<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg038.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Καλλίστη δὲ τροφὴ τοῖς σώμασιν ἡμῶν <lb/>ἀπὸ τῶν μήτε παχυχύμων, μήτε
                        γλίσχρων, ἐξ ὧν αἷμα σύμμετρον <lb/>τῇ συστάσει γεννᾶται. μοχθηρὸν γοῦν ἐστι
                        καὶ τὸ <lb/>λίαν λεπτόν· βραχείας γὰρ οὔσης τῆς ἐξ αὐτοῦ τροφῆς, <lb/>ἀσθενῆ
                        καὶ ἰσχνὰ γίνεται τὰ οὕτω διαιτώμενα σώματα. κάλλιστα <lb/>τοίνυν εἰς ὑγείαν
                        ἐστὶν ἐδέσματα τὰ μέσην ἔχοντα τῶν <lb/>εἰρημένων τὴν φύσιν, ὡς μηδὲν
                        ἐπικρατεῖν ἐν αὐτοῖς ἰσχυρῶς <pb n="782"/> γλίσχρον, μήτ’ αὖ τὸ κολλῶδες.
                        ἀλλὰ καὶ τὸ τελέως ψαθυρὸν, <lb/>ὡς μηδὲ τοὐλάχιστον ἔχειν χυμοῦ κολλώδους,
                        μοχθηρόν. <lb/>οἱ γοῦν ἐξ ἐλύμου τε καὶ κέγχρου σκευαζόμενοι τῶν ἄρτων
                        <lb/>ἐγγὺς ἥκουσι τοῦ δόξαι τινὰ ψάμμον ἢ τέφραν ἐσθίειν. διὸ <lb/>καὶ
                        δεῖται τὸ γιγνόμενον ἐξ αὐτῶν ἔτνος, ὥσπερ γε καὶ <lb/>ἡ λέκιθος, ἅπασι τοῖς
                        λιπαροῖς τε καὶ γλίσχροις μεμίχθαι. <lb/>λίπος τε οὖν συῶν καὶ στέαρ αἰγῶν,
                        ἔλαιον καὶ γάλα προβάτων <lb/>ἢ βοῶν ἐπιβάλλοντες αὐτοῖς οἱ κατὰ τοὺς ἀγροὺς
                        <lb/>ἐσθίουσιν. ἔτνος οὖν ὀνομάζω τὸ ἐκ τῶν ἐρειχθέντων <lb/>ὀσπρίων τε καὶ
                        χεδρόπων σκευαζόμενον, λέκιθον δὲ τὸ ἐκ <lb/>τῶν ἀλεσθέντων ἄλευρον ἑψόμενον
                        ἐν ὕδατι, προσεμβαλλομένου <lb/>τινὸς λίπους. ἔνια δὲ τῶν ἐδεσμάτων αὐτὰ μὲν
                        <lb/>ἐφ’ ἑαυτῶν ὁρώμενα πρὸ τοῦ τῆς οἰκείας τυχεῖν παρασκευῆς, <lb/>εἴτ’ οὖν
                        δι’ ἑψήσεως εἴτε καὶ δι’ ὀπτήσεως ἢ τηγανίσεως, <lb/>ἢ καὶ διὰ μόνης
                        βρέξεως, σκληρὰ καὶ γεώδη φαίνεται, <lb/>βρεχόμενα δὲ ἢ ἑψόμενα μαλακὰ,
                        καθάπερ ἐν μὲν <lb/>τοῖς σιτηροῖς σπέρμασι κριθαὶ καὶ πυροὶ, τῶν δ’ ἐπὶ
                        <lb/>δένδροις γεννωμένων καρπῶν οἱ κῶνοι. προσέχειν οὖν σε <lb/>χρὴ κᾀν
                        τούτῳ τὸν νοῦν, οὐ μόνον ὅταν εἰς ξένην ἀφικόμενος <pb n="783"/> χώραν
                        ἐσθίειν τι μέλλῃς ἄηθες, ἀλλὰ καὶ παρ’ ἡμῖν <lb/>αὐτοῖς, προπειρώμενον
                        ἑκάστου τῆς φύσεως ἐν τῷ διαβρέχειν <lb/>ὕδατι μόνῳ χωρὶς ἑψήσεως, ἢ σὺν
                        ἑψήσει τε καὶ ὀπτήσει. <lb/>τὰ μὲν γὰρ εἰς ὄγκον ἐξαιρόμενα τῶν σπερμάτων ἢ
                        ὅλως <lb/>τῶν καρπῶν, ἀποβάλλοντα ταχέως τὴν ἀρχαίαν σκληρότητα <lb/>καὶ
                        ξηρότητα, μεθιστάμενά τε πρὸς τὸ μαλακώτερον καὶ ὑγρότερον <lb/>ἀμείνω πάντ’
                        ἐστὶ, τὰ δὲ φυλάττοντα τὸν ἔμπροσθεν <lb/>ὄγκον ἅμα τῇ σκληρότητι χείρω. καὶ
                        γὰρ δύσπεπτα τὰ <lb/>τοιαῦτα καὶ γεώδη ταῖς οὐσίαις ἐστὶν, ὡς μόγις
                        αἱματοῦσθαι, <lb/>δεόμενα ῥωμαλέας δυνάμεως εἰς τὴν ἐν τῷ σώματι κατεργασίαν
                        <lb/>ἐν τῷ πέττεσθαι κατὰ γαστέρα καὶ καθ’ ἧπάρ τε καὶ <lb/>φλέβας
                        αἱματοῦσθαι. ἀποτυγχάνει μὲν οὖν ἑκατέρων τῶν <lb/>ἐνεργειῶν ἐν τοῖς
                        ἀσθενέσι σώμασι· καὶ γὰρ χυμὸς ἐκ τῶν τοιούτων <lb/>ἐδεσμάτων ὁ καλούμενος
                        ὠμὸς γίγνεται, ἐφ’ ᾧ νόσοι <lb/>παντοῖαι συνίστανται. ἐπεὶ δὲ καθ’ ἕκαστον
                        εἶδος καρποῦ <lb/>πολλή τίς ἐστιν ἡ. διαφορὰ, προβρέχειν ἀξιῶ σε καὶ
                        προέψειν <lb/>ἐνίοτε τῶν μελλόντων ἐσθίεσθαί τινα, πεῖραν ἀσφαλῆ λαμβάνοντα
                        <lb/>τῆς φύσεως αὐτῶν. ὁ γοῦν ἐμὸς πατὴρ, ἐπιμελὴς ὢν ﻿<pb n="784"/> περὶ τὰ
                        τοιαῦτα, καὶ ἀμύγδαλα οὕτως ἐδοκίμασε καὶ κάρυα τὰ <lb/>μεγάλα καὶ τὰ σμικρὰ
                        Ποντικά τε καὶ λεπτοκάρυα. τὴν αὐτὴν <lb/>δὲ <milestone unit="ed2page" n="429"/>βάσανον ἐποιεῖτο καὶ τῶν λαχάνων, ὡσαύτως δὲ <lb/>καὶ τῶν
                        κυάμων καὶ πισσῶν καὶ λαθύρων καὶ θέρμων, ὠχρῶν <lb/>τε καὶ δολίχων, ἁπάντων
                        τε τῶν τοιούτων, ἢ βρέχων, ἢ προέψων, <lb/>εἶθ’ ὁρῶν, εἰς ὅσον ἐξοιδίσκετο.
                        περὶ δὲ τῆς πτισάνης <lb/>τί δεῖ καὶ λέγειν; ἤδη γὰρ τοῦτο καὶ οἱ παῖδες
                        ἴσασιν, <lb/>ὡς ἡ μὲν ὀγκουμένη ταχέως ἀρίστη, μοχθηρὰ δ’ ἡ χρόνῳ πολλῷ
                        <lb/>βραχὺν ὄγκον ἴσχουσα. τήκεται γὰρ ἡ προτέρα ῥηθεῖσα <lb/>καὶ γίνεται
                        χυλὸς, ἡ δ’ ἑτέρα δύστηκτός τ’ ἐστὶ καὶ σκληρὰ <lb/>διαμένει, βραχύτατον
                        ἀνιεῖσα χυλόν. ἔνια δὲ τῶν Δημητρίων <lb/>σπερμάτων οὐδ’ ὅλως ὀγκοῦσθαι
                        πέφυκεν ἑψόμενα· κεκλήκασι <lb/>δ’ ἀτέραμνα τὰ τοιαῦτα τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων
                        ἔνιοι. <lb/>οὕτως οὖν καὶ τοὺς πυροὺς ὁ ἐμὸς πατὴρ ἐδοκίμαζε καὶ προσέτι
                        <lb/>τῷ πλήθει τῶν ἀλεύρων· οἱ μὲν γὰρ ἀγαθοὶ πλεῖστον <lb/>ἄλευρον
                        ἐργάζονται, οἱ μοχθηροὶ δ’ ὀλίγον. μὴ τοίνυν μηδὲ <lb/>σὺ κατὰ τὸ πάρεργον
                        ἀκούσῃς ὧν λέγω. κοινός τε γὰρ ὁ <pb n="785"/> λόγος ἐστὶν ἁπάντων μὲν
                        σπερμάτων, ἁπάντων δὲ καρπῶν, <lb/>ὅσους ἀποθέσθαι δυνατόν ἐστιν,
                        ἐξητασμένος τε καὶ κεκριμένος <lb/>ὑπ’ ἐμοῦ τε καὶ τοῦ πατρὸς ἐν χρόνῳ πολλῷ
                        καὶ πείρᾳ <lb/>μακρᾷ. δῆλον δ’, ὅτι καὶ τοὺς καρποὺς εἰς ἀπόθεσιν
                        ἐπιτηδείους <lb/>λέγω τοὺς πρὶν σαπῆναι ξηραινομένους. ἔνιοι μὲν <lb/>γὰρ
                        οὐχ ὑπομένουσι τοῦτο, καθάπερ τὰ μόρα καὶ οἱ καλούμενοι <lb/>πέπονές τε καὶ
                        μηλοπέπονες, ἔτι τε Περσικὰ, καὶ <lb/>ὅσα τούτοις ἐστὶ παραπλήσια· φθάνει
                        γὰρ σήπεσθαι, πρὶν <lb/>ξηρανθῆναι. κολοκύνθας μὴν εἰς λεπτὰ μόρια τέμνοντες
                        ξηραίνουσιν <lb/>ἔνιοι, καθάπερ γε καὶ τὰς κοιλίας ἄλλοι. καὶ γνώρισμα
                        <lb/>δὲ τοῦ μοχθηρὸν εἶναι τὸν μυκήτην μέγιστον νομίζουσι <lb/>τὸ ξηρανθῆναι
                        μὴ δύνασθαι. περὶ δὲ τῶν κοκκυμήλων τί <lb/>δεῖ καὶ λέγειν; οὐδεὶς γὰρ
                        ἀγνοεῖ τὴν ἀπόθεσιν αὐτῶν οὐκ <lb/>ἐν Δαμασκῷ μόνον, ἢ κατὰ τὴν Ἱσπανίαν,
                        ἀλλὰ καὶ παρ’ <lb/>ἡμῖν γιγνομένην. ὥστ’ ὀλίγιστοι τῶν καρπῶν εἶσιν οἱ μὴ
                        <lb/>δυνάμενοι ξηρανθῆναι, πλὴν πέπονες, ὡς ἔφην, καὶ μηλοπέπονες, <lb/>τά
                        τ’ Ἀρμενιακὰ καὶ τὰ Περσικὰ, καὶ πρεκόκια παρὰ <lb/>Ῥωμαίοις ὀνομαζόμενα.
                        καὶ γὰρ τὰ σῦκα ξηρανθέντα διαμένει, <pb n="786"/> καὶ οἱ σικυοὶ ταῖς
                        κολοκύνθαις ὡσαύτως. ἀλλὰ καὶ <lb/>ταῦτα τοῦ χειμῶνος εἰς χρείαν ἀγόμενα τὴν
                        αὐτὴν ἐξέτασιν <lb/>δέχεται. τὰ μὲν γὰρ ταχέως ἐν ὕδατι τεγγόμενα, καὶ χωρὶς
                        <lb/>ἑψήσεως καὶ σὺν ἐκείνῃ, κάλλιστα τῶν ὁμοειδῶν ἐστι, τὰ δ’ <lb/>ἐν πολλῷ
                        χρόνῳ τοῦτο πάσχοντα καὶ μικρὸν ἐπιδιδόντα τοῖς <lb/>ὄγκοις μοχθηρά.
                        γίγνωσκε τοίνυν οὐ μόνον εἰς πέψιν ἀμείνω <lb/>τὰ ταχέως οἰδισκόμενα τῶν
                        ἐδεσμάτων, ἀλλὰ καὶ πρὸς εὐχυμίαν, <lb/>ἧς ἕνεκα τὰ κατὰ τουτὶ τὸ γράμμα
                        λέγεται πάντα, καὶ <lb/>τὰ βελτίω φύσει τὰ ταχέως ἐξογκούμενα, διότι
                        πέττεται μᾶλλον <lb/>καὶ ἀμείνους γεννᾷ χυμούς. οὐδὲν γὰρ οὕτως εἰς εὐχυμίαν
                        <lb/>συντελεῖ πᾶσιν ἐδέσμασιν, ὡς τὸ πεφθῆναι καλῶς ἐν τῇ γαστρί. <lb/>καὶ
                        γὰρ τὴν δευτέραν καὶ τρίτην πέψιν ἐπιδέχεται μᾶλλον <lb/>ταῦτα. ἔμαθες δὲ,
                        ὅτι δευτέρα μὲν πέψις ἐν ἥπατί τε <lb/>καὶ φλεψὶ γίνεται, τρίτη δὲ καθ’
                        ἕκαστον τῶν τρεφομένων <lb/>μορίων, ἧς ἕνεκα τῶν προτέρων δυοῖν δεόμεθα.
                        τρέφεται <lb/>μὲν γὰρ, ὅσα τρέφεται, τῶν τρεφόντων αὐτὰ μεταβαλλομένων
                        <lb/>κατὰ ποιότητα, κᾀξομοιουμένων τοῖς τρεφομένοις· μεταβάλλεται <pb n="787"/> δὲ τὰ παρασκευασθέντα καὶ προπεφθέντα τῶν ἀπέπτων <lb/>μᾶλλον.
                        ἀλλήλας γὰρ αἱ πέψεις διαδέχονται, τὴν μὲν τῆς <lb/>γαστρὸς τὸ ἧπαρ, τὴν δὲ
                        τούτου τὰ τρεφόμενα μόρια. <lb/>καὶ τοίνυν καὶ προπαρασκευάζει τοῖς μὲν ἐν
                        τῷ σώματι μορίοις <lb/>ἅπασι τὴν τροφὴν τὸ ἧπαρ, <milestone unit="ed2page" n="430"/>ἐκείνῳ δ’ ἡ γαστὴρ, ἐκείνῃ <lb/>δὲ τὸ στόμα, καὶ τούτῳ τινὰ μὲν
                        ὄπτησις, τινὰ δὲ ἕψησις, <lb/>ἢ ταγήνισις, ἤ τις ἁπλῆ βρέξις. ἅπασι δὲ
                        τούτοις ἡ <lb/>διοικοῦσα φύσις τὰ τοὺς καρποὺς φέροντα φυτὰ παρασκευάζει,
                        <lb/>καί τινά γε τῶν ἐξ αὐτῆς γεγονότων οὔθ’ ἑψήσεως, οὔτ’ <lb/>ὀπτήσεως,
                        οὔτε βρέξεως, οὔτ’ ἄλλης δεῖται παρασκευῆς. <lb/>ταῦτα μὲν ἐν τῷ καθόλου χρὴ
                        μεμνῆσθαι, κοινὰ γὰρ ἁπάντων <lb/>ἐστὶ τῶν ἐσθιομένων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Ἐπὶ δὲ τὰ κατὰ μέρος ἴωμεν, ὅσα λέγοντες <lb/>ἀπελίπομεν, ἐν μὲν τοῖς τῶν
                        ζώων μορίοις ἔντερά τε καὶ <lb/>γαστέρα καὶ μήτραν καὶ ὦτα καὶ ὀφθαλμοὺς καὶ
                        οὐρὰς, <milestone unit="ed1page" n="357"/>
                        <lb/>ἐν δὲ τοῖς Δημητρίοις σπέρμασι τὰ πλεῖστα, καθάπερ γε καὶ <lb/>λαχάνων
                        καὶ φυτῶν τῶν καλουμένων ὡραίων. ἔντερα μὲν <lb/>οὖν καὶ γαστὴρ καὶ μήτρα
                        σκληροτέραν τῶν σαρκῶν ἔχει τὴν <pb n="788"/> οὐσίαν, ἀπεπτοτέραν τε
                        τοσοῦτον, ὅσον καὶ σκληροτέραν, <lb/>ἧττόν τε τῶν σαρκῶν τρέφει καὶ ἧττον
                        εὔχυμά εἰσιν. αἱ δ’ <lb/>οὐραὶ καὶ τούτων ἔτι σκληρότεραι, καὶ τἄλλα
                        ἀνάλογον τῇ <lb/>σκληρότητι κατ’ αὐτάς ἐστι περί τε πέψιν καὶ θρέψιν, πλὴν
                        <lb/>οὐ περιττωματικαὶ διὰ τὴν κίνησιν. ὅμοιοι δ’ αὐταῖς εἰσιν <lb/>ἐπὶ τῶν
                        πτηνῶν ζώων οἱ τράχηλοι. κοιλίαι δ’ οὐδὲν ὅμοιαι <lb/>τοῖς πτηνοῖς τε καὶ
                        πεζοῖς ζώοις εἰσί. καὶ γὰρ παχεῖαι καὶ <lb/>σκληραὶ, καὶ διὰ τοῦτο δύσπεπτοι
                        καὶ πολύτροφοι πεφθεῖσαι <lb/>τοῖς πτηνοῖς εἰσιν αἱ κοιλίαι. κάλλισται δ’
                        ἀλεκτορίδων καὶ <lb/>χηνῶν, καίτοι τἄλλα τοῦ χηνὸς μόρια σκληρά τ’ ἐστὶ καὶ
                        <lb/>δύσπεπτα καὶ περιττωματικὰ, πλὴν τῶν πτερῶν. ἐν δὲ τοῖς <lb/>μεγάλοις
                        στρουθοῖς, ἃς νῦν ὀνομάζουσι στρουθοκαμήλους, <lb/>ἅπαντα τὰ μέρη σκληρὰ καὶ
                        δύσπεπτα καὶ περιττωματικά. <lb/>τῶν δ’ ὤτων ὁ μὲν χόνδρος ἄτροφόν τ’ ἐστὶ
                        καὶ ξηρὸν σῶμα, <lb/>τὸ δὲ ἔξωθεν δέρμα λεπτὸν καὶ ξηρὸν, ὀλιγότροφόν
                        <lb/>τε καὶ δύσπεπτον. ὀφθαλμοὺς δ’ ὀλίγοι μὲν ἐσθίουσι, σύγκεινται <lb/>δ’
                        ἐξ ἀνομοίων οὐσιῶν· ἑτέρας μὲν γὰρ φύσεως οἱ ﻿<pb n="789"/> χιτῶνες αὐτῶν,
                        ἑτέρας δὲ οἱ μύες, ἄλλης δὲ τὸ κρυσταλλοειδὲς <lb/>καὶ τὸ ὑαλοειδές. ἐξ
                        αὐτῶν δὲ οἱ μύες εὐπεπτότατοι <lb/>μόνοι τῶν ἐπιτήδειον εἰς εὐχυμίαν τὴν
                        φύσιν ἐχόντων <lb/>ζώων, οἷοί περ οἱ σύμμετροι κατὰ τὴν ἡλικίαν ὕες. εἶεν δ’
                        <lb/>ἂν οὗτοι τοῖς μὲν ἀκμάζουσιν ἀνθρώποις καὶ γυμναζομένοις <lb/>οἱ
                        τέλειοι, τοῖς δὲ παρακμάζουσιν οἱ ἔτ’ αὐξανόμενοι τῶν <lb/>δὲ πάνυ σμικρῶν
                        χοίρων ἡ σὰρξ περιττωματική. ἀρίστης <lb/>δὲ τῆς τῶν ὑῶν οὔσης ἐδωδῆς ἐν
                        τοῖς πεζοῖς ζώοις, ἐφεξῆς <lb/>ἐστιν ἡ τῶν ἐρίφων, καὶ μετὰ ταύτην ἡ τῶν
                        μόσχων. ἡ δὲ <lb/>τῶν ἀρνῶν σὰρξ ὑγρὰ καὶ γλίσχρα καὶ βλεννώδης ἐστί. τῶν
                        <lb/>δ’ ἄλλων πεζῶν ζώων τῆς ἐδωδῆς ἀπέχεσθαι κελεύω τὸν εὐχυμίας
                        <lb/>προνοούμενον. ἡ δὲ κατ’ εἶδος ἐν αὐτοῖς διαφορὰ κατὰ <lb/>τὸ τρίτον
                        εἴρηται περὶ τῶν ἐν ταῖς τροφαῖς δυνάμεων. </p></div></div></body></text></TEI>