<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg038.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>Ὅσοι μὲν οὖν αὐτῶν ὑδατώδεις εἰσὶ καὶ <lb/>λεπτοὶ κατὰ σύστασιν, οὔρησίν τε
                        κινοῦντες, ὀλιγίστην παρέχουσι <lb/>τῷ σώματι τροφήν· ὅσοι δὲ παχεῖς, ὥσπερ
                        ὁ Θηραῖός <lb/>τε καὶ ὁ Σκυβελίτης, ἀξιολόγως τρέφουσι. διαφέρουσι <lb/>δ’
                        ἀλλήλων τῷ μᾶλλόν τε καὶ ἧττον ἀνάλογον τῷ πάχει. <lb/>τοιοῦτος δέ ἐστιν
                        οἶνος παρ’ ἡμῖν ἐν Αἰγαῖς καὶ Περπερίνῃ, <lb/>τῇ μὲν ὁμόρῳ Μυρίνῃ, τῇ δὲ
                        Περγάμῳ. τελέως μὲν οὖν <lb/>εἰσι γλυκεῖς ὅ τε Σκυβελίτης καὶ ὁ Θηραῖος,
                        αὐστηρὸς δὲ <lb/>ἅμα καὶ γλυκὺς ὁ Κιλίκιος ὁ Ἀβάτης, ἀπὸ χωρίου τὴν
                        προσηγορίαν <lb/>ἔχων, ὁ δ’ ἐν Αἰγαῖς καὶ Περπερίνῃ μέσοι τούτων <lb/>εἰσὶν,
                        οὔτε γλυκεῖς ἀκριβῶς ὄντες, οὔτε στύψιν ἔχοντες ἀξιόλογον <lb/>ὁμοίως τῷ
                        Κιλικίῳ. <milestone unit="ed2page" n="435"/>μέλανες δὲ πάντες οὗτοι
                        <lb/>τυγχάνουσιν ὄντες· οὐδὲ γὰρ ἂν εὕροις οὐδένα παχὺν ἅμα <pb n="801"/>
                        καὶ γλυκὺν οἶνον, ὃς οὐκ ἔστι μέλας. ἐὰν οὖν τῶν λευκοτάτων <lb/>οἴνων
                        ἑψήσῃς τὸ γλεῦκος, ὡς τὸ καλούμενον ἐργάσασθαι <lb/>σίραιον, ὅπερ ἕψημα παρ’
                        ἡμῖν ὀνομάζεται, μέλαν <lb/>ἴσχει τὸ χρῶμα πα<milestone unit="ed1page" n="359"/>ραπλησίως τῷ Θηραίῳ. μέλαν δὲ <lb/>καὶ τὸ τοῦ Καρυΐνου χρῶμ’
                        ἐστὶ, γλυκέος ὄντος αὐτοῦ. τὸ δὲ <lb/>τοῦ Θηρίνου μέλαν μὲν, ἀλλ’ οὐκ ἴσον
                        τῷ Καρυΐνῳ· ἀπολείπεται <lb/>γάρ τι καὶ τῇ γλυκύτητι τοῦ Καρυΐνου. λευκὸς δὲ
                        <lb/>οἶνος οὐδεὶς γλυκύς ἐστιν, ἀλλὰ τινὲς μὲν αὐστηροί τε καὶ <lb/>παχεῖς,
                        τινὲς δ’ ὑδατώδεις τε καὶ λεπτοί. ξανθοὶ δὲ καὶ <lb/>κιῤῥοὶ, τινὲς μὲν
                        γλυκεῖς εἰσι μετρίως, ὥσπερ Ἱπποδαμάντειός <lb/>τε καὶ Φαυστιανὸς Φαλερῖνος,
                        ἔνιοι δ’ ὅλως γλυκεῖς. <lb/>οἱ δ’ ἐρυθροὶ παχύτεροι τούτων, ὥσπερ γε τούτων
                        ἕτεροι, <lb/>πλησιάζοντες ἤδη κατὰ τὸ χρῶμα τοῖς μέλασιν. ἡ τροφὴ δ’ <lb/>ἐξ
                        ἁπάντων ἐστὶν αὐτῶν ἀνάλογος τῷ πάχει. καὶ διὰ τοῦτο <lb/>τοῖς μὲν
                        ἀναθρέψεως δεομένοις ἐπιτρεπτέον πίνειν τοὺς <lb/>γλυκεῖς, καὶ μάλισθ’ ὅταν
                        ἀμέμπτως ἔχωσι τὰ καθ’ ἧπάρ τε <lb/>καὶ σπλῆνα καὶ νεφρούς· τοῖς δ’ ἤδη
                        παχὺν ἠθροικόσι χυμὸν <lb/>ἐν ταῖς φλεψὶν οἱ λεπτοὶ κατὰ τὴν σύστασιν
                        χρήσιμοι, <lb/>ψυχρῶν μὲν ἠθροισμένων ἐν ταῖς φλεψὶ χυμῶν, οἱ δριμεῖς καὶ
                            <pb n="802"/> παλαιοὶ, μὴ ψυχρῶν δὲ, ὅσοις τούτων οὐδέτερον ὑπάρχει.
                        <lb/>βελτίους μὲν οὖν εἰς εὐχυμίαν οἱ εὐώδεις, ἀλλὰ καὶ κεφαλὴν
                        <lb/>πλήττουσι· κρείττους δ’ εἰς οὔρησιν οἱ λεπτοὶ, κεφαλῆς δ’ <lb/>οὐδ’
                        ὅλως ἅπτονται. φεύγειν δὲ τοὺς παχεῖς ἅμα καὶ δυσώδεις <lb/>καὶ ἀηδεῖς καὶ
                        αὐστηροὺς, οἷός ἐστιν ὁ φαῦλος Βικυὸς <lb/>ἐν τοῖς μεγάλοις κεραμίοις, ὁ δ’
                        ἐν τοῖς μικροῖς οὔτ’ ἀηδὴς, <lb/>οὔτε δυσώδης, οὔτε παχὺς ἄγαν ἐστὶν, ἀλλ’
                        οὐδὲ τὴν στύψιν <lb/>ἔχει στρυφνήν· εὔχυμος δ’ οὐδ’ οὗτος, ὥσπερ οὐδὲ
                        κακόχυμος, <lb/>ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ τῶν εὐχύμων τε καὶ κακοχύμων <lb/>ἐστί.
                        τῶν γε μὴν εὐχυμοτάτων οἴνων καὶ ὁ Φαλερῖνός ἐστι, <lb/>καὶ μᾶλλον ὁ
                        γλυκύτερος. ἐκ ταὐτοῦ δὲ γένους τῷδε καὶ ὁ <lb/>κιῤῥὸς Τιμωλίτης ὁ γλυκύς.
                        ἔστι γὰρ καὶ τούτου τὸ ἕτερον <lb/>εἶδος αὐστηρὸν, οὐχ ὁμοίως εὔχυμον, ὥσπερ
                        οὐδ’ ἄλλος οὐδεὶς <lb/>αὐστηρὸς ἱκανῶς, εἰ καὶ ῥώμην ἐντίθησιν ἐκλύτῳ
                        στομάχῳ <lb/>καὶ γαστρὶ, καὶ μάλιστα κατὰ δυσκρασίαν θερμὴν πεπονθόσιν.
                        <lb/>ἕνεκα γὰρ τούτου καὶ τοῦ συστῆσαι ῥεομένην γαστέρα <lb/>χρώμεθα τοῖς
                        αὐστηροῖς, οἴνοις, ἄλλως οὐκ ἂν χρησάμενοι <pb n="803"/> διὰ τὸ μήτ’
                        ἀναδόσει τροφῆς, μήθ’ αἱματώσει, μήτ’ <lb/>εὐχυμίᾳ, μήτ’ οὔρων εὐροίᾳ, μήθ’
                        ἱδρώτων ἐκκρίσει, μήτε <lb/>γαστρὸς ὑπαγωγῇ συντελεῖν αὐτούς. ἀλλ’ οὐ
                        πρόκειται νῦν <lb/>οὔτ’ ἀρετὰς οὔτε κακίας οἴνων πάσας διέρχεσθαι, καὶ
                        μάλισθ’ <lb/>ὅσοι διαφέρουσι νόσοις. ὅπερ οὖν πρόκειται, πάλιν ἀναληφθὲν
                        <lb/>ἐν κεφαλαίοις βραχέσιν εἰρήσεται. τοῖς χολωδεστέροις <lb/>σώμασιν, εἴτε
                        διὰ φυσικὴν δυσκρασίαν, εἴτε δι’ ἐπίκτητον <lb/>ὁπωσοῦν γεγονυῖαν, οὔτε
                        Φαλερῖνος, οὔτε Τμωλίτης <lb/>κιῤῥὸς γλυκὺς, οὔτ’ Ἀριούσιος, οὔθ’ ὁ Λέσβιος
                        ὁ εὐώδης τε <lb/>καὶ κιῤῥὸς, ὅμοιος τοῖς προειρημένοις ὢν, ἐπιτήδειος
                        πίνεσθαι· <lb/>θερμοὶ γὰρ ἅπαντες οἱ τοιοῦτοι. μήτ’ οὖν χολώδεσι, <lb/>μήτε
                        τοῖς ἐξ ἐγκαύσεως, ἢ καμάτων πολλῶν, ἢ ἐνδείας, <lb/>ἢ λύπης, ἢ ὥρᾳ, ἢ χώρᾳ
                        καὶ καταστάσει θερμῇ, διδόναι τοιοῦτον <lb/>οἶνον. ἐξ ὑπεναντίου μὲν οὖν
                        ἀγαθὸς ἅπασι τοῖς θερμαίνεσθαι <lb/>δεομένοις, φλεγματώδεσί τε καὶ ψυχραῖς
                        κράσεσι, <lb/>καὶ χυμῶν πλῆθος ὠμῶν ἠθροικόσιν, ἀργῶς βιοῦσιν ἐν χωρίῳ
                        <lb/>ψυχρῷ καὶ χειμῶνι καὶ καταστάσει ψυχρᾷ καὶ ὑγρᾷ. ﻿<pb n="804"/> τούτοις
                        μὲν ἅπασιν ἀγαθὸς ὁ κιῤῥὸς οἶνος καὶ γλυκύς· ἐναντίος <lb/>δὲ τοῖς ἐναντίως
                        ἔχουσιν, οὐχ ὡς κακοχυμίαν ἐργαζόμενος, <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="436"/>ἀλλ’ ὡς θερμαίνων τοὺς ψύχεσθαι
                        δεομένους. ἕτοιμον <lb/>γὰρ αὐτοῖς ἐστι τοῦτον πίνουσιν καὶ κεφαλὴν ἀλγῆσαι
                        καὶ <lb/>πυρέξαι καί τι τοῖς νεύροις παθεῖν. οἱ δὲ τῶν κιῤῥῶν τε <lb/>καὶ
                        μετρίως γλυκέων, (οὐδεὶς γὰρ κιῤῥὸς ἄκρως ἐστὶ γλυκὺς,) <lb/>ἐπὶ τὸ
                        μελάντερον δὲ καὶ γλυκύτερον ῥέποντες, οὐχ ὁμοίως <lb/>θερμοὶ τοῖς κιῤῥοῖς
                        εἰσιν. εἰκότερον οὖν οὔτε κεφαλὴν, οὔτε <lb/>νεῦρα βλάπτουσιν, οὔτε πυρετοὺς
                        ἐξάπτουσιν ὡσαύτως ἐκείνοις. <lb/>ὅτι δὲ γαστρὸς οἱ γλυκεῖς οἶνοι καὶ παχεῖς
                        εἰσιν ὑπακτικοὶ, <lb/>σχεδὸν οὐδεὶς ἀγνοεῖ, καθάπερ γε καὶ περὶ γλεύκους,
                        <lb/>ὅπως ἐστὶ φυσῶδες καὶ δύσπεπτον καὶ παχύχυμον καὶ μόνον <lb/>ἀγαθὸν
                        ἔχον ὑπάγειν γαστέρα, κᾂν ἀτυχήσῃ ποτὲ τούτου, <lb/>βλαβερώτερον γίνεται.
                        πάντων δ’ οἴνων κοινόν ἐστιν, ὅσοι <lb/>γε μὴ πάνυ παχεῖς εἰσι καὶ λίαν
                        γλυκεῖς, ὥσπερ ὁ Θηραῖός τε <lb/>καὶ ὁ Σκυβελίτης, ἐπειδὰν εἰς χρόνου μῆκος
                        ἐκταθῶσι, ξανθὴν <lb/>τὴν χρόαν γίνεσθαι καί τι καὶ στίλβον ἔχειν ὁμοίως
                        <lb/>πυρί. καὶ γὰρ οἱ μέλανες, οἷός πέρ ἐστιν ὁ παρ’ ἡμῖν ἐν Περπερίνῃ <pb n="805"/> γιγνόμενος, εἰ χρονίσαιεν, εἰς ἐρυθρὰν μὲν ἢ κιῤῥὰν
                        <lb/>πρότερον ἀφικνοῦνται ποιότητα, μετὰ ταῦτα δ’ εἰς ξανθότητα, <lb/>καὶ ὁ
                        λευκὸς, ὁποῖος ὁ Βιθυνὸς Ἀμιναῖος. ὀνομάζουσι <lb/>δὲ Ῥωμαῖοι τὸν οὕτως
                        παλαιωθέντα κέκουβον, ὃν οὐκ <lb/>ἂν ἔτι γνωρίσαις ἐξ ὁποίου γένους ἦν. ἤδη
                        δ’ ὁ τοιοῦτός <lb/>ἐστι καὶ πικρὸς καὶ διὰ τοῦτ’ αὖ μὴ ἐπιτήδειος εἰς πόσιν.
                        ἀλλ’ <lb/>οἵ γε καπηλεύοντες τοὺς οἴνους μιγνύντες τοῖς νέοις τοὺς
                        τοιούτους, <lb/>ὡς παλαιοὺς πιπράσκουσιν, ἐξαπατῶντες τῇ πικρότητι <lb/>τοὺς
                        ἀγνοοῦντας ἀκριβῶς οἴνων γεύεσθαι. φεύγειν οὖν <lb/>χρὴ τῶν οὕτω παλαιῶν τὴν
                        πόσιν, ὥσπερ καὶ τῶν πάνυ νέων. <lb/>οἱ μὲν γὰρ ὑπερθερμαίνουσιν, οἱ δ’ οὐδ’
                        ὅλως θερμαίνουσιν, <lb/>ἔστ’ ἂν ὦσιν νέοι. τοσοῦτον γὰρ δέουσιν συντελεῖν τι
                        ταῖς <lb/>τῶν σιτίων πέψεσιν, ὥστ’ αὐτοὶ μόλις πέπτονται. πρὸς <lb/>τούτοις
                        δ’ οὐδ’ ὑπέρχονται κατὰ τὴν κοιλίαν, οὔτ’ ἀναδίδονται <lb/>ῥᾳδίως, οὔτ’ οὖρα
                        προτρέπουσιν, οὔθ’ αἱματώσει συντελοῦσιν, <lb/>οὐδὲ θρέψει, διαμένουσι δ’
                        ἐπὶ πλεῖστον ἐν τῇ <lb/>γαστρὶ μετέωροι παραπλησίως ὕδατι, κᾂν βραχύ τις
                        αὐτῶν <pb n="806"/> πίῃ, ῥᾳδίως ὀξύνονται. μόνους δ’ ἄν τις τοὺς νέους ἐπ’
                        <lb/>ἀγαθῷ πίνοι τοὺς λεπτοὺς τῇ συστάσει, καθάπερ ἐν <lb/>Ἰταλίᾳ ὅ τε
                        Γαυρίας ὀνομαζόμενός ἐστι, καὶ ὁ Ἀλβανὸς, <lb/>ἔνιοί τε τῶν ἐν τοῖς Σαβίνοις
                        τε καὶ Θούσκοις γεννωμένων· <lb/>οὐ γὰρ δὴ πάντες εἰσὶ τοιοῦτοι. καὶ περὶ
                        Νέαν δὲ πόλιν <lb/>ὁ κατὰ τὸν ὑπερκείμενον αὐτῇ λόφον Ἀμιναῖος ἐν τάχει
                        <lb/>πότιμος γίνεται. κατὰ δὲ τὴν Ἀσίαν παρ’ ἡμῖν ὅ τε Τιβηνός <lb/>ἐστι
                        τοιοῦτος, καὶ ὁ Ἀρσύϊνος, καὶ μετ’ αὐτοὺς ὁ <lb/>Τιτακαζηνός. ἀλλὰ τούτους
                        μὲν ὡς ἐπὶ παραδείγματος προὐχειρισάμην, <lb/>ἐθεασάμην δὲ τοιούτους οἴνους
                        ἐν ἅπασι σχεδὸν <lb/>τοῖς ἔθνεσιν· ἀλλ’ ἀγνοοῦσιν αὐτοὺς οἱ ξένοι κατὰ
                        διττὴν <lb/>αἰτίαν, ὅτι τε παντάπασιν ὀλίγοι γεννῶνται, καὶ <lb/>διότι
                        μακρὸν πλοῦν οὐ φέρουσιν, ὡς ὑπὸ τῶν ἐμπόρων μὴ <lb/>δύνασθαι εἰς ἄλλην
                        χώραν μετακομίζεσθαι. διορίσαις δ’ ἂν <lb/>ῥᾳδίως τοὺς τοιούτους οἴνους,
                        πρῶτον μὲν καὶ μάλιστα <lb/>τῇ λεπτότητι, πλησίον ἥκοντας ὕδατος, εἶτα καὶ
                        λευκότητι, <lb/>καὶ γευομένῳ δ’ ἄν σοι φανεῖεν ὑδατώδεις, οὐδεμίαν ἔχοντες
                        <lb/>ἰσχυρὰν στύψιν, ἔν τε τῷ κεράννυσθαι μὴ φέροντες ὕδατος <pb n="807"/>
                        μίξιν πολλήν· διὸ καὶ πρὸς τῶν παλαιῶν ἰατρῶν ὀλιγοφόροι <lb/>κέκληνται. καὶ
                        μέντοι καὶ καθάπερ οἱ κιῤῥοὶ θερμοὶ <lb/>τὴν δύναμιν ὄντες αὐτίκα πληροῦσι
                        τὴν κεφαλὴν, οὕτως <lb/>οἱ τοιοῦτοι πρὸς τῷ μηδέποτε βλάπτειν αὐτὴν
                        ὠφελοῦσιν, <lb/>ἐνίοτε παύοντες ὀδύνας μικράς τινας, ὅσαι διὰ τοὺς ἐν τῇ
                        <lb/>κοιλίᾳ χυμοὺς εἰώθασι γίγνεσθαι. τῆς γάρ τοι κεφαλῆς <lb/>οὐ μόνον ὅταν
                        αὕτη πάσχῃ τι πάθος ἴδιον ὀδυνωμένη, <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="437"/>ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν κοιλίαν ἀναπέμπουσαν
                        ἀτμοὺς χυμῶν <lb/>μοχθηρῶν, ἡ τοιαύτη κεφαλαλγία δι’ οἴνου πόσεως ὀλιγοφόρου
                        <lb/>ἰᾶται βραχεῖαν ἔχοντος στύψιν. ὅσοι γὰρ ἔκλυτοι <lb/>παντάπασίν εἰσιν,
                        ὥσπερ ὁ παρ’ ἡμῖν Τιβηνὸς, ἐν Ἰταλίᾳ <lb/>δὲ τῶν Σαβίνων ἔνιοι, τοσούτῳ
                        χείρους ὑπάρχουσι τῶν <lb/>ἀτρέμα στυφόντων, ὅσῳ βελτίους εἰσὶν ὕδατος.
                        εὕροις γὰρ <lb/>ἄν ποτε καὶ δι’ ὕδατος πόσιν ἀλγοῦντας ἐνίους τὴν <lb/>
                        <milestone unit="ed1page" n="360"/>κεφαλὴν, καὶ μάλισθ’ ὅταν ᾖ μοχθηρὸν, ὡς
                        αὐτοῦ τε <lb/>διαφθειρομένου καὶ τὸν φυσικὸν τόνον ἐκλύοντος. τῆς δὲ
                        <lb/>γαστρὸς ἀτονησάσης ἰχῶρες χολώδεις εἰώθασιν συῤῥεῖν ἐκ τοῦ <lb/>σώματος
                        εἰς τὸ κύτος αὐτῆς, ὥσπερ τοῖς νηστεύσασιν, ὧν τῆς <pb n="808"/> κακίας τε
                        καὶ βλάβης ὁ προειρημένος οἶνος ἐλευθεροῖ τὸν <lb/>ἄνθρωπον, ἐκ μὲν τοῦ
                        παραχρῆμα τῷ τῆς ἐπικράσεως λόγῳ, <lb/>μετὰ βραχὺ δὲ καὶ τῷ ῥωσθεῖσαν τὴν
                        κοιλίαν ὠθεῖν ἀφ’ <lb/>ἑαυτῆς κάτω τὰ λυποῦντα. ταῖς μέντοι θερμαῖς πάνυ
                        κράσεσι <lb/>τῶν ἀνθρώπων, ἢ διὰ φύσιν, ἢ διὰ ἡλικίαν, ὠφελιμώτερον
                        <lb/>οἴνου ποτὸν ὕδωρ ἐστίν· εἰ δέ ποτε καὶ δεήσειεν <lb/>οἴνου, τό τε
                        λεπτὸν καὶ μετρίως αὐστηρὸν αὐτοῖς διδόναι. <lb/>κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν τρόπον
                        ἐπὶ πάντων ἐδεσμάτων τε καὶ <lb/>πομάτων οὐχ ἁπλῶς ἑκάστῳ χρῆσθαι βέλτιον,
                        ἀλλὰ μετὰ <lb/>τοῦ διορίσασθαι τὰς φύσεις τῶν χρησομένων. ἔστι δὲ μεγίστη
                        <lb/>μὲν ἐν τοῖς οἴνοις διαφορὰ, κατ’ εἴδη σκοπουμένων <lb/>ἡμῶν, ὡς
                        διῄρηται, βραχεῖα δ’ ἐν τοῖς ἄλλοις· οὐ γὰρ ἂν <lb/>εὕροις ποτε φακῆν ἢ
                        κράμβην ὑγραίνουσαν, ἀλλ’ ἧττον μὲν <lb/>ἑτέραν ξηραίνουσαν, ὑγραίνουσαν δ’
                        οὐδεμίαν. ἔτι δὲ μᾶλλον <lb/>οὐκ ἂν εὕροις τι γένος κρομμύων, ἢ πράσων, ἢ
                        σκορόδων <lb/>ψῦχον, ἀλλ’ ἧττόν τε καὶ μᾶλλον θερμαῖνον· οὐκ οὖν <lb/>οὐδὲ
                        θριδακίνην θερμαίνουσαν, οὐδ’ ἀτράφαξυν, ἢ βλίτον, <lb/>ἢ ἀνδράχνην. οὐ μὴν
                        οὐδὲ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἐν αὐτοῖς <pb n="809"/> μεγάλην ἔχει διαφοράν, ἐπὶ
                        δὲ τῶν οἴνων ὁ παλαιότατος, <lb/>ὃν ἔφην ὑπὸ Ῥωμαίων ὀνομάζεσθαι κέκουβον,
                        εἰς τοσοῦτον <lb/>τοῦ λευκοῦ τε ἅμα καὶ αὐστηροῦ καὶ νέου διενήνοχε καὶ
                        <lb/>παχέος οἴνου, ὡς τὸν μὲν ἱκανώτατα θερμαίνειν, τὸν δὲ <lb/>ψύχειν
                        αἰσθητῶς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>Οὐκ ὀλίγη δ’ ἐστὶ καὶ κατὰ τὸ μέλι διαφορά. <lb/>τό γε μὴν μοχθηρὸν, ὡς ἤτοι
                        δυσῶδες ὑπάρχειν, <lb/>ἢ γευόμενον ἄλλην τινὰ ἐμφαίνειν ποιότητα μεμιγμένην,
                        οὐδὲ <lb/>μέλι τὸ τοιοῦτο. τοῦ δ’ ἀμέμπτου μέλιτος αἱ διαφοραὶ <lb/>κατὰ τὸ
                        μᾶλλόν τε καὶ ἧττον ἐν γλυκύτητι καὶ δριμύτητι <lb/>τυγχάνουσιν οὖσαι, τοῦ
                        γλυκυτάτου τε καὶ δριμυτάτου εἰς <lb/>ἄκρον ἥκοντος ἀρετῆς. ἀλλὰ τῷ γε
                        θερμὸν εἶναι τῇ δυνάμει <lb/>πᾶν, εἰς χολὴν μεταβάλλειν ἑτοίμως ἐν τοῖς
                        θερμοῖς σώμασι <lb/>κοινὸν αὐτῷ ἐστι· καὶ διὰ τοῦτο χρήσιμον ἔδεσμα
                        <lb/>φύσεσι μὲν φλεγματικωτέραις, ἡλικίαις δὲ πρεσβυτικαῖς, <lb/>ὥσπερ γε
                        καὶ νοσήμασι ψυχροῖς. ὀξύμελί γε μὴν χρησιμώτατον <lb/>ἁπάσαις ταῖς ἡλικίαις
                        τε καὶ φύσεσιν εἰς ὑγιεινὴν ἀσφάλειαν, <lb/>ἐκφράττον ἁπάσας τὰς στενὰς
                        διεξόδους, ὡς μηδαμόθι ﻿<pb n="810"/> παχὺν ἢ κολλώδη χυμὸν ἴσχεσθαι. διὰ
                        τοῦτό γ’ ἔτι <lb/>καὶ τὰ καλούμενα πρὸς τῶν ἰατρῶν ὑγιεινὰ φάρμακα τῆς
                        <lb/>λεπτυνούσης ἅπαντά ἐστι δυνάμεως· καὶ ἀσφαλέστερα μὲν εἰς <lb/>ὑγείας
                        φυλακὴν ἡ τοιαύτη τῆς παχυνούσης, εὐεξίαν δὲ καὶ <lb/>ῥώμην ἀδύνατος
                        ἐργάζεσθαι. βούλονται δ’ ἔνιοι σφαλερῶς <lb/>ὑγιαίνειν μᾶλλον εὐεκτοῦντες, ἢ
                        βεβαίαν ὑγείαν κεκτῆσθαι <lb/>διαπαντὸς ἰσχνοὶ καὶ ἀσθενεῖς ὄντες.
                            <milestone unit="ed2page" n="438"/>ἀλλὰ τούτων <lb/>αὐτῶν ὅσοι σὺν
                        εὐεξίᾳ καὶ ῥώμῃ τὴν ὑγίειαν ἔχειν ἐθέλουσιν, <lb/>ἔνιοι μὲν ἑαυτοῖς
                        σχολάζουσιν, ἔνιοι δὲ στρατιωτικὸν ἐπανῄρηνται <lb/>βίον, ἀναγκαζόμενοι καὶ
                        νυκτὸς ἀναστῆναι, καὶ δι’ <lb/>ὅλης ἡμέρας ἀναγκαίαις πράξεσι κάμνειν
                        δουλεύοντες· ὧν τὸ <lb/>πρὸ τοῦ βαλανείου γυμνάσιον, οἷς γε δὴ δυνατὸν,
                        ἴσχειν, κᾀν <lb/>τούτῳ τὸ καλούμενον ὑπὸ τῶν γυμναστικῶν ἀποθεραπευτικὸν,
                        <lb/>οἱ πολλοὶ δὲ δι’ ἀσχολίαν οὐδὲ τούτῳ χρῆσθαι δύνανται. <lb/>τούτοις οὖν
                        ὑγιαίνειν ἀδύνατον διαπαντὸς, κᾂν σωφρόνως <lb/>διαιτῶνται. οἱ δὲ, ἐφ’ ὅσον
                        ἐγχωρεῖ, τὰ δέοντα <lb/>πράττοντες ὀλιγάκις νοσήσουσιν. ἅπτεσθαι μὲν οὖν
                        αὐτοῖς <pb n="811"/> ἀναγκαῖόν ἐστι τῶν πολυτρόφων ἐδεσμάτων, ἃ παχεῖς γεννᾷ
                        <lb/>χυμούς. ἀλλὰ μετρίως τε τοῦτο πρακτέον, ἐν ἐκείνοις τε <lb/>τοῖς
                        καιροῖς, ὁπότε σαφῶς ἐνδείας αἰσθάνονται· τὸν δὲ ἄλλον <lb/>χρόνον ἅπαντα
                        τοῖς μέσοις ἐδέσμασι τῶν ὀλιγοτρόφων <lb/>καὶ πολυτρόφων χρηστέον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>Ἀφεκτέον μὲν ἀεὶ τῶν κακοχύμων, πλὴν <lb/>εἴποτε δέοι κάμνοντας ὥρᾳ θέρους
                        θεραπεύεσθαι τήν τε ξηρότητα <lb/>καὶ τὴν θερμασίαν ὅλου τοῦ σώματος.
                        ἐπιτήδεια <lb/>γὰρ ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ καὶ μῆλα, καὶ κοκκύμηλα, καὶ
                        <lb/>μόρα, καὶ κεράσια προσληφθέντα. καὶ σικύου δὲ καὶ πέπονος <lb/>οὐ πολὺ
                        προσενέγκασθαι τηνικαῦτα, καὶ μηλοπέπονος, <lb/>ἔτι τε τῶν πραικοκίων
                        ὀνομαζομένων ἢ Περσικῶν <lb/>ἐγχωρεῖ, καθάπερ γε καὶ τῆς καλουμένης παρὰ
                        Ῥωμαίοις <lb/>μέλκης ἐψυχρισμένης, ἀφρογάλακτός τε καὶ τῶν διὰ γάλακτος
                        <lb/>ἐδεσμάτων, ὁποῖόν ἐστι καὶ τὸ καλούμενον ἀργιτρόφημα· <lb/>καὶ σῦκα δὲ
                        ὁμοίως ψυχρὰ καὶ κολόκυνθαι τοῖς οὕτω <lb/>διακειμένοις ἐπιτήδειοι.
                        σωφροσύνην δ’ ἀσκῶν ἄνθρωπος <lb/>ἑτέρῳ τρόπῳ τὸν ἐπὶ τοῖς εἰρημένοις
                        καμάτοις αὐχμὸν τοῦ <pb n="812"/> σώματος ὑγραίνειν τε καὶ ψύχειν δύναται.
                        παραγενόμενος <lb/>γὰρ ἀπὸ τοῦ βαλανείου, καὶ προπιὼν ὕδατος μὲν πρῶτον,
                        <lb/>εἶτ’ οἴνου μετρίως ὑδαροῦς, ἐμέσας τε πᾶν ὃ ἔπιε, θριδακίνης <lb/>μὲν
                        πρῶτον, ἀβλαβοῦς τε ἅμα καὶ ψύχοντος λαχάνου, <lb/>προσενέγκασθαι δύναται,
                        μετὰ ταῦτα δὲ δι’ ὄξους τε καὶ <lb/>γάρου ποδὸς ὑείου καλῶς ἑψημένου, καὶ
                        πτερῶν ἀλεκτορίδος, <lb/>ἢ χηνὸς, ἢ καὶ τῆς γαστρὸς αὐτοῦ, καί τινος ἰχθύος
                        <lb/>τηγανιστοῦ τῶν ἁπαλοσάρκων, εἰ δὲ βούλοιτο, καὶ λαχανώδους <lb/>τινὸς
                        ἅψασθαι τῶν μὴ κακοχύμων, ὁποῖόν ἐστι μαλάχη <lb/>τε καὶ κολόκυνθα, μετὰ
                        ταῦτα δὲ πιεῖν οἶνον ὕδατι <lb/>ψυχρῷ πάνυ κεκραμένον. ἅπτεσθαι δὲ καὶ
                        ταρίχου πρὸ τούτου, <lb/>καὶ τῶν ὀνομαζομένων τρομητῶν ὠῶν, ἰχθύων δὲ δι’
                        <lb/>ἐλαίου καὶ γάρου λαμβανομένων ἐγχωρεῖ. βέλτιον γὰρ, ὡς <lb/>ἔφην, ὕδατι
                        ψυχρῷ τὴν ξηρὰν θερμότητα τοῦ σώματος ἰάσασθαι, <lb/>φεύγοντας ἀεὶ τὰ
                        κακόχυμα τῶν ἐδεσμάτων. καὶ χόνδρος <lb/>δὲ ψυχρὸς ἐξ οἰνομέλιτος καὶ οἴνου
                        ψυχροῦ τὴν αὐτὴν <lb/>τοῦ σώματος ἰᾶται διάθεσιν ἄνευ κακοχυμίας. ἐμοὶ δ’
                        <lb/>ἤρκεσε πολλάκις ἐν τοιαύτῃ διαθέσει γενομένῳ πτισάνης <lb/>χυλῷ
                        χρήσασθαι καλῶς ἐψυχρισμένῳ κατ’ ἐκεῖνον τὸν <pb n="813"/> καιρὸν, ἐν ᾧ
                        μικρὸν ἔμπροσθεν ἔφην ἐπιτηδείως ἄν τινα <lb/>πιεῖν ψυχρόν. ἄλλο δ’ ἄλλῳ τὸ
                        μέτρον ἔστω τοῦ ψύχοντος <lb/>ἐδέσματός τε καὶ πόματος, οἷς μὲν χρῆσθαι
                        χιόνι σύνηθες, <lb/>ἐκείνῃ προψύχουσιν, οἷς δ’ ἀπὸ πηγῆς ὕδατι προσφάτῳ,
                        <lb/>μηδὲν χιόνος δεομένοις. ἔστω δὲ ὁ κεραννύμενος οἶνος <lb/>ὡσαύτως
                            <milestone unit="ed2page" n="439"/>προεψυχρισμένος· οὕτως γὰρ ὀνομάζειν
                        ἔθος <lb/>ἐστὶ τοῖς ἰατροῖς τοὺς ἐν ὕδατι ψυχροτάτῳ προεψυγμένους,
                        <lb/>ἀγγείου δηλονότι τὸν οἶνον ἔχοντος ἐνισταμένου τῷ ὕδατι. <lb/>ταῦτα μὲν
                        οὖν ὑποτίθεμαι τοῖς ᾑρημένοις βίον ἐν ἀσχολίᾳ, <lb/>καθάπερ οἱ διοικοῦντες
                        ἔθνη καὶ πόλεις, ἔτι τε μᾶλλον οἱ <lb/>τούτων ὑπηρέται, καὶ τούτων οὐδὲν
                        ἧττον ὅσοι κατὰ πόλεμον <lb/>ἢ ἐν ὁδοιπορίαις μακραῖς διατρίβουσιν. ὅσοι δὲ
                        ἐλεύθεροι <lb/>τῆς τοιαύτης ἀσχολίας, εἰ μὲν ἔθος ἔχοιεν γυμνάζεσθαι,
                        <lb/>σπανιώτατα δεήσονται πόσεως ψυχροῦ· μὴ γυμναζόμενοι δὲ, <lb/>θέρους ὥρᾳ
                        ἀκμαίου, θερμότητος αἰσθανόμενοι πολλῆς, <lb/>ἀβλαβῶς ἂν ἀπὸ πηγῆς πίνοιεν
                        ἀπεχόμενοι χιόνος. εἰ γὰρ <lb/>καὶ παραχρῆμα τὰ νέα τῶν σωμάτων οὐδὲν
                        αἰσθητὸν ἡ χιὼν <pb n="814"/> φαίνοιτο βλάπτουσα, λεληθότως γοῦν κατὰ βραχὺ
                        τῆς βλάβης <lb/>αὐξανομένης ἐπὶ προήκοντι τῷ χρόνῳ, παρακμαζούσης <lb/>τε
                        τῆς ἡλικίας, ἀνίατά τε καὶ δυσίατα αὐτοῖς νοσήματα γίνεται <lb/>κατ’ ἄρθρα
                        καὶ νεῦρα καὶ σπλάγχνα. πάσχειν δὲ <lb/>εἰκὸς ἑκάστῳ τῶν βλαπτόντων ἐκεῖνο
                        τὸ μέρος τοῦ σώματος, <lb/>ὅπερ ἀσθενέστατον ἦν φύσει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>Μέγιστον δ’ εἴς τε κακοχυμίαν καὶ νόσον <lb/>ἐστὶν ἀπεψία συνεχὴς, ἐάν τ’ ἐπ’
                        εὐχύμοις, ἐάν τ’ ἐπὶ κακοχύμοις <lb/>ἐδέσμασι γίγνηται· πρόδηλον δ’, ὅτι
                        πολὺ χείρων <lb/>ἡ ἐπὶ τοῖς κακοχύμοις. διττῶν δ’ ὄντων αὐτῶν, ἐπὶ μὲν
                        <lb/>τοῖς τὸν λεπτὸν γεννῶσι χυμὸν ὀξέα νοσήματα γίνεται μετὰ <lb/>
                        <milestone unit="ed1page" n="361"/>κακοήθων πυρετῶν, εἰ δ’ εἰς ἓν μόριον
                        ἀποσκήψειεν <lb/>ἡ κακοχυμία, τά τ’ ἐρυσιπέλατα καὶ οἱ ἕρπητες, εἴ τέ τι
                        θερμὸν <lb/>οὕτω πάθος ἄλλο· ἐπὶ δὲ τοῖς τὸν παχὺν ἀρθρίτιδες, <lb/>καὶ
                        ποδάγραι, καὶ νεφρίτιδες, ἄσθματά τε καὶ σπληνὸς καὶ <lb/>ἥπατος σκιῤῥώδεις
                        διαθέσεις. οἷς δ’ ἡ κακοχυμία μελαγχολικὴ, <lb/>καρκῖνοι, καὶ λέπραι, καὶ
                        ψῶραι, καὶ πυρετοὶ τεταρταῖοι, <lb/>καὶ μελαγχολίαι, κακόχροιαί τε μέλαιναι
                        μετὰ σπληνὸς <pb n="815"/> ὄγκου παραπλησίου συμπίπτουσι, καὶ κιρσοὶ μέλανες
                        <lb/>αἱμοῤῥοΐδες τε πολλοῖς ἐγένοντο διὰ τοιοῦτον χυμόν. αἱ <lb/>δ’
                        ἐπίμικτοι διὰ πλεόνων χυμῶν διαθέσεις ἕρπητάς τε καὶ <lb/>τὰ καλούμενα
                        φαγεδαινικὰ τῶν ἑλκῶν, εἴτε τὰ κακοήθη <lb/>πάντα, καὶ πυρετοὺς ὀξεῖς
                        ὑποστροφὰς ἐπιφέροντας, ὡς <lb/>εἰς χρόνον αὖθις ἐμπίπτειν, ἀπεργάζονται.
                    </p></div></div></body></text></TEI>