<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="9"><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Ὅτι δ’ εἰς λογικὰς ἀρχὰς ἀνάγεται παντὸς <lb/>δόγματος ἡ ἀπόδειξις,
                            ἐπιδέδεικται μὲν ἡμῖν ἐν ἁπάσαις <lb/>σχεδὸν ταῖς πραγματείαις, ἀλλὰ καὶ
                            νῦν, ἐπειδὴ τὸ διακρίνειν <lb/>ἀπ’ ἀλλήλων δύνασθαι τὰ πράγματα καὶ
                            θεωρεῖν <pb n="783"/> ἀκριβῶς τὰς ἐν ἑκάστοις ὁμοιότητάς τε καὶ
                            ἀνομοιότητας <lb/>ἐξ ἀρχῆς σκοπεῖσθαι προὐθέμεθα, προσθήσω τι παράδειγμα
                            <lb/>γυμνασίας ἕνεκεν, ὡς οὐ χρὴ μόνον ἀρκεῖσθαι τῷ <lb/>δεῖξαι τὸ δεῖν
                            ὑμᾶς γυμνάζεσθαι περὶ τὰ κατὰ μέρος, <lb/>ἀλλὰ καὶ πράττειν οὕτω. οὐδὲ
                            γὰρ ὁ Πλάτων αὐτὸς οὔθ’ <lb/>Ἱπποκράτης ἠρκέσθησαν τῷ καθόλου τοῦτο
                            συμβουλεύσασθαι, <lb/>ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν παραδειγμάτων ἐγύμνασαν ἡμᾶς
                            <lb/>ἐν πολλοῖς κατὰ μέρος. προκεχειρίσθω δέ τις ὕλη θεωρίας, <lb/>ἡ τῆς
                            περὶ ἡμᾶς προνοίας τοῦ δημιουργοῦ, τὴν ἀρχὴν ἀπὸ <lb/>τῆς κατασκευῆς τοῦ
                            σώματος ποιησαμένοις. ἔνιοι γὰρ κατά <lb/>τινα τύχην ἄτεχνον καὶ ἄλογον,
                            οὐ κατὰ πρόνοιαν σοφοῦ <lb/>δημιουργοῦ διαπλάττεσθαί φασιν, ἀμυδρᾷ πρὸς
                            τὴν πίστιν <lb/>ὧν λέγουσιν ὁμοιότητι χρώμενοι, ὡς ἔνια κατὰ τὸν βίον
                            <lb/>ὑπὸ τύχης ὅμοια γίνεται τῶν κατὰ τὰς τέχνας. ὁρῶν γάρ <lb/>τίς
                            τινων τὴν περιγραφὴν ἢ τὸ σχῆμα παραπλήσιον εἶναι <lb/>λέοντος προσώπῳ,
                            καθάπερ ἐνίων δράκοντος, ἢ ἄλλου τινὸς <lb/>ζώου, ὥς φασι, καί πού τις
                            πατάξας πέτραν ἀπέῤῥηξεν <pb n="784"/> αὐτῆς τηλικοῦτον, ὡς τὸ
                            καταλειπόμενον ἐοικέναι λέοντος <lb/>μορφῇ, <milestone unit="ed2page" n="268"/>ἕτερά τε τοιαῦτα λέγουσιν ἅπαξ ἐν μακρῷ <lb/>χρόνῳ καθ’
                            ὅλην τὴν οἰκουμένην γεγονότα, τῆς δὲ τῶν <lb/>τεχνῶν φύσεως, ἣν ἅπαντες
                            ἄνθρωποι φύσει ποιοῦνται, καὶ <lb/>τῆς πρὸς αὐτὰς ὁμοιοτάτης ἡμῶν
                            διαπλάσεως παντάπασιν <lb/>ἐπιλανθάνονται. καίτοι γε ὁρῶνται ἐνεργοῦντας
                            περὶ τὰς <lb/>ὕλας πολλοὺς, οὔτε σκυτοτόμους ὀνομαζομένους, οὔτε
                            τέκτονας, <lb/>οὔτε πλάστας, ἐάν γε μὴ φαίνηται χρησίμου ἕνεκά τινος
                            <lb/>ἑκάστου, ὧν ἐκεῖνοι ἐδημιούργησαν, γεγονέναι. ὡς οὐδὲν <lb/>ἄλλο
                            τέχνης ὑπάρχει γνώρισμα παρὰ τὴν χρείαν ἑκάστου τῶν <lb/>ἐν τῷ
                            δημιουργηθέντι μορίῳ. ἐὰν μὲν οὖν ὁ τὰ ξύλα <lb/>τέμνων τε καὶ πρίων καὶ
                            συμπηγνὺς ἀπεργάσηται σκίμποδα, <lb/>πάντ’ ἐπιτήδεια τὰ μόρια ἔχοντα
                            πρὸς τὴν χρείαν, ἧς ἕνεκα <lb/>πήγνυται, γεγονότα, τεχνίτην φασὶν εἶναι
                            τὸν τοιοῦτον· ἐὰν <lb/>δ’ ἤτοι τοὺς δεξιοὺς πόδας τοῖς ἀριστεροῖς
                            ἀνίσους ἀπεργάσηται <lb/>κατὰ τὸ μῆκος, ἢ τὸ πάχος, ἢ τὸ σχῆμα
                            διαφέροντας, <lb/>ἤ τι τοιοῦτον κατὰ τὸ ἐπίκλιντρον, ἢ τὰ διήκοντα
                            <lb/>ξύλα κατὰ τὸ μῆκός τι τῶν ἄνω μερῶν ἐπὶ τὰ κάτω φαίνηται
                            <lb/>σφαλεὶς, ἄτεχνον εἶναί φασι. καὶ πολύ γε μᾶλλον, ἂν <pb n="785"/>
                            τὸ κατασκευαζόμενον ἐκ πολλῶν μερῶν ᾖ συγκείμενον, εἶτα <lb/>μηδὲν ἐν
                            αὐτοῖς ὁ συμπηγνὺς αὐτὰ σφάλληται, τεχνίτην εἶναί <lb/>φασι τὸν
                            κατασκευάσαντα, καθάπερ ἐπὶ τῆς ἁμάξης ὁ Ἡσίοδος <lb/>εἶπεν,</p><l>— — ἑκατὸν δέ τε δούραθ’ ἁμάξης.</l><p>εἴτε γὰρ ὄντως ἑκατὸν, εἴτε ἀντὶ τοῦ πολλὰ τοσαῦτα εἶπεν, <lb/>ὥσπερ
                            Ὅμηρος,</p><l>Τῆς ἑκατὸν θύσανοι παγχρύσεοι ἠερέθοντο.</l><p>καὶ διὰ τοῦτο οἱ γραμματικοί φασιν, ἀντὶ τοῦ πολλὰ ἑκατὸν <lb/>εἰρηκέναι,
                            τῷ μὴ σφαλῆναι κατά τι τῶν μορίων, ἀλλὰ <lb/>καὶ τὸ μέγεθος αὐτοῖς καὶ
                            τὸ σχῆμα περιθεῖναι τὸ πρέπον, <lb/>ἐν χώρᾳ τε τῇ προσηκούσῃ τάξαι, καὶ
                            τὴν πρὸς τὰ <lb/>πλησιάζοντα σύνθεσιν ἀσφαλῆ καὶ δύσλυτον ἐργάσασθαι,
                            <lb/>τέχνης ἐπιδείγματα πάντες ἡγοῦνται, οὐχὶ παρ’ ἀνθρώπου
                            <lb/>διδαχθέντες οὕτω κρίνειν, ἀλλ’ ἔχοντές φύσει τέχνης ἔννοιαν
                            <lb/>ἀφωρισμένην τύχης. τὸ μὲν γὰρ ἐν ἅπασι κατορθούμενον <lb/>εἰς
                            τέχνην ἀναφέρουσι, τὸ δὲ καθ’ ἓν ἢ δύο τύχης ἔργον, <pb n="786"/> οὐ
                            τέχνης, εἶναι πεπιστεύκασι. τὴν αὐτὴν οὖν ἔννοιαν οἱ <lb/>ἀνατομικοὶ τῶν
                            ἰατρῶν ἐθαύμασαν ἅπαντες τὴν τέχνην τῆς <lb/>φύσεως. οὐ γὰρ, ὡς ἔξωθεν
                            ὁρᾶται τὸ σῶμα συγκείμενον <lb/>ἐκ μερῶν δέκα που καὶ δώδεκα ἢ, εἰ
                            βούλει, καὶ εἴκοσιν, <lb/>οὕτω καὶ κατ’ ἀλήθειαν ἔχει. σύγκειται γὰρ ἐξ
                            ὀστέων <lb/>πλειόνων ἢ διακοσίων, ὥσπερ γε καὶ μυῶν πολὺ πλειόνων ἢ
                            <lb/>διακοσίων. εἰς ἕκαστον δὲ τῶν ὀστῶν μὲν ἀφικνεῖται τὸ τρέφον
                            <lb/>ἀγγεῖον, ὃ καλοῦσιν οἱ ἄνθρωποι φλέβα, τῶν δὲ μυῶν οὐ <lb/>τοῦτο
                            μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀρτηρία, καὶ νεῦρα, ἴσα τε πάντα <lb/>ἐστὶν ἀκριβῶς τὰ
                            κατὰ τὸ δεξιὸν μέρος τοῦ ζώου τοῖς κατὰ <lb/>θάτερον, ὀστοῦν ὀστῷ, καὶ
                            μῦς μυῒ, καὶ φλὲψ φλεβὶ, καὶ <lb/>νεῦρον νεύρῳ, καὶ ταῖς ἀρτηρίαις
                            ἀρτηρίαι. διὸ καὶ θαυμαστῶς <lb/>ὁ Ἱπποκράτης ἔφη, τοῦτο μὲν ἐπεὶ
                            δίκαιον ἔχουσι τὸ <lb/>σῶμα οἱ ἄνθρωποι. μέγιστον γάρ ἐστι σημεῖον τῆς
                            ἐν τοῖς <lb/>μορίοις δικαιοσύνης καὶ ἡ τοῦ σχήματος ὁμοιότης, ἥ τε τῆς
                            <lb/>χώρας, καθ’ ἣν ἐμφύεται τὰ τρία ταῦτα ὄργανα, τὴν φλέβα <lb/>λέγω
                            καὶ τὴν ἀρτηρίαν καὶ τὸ νεῦρον ἐν ἑκάστῳ τῶν μυῶν, <lb/>ἥ τε τῆς ἐν
                            αὐτοῖς σχέσεως ἐναντιότης οὐ δικαιοσύνην <pb n="787"/> μόνον ἐν τῇ
                            κατασκευῇ τοῦ σώματος ἐνδείκνυται σαφῶς, <lb/>ἀλλὰ καὶ δύναμιν ἄκραν τοῦ
                            κατασκευάσαντος αὐτὸ τὸ <lb/>σῶμα. τοὺς γάρ τοι σκοποὺς τῆς κατασκευῆς
                            ἐὰν ἀριθμήσῃς, <lb/>εἶθ’ ἕκαστον αὐτῶν εὕρῃς κατωρθωμένον, ἐναργῶς σοι
                            <lb/>φανεῖται τὸ μέγεθος αὐτοῦ, φημὶ τοῦ δημιουργοῦ. οὐ γὰρ <lb/>ἁπλῶς
                            οὕτως, ὡς ἂν ἀμελῶς τις ἐννοήσειεν, ἰσάριθμόν ἐστι <lb/>τὸ πλῆθος τῶν
                            ὀστῶν καὶ τῶν μυῶν τοῖς ὀστοῖς τε καὶ <lb/>μυσὶν, ἀλλὰ καὶ τῶν
                            ὑπαρχόντων αὐτοῖς, <milestone unit="ed2page" n="269"/>μεγέθους <lb/>λέγω
                            καὶ θέσεως, καὶ συνθέσεως, καὶ ἀριθμοῦ, καὶ σχήματος, <lb/>ὅλης τε τῆς
                            διαπλάσεως, ἅπερ καὶ κατὰ τὰς ἀρτηρίας, <lb/>καὶ τὰς φλέβας, καὶ τὰ
                            νεῦρα φαίνεται φυλαττόμενα. καὶ <lb/>γὰρ, ὁποῖον αὐτῶν ἕκαστον εἶναι
                            προσήκει καὶ ὁπηλίκον, <lb/>ὅπῃ τε μέρος ἐμφυόμενον τοῦ μυὸς, ὅπως τε
                            κατασχιζόμενον, <lb/>ἀκριβῶς φυλάττεται καθ’ ἕκαστον αὐτῶν, ἔτι τε
                            <lb/>πρὸς τούτοις ἡ πάντων ἰσότης τῶν ἀριστερῶν πρὸς τὰ <lb/>δεξιὰ,
                            τοσούτους ἔχουσα καὶ αὐτὴ τοὺς κατὰ μέρος σκοποὺς, <lb/>ὅσους καὶ τὰ
                            μόρια. καὶ ταῦτά σοι λέγω μηδέπω μνημονεύων <lb/>ἑκάστου τῶν σπλάγχνων,
                            ἢ τῶν ἄλλων μορίων, ὅσα κατὰ <pb n="788"/> περιγραφὴν ἰδίαν ὁρᾶται.
                            φαίνεται γὰρ κᾀν τούτοις οὐκ <lb/>ὀλίγοις ἀριθμὸς σκοπῶν ἐν ἑκάστῳ.
                            δυοῖν γοῦν ὀφθαλμῶν <lb/>ὑπαρχόντων ἡμῖν, ἴσον ἑκατέρῳ τὸ πλῆθος τῶν
                            μορίων <lb/>ἐστὶ, οὔτε κατὰ σχῆμα παραλλάττον, οὔτε κατὰ τὸ μέγεθος,
                            <lb/>ἢ τὴν θέσιν, ἢ τὴν διάπλασιν, ἢ τὴν πρὸς τὰ πλησιάζοντα
                            <lb/>σύνθεσιν καὶ σύμφυσιν, ἀλλὰ καὶ τὸ κρυσταλλοειδὲς <lb/>ὑγρὸν ἴσον
                            ἀκριβῶς ἐν ἑκατέρῳ, καὶ τὸ ὑαλοειδὲς <lb/>ὁμοιότατον κατά τε χρόαν καὶ
                            σχῆμα καὶ σύστασιν. ὀνομάζω <lb/>δὲ σύστασιν τὴν κατὰ μαλακότητα καὶ
                            σκληρότητα <lb/>διαφορὰν τῶν μορίων. οὐ μὴν οὐδὲ τῶν ὑμένων τε καὶ
                            χιτώνων <lb/>οὐδεὶς ἑτέρως ἔχων ἐν ἑκατέρῳ τῶν ὀφθαλμῶν <lb/>ἐστιν, ἀλλ’
                            ἀκριβῶς ἴσον μὲν τὸ μῆκος, ἴσον δὲ τὸ πάχος <lb/>ἢ τὴν λεπτότητα,
                            καθάπερ γε καὶ τὴν χρόαν καὶ τὴν σύστασιν <lb/>οὐδὲ βραχὺ παραλλάττων.
                            οὕτω δὲ καὶ ὁ τῶν <lb/>μυῶν ἀριθμὸς ἴσος, <milestone unit="ed1page" n="340"/>ὅ τε καθ’ ἕκαστον αὐτῶν ὄγκος <lb/>τοῦ σώματος ἅμα τῷ
                            σχήματι καὶ τῇ χρόᾳ καὶ τῇ συστάσει. <lb/>τὴν δὲ αὐτὴν εὑρήσεις
                            δικαιοσύνην ἐν ἅπασι τοῖς <lb/>ὀργανικοῖς τοῦ σώματος μορίοις. οὐ γὰρ
                            μόνον ὅσα διττὰ, <pb n="789"/> καθάπερ οἱ ὀφθαλμοὶ, καὶ τὰ ὦτα, καὶ αἱ
                            γένυς, οἵ τε <lb/>νεφροὶ καὶ οἱ ὄρχεις, καὶ αἱ χεῖρες ὅλαι, καὶ τὰ
                            σκέλη, <lb/>τὴν κατασκευὴν ἀκριβῶς ἔχει τὴν αὐτὴν τὰ δεξιὰ τοῖς
                            ἀριστεροῖς, <lb/>ἀλλὰ καὶ τῶν μονοφυῶν εἶναι δοκούντων ὅσα <lb/>διφυῆ
                            κατ’ ἀλήθειάν εἰσιν, οἷον ἐγκέφαλος, γλῶττα, γένυς, <lb/>πνεύμων, θώραξ,
                            καὶ μῆτραι τῶν γυναικῶν, ἕτερά τε τοιαῦτα. <lb/>καθ’ ἕκαστον γὰρ αὐτῶν
                            τὰ δεξιὰ τοῖς ἀριστεροῖς <lb/>τὸν ἀριθμὸν ἴσον ἔχει τῶν μορίων ἅμα τῷ
                            μεγέθει, καὶ <lb/>τῷ πάχει, καὶ τῇ λεπτότητι, καὶ τῇ χρόᾳ, καὶ τῇ
                            συστάσει, <lb/>καὶ τῇ φύσει πάντως ἀπαράλλακτον. οὕτω δὲ καὶ τὸ <lb/>τῶν
                            ἀρτηριῶν τε καὶ φλεβῶν καὶ νεύρων γένος ἴσα τὰ <lb/>δεξιὰ τοῖς
                            ἀριστεροῖς πάντως ἐστὶν ἀπαράλλακτά τε κατὰ <lb/>τὰς τῶν οὐσιῶν
                            ὁμοιότητας. ὥσπερ οὖν ἐπὶ τῶν ἀνθρωπείων <lb/>παθῶν ποιούμεθα τὰς
                            κρίσεις, οὕτω χρὴ κᾀπὶ τῶν <lb/>θείων ποιεῖσθαι, καὶ θαυμάζειν τὸν τοῦ
                            σώματος ἡμῶν <lb/>δημιουργὸν, ὅστις ποτέ ἐστι θεῶν. εἰ δ’ ἐκ τοῦ μὴ
                            βλέπειν <lb/>αὐτὸν οὐδ’ εἶναι φήσομεν, οὐ φυλάξομεν ἔτι τὴν
                            <lb/>ὁμοιότητα τῆς πρὸς τὰς τέχνας κρίσεως, ἐφ’ ὧν οὐκ ἐν <pb n="790"/>
                            τῷ θεᾶσθαι τὴν συμπήξασαν τὴν ναῦν ἣ τὸν σκίμποδα <lb/>τὴν κρίσιν τῆς
                            τέχνης ἐποιούμεθα, παραλιπόντες σκοπεῖσθαι <lb/>τὴν χρείαν ἑκάστου τῶν
                            μορίων, ἀλλ’ ἐν τούτῳ τὸ κῦρος <lb/>αὐτῆς ἐθέμεθα. γελοῖον γὰρ, εἴ τις
                            ἐν τῷ θεάσασθαι τὸν <lb/>κατασκευάζοντα τούτων τι τεχνίτην εἶναι
                            νομίζοι, καὶ εἰ <lb/>ἔνια τῶν μερῶν εὑρίσκοι κακῶς κατεσκευασμένα.
                            γελοῖον δὲ <lb/>κᾂν ἄριστα κατεσκευασμένης τῆς νεὼς, ἢ τῆς οἰκίας, ἢ
                            <lb/>τῆς κλίνης, ἀγνώστου δ’ ὄντος τοῦ κατασκευάσαντος, νομίζειν
                            <lb/>ἄνευ τῆς τέχνης γεγονέναι τὰ τοιαῦτα, ἢ κατὰ τύχην
                            <lb/>διακρινόντων ἁπάντων, καὶ τὴν μὲν σπανιάκις ἁμαρτάνειν <lb/>τοῦ
                            σκοποῦ, τὴν δ’ ἐπιτυγχάνειν ὀλιγάκις, ἀχρείαν δὲ καὶ <lb/>μὴ τεχνικὴν
                            ἡγεῖσθαι τὴν τῆς τοῦ σώματος ἡμῶν κατασκευῆς <lb/>αἰτίαν εἶναι,
                            φυλάττοντα τὴν ὁμοιότητα τῆς κρίσεως <lb/>ἐπὶ τῶν ὁρατῶν τεχνιτῶν πρὸς
                            τοὺς μὴ ὁρωμένους. οὐ γὰρ <lb/>ἔξωθεν ἐπεισάγειν προσήκει κριτήριον εἰς
                            ἐπίσκεψιν ὧν <lb/>ἅπαντες ἔχομεν φύσει. <milestone unit="ed2page" n="270"/>τούτοις τοῖς κριτηρίοις χρώμενος <lb/>ὁ Ἱπποκράτης ἔγραψε
                            τάσδε φωνάς· εὐπαίδευτος <lb/>ἡ φύσις ἐοῦσα, οὐ μαθοῦσα τὰ δέοντα
                            ποιέειν. καὶ <lb/>ἐν ἄλλαις ἄλλως· φύσιες νούσων οἱ ἰητροί. ὡσαύτως <pb n="791"/> ἔχει καὶ τοῦτο· φύσις ἐξαρκέσει παντάπασιν. καλεῖ δ’ αὐτὴν
                            <lb/>καὶ δικαίαν ἐνίοτε, καὶ τὸν ἰατρὸν ὑπηρέτην τε καὶ <lb/>μιμητὴν
                            αὐτῆς εἶναί φησι, καὶ διὰ παντὸς ἐν τοῖς κατὰ <lb/>μέρος λόγοις ὑμνεῖ τε
                            καὶ θαυμάζει τὴν δύναμιν αὐτῆς, <lb/>ἥτις μέν ἐστιν ἡ οὐσία τῆς
                            διαπλαττούσης τε καὶ διοικούσης <lb/>ἡμᾶς φύσεως, οὐ τολμῶν ἀποφῄνασθαι,
                            τὸ δὲ δημιουργικὸν <lb/>ἡμῶν αἴτιον, ὡς ἔθος ἐστὶν ἅπασιν ἀνθρώποις,
                            <lb/>ὀνομάζων φύσιν. </p></div></div></div></body></text></TEI>