐστι κυάμου,
                        παροξύνει δὲ καὶ πρὸς <lb/>συνουσίαν ἅμα τῷ πολὺ σπέρμα γεννᾷν. ὁ δὲ θέρμος
                        ἱκανῶν <lb/>παχύχυμος· εὔδηλον δ’, ὅτι καὶ τρόφιμος, εἴπερ παχύχυμος,
                        <lb/>οὐ μὴν κακόχυμος. τῶν δ’ ἄλλων ὀσπρίων οὐδὲ μεμνῆσθαι <lb/>καλὸν εἰς
                        εὐχυμίας λόγον, ὧν γε μηδ’ ἐσθίουσιν ἄνθρωποι, <lb/>πρὶν ὑπὸ λιμοῦ
                        βιασθῆναι. περὶ μὲν οὖν ὀσπρίων <lb/>αὐτάρκως εἴρηται, περὶ δὲ καρπῶν ἐφεξῆς
                        ἂν εἴη <lb/>ῥητέον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Εἰσὶ δ’ οἱ μὲν ἀπὸ δρυῶν ὀλίγου δεῖν <lb/>ἅπαντες κακόχυμοι πλὴν τῶν
                        καστανειῶν ὀνομαζομένων βαλάνων. <pb n="792"/> αὗται δὲ πεφθεῖσαι καλῶς ἐν
                        τῇ γαστρὶ τρόφιμοι <lb/>μέν εἰσι καὶ παχύχυμοι, κακόχυμοι δ’ οὐδαμῶς. τῶν δ’
                        ἄλλων <lb/>οἱ μὲν ὡραῖοι καλούμενοι καρποὶ κακόχυμοι πάντες· <lb/>ἐὰν δὲ δια
                            <milestone unit="ed2page" n="432"/>φθαρῶσιν ἐν τῇ γαστρὶ, φαρμάκου
                        δηλητηρίου <lb/>πλησίον ἥκουσιν, ὥσπερ καὶ τὰ μόρα, καίτοι μετριώτερα
                        <lb/>τῶν Περσικῶν ὀνομαζομένων ὄντα καὶ τῶν κοκκυμήλων, <lb/>ὅμως τὴν
                        διαφθορὰν οὐδὲν ἧττον ἐκείνων ἔχει μοχθηράν. ἣν <lb/>δ’ ὀνομάζουσιν ἰδίως οἱ
                        Ἕλληνες ὀπώραν ἐν σύκοις καὶ σταφυλαῖς <lb/>οὖσαν, ἀμείνων μέν ἐστι τῶν
                        εἰρημένων, οὐ σμικρὰν <lb/>δ’ ἔχει τὴν διαφορὰν, ἢ πέπειρον ἀκριβῶς εἶναι
                        τὸν καρπὸν, <lb/>ἢ μηδέπω τοιοῦτον. ἐγγὺς γὰρ τῶν ἀβλαβῶν τὰ πέπειρα σῦκα,
                        <lb/>καὶ μετὰ ταῦτα ἡ πέπειρος σταφυλή. κρεμασθεῖσα δὲ καὶ <lb/>ἥδε τὸ
                        φυσῶδες ἀποτίθεται καὶ γίνεται τελέως ἄμεμπτον. περὶ <lb/>ἰσχάδων δὲ δόξειεν
                        ἄν τις ἐναντία λέγων ἀληθεύειν, εἰ κακοχύμους <lb/>γε ἅμα καὶ εὐχύμους αὐτὰς
                        εἴποι, νοσῶδές τε καὶ <lb/>ὑγιεινὸν ἐχούσας. ἐὰν γὰρ αὗται διεξέρχωνται κατὰ
                        τὴν γαστέρα, <lb/>καὶ ἡ ἀπ’ αὐτῶν ἀναδοθεῖσα τροφὴ διά τε τοῦ δέρματος
                        <lb/>καὶ τῶν νεφρῶν, ὑγιειναί τέ εἰσι καὶ εὔχυμοι· βραδύνουσαι <pb n="793"/>
                        δύνουσαι δὲ κακοχυμότεροί πως γίνονται καὶ φθειρῶν πολλῶν <lb/>γεννητικαί·
                        μετὰ δὲ καρύων ἐσθιόμεναι κάλλιστόν εἰσιν <lb/>ἔδεσμα, καθάπερ γε καὶ
                        ἀμυγδάλων, ἀλλὰ μετὰ τούτων μὲν, <lb/>ὡς ἐκφρακτικῶν καὶ ῥυπτικῶν, οὐ μὴν
                        εὐχύμων γε τοῖς καρύοις <lb/>ὡσαύτως οὐδὲ τροφίμων, ἅμα δὲ τοῖς καρύοις
                        βελτίους <lb/>εἰς ἅπαντα. καί τινες τῶν γραψάντων συνθέσεις φαρμάκων
                        <lb/>θανασίμων ἀλεξητήριον αὐτῶν ἁπάντων εἶναί· φασι <lb/>προλαμβανομένας
                        ἰσχάδας ἅμα καρύοις τε καὶ πηγάνῳ. τὰ δ’ <lb/>ἄλλα τῶν ἀκροδρύων εἴδη
                        κακόχυμά ἐστι, καὶ μάλισθ’ ὅσα τῶν <lb/>ἀγρίων αὐτῶν καὶ θάμνων εἰσὶ καρποὶ,
                        περὶ ὧν ἐπὶ πλέον <lb/>εἴρηται κατὰ τὸ β΄ τῶν ἐν ταῖς τροφαῖς δυνάμεων.
                        μήλων δὲ <lb/>καὶ ῥοῶν, ἀπίων τε καὶ μεσπίλων, οὐχ ὡς τροφῆς, ἀλλ’ ὡς
                        <lb/>φαρμάκων χρῄζομεν εἰς τόνον στομάχου τε καὶ γαστρός. καρποὶ <lb/>δ’
                        εἰσὶ καὶ σικυοὶ καὶ πέπονες καὶ μηλοπέπονες, ἀλλ’ οὐδὲν <lb/>οὐδὲ τούτων
                        εὔχυμον· εἰ δὲ μὴ ταχέως ὑπέλθοι, διαφθείρεται <lb/>κατὰ τὴν γαστέρα καὶ τὸν
                        ἐκ τῆς διαφθορᾶς γινόμενον ﻿<pb n="794"/> χυμὸν ἐγγὺς τοῖς θανασίμοις
                        γενόμενον φαρμάκοις ἐργάζεται. <lb/>κολοκύνθη δ’ ἄμεμπτος μόνη τῶν τοιούτων
                        καρπῶν, <lb/>ἀλλὰ καὶ αὕτη διαφθαρεῖσα κατὰ τὴν γαστέρα κακόχυμος
                        <lb/>ἱκανῶς γίνεται, καθάπερ καὶ τὰ συκάμινα· καὶ γὰρ καὶ <lb/>ταῦτα, πρὶν
                        διαφθαρῆναι, φθάσαντα ταχέως ὑπελθεῖν, οὐδὲν <lb/>ἐργάζεται φαῦλον, εἴ γε μή
                        τις ἐν αὐτοῖς πλεονάζοι· κοινὸν <lb/>γὰρ τοῦτο περὶ ἁπάντων ὡραίων
                        ἐπίστασθαί τε χρὴ <lb/>καὶ μεμνῆσθαι. τῶν δὲ λαχάνων οὐδὲν μὲν εὔχυμον, ἐν
                        <lb/>μέσῳ δ’ εὐχύμου τε καὶ κακοχύμου θρίδαξ ἐστὶν, εἶτα μαλάχη, <lb/>καὶ
                        μετ’ αὐτὴν ἀτράφαξύς τε καὶ ἀνδράχνη, καὶ βλίτον <lb/>καὶ λάπαθον. ἐσχάτως
                        δὲ κακόχυμα πάντ’ ἐστὶν, ἃ <lb/>καλοῦσιν ἄγρια λάχανα, θριδακίνη, χονδρίλη,
                        σκάνδιξ, γιγγίδιον, <lb/>σέρις, κιχώριον. αἱ δὲ ῥίζαι <milestone unit="ed1page" n="358"/>τῶν λαχανωδῶν <lb/>φυτῶν κακόχυμοι μὲν, ὅσαι
                        δριμεῖαι, καθάπερ αἱ τῶν <lb/>κρομμύων καὶ πράσων καὶ σκορόδων καὶ ῥαφανίδων
                        καὶ <lb/>δαύκου, μέσαι δ’ εὐχύμων τε καὶ κακοχύμων αἵ τε τῶν <lb/>ἄρων εἰσι
                        καὶ τῶν γογγυλίδων, ἃς καὶ βουνιάδας ὀνομάζουσι, <lb/>καὶ τοῦ καλουμένου
                        κάρους. </p></div><pb n="795"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Ὄρνιθες δὲ καὶ ἰχθύες ὀλίγου δεῖν ἅπαντες <lb/>εὔχυμοι πλὴν τῶν ἐν ἕλεσι καὶ
                        λίμναις καὶ ποταμοῖς ἰλυώ<milestone unit="ed2page" n="433"/>δεσι <lb/>καὶ
                        θολεροῖς διαιτωμένων. ἀέρι γὰρ χείρονι <lb/>χρῶνται καὶ νήξεσιν ἐλάττοσι καὶ
                        τροφαῖς μοχθηροτέραις, καὶ <lb/>μάλισθ’ ὅταν ἐκ πόλεως μεγάλης ῥέῃ τὸ ὕδωρ,
                        ἐκκαθαῖρον <lb/>ἀποπάτους τε καὶ βαλανεῖα καὶ μαγειρεῖα καὶ τὰ τῶν πλυνόντων
                        <lb/>τὴν ἐσθῆτα καὶ τὴν ὀθόνην ῥύμματα. χειρίστη γὰρ ἡ <lb/>σὰρξ γίνεται τῶν
                        ἐν ὕδατι τοιούτῳ διαιτωμένων ζώων, μάλιστα <lb/>μὲν, ὅταν ἐν αὐτῷ μόνῳ
                        διατρίβωσι, κᾂν ἐπιμίγνυται <lb/>δὲ βελτίονι, μοχθηρότεροι πολλῷ καὶ οὗτοι
                        τῶν ἐν καθαρᾷ <lb/>θαλάττῃ διαιτωμένων εἰσίν. ἄμεμπτοι γὰρ ὀλίγου δεῖν
                        ἅπαντες <lb/>ὑπάρχουσιν, ὅσοι κατὰ τὴν ἄμικτον ὕδατι γλυκεῖ διατρίβουσιν,
                        <lb/>ὥσπερ οἵ τε πελάγιοι καλούμενοι καὶ οἱ πετραῖοι· <lb/>καὶ γὰρ εἰς
                        εὐχυμίαν καὶ ἐν αὐτῇ τῇ κατὰ τὴν ἐδωδὴν ἡδονῇ <lb/>προὔχουσι πολὺ τῶν ἄλλων.
                        ἀσφαλέστατον μὲν οὖν ἀεὶ <lb/>προσφέρεσθαι τῶν τοιούτων· εἰ δέ τι ζῶον εἴη
                        τῶν ἐν ἑκατέροις <lb/>τοῖς ὕδασι διαιτωμένων, ὥσπερ ὁ κέφαλος καὶ ὁ λάβραξ,
                        <lb/>ὅ τε κωβιὸς καὶ ἡ σμύραινα, καρκῖνοί τε καὶ ἐγχέλυες, ἀναπυνθάνεσθαι
                            <pb n="796"/> μὲν πρότερον, ὅθεν εἴη τεθηρευμένον, μετὰ <lb/>δὲ ταῦτα τῇ
                        ὀσμῇ καὶ τῇ γεύσει τὴν διάγνωσιν αὐτῶν ποιεῖσθαι. <lb/>καὶ γὰρ δυσώδεις καὶ
                        ἀηδεῖς καὶ βλεννώδεις, ὅσοι τὴν <lb/>δίαιταν ἔσχον ἐν ὕδατι μοχθηρῷ· καὶ
                        μέντοι καὶ λίπος αὐτοῖς <lb/>ὑπάρχει πολὺ πλέον ἤπερ τοῖς ἄλλοις, καὶ
                        σήπονται <lb/>ταχέως. οἱ δ’ ἐν θαλάττῃ καθαρᾷ διαιτώμενοι τήν τε ὀδμὴν
                        <lb/>ἄμεμπτον ἔχουσι καὶ τὴν γεῦσιν ἡδεῖαν, τό τε λίπος ὀλίγιστον, <lb/>ἢ
                        οὐδ’ ὅλως, ἐξαρκοῦσί τε πλέονι χρόνῳ μὴ σηπόμενοι, καὶ <lb/>μάλισθ’ ὅταν
                        αὐτοῖς τις περιβάλλῃ χιόνος. κατὰ ταῦτα μὲν <lb/>οὖν καὶ κρείττους οἱ
                        σκληρότεροι γίνονται ψαθυρωτέραν ἴσχοντες <lb/>τὴν σάρκα τοῖς πετραίοις τε
                        καὶ τοῖς ὀνίσκοις ὁμοίως· <lb/>ὃ γὰρ τούτοις ὑπάρχει φύσει, τοῦτο τοῖς
                        σκληροσάρκοις ἐκ <lb/>τῆς χιόνος προσγίνεται. διὰ τοῦτ’ οὖν ἐναντιωτάτην
                        ἔχουσιν <lb/>οὐσίαν τῆς σαρκὸς οἵ τ’ ἐκ θαλάττης καθαρᾶς κέφαλοι καὶ <lb/>οἱ
                        κατὰ τὸ μοχθηρὸν ὕδωρ διαιτώμενοι· παραπλησίως δ’ <lb/>αὐτοῖς καὶ οἱ κωβιοὶ
                        καὶ οἱ λάβρακες, ἔτι τε τούτων μᾶλλον <lb/>οἱ ἄλλοι. καὶ σμύραιναι δὲ
                        φαυλόταται γίνονται κατὰ τὰ τοιαῦτα <lb/>τῶν ὑδάτων. ἡ δ’ ἔγχελυς οὐδ’ ὅλως
                        εὔχυμον ἔδεσμα, <lb/>κᾂν ἐξ ὕδατος ᾖ καθαροῦ, μήτοι γε δὴ τοῦ πόλιν
                        ἐκκαθαίροντος, <pb n="797"/> ὡς εἴρηται. καὶ παρὰ τὰς ἐπιχωρίους δὲ τροφὰς
                        <lb/>ἀμείνους τε καὶ χείρους ἑαυτῶν ἰχθύες γίνονται, διαγινωσκόμενοι
                        <lb/>ῥᾳδίως ὀσμῇ τε καὶ γεύσει, καθάπερ αἱ τρίγλαι. μοχθηρότεραι <lb/>γὰρ
                        αὐτῶν αἱ τὴν καρκινάδα σιτούμεναι, τῶν <lb/>δ’ ἄλλων ἡ σὰρξ σκληροτέρας
                        ἐστὶν ὕλης, οὐ μόνον τῆς <lb/>τῶν πετραίων τε καὶ ὀνίσκων, ἀλλὰ καὶ κεφάλων
                        καὶ λαβράκων, <lb/>καὶ τῶν ἄλλων πελαγίων, καὶ κατὰ τοῦτο δυσπεπτοτέρα
                        <lb/>τε καὶ τροφιμωτέρα, κακόχυμον οὐδὲν ἔχουσα. λέλεκται <lb/>δὲ τελεώτερον
                        ὑπὲρ ἁπάσης τροφῆς ἐν τρισὶν ὑπομνήμασιν, <lb/>ἃ περὶ τῶν ἐν ταῖς τροφαῖς
                        δυνάμεων ἐπιγέγραπται, <lb/>καὶ χρὴ τὸν ὑγιεινῆς τροφῆς φροντίζοντα μήτε τῆς
                        ἐκείνων <lb/>ἀναμνήσεως ἀμελῆσαι, μήθ’ ὅλως τῆς ὑγιεινῆς πραγματείας,
                        <lb/>ἧς μέρος ἐστὶ καὶ τὸ περὶ τῶν ἐν ταῖς τροφαῖς δυνάμεων. ἀλλὰ <lb/>καὶ
                        περὶ τῆς λεπτυνούσης διαίτης, ἐναντίας οὔσης τῇ παχυνούσῃ <lb/>διαίτῃ,
                        γέγραπται βιβλίον ἕτερον ἱκανῶς χρήσιμον οἷς <lb/>ὑγεία σπουδάζεται. </p></div><pb n="798"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Μεμνῆσθαι δέ σε πρὸ πάντων βούλομαι <lb/>κατὰ τὰς τοιαύτας πραγματείας, ὡς
                        οὔτε βοηθήματος, οὔθ’ <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="434"/>ὑγιεινῶν διαιτημάτων ἐπιστήμων ἐστὶ
                        τελέως ὁ τὰς <lb/>τῶν ὑλῶν δυνάμεις ἀκριβῶς ἐκμαθὼν, ἐὰν μὴ γινώσκῃ τὰς
                        <lb/>τῶν σωμάτων φύσεις, οἶς ταῦτα προσάγεται. τινὰ μὲν γὰρ <lb/>αὐτῶν ἐστι
                        πυκνὰ καὶ ἀδιάπνευστα, τινὰ δ’ ἀραιὰ καὶ ῥᾳδίως <lb/>ἐκκενούμενα. καὶ δεῖται
                        δηλονότι τροφῆς ὑγροτέρας τὰ <lb/>πρότερα, ξηροτέρας δὲ τὰ δεύτερα, καὶ τὰ
                        μὲν κολλωδεστέρας, <lb/>τὰ δὲ λεπτοτέρας, καὶ τὰ μὲν ἐλάττονος, τὰ δὲ
                        πλείονος. <lb/>οὕτως δὲ καὶ ὅσοι μελαγχολικώτερον ἔχουσι τὸ αἷμα, <lb/>τῶν
                        ὑγρῶν καὶ θερμῶν τῇ κράσει δέονται τροφῶν, ὥσπερ γε <lb/>καὶ ὅσοι
                        χολωδέστερον, ὑγρῶν καὶ ψυχρῶν, ὡσαύτως δ’ οἳ <lb/>φλεγματῶδες, θερμαινουσῶν
                        τε καὶ ξηραινουσῶν. ὅσοι δ’ <lb/>αἷμα χρηστὸν ἀθροίζουσι πλέον, ὀλιγωτέρων
                        μὲν ἐδεσμάτων <lb/>χρῄζουσιν, ἐπιφανῆ δ’ οὐδεμίαν ἐχόντων δύναμιν, ἀλλ’ ἐν
                        <lb/>τῷ μέσῳ καθεστηκότων, ὡς μήτε θερμαίνειν ἀξιολόγως, μήτε <lb/>ψύχειν,
                        ὥσπερ γε καὶ μηδ’ ὑγραίνειν ἢ ξηραίνειν, οὕτω <lb/>δὲ καὶ πάχους καὶ
                        λεπτότητος ἐν τῷ μέσῳ καθεστηκότων, ﻿<pb n="799"/> ὡσαύτως δὲ γλισχρότητός
                        τε καὶ τῶν ἐναντίων αὐτῇ· κραυρότητα <lb/>δὲ λέγω καὶ ψαθυρότητα. ὑπάρχει δὲ
                        κραυρότης <lb/>μὲν τοῖς σκληροῖς τε καὶ ξηροῖς ἱκανῶς, ψαθυρότης δὲ
                        <lb/>τοῖς μαλακοῖς τε καὶ μέσοις καθ’ ὑγρότητά τε καὶ ξηρότητα· <lb/>κοινὸν
                        δ’ ἀμφοῖν τὸ μηδὲν ἔχειν γλίσχρον. διαγνωστικὸν <lb/>οὖν εἶναι προσήκει τὸν
                        ὀρθῶς χρησόμενον ταῖς τροφαῖς, <lb/>πρῶτον μὲν τῆς κατ’ ἀραιότητά τε καὶ
                        πυκνότητα τοῦ δέρματος <lb/>ἐν τοῖς ἀνθρώποις διαφορᾶς, ἐφεξῆς δ’ αὐτῇ τῆς
                        ὅλης <lb/>τοῦ σώματος κράσεως, εἶθ’ ἑξῆς εἰ σώζει πάντα τὰ μόρια <lb/>τοῦ
                        σώματος τὴν οἰκείαν κρᾶσιν. ἐνίοτε μὲν γὰρ ἡ κεφαλή <lb/>ἐστι θερμοτέρα τοῦ
                        προσήκοντος, ἡ γαστὴρ δὲ ψυχροτέρα, <lb/>πολλάκις δὲ τοὐναντίον ἡ γαστὴρ μὲν
                        θερμοτέρα, ψυχροτέρα <lb/>δ’ ἡ κεφαλή· καὶ τἄλλα μόρια πάνθ’ ὡσαύτως. ἡ μὲν
                        <lb/>οὖν ἄλλη πᾶσα θεραπευτική τε καὶ ὑγιεινὴ μέθοδος ἁπάντων <lb/>ὁμοτίμως
                        ἐστόχασται, τὰ δὲ κατὰ τὰς τροφὰς ἐξαίρετον μὲν <lb/>ἔχει καὶ πρῶτον σκοπὸν,
                        ὅπως ἄριστα πεφθήσεται, δεύτερον <lb/>δὲ ἐπὶ τῷδε, τὸν ἀναδοθησόμενον ἐκ τῆς
                        πεφθείσης τροφῆς <lb/>χυμὸν ἐπιτήδειον εἷναι τῇ κράσει τῶν ἄλλων μορίων.
                        ἀναγκαία <pb n="800"/> τοιγαροῦν ἐκ τῶνδε φαίνεται τοῖς ὀρθῶς μέλλουσι
                        χρῆσθαι <lb/>τροφαῖς ἡ περὶ κράσεως πραγματεία. καὶ τοίνυν ὡς
                        <lb/>γεγυμνασμένῳ σοι κατ’ αὐτὴν, ὅσον ἔθ’ ὑπόλοιπόν ἐστιν εἰς <lb/>εὐχυμίαν
                        τε καὶ κακοχυμίαν ἀναγκαῖον ἐγνῶσθαι, προσθήσω, <lb/>τὴν ἀρχὴν ἀπὸ τῶν οἴνων
                        ποιησόμενος. </p></div></div></body></text></TEI>