<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg038.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>Ἀφεκτέον μὲν ἀεὶ τῶν κακοχύμων, πλὴν <lb/>εἴποτε δέοι κάμνοντας ὥρᾳ θέρους
                        θεραπεύεσθαι τήν τε ξηρότητα <lb/>καὶ τὴν θερμασίαν ὅλου τοῦ σώματος.
                        ἐπιτήδεια <lb/>γὰρ ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ καὶ μῆλα, καὶ κοκκύμηλα, καὶ
                        <lb/>μόρα, καὶ κεράσια προσληφθέντα. καὶ σικύου δὲ καὶ πέπονος <lb/>οὐ πολὺ
                        προσενέγκασθαι τηνικαῦτα, καὶ μηλοπέπονος, <lb/>ἔτι τε τῶν πραικοκίων
                        ὀνομαζομένων ἢ Περσικῶν <lb/>ἐγχωρεῖ, καθάπερ γε καὶ τῆς καλουμένης παρὰ
                        Ῥωμαίοις <lb/>μέλκης ἐψυχρισμένης, ἀφρογάλακτός τε καὶ τῶν διὰ γάλακτος
                        <lb/>ἐδεσμάτων, ὁποῖόν ἐστι καὶ τὸ καλούμενον ἀργιτρόφημα· <lb/>καὶ σῦκα δὲ
                        ὁμοίως ψυχρὰ καὶ κολόκυνθαι τοῖς οὕτω <lb/>διακειμένοις ἐπιτήδειοι.
                        σωφροσύνην δ’ ἀσκῶν ἄνθρωπος <lb/>ἑτέρῳ τρόπῳ τὸν ἐπὶ τοῖς εἰρημένοις
                        καμάτοις αὐχμὸν τοῦ <pb n="812"/> σώματος ὑγραίνειν τε καὶ ψύχειν δύναται.
                        παραγενόμενος <lb/>γὰρ ἀπὸ τοῦ βαλανείου, καὶ προπιὼν ὕδατος μὲν πρῶτον,
                        <lb/>εἶτ’ οἴνου μετρίως ὑδαροῦς, ἐμέσας τε πᾶν ὃ ἔπιε, θριδακίνης <lb/>μὲν
                        πρῶτον, ἀβλαβοῦς τε ἅμα καὶ ψύχοντος λαχάνου, <lb/>προσενέγκασθαι δύναται,
                        μετὰ ταῦτα δὲ δι’ ὄξους τε καὶ <lb/>γάρου ποδὸς ὑείου καλῶς ἑψημένου, καὶ
                        πτερῶν ἀλεκτορίδος, <lb/>ἢ χηνὸς, ἢ καὶ τῆς γαστρὸς αὐτοῦ, καί τινος ἰχθύος
                        <lb/>τηγανιστοῦ τῶν ἁπαλοσάρκων, εἰ δὲ βούλοιτο, καὶ λαχανώδους <lb/>τινὸς
                        ἅψασθαι τῶν μὴ κακοχύμων, ὁποῖόν ἐστι μαλάχη <lb/>τε καὶ κολόκυνθα, μετὰ
                        ταῦτα δὲ πιεῖν οἶνον ὕδατι <lb/>ψυχρῷ πάνυ κεκραμένον. ἅπτεσθαι δὲ καὶ
                        ταρίχου πρὸ τούτου, <lb/>καὶ τῶν ὀνομαζομένων τρομητῶν ὠῶν, ἰχθύων δὲ δι’
                        <lb/>ἐλαίου καὶ γάρου λαμβανομένων ἐγχωρεῖ. βέλτιον γὰρ, ὡς <lb/>ἔφην, ὕδατι
                        ψυχρῷ τὴν ξηρὰν θερμότητα τοῦ σώματος ἰάσασθαι, <lb/>φεύγοντας ἀεὶ τὰ
                        κακόχυμα τῶν ἐδεσμάτων. καὶ χόνδρος <lb/>δὲ ψυχρὸς ἐξ οἰνομέλιτος καὶ οἴνου
                        ψυχροῦ τὴν αὐτὴν <lb/>τοῦ σώματος ἰᾶται διάθεσιν ἄνευ κακοχυμίας. ἐμοὶ δ’
                        <lb/>ἤρκεσε πολλάκις ἐν τοιαύτῃ διαθέσει γενομένῳ πτισάνης <lb/>χυλῷ
                        χρήσασθαι καλῶς ἐψυχρισμένῳ κατ’ ἐκεῖνον τὸν <pb n="813"/> καιρὸν, ἐν ᾧ
                        μικρὸν ἔμπροσθεν ἔφην ἐπιτηδείως ἄν τινα <lb/>πιεῖν ψυχρόν. ἄλλο δ’ ἄλλῳ τὸ
                        μέτρον ἔστω τοῦ ψύχοντος <lb/>ἐδέσματός τε καὶ πόματος, οἷς μὲν χρῆσθαι
                        χιόνι σύνηθες, <lb/>ἐκείνῃ προψύχουσιν, οἷς δ’ ἀπὸ πηγῆς ὕδατι προσφάτῳ,
                        <lb/>μηδὲν χιόνος δεομένοις. ἔστω δὲ ὁ κεραννύμενος οἶνος <lb/>ὡσαύτως
                            <milestone unit="ed2page" n="439"/>προεψυχρισμένος· οὕτως γὰρ ὀνομάζειν
                        ἔθος <lb/>ἐστὶ τοῖς ἰατροῖς τοὺς ἐν ὕδατι ψυχροτάτῳ προεψυγμένους,
                        <lb/>ἀγγείου δηλονότι τὸν οἶνον ἔχοντος ἐνισταμένου τῷ ὕδατι. <lb/>ταῦτα μὲν
                        οὖν ὑποτίθεμαι τοῖς ᾑρημένοις βίον ἐν ἀσχολίᾳ, <lb/>καθάπερ οἱ διοικοῦντες
                        ἔθνη καὶ πόλεις, ἔτι τε μᾶλλον οἱ <lb/>τούτων ὑπηρέται, καὶ τούτων οὐδὲν
                        ἧττον ὅσοι κατὰ πόλεμον <lb/>ἢ ἐν ὁδοιπορίαις μακραῖς διατρίβουσιν. ὅσοι δὲ
                        ἐλεύθεροι <lb/>τῆς τοιαύτης ἀσχολίας, εἰ μὲν ἔθος ἔχοιεν γυμνάζεσθαι,
                        <lb/>σπανιώτατα δεήσονται πόσεως ψυχροῦ· μὴ γυμναζόμενοι δὲ, <lb/>θέρους ὥρᾳ
                        ἀκμαίου, θερμότητος αἰσθανόμενοι πολλῆς, <lb/>ἀβλαβῶς ἂν ἀπὸ πηγῆς πίνοιεν
                        ἀπεχόμενοι χιόνος. εἰ γὰρ <lb/>καὶ παραχρῆμα τὰ νέα τῶν σωμάτων οὐδὲν
                        αἰσθητὸν ἡ χιὼν <pb n="814"/> φαίνοιτο βλάπτουσα, λεληθότως γοῦν κατὰ βραχὺ
                        τῆς βλάβης <lb/>αὐξανομένης ἐπὶ προήκοντι τῷ χρόνῳ, παρακμαζούσης <lb/>τε
                        τῆς ἡλικίας, ἀνίατά τε καὶ δυσίατα αὐτοῖς νοσήματα γίνεται <lb/>κατ’ ἄρθρα
                        καὶ νεῦρα καὶ σπλάγχνα. πάσχειν δὲ <lb/>εἰκὸς ἑκάστῳ τῶν βλαπτόντων ἐκεῖνο
                        τὸ μέρος τοῦ σώματος, <lb/>ὅπερ ἀσθενέστατον ἦν φύσει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>Μέγιστον δ’ εἴς τε κακοχυμίαν καὶ νόσον <lb/>ἐστὶν ἀπεψία συνεχὴς, ἐάν τ’ ἐπ’
                        εὐχύμοις, ἐάν τ’ ἐπὶ κακοχύμοις <lb/>ἐδέσμασι γίγνηται· πρόδηλον δ’, ὅτι
                        πολὺ χείρων <lb/>ἡ ἐπὶ τοῖς κακοχύμοις. διττῶν δ’ ὄντων αὐτῶν, ἐπὶ μὲν
                        <lb/>τοῖς τὸν λεπτὸν γεννῶσι χυμὸν ὀξέα νοσήματα γίνεται μετὰ <lb/>
                        <milestone unit="ed1page" n="361"/>κακοήθων πυρετῶν, εἰ δ’ εἰς ἓν μόριον
                        ἀποσκήψειεν <lb/>ἡ κακοχυμία, τά τ’ ἐρυσιπέλατα καὶ οἱ ἕρπητες, εἴ τέ τι
                        θερμὸν <lb/>οὕτω πάθος ἄλλο· ἐπὶ δὲ τοῖς τὸν παχὺν ἀρθρίτιδες, <lb/>καὶ
                        ποδάγραι, καὶ νεφρίτιδες, ἄσθματά τε καὶ σπληνὸς καὶ <lb/>ἥπατος σκιῤῥώδεις
                        διαθέσεις. οἷς δ’ ἡ κακοχυμία μελαγχολικὴ, <lb/>καρκῖνοι, καὶ λέπραι, καὶ
                        ψῶραι, καὶ πυρετοὶ τεταρταῖοι, <lb/>καὶ μελαγχολίαι, κακόχροιαί τε μέλαιναι
                        μετὰ σπληνὸς <pb n="815"/> ὄγκου παραπλησίου συμπίπτουσι, καὶ κιρσοὶ μέλανες
                        <lb/>αἱμοῤῥοΐδες τε πολλοῖς ἐγένοντο διὰ τοιοῦτον χυμόν. αἱ <lb/>δ’
                        ἐπίμικτοι διὰ πλεόνων χυμῶν διαθέσεις ἕρπητάς τε καὶ <lb/>τὰ καλούμενα
                        φαγεδαινικὰ τῶν ἑλκῶν, εἴτε τὰ κακοήθη <lb/>πάντα, καὶ πυρετοὺς ὀξεῖς
                        ὑποστροφὰς ἐπιφέροντας, ὡς <lb/>εἰς χρόνον αὖθις ἐμπίπτειν, ἀπεργάζονται.
                    </p></div></div></body></text></TEI>