<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg038.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΕΤΧΥΜΙΑΣ ΚΑΙ <lb/>ΚΑΚΟΧΥΜΙΑΣ ΤΡΟΦΩΝ.</head><p>Οἱ συνεχῶς ἐτῶν οὐκ ὀλίγων ἐφεξῆς γενόμενοι <lb/>λιμοὶ κατὰ πολλὰ τῶν
                        Ῥωμαίοις ὑπακουόντων ἐθνῶν <lb/>ἐναργῶς ἐπεδείξαντο τοῖς γε μὴ παντάπασιν
                        ἀνοήτοις, ἡλίκην <lb/>ἔχει κακοχυμία δύναμιν εἰς νόσων γένεσιν. οἱ μὲν γὰρ
                        τὰς <lb/>πόλεις οἰκοῦντες, ὥσπερ ἦν ἔθος αὐτοῖς παρασκευάζεσθαι <lb/>κατὰ τὸ
                        θέρος εὐθέως σῖτον αὐτάρκη πρὸς ὅλον τὸν ἐφεξῆς <lb/>ἐνιαυτὸν, ἐκ τῶν ἀγρῶν
                        πάντα τὸν πυρὸν αἴροντες ἅμα ταῖς <lb/>κριθαῖς τε καὶ τοῖς κυάμοις καὶ
                        φακοῖς, ἀπέλιπον τοῖς ἀγροίκοις <pb n="750"/> τοὺς ἄλλους Δημητρίους
                        καρποὺς, οὕς ὀνομάζουσιν ὄσπριά <lb/>τε καὶ χέδροπα, μετὰ τοῦ καὶ τούτων
                        αὐτῶν οὐκ ὀλίγα <lb/>κομίζειν εἰς ἄστυ. τὰ γοῦν ὑπολειφθέντα διὰ τοῦ
                        χειμῶνος <lb/>ἐκδαπανῶντες οἱ κατὰ τὴν χώραν ἄνθρωποι τροφαῖς κακοχύμοις
                        <lb/>ἠναγκάζοντο χρῆσθαι δι’ ὅλου τοῦ ἦρος, ἐσθίοντες <lb/>ἀκρέμονάς τε καὶ
                        βλάστας δένδρων καὶ θάμνων, καὶ βολβοὺς, <lb/>καὶ ῥίζας κακοχύμων φυτῶν,
                        ἐμφορούμενοι δὲ καὶ τῶν ἀγρίων <lb/>ὀνομαζομένων λαχάνων, ὅτου τις ἔτυχεν
                        εὐπορήσας, ἀφειδῶς <lb/>ἄχρι κόρου, καθάπερ καὶ πόας χλωρὰς ὅλας ἕψοντες
                        ἤσθιον, <lb/>ὧν πρότερον οὐδ’ ἄχρι πείρας ἐγεύσαντο πώποτε. παρῆν οὖν
                        <lb/>ὁρᾷν ἐνίους μὲν αὐτῶν ἐν τοῖς ἐσχάτοις τοῦ ἦρος, ἅπαντας δ’ <lb/>ὀλίγου
                        δεῖν ἐν ἀρχῇ τοῦ θέρους ἁλισκομένους ἕλκεσι παμπόλλοις <lb/>κατὰ τὸ δέρμα
                        συνισταμένοις, οὐ τὴν αὐτὴν ἰδέαν ἅπασιν <lb/>ἴσχουσι· τὰ μὲν γὰρ αὐτῶν ἦν
                        ἐρυσιπελατώδη, τὰ δὲ φλεγμονώδη, <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="418"/>τὰ δ’ ἑρπυστικὰ, τὰ δὲ λειχηνώδη, καὶ
                        ψωρώδη, <lb/>καὶ λεπρώδη. τούτων μὲν ὅσα πρᾳότατα, διὰ τοῦ δέρματος
                        <lb/>ἐξανθήσαντα τὴν κακοχυμίαν ἐκ τῶν σπλάγχνων τε καὶ τοῦ <lb/>βάθους
                        ἐκένωσεν· ἐνίοις δέ τισιν ἀνθρακώδη τε καὶ φαγεδαινικὰ <pb n="751"/>
                        γενόμενα μετὰ τῶν πυρετῶν, ἀπέκτεινε πολλοὺς ἐν χρόνῳ <lb/>μακρῷ μόγις
                        ὀλιγίστων σωθέντων. ἄνευ δὲ τῶν κατὰ <lb/>τὸ δέρμα παθημάτων πυρετοὶ
                        πάμπολλοι ἐγένοντο, διαχωρήσεις <lb/>γαστρὸς ἐπιφέροντες δυσώδεις καὶ
                        δακνώδεις, εἰς τεινεσμοὺς <lb/>καὶ δυσεντερίας τελευτώσας, οὖρά τε δριμέα,
                        καὶ αὐτὰ <lb/>δυσώδη, τὴν κύστιν ἐνίων ἑλκώσαντα. τινὲς δ’ αὐτῶν ἐκρίθησαν
                        <lb/>ἱδρῶσι, καὶ τούτοις δυσώδεσιν, ἢ ἀποστήμασι σηπεδονώδεσιν. <lb/>οἷς δ’
                        οὐδὲν τούτων ἐγένετο, πάντες ἀπέθανον <lb/>ἢ μετὰ φανερᾶς φλεγμονῆς ἑνός γέ
                        τινος τῶν σπλάγχνων, ἢ <lb/>διὰ τὸ μέγεθός τε καὶ τὴν κακοήθειαν τῶν
                        πυρετῶν. ὀλιγίστων <lb/>δὲ φλέβα τεμεῖν ἐν ἀρχῇ τῆς νόσου τολμησάντων ἐνίων
                        <lb/>ἰατρῶν, (ἐδεδίεσαν γὰρ εἰκότως χρῆσθαι τῷ βοηθήματι διὰ <lb/>τὸ
                        προκαταλελῦσθαι τὴν δύναμιν,) οὐδενὸς εἶδον αἷμα χρηστὸν <lb/>ἐκκριθὲν,
                        ὁποῖον ἐκ τῶν ὑγιεινῶν σωμάτων ὁρᾶται κενούμενον, <lb/>ἀλλ’ ἤτοι πυῤῥότερον,
                        ἢ μελάντερον, ἢ ὀῤῥωδέστερον, <lb/>ἢ δριμὺ καὶ δάκνον αὐτὴν τὴν διαιρεθεῖσαν
                        φλέβα <lb/>κατὰ τὴν ἐκροὴν, ὡς δυσεπούλωτον γενέσθαι τὸ ἕλκος. ἐνίοις <pb n="752"/> δὲ καὶ συμπτώματα μετὰ τῶν πυρετῶν, καὶ μάλιστα τοῖς
                        <lb/>ἀποθανοῦσιν, ἐγένοντο βλάβην τῆς διανοίας ἐπιφέροντα σὺν
                        <lb/>ἀγρυπνίαις καὶ καταφοραῖς. οὐδὲν δὲ θαυμαστὸν, ἐναντίοις <lb/>ἁλῶναι
                        νοσήμασί τε καὶ συμπτώμασι τοὺς τότε νοσήσαντας, <lb/>αὐτούς τε διαφέροντας
                        ἀλλήλοις οὐ ταῖς φύσεσι μόνον ἢ ταῖς <lb/>ἡλικίαις, ἀλλὰ καὶ ταῖς ἔμπροσθεν
                        διαίταις, ἐναντίαν τε δύναμιν <lb/>ἐχούσας ἐδηδοκότας ἐν τῷ λιμῷ τροφάς.
                        ἤσθιον μὲν <lb/>γὰρ ἅπαντες ὧν ηὐπόρουν· ἀνομοίου δὲ τῆς εὐπορίας
                        <lb/>οὔσης, ἔνιοι μὲν ὀξεῖς, ἢ δριμεῖς, ἢ ἁλυκοὺς, ἢ πικροὺς ἔχοντα
                        <lb/>χυμοὺς ἐδέσματα προσηνέγκαντο, τινὲς δ’ αὐστηροὺς, <lb/>ἢ στρυφνοὺς, ἢ
                        ψύχοντας σαφῶς, ἢ ὑγροὺς ἱκανῶς, ἢ γλίσχρους, <lb/>ἢ φαρμακώδεις. οἶδα γοῦν
                        ἐνίους μὲν αὐτίκα διὰ <lb/>μυκήτων ἐδωδὴν ἀποθανόντας, ἐνίους δὲ διὰ
                        κωνείων, ἢ <lb/>ναρθήκων, οὐκ ὀλίγους δ’ ἐξ αὐτῶν μόλις διασωθέντας.
                        <lb/>ἅπασι μὲν οὖν τοῖς ἄλλοις ἀνθρώποις ἐναργῶς ἐφαίνετο τῷ <lb/>λογισμῷ
                        σκοπουμένοις, ὥσπερ ἐκτὸς πολυειδεῖς μὲν ἑλκώσεις <lb/>ἐγένοντο, ποικίλα δὲ
                        ὄγκων εἴδη φλεγμονωδῶν τε καὶ οἰδηματωδῶν, <pb n="753"/> ἐρυσιπελατωδῶν τε
                        καὶ σκιῤῥωδῶν, οὕτω καὶ <lb/>κατά τινα τῶν ἐν βάθει μορίων, ὅσα κυριώτερα,
                        τοσαύτας <lb/>διαθέσεις ἐγχωρεῖν γεγονέναι. μόνοις δὲ τοῖς ἀποστᾶσι τῆς
                        <lb/>κατὰ τοὺς χυμοὺς Ἱπποκράτους διδασκαλίας ὁ λογισμὸς ἐπεπήρωτο,
                        <lb/>πάντα μᾶλλον ἢ τοὺς χυμοὺς αἰτιᾶσθαι τολμῶσιν. <lb/>ἔνιοι δ’ αὐτῶν
                        ὡμολόγησάν μοι λαθραίως, ὁρᾷν μὲν ἐναργῶς <lb/>τὴν πρὸς Ἱπποκράτην
                        φιλονεικίαν τῶν οὐδὲν οὐδ’ εἰς <lb/>νόσον ἡγουμένων ἀγαθὸν ἢ κακὸν ἐκ χυμῶν
                        γίνεσθαι, μεταστῆναι <lb/>δ’ αἰδεῖσθαι πρὸς Ἱπποκράτην μετὰ πεντήκοντα
                        <lb/>τῆς ἡλικίας ἔτη· δόξειν μὲν γὰρ οὕτως ἔφασαν οὐ τοὺς <lb/>μαθητὰς
                        μόνους, ἀλλὰ καὶ τοὺς χρωμένους ἡμῖν ἐν ἅπαντι <lb/>τῷ πρόσθεν χρόνῳ
                        βεβλαφέναι. καὶ μέντοι καὶ τιμᾶσθαι μὲν <lb/>ἔλεγον ἤδη πρὸς πολλῶν
                        ἀνθρώπων, ὡς ἐπ’ ἀληθέσιν οἶς <lb/>ἐπρέσβευον δόγμασιν· ἐὰν δὲ καὶ ταῦθ’
                        ὁμολογήσωσιν εἶναι <lb/>μοχθηρὰ, καὶ τῶν ἄλλων ἀμαθέστεροι φανεῖσθαι, καὶ
                        μηδένα <lb/>τῶν ἔμπροσθεν αὐτοῖς χρωμένων αὖθις ἔτι χρήσεσθαι. <milestone unit="ed2page" n="419"/>
                        <lb/>τούτοις μὲν οὖν πολλὴν συγγνώμην νέμειν εὔλογον ἡμᾶς, οὐ ﻿<pb n="754"/>
                        τὴν προαίρεσιν μεμφομένους, ἀλλὰ τῇ δυστυχίᾳ συναλγοῦντας <lb/>αὐτοῖς, οἳ
                        πρὸ τοῦ κρῖναι δύνασθαι τὰ διδασκόμενα <lb/>περιέπεσον οὐκ ἀγαθοῖς
                        διδασκάλοις. ἄξιοι δὲ μίσους εἰσὶν <lb/>οἱ πρῶτοι διὰ φιλοτιμίαν αἱρέσεις
                        δογμάτων συστησάμενοι· <lb/>φαίνονται γὰρ ἑκόντες ἐξαπατᾷν ἐπιχειρῆσαι τοὺς
                        πέλας, οὐκ <lb/>ἄκοντες σφαλῆναι, μηδενὸς ἀνθρώπου εἰς τοσαύτην ἄνοιαν
                        <lb/>ἥκοντος, ὡς ἀγνοῆσαι, πηλίκον ἐστὶ κακὸν ἐκτραπῆναι τοὺς <lb/>ἐν τῷ
                        σώματι χυμοὺς εἰς φαρμακώδεις ποιότητας. αὐτοὶ <lb/>γοῦν οὗτοι, πρὸς οὓς ὁ
                        λόγος ἐστὶ, δύσκολον ἢ καὶ τελέως <lb/>ἀδύνατον εἶναί φασι διακρῖναι τοὺς ἐκ
                        φαρμάκων ὀλεθρίων <lb/>προσφορᾶς ἀπολλυμένους τῶν ἐξ αὐτοῦ τοῦ σώματος τῆς
                        <lb/>νοσώδους διαθέσεως. οὐ μὴν οὔθ’, ὅτι τοὺς τῶν ἰοβόλων ὀνομαζομένων
                        <lb/>θηρίων χυμοὺς, οὓς ἐνιᾶσι διὰ τοῦ δήγματος, <lb/>ἐνίους μὲν νεκροῦντας
                        ἐν τάχει τὸ δηχθὲν μόριον, ἐνίους δὲ <lb/>καὶ σήποντας, ἢ φλεγμονὰς ἢ ὀδύνας
                        μεγίστας ἐπιφέροντας <lb/>ἐναργῶς ὁρῶμεν, ἔνεστιν ἀρνήσασθαι οὐδενὶ, καθάπερ
                        οὐδ’ <lb/>ὅτι σκορπίῳ τις ἐπιπτύσας δὶς ἢ τρὶς νήστης εὐθέως ἀναιρεῖ <pb n="755"/> τὸ ζῶον. ὥσπερ γὰρ οἰκεῖαι φύσεις φύσεσίν εἰσιν, οὕτως
                        <lb/>ἕτεραι πολέμιαί τε ἑτέραις καὶ φθαρτικαί. τρέφεσθαι μὲν <lb/>οὖν ἡμῖν
                        ὑπὸ τῶν οἰκείων, ἀπόλλυσθαι δὲ ὑπὸ τῶν ἐναντίων <lb/>συμβαίνει. καὶ λέλεκται
                        περὶ τούτων ἐπὶ πλεῖστον ἔν τε τοῖς <lb/>περὶ τῶν φυσικῶν δυνάμεων
                        ὑπομνήμασι, καὶ τοῖς περὶ τῶν <lb/>ἁπλῶν φαρμάκων· εἰς δὲ τὸν ἐνεστῶτα λόγον
                        ἱκανὴ καὶ <lb/>τῶν ἐν τοῖς λιμοῖς ὀφθέντων ἡ διήγησις. εἰ δέ μοι πιστεύειν
                        <lb/>ἐθέλοις, οὐδεμίαν μὲν αἰτίαν <milestone unit="ed1page" n="352"/>ἔχοντι
                        ψεύδεσθαι, δυσχεραίνοντι <lb/>δὲ ἐπὶ τῷ πολλοὺς ἐν βιβλίοις ἄνδρας ἐψεῦσθαι
                        <lb/>μεγάλως, διηγήσομαί σοι τὰ διὰ μακρᾶς πείρας ἐν ὅλῳ μου <lb/>τῷ βίῳ
                        γνωσθέντα μετὰ τοῦ καὶ τοὺς θεοὺς ἐπικαλέσασθαι <lb/>μάρτυρας. ἐμοὶ γὰρ
                        πατὴρ ἐγένετο, γεωμετρίας μὲν καὶ ἀρχιτεκτονίας <lb/>καὶ λογιστικῆς
                        ἀριθμητικῆς τε καὶ ἀστρονομίας <lb/>εἰς ἄκρον ἥκων, ὑπὸ πάντων δὲ τῶν
                        γνόντων αὐτὸν ἐπὶ <lb/>δικαιοσύνῃ καὶ χρηστότητι καὶ σωφροσύνῃ θαυμασθεὶς,
                        ὡς <lb/>οὐδεὶς τῶν φιλοσόφων. οὗτος οὖν παῖδα μὲν ὄντα με διαιτῶν <lb/>αὐτὸς
                        ἄνοσον ἐφύλαξεν. ἐπεὶ δὲ μειράκιον ἐγενόμην, ὅ <lb/>τε πατὴρ ὑπεχώρησεν εἰς
                        ἀγρὸν, ὢν φιλογέωργος, εἰχόμην <pb n="756"/> μὲν ὧν ἐμάνθανον ὑπὲρ ἅπαντας
                        τοὺς συμφοιτῶντας, οὐ <lb/>δι’ ἡμέρας μόνον, ἀλλὰ καὶ νύκτωρ· ἐμπλησθεὶς δὲ
                        μετὰ <lb/>τῶν ἡλικιωτῶν ἐν παντὶ τῷ χρόνῳ τῆς ὀπώρας ἁπάντων <lb/>τῶν
                        ὡραίων, ἐνόσησα τοῦ φθινοπώρου νόσον ὀξεῖαν, ὡς <lb/>φλεβοτομίας δεηθῆναι.
                        παραγενόμενος οὖν εἰς τὴν πόλιν ὁ <lb/>πατὴρ ἐπετίμησέ τέ μοι καὶ τῆς
                        ἔμπροσθεν διαίτης ἀνέμνησεν, <lb/>ἣν ὑπ’ αὐτῷ διῃτώμην, ἐκέλευσέ τε τὸ
                        λοιπὸν φυλάττειν <lb/>αὐτὴν, ἀποστάντα τῆς τῶν ἡλικιωτῶν ἀκρασίας. καὶ
                        μέντοι <lb/>καὶ κατὰ τὸν ἑξῆς ἐνιαυτὸν ἔργον ἐποιήσατο παραφυλάξαι <lb/>μου
                        τὴν δίαιταν, ὡς μετρίως ἅψασθαι τῶν ὡραίων· ἦγον <lb/>δὲ τηνικαῦτα τῆς
                        ἡλικίας ἔτη ιθ΄. ἄνοσος οὖν ἐν αὐτῷ μείνας, <lb/>εἶτ’ ἐν τῷ μετ’ αὐτὸν
                        ἐνιαυτῷ τοῦ πατρὸς ἀποθανόντος, <lb/>ἅμα τοῖς ἡλικιώταις διαιτηθεὶς ἐπὶ
                        δαψιλέσι τοῖς κατὰ <lb/>τὴν ὀπώραν, ἐνόσησα νόσον παραπλησίαν τῇ πρόσθεν, ὡς
                        <lb/>καὶ τότε φλεβοτομίας δεηθῆναι. τοὐντεῦθεν ποτὲ μὲν ἐφεξῆς <lb/>καθ’
                        ἕκαστον ἐνιαυτὸν, ἐνίοτε δὲ διαλιπὼν ἓν ἔτος, ἐνόσουν <lb/>μέχρι τῶν ὀκτὼ
                        καὶ εἴκοσιν ἐτῶν. <milestone unit="ed2page" n="420"/>ἐν τούτῳ δὲ <pb n="757"/> κινδυνεύσας ἀπόστημα σχεῖν, καθ’ ὃ μέρος συνάπτει τὸ ἧπαρ <lb/>τῷ
                        διαφράγματι, τῶν ὡραίων ἁπάντων ἀπέχεσθαι ἐμαυτὸν <lb/>ὥρισα πλὴν τῶν
                        πεπείρων ἀκριβῶς σύκων τε καὶ σταφυλῶν, <lb/>οὐδὲ τούτων ἀμέτρως, ὡς
                        ἔμπροσθεν, ἀλλὰ συμμέτρως <lb/>προσφερόμενος. ἔσχον δὲ καὶ ἄλλον τινὰ τῶν
                        ἐμαυτοῦ <lb/>πρεσβύτερον ἔτεσι δυοῖν, τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχοντα ἐμοί.
                        <lb/>φροντίζοντες οὖν τῶν γυμνασίων καὶ τοῦ μηδέποτ’ ἀπεπτῆσαι <lb/>ἄνοσοι
                        διεμείναμεν ἄχρι δεῦρο πολλῶν ἐτῶν· καὶ τῶν <lb/>ἄλλων δὲ φίλων ὅσους ἔπεισα
                        γυμνάζεσθαί τε καὶ τεταγμένως <lb/>διαιτᾶσθαι, τέως πάντας ὁρῶ διαπαντὸς
                        ὑγιαίνοντας, <lb/>ἐνίους μὲν ἐξ ἐτῶν πέντε καὶ εἴκοσι, τοὺς δ’ ἐξ ἐλαττόνων
                        <lb/>μὲν, ἤδη δ’ ἱκανῶν, ὡς ἕκαστοι πεισθέντες ἔτυχον ἀπέχεσθαί <lb/>τε τῶν
                        ὡραίων καὶ τῶν ἄλλων κακοχύμων ἐδεσμάτων, <lb/>ἃ πρόκειται διελθεῖν ἐν τῷδε
                        τῷ γράμματι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Τοῖς μὲν οὖν δυναμένοις γυμνάζεσθαι πρὸ <lb/>τῶν σιτίων οὐδὲ τῆς ἀκριβοῦς
                        πάνυ διαίτης ἐδέησε· τοῖς δὲ <pb n="758"/> διὰ περιστάσεις πραγμάτων
                        κωλυομένοις οὐ μόνον ἀβλαβεστέρας <lb/>διαίτης, ἀλλὰ καὶ φαρμάκων ὑγιεινῶν
                        ἐστι χρεία. <lb/>πολλοὶ μέντοι τῶν ἀνθρώπων ἐν τοιαύτῃ καταστάσει
                        διατρίβουσιν, <lb/>ὥστε μὴ δυνατὸν αὐτοῖς εἶναι, μήτε γυμνάζεσθαι καλῶς
                        <lb/>πρὸ τῶν σιτίων, μήτ’ ἐσθίειν ἱκανῶς ἐν καιρῷ, μήτε <lb/>πέττειν καλῶς
                        τὰς τροφάς. τοὺς μὲν δὴ τοιούτους ἀδύνατον <lb/>ἀνόσους διαμένειν ἄνευ τοῦ
                        προνοεῖσθαι τῆς γαστρὸς ὑπαγωγῆς <lb/>ἐκ διαλειμμάτων, ἐνίοτε δὲ καὶ
                        καθάρσεως ἰσχυροτέρας, <lb/>ὡραίας τε κενώσεως αἵματος, ὑγιεινῶν τέ τινων
                        φαρμάκων, <lb/>ἐν τοῖς προσήκουσι καιροῖς πινομένων. ὅσοι δὲ βίον ἡσύχιον
                        <lb/>εἵλοντο, μήτε πρὸ ἡμέρας ἀνάγκην ἔχοντες ἐπὶ τὰς τῶν <lb/>πολὺ
                        δυναμένων ἐπιέναι θύρας, μήτε πολλάκις ἱδροῦντες ἐν <lb/>ἀναγκαίαις πράξεσι
                        καταψύχεσθαι, μήτε λουομένοις τισὶ <lb/>παρεστάναι, μήτ’ εἰς οἶκον
                        ἐπανερχομένους αὐτοὺς παραπέμπειν, <lb/>εἶτα μετὰ πολλῆς σπουδῆς αὐτοὶ
                        λουσάμενοι πρὸς τὸ <lb/>δεῖπνον ἐπείγεσθαι, τούτοις πρώτοις ὑποθήσομεν
                        δίαιταν, <lb/>ἐξ ἧς ἂν μάλιστα χρηστότατον ἔχωσιν αἷμα· μετὰ δὲ τούτους
                        <lb/>πειράσομαί τινας ὑποθήκας δοῦναι καὶ τοῖς ἐν ἀσχολίᾳ ζῶσι. ﻿<pb n="759"/> δεήσεται δ’ ὁ λόγος ἀναμνῆσαι τῶν γεγραμμένων ἐν τοῖς <lb/>τρισὶν
                        ὑπομνήμασιν, ἐν οἷς ὁ λόγος μοι γέγονε περὶ τῶν ἐν <lb/>ταῖς τροφαῖς
                        δυνάμεων. εὔχυμα τοίνυν ἐδέσματα τῶν μὲν <lb/>σιτηρῶν ἄρτοι τ’ εἰσὶν οἱ
                        καθαροὶ, κατειργασμένοι καλῶς <lb/>ὀπτήσει τε τῇ διὰ κλιβάνου καὶ τῇ πρὸ
                        αὐτοῦ φυράσει καὶ <lb/>ζύμῃ συμμέτρῳ καὶ ἁλῶν μίξει, πρὸς τούτοις δὲ
                        δεύτεροι <lb/>κατ’ ἀρετὴν οἱ ἰπνῖται. καὶ χόνδρος δὲ τῶν εὐχυμοτάτων
                        <lb/>ἐστὶν, ὥσπερ καὶ τὸ χοίρειον κρέας, ἐὰν ἀκριβῶς ἥ τε <lb/>γαστὴρ αὐτὰ
                        πέψῃ καὶ τὸ ἧπαρ αἱματώσῃ. γλίσχρον δ’ <lb/>ἔχει τι καὶ διὰ τοῦτ’
                        ἐμφρακτικὸν ἥπατός τε καὶ νεφρῶν, οἷς <lb/>στενόπορα φύσει ταῦτα.
                        πλεοναζόντων γοῦν ταῖς ἐδωδαῖς <lb/>αὐτῶν, βάρους τέ τις αἴσθησις ἐν τοῖς
                        εἰρημένοις μορίοις γίνεται <lb/>καί ποτε καὶ πόνος. ἕπεται δὲ ταῖς καθ’ ἧπαρ
                        ἐμφράξεσι, <lb/>κωλύεσθαι μὲν τὴν ἀνάδοσιν, ἀθροίζεσθαι δὲ πλῆθος <lb/>ἐν
                        ταῖς κατὰ τὸ μεσάραιόν τε <milestone unit="ed2page" n="421"/>καὶ τὰ σιμὰ τοῦ
                        σπλάγχνου <lb/>φλεψὶν, ᾧ πάλιν φλεγμονὰς ἀκολουθῆσαι τῶν μορίων, <lb/>ἐν οἷς
                        ἤθροισται, κίνδυνος, ἢ αὐτῶν τῶν πλεοναζόντων χυμῶν <pb n="760"/> σηπεδόνα.
                        δυοῖν γάρ τοι θάτερον ἀναγκαῖόν ἐστι τοῖς <lb/>ὠμοῖς καὶ παχέσι χυμοῖς
                        ἀκολουθεῖν, ἢ μεταβάλλεσθαι εἰς <lb/>αἷμα πεττομένοις, ἢ σήπεσθαι, καθάπερ
                        καὶ τἄλλα πάντα <lb/>τὰ ἐν τοῖς θερμοῖς χωρίοις χρόνῳ πλείονι μένοντα. καὶ
                        διὰ <lb/>τοῦτο τοῖς ἰατροῖς εὑρέθη τὰ κληθέντα πρὸς αὐτῶν ὑγιεινὰ
                        <lb/>φάρμακα, τῆς λεπτυνούσης ἅπαντα δυνάμεως ὄντα. τούτοις <lb/>γὰρ ἔργον
                        ἐστὶν, ἐκφράττειν μὲν τὰς στενὰς διεξόδους, ἀποῤῥύπτειν <lb/>δὲ τὸ
                        προσπλαττόμενον γλίσχρον ἐκ τῶν χυμῶν τοῖς <lb/>ἀγγείοις, τέμνειν δὲ καὶ
                        λεπτύνειν τὰ παχέα τῶν ὑγρῶν. ἀλλ’ <lb/>ἐὰν πλεονάσῃ τις ἐν αὐτοῖς, ὀῤῥῶδες
                        ἢ πικρόχολον ἐν τῷ <lb/>χρόνῳ ἢ μελαγχολικὸν ἐργάζεται τὸ αἷμα. πέφυκε γὰρ
                        ὀλίγον <lb/>δεῖν ἅπαντα τὰ τοιαῦτα φάρμακα σὺν τῷ λεπτύνειν τε <lb/>καὶ
                        τέμνειν ἔτι καὶ θερμαίνειν ἀμετρότερον. ὑπὸ δὲ τῶν οὕτως <lb/>θερμαινόντων
                        ξηραίνεται μὲν τὰ στερεὰ, παχύνονται δὲ <lb/>οἱ χυμοὶ, καὶ διὰ τοῦτο κατὰ
                        τοὺς νεφροὺς οἱ πωρώδεις λίθοι <lb/>συνίστανται. καλλίστης οὖν κατασκευῆς
                        σώματος ὑπαρχούσης, <lb/>ἥτις ἂν εὐκρατοτάτη μὲν ᾖ, τὰς δὲ τῶν χυμῶν
                        διεξόδους <lb/>εὐρείας ἔχῃ, δυνατόν ἐστιν ὑγιαίνειν ἀεὶ τὸν οὕτω πεφυκότα,
                            <pb n="761"/> γυμναζόμενον αὐτάρκη πρὸ τῶν σιτίων, ἐὰν καὶ πλεονάζῃ
                        <lb/>ποτὲ κατὰ τὰ παχύχυμα τῶν ἐδεσμάτων, ὁποῖόν ἐστιν, <lb/>ὡς ἔφην, ὅ τε
                        χόνδρος καὶ τὸ χοίρειον κρέας, οἵ τ’ ἰπνῖται <lb/>τῶν ἄρτων, ἢ κριβανῖται,
                        οὐ πάνυ δ’ ἀκριβῶς οὔτε προπαρεσκευασμένοι <lb/>τῇ λελεγμένῃ μικρὸν
                        ἔμπροσθεν κατασκευῇ, <lb/>κατά τε τὸν κλίβανον ἐνδεῶς ὠπτημένοι. τὴν δ’
                        αὐτὴν ἔχει <lb/>τῷ χόνδρῳ φύσιν ὁ καλούμενος τράγος, ἐκ τῶν σιτηρῶν
                        <lb/>τροφῶν καὶ αὐτὸς ὑπάρχων, δυσκατεργαστότερός γε μὴν ἐν <lb/>τῇ κατὰ τὴν
                        γαστέρα πέψει ἐστὶ τοῦ χόνδρου. παραπλησίαν <lb/>δὲ τούτοις δύναμιν ἔχει καὶ
                        ἡ τῶν ὠῶν φύσις, ἀλλὰ διορισμῶν <lb/>πολλῶν δεομένη, καθάπερ καὶ τὸ γάλα.
                        προϊόντος δὲ τοῦ <lb/>λόγου διδαχθήσεται μετ’ ὀλίγον ἀκριβῶς πᾶσα. πρότερον
                        <lb/>γὰρ, ὥσπερ τούτων ἐμνημόνευσα, τὸν οἷον τύπον ὑπογράφων <lb/>τῶν
                        εὐχύμων τε καὶ κακοχύμων ἅμα γλισχρότητι τροφῶν, <lb/>οὕτως καὶ τῶν
                        συμμέτρως ἐχουσῶν βούλομαι μνημονεῦσαι, <lb/>μέσον οὐσῶν τῇ φύσει τῶν
                        παχυνόντων ἐδεσμάτων καὶ τῶν <lb/>
                        <milestone unit="ed1page" n="353"/>λεπτυνόντων, ὑπὲρ ὧν ἑτέρωθι διῆλθον ἐν
                        ἑνὶ γράμματι <pb n="762"/> τῷ περὶ τῆς λεπτυνούσης διαίτης. ἀλλὰ τῶν μὲν
                        τοιούτων <lb/>τὰ πλεῖστα φάρμακα μᾶλλον ἄν τις ἢ τροφὴν εἴποι. <lb/>τὰ δὲ
                        τοὺς παχεῖς καὶ γλίσχρους γεννῶντα χυμοὺς ἐδέσματα <lb/>τροφιμώτατά τε πάντ’
                        ἐστὶ, κᾂν πεφθῇ καλῶς ἔν τε τῇ γαστρὶ <lb/>καὶ τῷ ἥπατι, χρηστὸν αἷμα γεννᾷν
                        πέφυκεν. </p></div></div></body></text></TEI>