<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="8"><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Καὶ τὰ λοιπὰ δὲ τῶν κατὰ τὸ βιβλίον <lb/>λόγων διὰ κεφαλαίων ῥηθήσεται
                            συνόψεως ἕνεκεν, ἐν οἷς <lb/>τε ὁμολογοῦσιν οἱ ἄνδρες ἀλλήλοις, ἐν οἶς
                            τε διαφέρονται, <lb/>διὰ μακροτέρων τε κατὰ τὴν ἐσομένην ἡμῖν ἐξήγησιν
                            αὖθις <lb/>εἰρήσεται. λέγοντος οὖν Ἱπποκράτους ἀεὶ τὸ σύμφυτον
                            <lb/>θερμὸν αἰτιώτατον εἶναι πάντων τῶν φυσικῶν ἔργων, ὁ <lb/>Πλάτων οὐ
                            θερμὸν, ἀλλὰ πῦρ ὀνομάζει. ἴδωμεν δ’, ὅπως <lb/>ὑπ’ αὐτοῦ διοικεῖσθαι
                                <milestone unit="ed1page" n="327"/>λέγει τὰ τῶν ζώων σώματα.
                            <lb/>πᾶν ζῶον πάντως περὶ τὸ αἷμα καὶ τὰς φλέβας αὑτοῦ <lb/>θερμότητα
                            ἔχει, οἷον ἐν ἑαυτῷ πηγήν τινα ἐνοῦσαν πυρός. <lb/>πλὴν μὲν οὖν πάντα
                            καλῶς εἶπεν. οὐ γὰρ ἐκ παρατρίψεως <lb/>τοῦ κατὰ τὰς ἀρτηρίας πνεύματος
                            ἡ θερμασία γεννᾶται κατὰ <lb/>τὰ τῶν ζώων σώματα, καθάπερ ἐκτὸς ἐπὶ
                            λίθων τε καὶ <lb/>ξύλων, ἀλλ’ ἔμπαλιν ὑπὸ τῆς συμφύτου θερμασίας αἱ
                            κινήσεις <lb/>αὐτῶν γίνονται. ὅταν οὖν ψυχῇ τὸ σῶμα διὰ κρύος, <pb n="703"/> ἢ φάρμακον, ἢ οὐδενὸς τῶν ἄλλων ἀλλοιουμένου τῶν κατ’
                            <lb/>αὐτὸ, παύονται μὲν αὐτίκα αἱ τῶν ἀρτηριῶν κινήσεις, αἵ τε <lb/>κατὰ
                            τὰ νεῦρα καὶ μῦς. οὐ μὴν πυρός γε πηγὴν, ἀλλὰ <lb/>μᾶλλον ἐμφύτου θερμοῦ
                            βέλτιον ἦν εἰρῆσθαι κατὰ τὰ <lb/>σώματα ἡμῶν, ὡς Ἱπποκράτης ὀνομάζει διὰ
                            παντός. εἴπερ <lb/>γὰρ ὑπὸ πυρὸς ἡ πέψις γίνεται τῶν σιτίων, ἥ τ’
                            ἀνάδοσις, <lb/>ἥ θ’ αἱμάτωσις, ἥ τε θρέψις, ἄμεινον ἂν ἐπὶ τῶν
                            πυρεττόντων <lb/>ὀξέως ἐφαίνετο ταῦτα ἐπιτελούμενα. τὸ δ’ ἔμφυτον
                            <lb/>θερμὸν εὔκρατον εἶναι κατὰ μὲν οὐσίαν ἐν αἵματι καὶ <lb/>φλέγματι
                            τὴν ὕπαρξιν ἔχον μάλιστα, κατὰ δὲ ποιότητα <lb/>μικτὸν ὂν εὐκράτως ἐκ
                            θερμότητός τε καὶ ψυχρότητος. <lb/>ἀσφαλέστερον οὖν ὁ Ἱπποκράτης ἔφη· τὰ
                            αὐξανόμενα πλεῖστον <lb/>ἔχει τὸ ἔμφυτον θερμόν· πλείστης οὖν δεῖται
                            τροφῆς, <lb/>εἰ δὲ μὴ, τὸ σῶμα ἀναλίσκεται. γέρουσι δ’ ὀλίγον τὸ θερμόν·
                            <lb/>διὰ τοῦτο ἄρα ὀλίγων ὑπεκκαυμάτων δέονται, ὑπὸ <lb/>πολλῶν μὲν γὰρ
                            ἀποσβέννυνται. διὰ τοῦτο καὶ οἱ πυρετοὶ <lb/>τοῖσι γέρουσιν οὐχ ὁμοίως
                            ὀξέες, ψυχρὸν γὰρ τὸ σῶμα. <lb/>κατὰ τοῦτον οὖν τὸν λόγον κᾀν τῷ περὶ
                            φύσεως ἀνθρώπου <pb n="704"/> τῇ πρώτῃ τῶν ἡλικιῶν τὸν ἄνθρωπον ἔφη
                            θερμότατον <lb/>ὑπάρχειν αὑτοῦ, καθάπερ ψυχρότατον ἐν τῇ τοῦ γήρως
                            <lb/>ἐσχάτῃ. οὐχ ἁπλῶς θερμότατον, ὥσπερ ἐν τοῖς καύσοις <lb/>πυρετοῖς,
                            ἀλλὰ τῷ ἐμφύτῳ θερμῷ θερμότατον εἴπομεν εἶναι <lb/>τὸ γεγεννημένον ἄρτι
                            παιδίον τῇ οὐσίᾳ. διὰ τοῦτο οὖν ἐν <lb/>ἀφορισμοῖς πρῶτον μὲν ἔφη· τὰ
                            αὐξανόμενα πλεῖστον ἔχει <lb/>τὸ ἔμφυτον θερμόν. ἀλλὰ τοῦτον μὲν ἤδη
                            προὔγραψα τὸν <lb/>ἀφορισμόν. ἄλλα δ’ ὁμολογοῦντα αὐτῷ γράφει κατὰ λέξιν
                            <lb/>οὕτως· αἱ κοιλίαι χειμῶνος καὶ ἦρος θερμόταται φύσει, <lb/>καὶ
                            ὕπνοι μακρότατοι. ἐν ταύτῃσιν οὖν τῇσιν ὥρῃσι καὶ <lb/>τὰ προσάρματα
                            πλείω δοτέον· καὶ γὰρ τὸ ἔμφυτον θερμὸν <lb/>πολὺ, τροφῆς οὖν πλείονος
                            δεῖται. σημεῖον δὲ αἱ ἡλικίαι <lb/>καὶ οἱ ἀθληταί. τὸ ἔμφυτον θερμὸν ἔφη
                            πλεῖστον εἶναι <lb/>χειμῶνος, οὗ τὸ ἐπίκτητον ἐπὶ τοῦ θέρους πλεονάζει.
                            μηκύνειν <lb/>δ’ οὐ χρὴ περὶ τῆς γνώμης αὐτοῦ κατὰ τόνδε τὸν <lb/>λόγον,
                                <milestone unit="ed2page" n="243"/>τοὺς μὲν ἀφορισμοὺς ἐξηγησαμένου
                            δι’ ὑπομνημάτων <lb/>ἑπτὰ, βιβλίον δ’ ἄλλο γεγραφότος πρὸς τοῦ
                            <lb/>Κοΐντου μαθητὴν Λύκον, ὃς οὐ νοήσας, ὁποῖόν τι τὸ ἔμφυτον <pb n="705"/> θερμὸν ὁ Ἱπποκράτης βούλεται, ἀντεῖπε πρὸς τοὺς
                            <lb/>εἰρημένους ἀρτίως ἀφορισμούς. νῦν οὖν ἀρκέσει τὰς τοῦ <lb/>Πλάτωνος
                            παραγράψαι ῥήσεις, ἃς ἐν τῷ περὶ τροφῆς ἀναδόσεως <lb/>λόγῳ κατὰ τὸν
                            Τίμαιον ἔγραψεν· ἄρχεται δ’ αὐτῶν <lb/>ᾧδε. τὸ ἐντεῦθεν ἤδη τὴν
                            ὑδραγωγίαν παρεσκεύασαν τρόπῳ <lb/>τινὶ τοιῷδε, ὃν κατοψόμεθα ῥᾷον
                            προδιομολογησάμενοι τὸ <lb/>τοιόνδε· ὅτι πάντα, ὅσα ἐξ ἐλαττόνων
                            συνίσταται, στέγει <lb/>τὰ μείζω, τὰ δ’ ἐκ μειζόνων τὰ σμικρότερα οὐ
                            δύναται. <lb/>πῦρ δὲ πάντων μερῶν μικρομερέστατον, ὅθεν δι’ ὕδατος
                            <lb/>καὶ γῆς ἀέρος τε καὶ ὅσα ἐκ τούτων συνίσταται διαχωρεῖν, <lb/>καὶ
                            στέγειν οὐδὲν αὐτὸ δύναται. ταὐτὸν δὴ καὶ περὶ τῆς <lb/>παρ’ ἡμῖν
                            κοιλίας διανοητέον, ὅτι σιτία μὲν καὶ ποτὰ, ὅσα <lb/>ἂν εἰς αὐτὴν
                            ἐμπέσῃ, στέγει, πνεῦμα δὲ καὶ πῦρ, σμικρομερέστατα <lb/>ὄντα τῆς αὐτῆς
                            συστάσεως, οὐ δύναται. τούτοις <lb/>οὖν κατεχρήσατο θεὸς εἰς τὴν ἐκ τῆς
                            κοιλίας ἐπὶ τὰς φλέβας <lb/>ὑδρείαν, πλέγμα ἐξ ἀέρος καὶ πυρὸς ὂν, οἷον
                            οἱ κύρτοι, <lb/>ξυνυφῃνάμενος. τὸ μὲν οὖν ἀέρι καὶ πυρὶ χρῆσθαι τὴν <pb n="706"/> φύσιν πρὸς πέψιν τροφῆς, αἱμάτωσίν τε καὶ ἀνάδοσιν ὀρθῶς
                            <lb/>εἴρηται. τὸ δ’ ἐξ αὐτῶν πλέγμα γεγονέναι, καὶ μὴ δι’ ὅλων
                            <lb/>κρᾶσιν, οὐκέτ’ ἐπαινῶ, καθάπερ οὐδὲ τὸ πῦρ ὀνομάζειν <lb/>αὐτὸν,
                            ἐνὸν, ὡς Ἱπποκράτης, ἔμφυτον θερμόν. ἀλλ’ ἔοικεν <lb/>οὕτω καλεῖν,
                            ἀναμιμνήσκειν ἡμᾶς βουλόμενος, ὅτι διὰ τὴν <lb/>τοῦ πυρὸς μίξιν σὺν τοῖς
                            ἄλλοις στοιχείοις ἡ πρὸς τὰ ἐκτὸς <lb/>ἐκ τοῦ βάθους φορὰ γίγνεται τῆς
                            κατὰ τὸ σῶμα θερμασίας. <lb/>φαίνεται γοῦν ποτε καὶ μεταλαμβάνων αὐτὸς
                            εἰς τὴν τοῦ <lb/>θερμοῦ προσηγορίαν τὸ τοῦ πυρὸς ὄνομα, καθάπερ καὶ
                            <lb/>κατὰ τήνδε τὴν ῥῆσιν. τὸ θερμὸν δὴ κατὰ φύσιν εἰς τὴν <lb/>ἑαυτοῦ
                            χώραν ἔξω πρὸς τὸ συγγενὲς ὁμολογητέον ἰέναι. <lb/>τούτοις δ’ ὁμολογεῖ
                            καὶ τάδε. καὶ διὰ ταῦτα δὴ καθ’ ὅλον <lb/>τὸ σῶμα ἅπασι τοῖς ζώοις τὰ
                            τῆς τροφῆς νάματα οὕτως ἐπίῤῥυτα <lb/>γέγονε. νεότμητα δὲ καὶ ἀπὸ
                            συγγενῶν ὄντα, τὰ μὲν <lb/>καρπῶν, τὰ δὲ χλόης, ἃ ὁ θεὸς ἐπ’ αὐτὸ τοῦτο
                            ἡμῖν ἐφύτευσεν <lb/>εἶναι τροφὴν, παντοδαπὰ μὲν χρώματα ἴσχει διὰ τὴν
                            <lb/>σύμμιξιν· ἡ δ’ ἐρυθρὰ πλείστη περὶ αὐτὰ χρόα διαθεῖ, <pb n="707"/>
                            τῆς τοῦ πυρὸς τομῆς τε καὶ ἐξομόρξεως ἐν ὑγρῷ δεδημιουργημένης
                            <lb/>φύσεως, ὅθεν τοῦ κατὰ τὸ σῶμα ῥέοντος τὸ χρῶμα <lb/>ἔσχεν οἵαν ὄψιν
                            διεληλύθαμεν, ὃ καὶ καλοῦμεν αἷμα. τὴν <lb/>ἐρυθρὰν χρόαν γεννᾶσθαί
                            φησιν ἐν τῷ αἵματι διὰ τὴν τοῦ <lb/>πυρὸς ἐξόμορξιν, ὅπερ ἐστὶν οἷον
                            ἐναπόθεσις τῆς αὐτοῦ <lb/>ποιότητός τε καὶ δυνάμεως. ὥστ’ ἐκ κράσεως τοῦ
                            τε πυρώδους <lb/>στοιχείου καὶ τῆς δεξαμένης ὑγρότητος αὐτὸ γεννᾶσθαί
                            <lb/>φησι τὸ αἷμα. τῆς δ’ ὑγρότητος οὐκ ἀκριβοῦς ὕδατος <lb/>ὄντος, ἀλλά
                            τι καὶ γεῶδες ἐχούσης, ὡς δηλοῖ τὸ πάχος <lb/>αὐτοῦ, ἐξ ἁπάντων ἐγεννήθη
                            τὸ αἷμα, προσλαμβάνον ἐξ <lb/>ἀνάγκης τι καὶ τῆς ἀερώδους οὐσίας, ὡς ἐν
                            ἑτέροις δέδεικται. <lb/>φαίνεται τοιγαροῦν κᾀν τούτοις ὁ Πλάτων ἑπόμενος
                            <lb/>τῷ Ἱπποκράτει. τὸ γὰρ ἔμφυτον θερμὸν αἴτιον εἶναί <lb/>φησι τῆς τε
                            κατὰ τὴν γαστέρα πέψεως τῶν σιτίων καὶ τῆς <lb/>ἐντεῦθεν εἰς ἧπάρ τε καὶ
                            φλέβας ἀναδόσεως, καὶ προσέτι τῆς <lb/>αἱματώσεως, καὶ τῆς εἰς ὅλον τὸ
                            σῶμα φορᾶς τε καὶ πέψεως. </p></div></div></div></body></text></TEI>