<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="9"><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Προσθῶμεν οὖν ἔτι καὶ ἄλλο τῶν ὑφ’ Ἱπποκράτους <lb/>γεγραμμένων
                            παραδείγματος ἕνεκα τοῦ διακρίνειν <lb/>ἐν τοῖς παραβαλλομένοις ὅσον
                            καθ’ ὅμοιόν ἐστι, καὶ ὅσον <lb/>ἀνόμοιον. ἔστι δ’ ἡ λέξις ἐκ τοῦ περὶ
                            ἄρθρων συγγράμματος <lb/>ᾧδέ πως ἔχουσα. γιγνώσκειν δ’, εἰ ἐκπέπτωκεν ὁ
                            <lb/>βραχίων, τοῖσι χρὴ τοῖσι σημείοισι. τοῦτο μὲν, ἐπειδὴ δίκαιον
                            <lb/>ἔχουσι τὸ σῶμα οἱ ἄνθρωποι, καὶ τὰς χεῖρας, καὶ τὰ σκέλη,
                            <lb/>παραδείγματι χρὴ χρῆσθαι τῷ ὑγιεῖ πρὸς τὸ μὴ ὑγιὲς, μὴ <lb/>τὰ
                            ἀλλότρια ἄρθρα καθορῶντα, (ἄλλοι γὰρ μᾶλλον ἄλλων <lb/>ἔξαρθροι
                            πεφύκασιν,) ἀλλὰ τὰ αὐτοῦ τοῦ κάμνοντος, ὂν <lb/>ἀνόμοιον τὸ ὑγιὲς τῷ
                            κάμνοντι. καὶ τοῦτο εἴρηται μὲν ὀρθῶς. <lb/>παραξύνεσιν δ’ ἔχει πάνυ
                            πολλὴν διὰ τοιαῦτα, καὶ οὐκ <lb/>ἀρκέει μοῦνον λόγῳ εἰδέναι τὴν τέχνην
                            ταύτην, ἀλλὰ καὶ <lb/>ὁμιλίῃ ὁμιλέειν. πολλοὶ γὰρ ὑπὸ ὀδύνης, ἢ καὶ ὑπὸ
                            ἀλλοίης <pb n="744"/> προφάσιος, οὐκ ἐξεστεώτων αὐτοῖσι τῶν ἄρθρων, ὅμως
                            οὐ <lb/>δύνανται εἰς τὰ ὅμοια σχήματα καθεστάναι, ἐς οἷά περ <lb/>τὸ
                            ὑγιεινὸν σῶμα σχηματίζεται. προξυνιέναι οὖν καὶ ἐννοεῖν <lb/>καὶ τὸ
                            τοιόνδε σχῆμα χρή. ἀτὰρ καὶ ἐν τῇ μασχάλῃ ἡ <lb/>κεφαλὴ τοῦ βραχίονος
                            φέρεται ἐγκειμένη πολλῷ μᾶλλον τοῦ <lb/>ἐκπεπτωκότος, ἢ τοῦ ὑγιέος.
                            τοῦτο δ’ ἄνωθεν κατὰ τὴν <lb/>ἐπωμίδα κοῖλον φαίνεται τὸ χωρίον, καὶ τὸ
                            τοῦ ἀκρωμίου <lb/>ὀστέον ἐξέχον φαίνεται, ἅτε ὑποδεδυκότος ἤδη τοῦ
                            ἄρθρου <lb/>ἐς τὸ κάτω τοῦ χωρίου. παραξύνεσιν μὴν κᾀν τούτῳ ἔχει
                            <lb/>τινά. ἀλλ’ ὕστερον περὶ αὐτοῦ γραφήσεται, ἄξιον γὰρ γραφῆς
                            <lb/>ἐστι. τούτου δὲ τοῦ ἐκπεπτωκότος ὁ ἀγκὼν φαίνεται <milestone unit="ed2page" n="256"/>
                            <lb/>ἀφεστεὼς μᾶλλον ἀπὸ τῶν πλευρέων, ἢ ἀπὸ τοῦ ἑτέρου. εἰ <lb/>μέντοι
                            τις προσαναγκάζοι, προσάγεται μὲν, ἐπιπόνως δέ. <lb/>τοῦτο δ’ ἄνωθεν τὴν
                            χεῖρα ἆραι εὐθεῖαν παρὰ τὸ οὖς, ἐκτεταμένου <lb/>τοῦ ἀγκῶνος, οὐ μᾶλλον
                            δύνανται, ὥσπερ τὴν ὑγιέα, <lb/>οὐδὲ παράγειν ἔνθα καὶ ἔνθα ὁμοίως. αὕτη
                            μὲν ἡ τοῦ <lb/>Ἱπποκράτους ῥῆσις ἡ αὐτὴ τῇ κατὰ τὸ Προγνωστικόν. ὡς
                            <lb/>γὰρ ἐκεῖ τὸ πρόσωπον ἡμᾶς τοῦ νοσοῦντος ἐκέλευσε σκοπεῖσθαι, <pb n="745"/> πότερον ὅμοιόν ἐστιν ἢ ἀνόμοιον τῷ τῶν ὑγιαινόντων,
                            <lb/>μάλιστα δ’ εἰ αὐτὸ ἑαυτῷ, οὕτως νῦν τὸ ἐκπεπτωκὸς ἄρθρον <lb/>τῷ
                            ὑγιεῖ παραβάλλει τὴν παραβολὴν ποιούμενος ἐπ’ αὐτοῦ <lb/>τοῦ πεπονθότος
                            ἀνθρώπου· ἀπάτη γὰρ, ἣν παραξύνεσιν <lb/>ὠνόμασε, γίγνεται πολλάκις, ἐὰν
                            τοῖς ἀλλοτρίοις ἄρθροις <lb/>παραβάλλῃς αὐτό. καὶ μέντοι καὶ ὡς ἐκ τῶν
                            κατὰ μέρος, <lb/>εἰ ὅμοιόν ἐστι τῷ κατὰ φύσιν ἔχοντι τό γε πεπονθὸς,
                            ἔνεστι <lb/>διαγνῶναι, καθάπερ ἐν τῷ Προγνωστικῷ διῆλθεν, οὕτως
                            <lb/>κᾀνταῦθα, τὰ μὲν ἄλλα γράψας καλῶς, ἐν ᾧ δ’ ἄν τι σφαλείη <lb/>διὰ
                            τὴν πρὸς τὸ ἐξηρθρηκὸς ὁμοιότητα, τοῦτ’ ἐπισημῃνάμενος, <lb/>ὡς
                            παραξύνεσιν ἔχον καὶ αὐτό. ταπεινὴ γὰρ ἡ <lb/>ἐπωμὶς οὐ μόνον ἐπὶ τῶν
                            ἐξηρθρηκότων ἐστὶν, ἀλλὰ κᾀπὶ <lb/>τῶν ἀπόσπασμα κατὰ τὸ ἀκρώμιον
                            ἐχόντων, ὥστε συγχεῖσθαι <lb/>κατὰ τοῦτο τὴν διάγνωσιν τῶν ἐξαρθρημάτων,
                            εἰς κοινὸν <lb/>σημεῖον ἀφικνουμένην τοῖς ἀπεσπασμένον ἔχουσι τὸ
                            ἀκρώμιον. <lb/>ἀλλὰ κᾷνταῦθα πάλιν, ὅπερ καθόλου διὰ τοῦ κατ’ ἰητρεῖον
                            <lb/>ἀπεφῄνατο, τοῦτο νῦν ἑνὸς εἴδους ἐποίησεν, ἐπιδείξας οὐ <lb/>μόνον
                            ᾗ ὅμοια τὰ σημεῖα τῶν δύο παθῶν ἐστιν, ἀλλὰ καὶ <pb n="746"/> ᾗ ἀνόμοια.
                            κοίλη μὲν οὖν ἡ ἐπωμὶς ἐπ’ ἀμφοῖν φαίνεται, <lb/>τῶν δὲ ἄλλων
                            συμπτωμάτων, ὧν τὸν κατάλογον ἔγραψεν ἐπὶ <lb/>τῶν ἐξηρθρηκότων ὤμων,
                            οὐδὲν συμβαίνει κατὰ τὰ τῶν <lb/>ἀκρωμίων ἀποσπάσματα, περὶ ὧν κατὰ τὴν
                            προγεγραμμένην <lb/>ῥῆσιν οὕτως εἶπε. τούτου δὲ τοῦ ἐκπεπτωκότος ὁ ἀγκὼν
                            <lb/>φαίνεται ἀφεστεὼς μᾶλλον ἀπὸ τῶν πλευρῶν, ἢ τοῦ ἑτέρου. <lb/>εἰ
                            μέντοι τις προσαναγκάζοι, προσάγεται μὲν, ἐπιπόνως δέ. <lb/>τοῦτο δὲ ἄνω
                            ἀεῖραι τὴν χεῖρα ἰθεῖαν παρὰ τὸ οὖς, ἐκτεταμένου <lb/>τοῦ ἀγκῶνος, οὐ
                            μάλα δύναται, ὥσπερ καὶ τὴν ὑγιέα, <lb/>οὐδὲ παράγειν ἔνθα καὶ ἔνθα
                            ὁμοίως. ταῦτα μὲν ἐπὶ τῶν <lb/>ἐξηθρηκότων φαίνεται γιγνόμενα, μηδὲν
                            τοιοῦτον πασχόντων, <lb/>οἷς ἀπέσπασται τὸ ἀκρώμιον· μόνοις γὰρ αὐτοῖς
                            κοινόν <lb/>ἐστι τὸ τὴν ἐπωμίδα φαίνεσθαι κοίλην. ἔστι δὲ καὶ κατὰ
                            <lb/>τοῦτο τὸ κοινὸν οὐ μόνον ὁμοιότης, ἀλλὰ καὶ ἀνομοιότης.
                            <lb/>φαίνεται γὰρ ὁ τόπος ὢν ταπεινότερος, οὐ μὴν καὶ γεγονώς <lb/>γε
                            κατὰ ἀλήθειαν ἑαυτοῦ ταπεινότερος, ὡς ἐπὶ τῶν ἐξηρθρηκότων <lb/>ὤμων.
                            ἐπ’ ἐκείνων μὲν γὰρ, τῆς κεφαλῆς τοῦ βραχίονος <lb/>εἰς τὴν μασχάλην
                            καταπεσούσης, ὁ πρότερον ὑπάρχων <pb n="747"/> ὄγκος ἐν τῷ κατὰ τὴν
                            ἐπωμίδα τόπῳ κατ’ ἀλήθειαν ἀπόλωλεν, <lb/>ἐν δὲ τοῖς ἀποσπάσμασιν οὗτος
                            μὲν ὁ αὐτὸς διαμένει, <lb/>μεταστάντος δ’ εἰς ὕψος τοῦ ἀκρωμίου,
                            φαντασία <lb/>ψευδὴς γίγνεται τῆς τοῦ τόπου ταπεινώσεως. ἴσως οὖν
                            <lb/>ἄμεινόν ἐστι καὶ μίαν ἄλλην ἔτι παραγράψαι ῥῆσιν ἐκ τοῦ <lb/>περὶ
                            ἄρθρων, ἐν ᾗ καθ’ ἓν πάθος ἐπιδείκνυσιν ὁ Ἱπποκράτης <lb/>ὁμοιότητά τε
                            καὶ ἀνομοιότητα σφάλλουσαν τοὺς πολλοὺς <lb/>τῶν ἰατρῶν. ὅταν τις
                            ἐξαρθρήσῃ σπόνδυλος εἰς τὸ πρόσω <lb/>ταπεινὸν, κατὰ τοῦτο γίγνεται τὸ
                            χωρίον τῆς ῥάχεως. ἐνίοτε <lb/>δὲ, περιθραυσθεισῶν τῶν κατὰ τοὺς
                            σπονδύλους ὀπισθίων <lb/>ἀποφύσεων, ἐξ ὧν ἡ τῆς ῥάχεως ἄκρα γεννᾶται,
                            κοῖλος καὶ <lb/>ταπεινὸς ὁ τόπος φαίνεται, καθάπερ ἐπὶ τῶν ἐξηρθρηκότων
                            <lb/>εἰς τὸ πρόσω σπονδύλων. ἔστι δὲ τοῦτο μὲν τὸ πάθος
                            <lb/>εὐιατότατον, ὀλεθριώτατον δὲ τὸ ἕτερον. ἀγνοοῦντας δὲ τῶν
                            <lb/>ἰατρῶν ἐνίους τὴν διαφορὰν αὐτῶν ὁ Ἱπποκράτης φησὶν <lb/>οἴεσθαι
                            τεθεραπευκέναι ῥᾳδίως τὴν εἰς τὰ πρόσω τῶν <lb/>σπονδύλων μετάστασιν.
                            ὀνομάζει δὲ τὴν εἰς τὸ πρόσω ταύτην, <lb/>οὐ μόνον οὕτως, ἀλλὰ καὶ ἔσω
                            καλῶν, ἔσω μὲν δηλονότι <lb/>τὸ βάθος τοῦ σώματος, <milestone unit="ed2page" n="257"/>ἔξω δὲ τὸ ἐπιπολῆς ὄπισθέν <pb n="748"/> τε
                            καὶ πρόσθεν. ἔστι δ’ ἡ ῥῆσις αὐτοῦ, καθ’ ἣν γέγραπται <lb/>ταῦτα, αὕτη.
                            ἐκ δὲ τοῦ ὄπισθεν οὐ ῥηΐδιον τοιαύτην ἐξέλασιν <lb/>γενέσθαι εἰς τὸ
                            εἴσω, εἰ μὴ ὑπέρβαρύ τι ἄχθος <lb/>ἐμπέσοι. τῶν τε γὰρ ὀστέων τῶν
                            ἐκπεφυκότων ἔξωθεν <lb/>ἕκαστον τοιοῦτόν ἐστιν, ὥστε πρόσθεν ἂν αὐτὸ
                            καταγείη, <lb/>πρὶν ἢ μεγάλην ῥοπὴν εἴσω ποιῆσαι, τούς τε ξυνδέσμους
                            <lb/>βιασάμενον καὶ τὰ ἄρθρα τὰ ἐνηλλαγμένα, ὅ τε αὖ νωτιαῖος
                            <lb/>πονοίη ἂν, εἰ ἐξ ὀλίγου χωρίου τὴν περικαμπὴν ἔχοι, τοιαύτην
                            <lb/>ἐξέλασιν ἐξαλλομένου σπονδύλου, ὅ τε ἐκπηδήσας σπόνδυλος
                            <lb/>πιέζοι ἂν τὸν νωτιαῖον, εἰ μὴ καὶ ἀποῤῥήξειε, πιεσθεὶς <lb/>δ’ ἂν
                            καὶ ἀπολελαμμένος πολλῶν καὶ μεγάλων καὶ <lb/>ἐπικαίρων ἀπονάρκωσιν
                            ποιήσειεν. ὥστ’ οὐκ ἂν μέλοι τῷ <lb/>ἰατρῷ ὅπως χρὴ τὸν σπόνδυλον
                            κατορθῶσαι, πολλῶν καὶ <lb/>βιαίων ἄλλων κακῶν παρεόντων. ὥστε δὴ οὐδ’
                            ἐμβαλεῖν <lb/>οἷόν τε οὔτε κατασείσειν, οὔτ’ ἄλλῳ οὐδενὶ τρόπῳ πρόδηλον
                            <lb/>τῶν τοιούτων, εἰ μή τις διατεμὼν τὸν ἄνθρωπον, ἔπειτα
                            <lb/>ἐμβαλόμενος ἐς τὴν κοιλίην ἐκ τοῦ εἴσωθεν τῇ χειρὶ ἐς τὸ <lb/>ἔξω
                            ἀντωθέοι. κᾀνταῦθα νεκρῷ μὲν οἷόν τε ποιέειν, ζῶντι <pb n="749"/> δ’ οὐ
                            πάνυ. διὰ τί δὲ ταῦτα γράφω; ὅτι οἴονταί τινες <lb/>ἰητρευκέναι τοὺς
                            ἀνθρώπους <milestone unit="ed1page" n="334"/>, οἷσιν ἔσωθεν ἔπεσον
                            <lb/>σπόνδυλοι τελέως ὑπερβάντες τὰ ἄρθρα. καίτοι ῥηΐστην εἰς <lb/>τὸ
                            περιγενέσθαι τῶν διαστροφέων ταύτην ἔνιοι νομίζουσι <lb/>καὶ οὐδὲν
                            δέεσθαι ἐμβολῆς, ἀλλ’ αὐτομάτως ὑγιέα γενέσθαι <lb/>τὰ τοιαῦτα. ἀγνοοῦσι
                            δὲ πολὺ, καὶ κερδαίνουσιν, ὅτι <lb/>ἀγνοοῦσι. πείθουσι γὰρ τοὺς πέλας,
                            ἐξαπατῶνται δὲ διὰ <lb/>τόδε· οἴονται τὴν ἄκανθαν τὴν ἐξέχουσαν κατὰ τὴν
                            ῥάχιν <lb/>ταύτην τοῦ σπονδύλου αὐτὰς εἶναι, ὅτι στρογγύλον αὐτῶν
                            <lb/>ἕκαστον φαίνεται ψαυόμενον, ἀγνοοῦντες, ὅτι τὰ ὀστέα ταῦτά
                            <lb/>ἐστι τὰ ἀπὸ τῶν σπονδύλων πεφυκότα, περὶ ὧν ὀλίγῳ ἔμπροσθεν
                            <lb/>εἴρηται. οἷσι δὲ σπόνδυλοι πολλοὶ προσωτέρω <lb/>ἄπεισι, στενοτάτην
                            γὰρ πάντων ζώων ἄνθρωπος κοιλίην ἔχει, <lb/>ὡς ἐπὶ μεγέθει ἀπὸ τοῦ
                            ὄπισθεν εἰς τὸ ἔμπροσθεν, ὅτι καὶ <lb/>κατὰ τὸ στῆθος. ὅταν οὖν τι
                            τούτων τῶν ὀστέων τῶν <lb/>ὑπερεχόντων ἰσχυρῶς καταγῇ, ἤν τε ἓν, ἤν τε
                            πλείω, ταύτῃ <lb/>ταπεινότερον τὸ χωρίον γίνεται, ἢ τὸ ἔνθεν καὶ ἔνθεν.
                            διὰ <pb n="750"/> τοῦτο ἐξαπατῶνται οἰόμενοι, τοὺς σπονδύλους εἴσω
                            οἴχεσθαι. <lb/>ὅτι δὲ μεγίστην ἔχει δύναμιν ἡ τῶν ὁμοίων τε καὶ ἀνομοίων
                            <lb/>διάγνωσις, καὶ πᾶς τεχνίτης δεῖται διακρίνειν, εἰ ὅμοια ἢ
                            <lb/>ἀνόμοια τὰ πράγματά ἐστι, περὶ ἃ διατρίβει, ἀθρεῖν ἔνεστι <lb/>κᾀκ
                            τοῦδε τοῦ παραδείγματος. ἐπειδὴ γὰρ ἐν γυμνασίᾳ κεῖται <lb/>τὸ πλεῖστον
                            τῆς προκειμένης γνώσεως, οὐκ ἐν τοῖς καθόλου <lb/>παραδείγμασι χρὴ
                            βλέπειν, ἀλλ’ ἐν πολλοῖς τε καὶ ποικίλοις <lb/>γυμνάζεσθαι, καὶ μάλιστα
                            παρὰ τοῖς ἄριστα μεταχειρισαμένοις <lb/>τὴν περὶ ταῦτα τέχνην Ἱπποκράτει
                            τε καὶ Πλάτωνι. </p></div></div></div></body></text></TEI>