<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="8"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Ἐγὼ δὲ μήκους φειδόμενος ἐπὶ τὰ συνεχῆ <lb/>τοῦ λόγου τρέψομαι. μετὰ γὰρ
                            τὸ κατασκευάσαι τοὺς τέτταρας <lb/>χυμοὺς ἡμῖν εἶναι κατὰ φύσιν,
                            ὑπερβάλλοντας δὲ <lb/>ποσότητι καὶ ἀλλοιωμένους κατὰ ποιότητα νόσων
                            αἰτίους <lb/>γίγνεσθαι, μετὰ ταῦτα δείκνυσιν ἐν μὲν τῷ χειμῶνι πλεονάζον
                            <lb/>τὸ φλέγμα, τοῦ δ’ ἦρος τὸ αἷμα, καὶ τοῦ θέρους <lb/>τὴν ξανθὴν
                            χολὴν, καὶ τοῦ φθινοπώρου τὴν μέλαιναν. <lb/>ἄμεινον δ’ ἐστὶν αὐτὴν τὴν
                            ῥῆσιν ὅλην αὐτοῦ παραγράψαι <lb/>κατὰ λέξιν οὕτως ἔχουσαν. Αὔξεται δ’ ἐν
                            τῷ ἀνθρώπῳ τὸ <lb/>φλέγμα τοῦ χειμῶνος, τοῦτο γὰρ τῷ χειμῶνι κατὰ φύσιν
                            <lb/>μάλιστα τῶν ἐν τῷ σώματι ἐνεόντων ψυχρότατόν ἐστι. <lb/>τεκμήρια δὲ
                            τούτων, ὅτι τὸ φλέγμα ψυχρότατον, εἰ θέλεις <lb/>ψαῦσαι φλέγματος, καὶ
                            χολῆς, καὶ αἵματος, τὸ φλέγμα εὑρήσεις <lb/>ψυχρότατον ἐὸν, καίτοι
                            γλισχρότατόν ἐστι, καὶ βίῃ <lb/>μάλιστα ἄγεται μετά γε χολὴν μέλαιναν.
                            ὅσα δὲ βίῃ ἔρχεται, <lb/>θερμότερα γίνεται ἀναγκαζόμενα ὑπὸ τῆς βίης.
                            ἀλλ’ <lb/>ὅμως <milestone unit="ed1page" n="325"/>καὶ πρὸς ταῦτα πάντα
                            ψυχρότατον ἐὸν τὸ <lb/>φλέγμα φαίνεται ὑπὸ τῆς φύσιος τῆς ἑωυτοῦ. ὅτι δ’
                            <lb/>ὁ χειμὼν πληροῖ φλέγματος τὸ σῶμα, γνοίης ἂν τοῖσδε· <pb n="690"/>
                            οἱ ἄνθρωποι πτύουσι καὶ ἀπομύσσονται φλεγματωδέστατον <lb/>τοῦ χειμῶνος,
                            καὶ τὰ οἰδήματα λευκὰ γίγνονται μάλιστα <lb/>κατὰ ταύτην τὴν ὥραν, καὶ
                            τἄλλα νοσήματα φλεγματώδεα. <lb/>τοῦ δ’ ἦρος ἔτι μὲν ἰσχυρὸν τὸ φλέγμα
                            ἐστὶν ἐν τῷ σώματι, <lb/>καὶ τὸ αἷμα αὔξεται. τά τε γὰρ ψύχεα ἐξανίει
                            καὶ τὰ ὕδατα <lb/>ἐπιγίγνεται, τὸ δ’ αἷμα αὔξεται ὑπό τε τῶν ὄμβρων
                            <lb/>καὶ ὑπὸ τῶν θερμημεριῶν. κατὰ φύσιν γὰρ αὐτέῳ ταῦτ’ <lb/>ἐστι
                            μάλιστα τοῦ ἐνιαυτοῦ, ὑγρόν τε γάρ ἐστι καὶ θερμόν. <lb/>γνοίης δ’ ἂν
                            τοῖσδε· οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἦρος καὶ τοῦ θέρεος <lb/>μάλιστα ὑπὸ τῶν
                            δυσεντεριῶν ἁλίσκονται, καὶ ἐκ τῶν <lb/>ῥινῶν τὰ αἵματα ῥέει αὐτοῖσι,
                            καὶ θερμότατοί εἰσι καὶ <lb/>ἐρυθροί. τοῦ δὲ θέρεος τό τε αἷμα ἰσχύει
                            ἔτι, καὶ ἡ χολὴ <lb/>αἴρεται ἐν τῷ σώματι, καὶ παρατείνει εἰς τὸ
                            φθινόπωρον. <lb/>ἐν δὲ τῷ φθινοπώρῳ τὸ μὲν αἷμα ὀλίγον γίγνεται·
                            ἐναντίον <lb/>γὰρ αὐτοῦ τῇ φύσει τὸ φθινόπωρόν ἐστιν· ἡ δὲ χολὴ <lb/>τὸ
                            θέρος κατέχει τὸ σῶμα καὶ τὸ φθινόπωρον. γνοίης| δ’ <lb/>ἂν τοῖσδε· οἱ
                            ἄνθρωποι αὐτόματοι ταύτην τὴν ὥρην χολὴν <lb/>ἐμέουσι, καὶ ἐν τῇσι
                            φαρμακοποσίῃσι χολωδέστατα καθαίρονται. <pb n="691"/> δῆλον δὲ καὶ τοῖσι
                            πυρετοῖσι καὶ τοῖσι χρώμασι <lb/>τῶν ἀνθρώπων. τὸ δὲ φλέγμα τοῦ θέρεος
                            ἀσθενέστατόν <lb/>ἐστιν αὐτὸ ἑωυτοῦ. ἐναντίη γὰρ αὐτοῦ τῇ φύσει ἡ ὥρη
                            <lb/>ἐστὶ, ξηρή τε οὖσα καὶ θερμή. τὸ δ’ αἷμα τοῦ φθινοπώρου
                            <lb/>ἐλάχιστόν ἐστιν ἐν τῷ ἀνθρώπῳ, ξηρόν τε γάρ ἐστι τὸ <lb/>φθινόπωρον
                            καὶ ψύχειν ἄρχεται ἤδη τὸν ἄνθρωπον. ἡ δὲ <lb/>μέλαινα χολὴ τοῦ
                            φθινοπώρου πλείστη τε καὶ ἰσχυροτάτη <lb/>ἐστίν. ὅταν δ’ ὁ χειμὼν
                            καταλαμβάνῃ, ἥ τε χολὴ ψυχομένη <lb/>ὀλίγη γίγνεται καὶ τὸ φλέγμα
                            αὔξεται πάλιν ὑπό τε <lb/>τῶν ὑετῶν τοῦ πλήθεος καὶ ὑπὸ τῶν νυκτῶν τοῦ
                            μήκεος. <lb/>ἔχει μὲν οὖν ταῦτα πάντα ἀεὶ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. ὑπὸ
                            <lb/>δὲ τῆς ὥρης περιϊσταμένης ποτὲ μὲν πλείω γίγνεται αὐτὰ ἑωυτῶν,
                            <lb/>ποτὲ δ’ ἐλάσσω ἕκαστα κατὰ μέρος τε καὶ κατὰ φύσιν. <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="239"/>ὡς γὰρ ὁ ἐνιαυτὸς μετέχει μὲν πᾶσι
                            πάντων, καὶ τῶν <lb/>θερμῶν, καὶ τῶν ψυχρῶν, καὶ τῶν ξηρῶν, καὶ τῶν
                            ὑγρῶν· <lb/>οὐ γὰρ ἂν μείνειε τουτέων οὐδὲν οὐδένα χρόνον ἄνευ πάντων
                            <lb/>τῶν ἐνεόντων ἐν τῷδε τῷ κόσμῳ, ἀλλ’, εἰ ἕν τί γε ἐκλείποι,
                            <lb/>πάντα ἂν ἀφανισθείη, ἀπὸ γὰρ τῆς αὐτῆς ἀνάγκης <pb n="692"/> πάντα
                            συνέστηκέ τε καὶ τρέφεται ὑπ’ ἀλλήλων· οὕτω δὲ <lb/>καὶ εἴτι ἐκ τοῦ
                            ἀνθρώπου ἐκλείποι τουτέων τῶν συγγεγονότων, <lb/>οὐκ ἂν δύναιτο ζῇν ὁ
                            ἄνθρωπος. ἰσχύει δ’ ἐν τῷ <lb/>ἐνιαυτῷ τοτὲ μὲν ὁ χειμὼν μάλιστα, τοτὲ
                            δὲ τὸ ἔαρ, τοτὲ <lb/>δὲ τὸ θέρος, τοτὲ δὲ τὸ φθινόπωρον. οὕτω δὲ καὶ ἐν
                            τῷ <lb/>ἀνθρώπῳ τοτὲ μὲν τὸ φλέγμα ἰσχύει, τοτὲ δὲ τὸ αἷμα, <lb/>τοτὲ δ’
                            ἡ χολὴ, πρῶτον μὲν ἡ ξανθὴ, ἔπειτα δὲ ἡ μέλαινα <lb/>καλεομένη.
                            μαρτύριον δὲ σαφέστατον· εἰ θέλοις τῷ <lb/>αὐτῷ ἀνθρώπῳ δοῦναι τὸ αὐτὸ
                            φάρμακον τετράκις τοῦ <lb/>ἐνιαυτοῦ, ἐμεῖται τοῦ μὲν χειμῶνος
                            φλεγματωδέστερα, τοῦ <lb/>δ’ ἦρος ὑγρότερα, τοῦ δὲ θέρεος χολωδέστατα,
                            τοῦ δὲ <lb/>φθινοπώρου μελάντατα. ταῦτα περὶ τῆς κατὰ τὰς ὥρας
                            <lb/>διαφορᾶς εἰπὼν ὁ Ἱπποκράτης, ἐδίδαξεν ἐν αὐτοῖς δυνάμει <lb/>περὶ
                            τῶν ἡλικιῶν καὶ χωρῶν. ἀεὶ γὰρ ἐν ἅπασιν οἷς ἂν <lb/>ὑφηγῆται καθ’
                            ὁντιναοῦν λόγον ἐπιβλέπειν κελεύει καὶ <lb/>ὥρην, καὶ χώραν, καὶ
                            ἡλικίην, καὶ ὅ τι δὲ ἐφ’ ἑνὸς τούτων <lb/>ἀκούεις, μεταφέρειν ἀξιῶν σε
                            τοῦτο καὶ ἐπὶ τὰ λοιπὰ δύο <lb/>καθ’ ὁμοιότητα. τὸν αὐτὸν γὰρ λόγον ἐν
                            ἡλικίαις ὁ παῖς <pb n="693"/> ἔχει τῇ τοῦ ἦρος ἐν ὥραις, ὡσαύτως δ’ ὁ
                            μὲν νεανίσκος <lb/>τῇ τοῦ θέρους, ὁ δὲ παρακμάζων τῇ τοῦ φθινοπώρου,
                            <lb/>καὶ τελευταῖος ὁ γέρων τῇ τοῦ χειμῶνος. ὁμοίως δὲ καὶ <lb/>τῶν
                            χωρῶν ἡ μὲν εὔκρατος τῇ τοῦ ἦρος, ἡ. δὲ θερμὴ <lb/>τῇ τοῦ θέρους, ἡ δ’
                            ἀνωμάλως ἔχουσα κατὰ θερμότητα <lb/>καὶ ψυχρότητα, πλεονεκτοῦσα δ’ ὅμως
                            ψυχρότητι καὶ ξηρότητι, <lb/>τῇ τοῦ φθινοπώρου, ἡ δ’ ὑγρὰ καὶ ψυχρὰ τῇ
                            τοῦ <lb/>χειμῶνος. ταῦτά τε οὖν διδάξας, καὶ πρὸς τούτοις ὅτι τὰ
                            <lb/>ἐναντία τῶν ἐναντίων ἐστὶν ἰάματα, τῆς κατὰ τὴν τέχνην <lb/>μεθόδου
                            τὰ στοιχεῖα παρέδωκεν, οἷς ἐφεξῆς τὰ κατὰ τοὺς <lb/>ἀφορισμοὺς διελθὼν
                            περὶ τῶν πλεοναζόντων καθ’ ἑκάστην <lb/>ὥραν τε καὶ ἡλικίαν νοσημάτων,
                            τὰς οἷον συλλαβὰς ἐπὶ <lb/>τοῖς στοιχείοις ὑφηγήσατο. παραγράψω δέ σοι
                            καὶ τὰς ῥήσεις <lb/>αὐτοῦ κατὰ λέξιν ἐχούσας ᾧδε. Νοσήματα δὲ πάντα
                            <lb/>μὲν ἐν πάσῃσιν ὥρῃσιν γίγνεται, μᾶλλον δ’ ἔνια κατ’ ἐνίας
                            <lb/>αὐτῶν καὶ γίγνεται, καὶ παροξύνεται· τοῦ μὲν ἦρος τὰ
                            <lb/>μελαγχολικὰ, καὶ τὰ μανικὰ, καὶ τὰ ἐπιληπτικὰ, καὶ αἵματος
                            <lb/>ῥύσιες, καὶ κυνάγχαι, καὶ κόρυζαι, καὶ βράγχοι, <pb n="694"/> καὶ
                            βῆχες, καὶ λέπρα, καὶ λειχῆνες, καὶ ἀλφοὶ, καὶ ἐξανθήσιες <lb/>ἑλκώδεες
                            πλεῖσται, καὶ φύματα, καὶ ἀρθριτικά· <lb/>τοῦ δὲ θέρεος ἔνιά τε τουτέων,
                            καὶ πυρετοὶ συνεχέες καὶ <lb/>καῦσοι, καὶ τριταῖοι πυρετοὶ, καὶ
                            τεταρταῖοι, ἔμετοί τε καὶ <lb/>διάῤῥοιαι, καὶ ὀφθαλμίαι, καὶ ὤτων πόνοι,
                            καὶ στομάτων <lb/>ἑλκώσιες, καὶ σηπεδόνες αἰδοίων, καὶ ἱδρῶα· τοῦ δὲ
                            φθινοπώρου <lb/>καὶ τῶν θερινῶν τὰ πολλὰ, καὶ πυρετοὶ τεταρταῖοι,
                            <lb/>καὶ πλάνητες, καὶ σπλῆνες, ὕδρωπες, φθίσιες, καὶ <lb/>στραγγουρίαι,
                            καὶ λειεντερίαι, καὶ δυσεντερίαι, καὶ συνάγχαι, <lb/>καὶ ἄσθματα, καὶ
                            εἰλεοὶ, καὶ ἐπιληψίαι, καὶ τὰ μανικὰ, <lb/>καὶ τὰ μελαγχολικά· τοῦ δὲ
                            χειμῶνος πλευρίτιδες, <lb/>περιπνευμονίαι, κόρυζαι, λήθαργαι, βράγχοι,
                            βῆχες, πόνοι <lb/>στηθέων, πλευρέων, ὀσφύος, κεφαλαλγίαι, ἴλιγγοι,
                            <lb/>ἀποπληξίαι. ταῦτα περὶ τῶν ὡρῶν εἰπὼν ὁ Ἱπποκράτης, <lb/>ἐφεξῆς
                            περὶ τῶν ἡλικιῶν ᾧδε γράφει. ἐν δὲ τῇσιν ἡλικίῃσι <lb/>συμβαίνει τοῖσι
                            μὲν μικροῖσι καὶ νεογνοῖσι παιδίοισιν <lb/>ἄφθαι, ἔμετοι, βῆχες,
                            ἀγρυπνίαι, φόβοι, ὀμφαλοῦ <lb/>φλεγμοναὶ, ὤτων ὑγρότητες, πρὸς δὲ τὸ
                            ὀδοντοφυεῖν <lb/>προσάγουσιν οὔλων ὀδαξησμοὶ, πυρετοὶ, σπασμοὶ,
                            διάῤῥοιαι, <pb n="695"/> καὶ μάλιστα ὅταν ἀνάγωσι τοὺς κυνόδοντας, καὶ
                            <lb/>τοῖσι παχυτάτοισι τῶν παιδίων καὶ τοῖσι κοιλίας σκληρὰς
                            <lb/>ἔχουσι· πρεσβυτέροισι δὲ γιγνομένοισι παρίσθμια, σπονδύλου <lb/>τοῦ
                            κατὰ ἰνίον εἴσω ὤσιες, <milestone unit="ed2page" n="240"/>ἄσθματα,
                            λιθιάσιες, <lb/>ἕλμινθες στρογγύλαι, ἀσκαρίδες, ἀκροχορδόνες,
                            σατυριάσεις, <lb/>χοιράδες, στραγγουρίαι, καὶ τἄλλα φύματα· <lb/>τοῖσι
                            δ’ ἔτι πρεσβυτέροισι καὶ πρὸς τὴν ἥβην προσάγουσι <lb/>τουτέων τε πολλὰ
                            καὶ πυρετοὶ χρόνιοι μᾶλλον, καὶ ἐκ <lb/>ῥινῶν αἵματος ῥύσιες. τὰ δὲ
                            πλεῖστα τοῖσι παιδίοισι πάθεα <lb/>κρίνεται, τὰ μὲν ἐν τεσσαράκοντα
                            ἡμέρῃσι, τὰ δὲ ἐν <lb/>ἑπτὰ μησὶ, τὰ δὲ ἐν ἑπτὰ ἔτεσι, τὰ δὲ πρὸς τὴν
                            ἥβην προσάγουσιν. <lb/>ὅσα δ’ ἂν διαμείνῃ τοῖσι παιδίοισι, καὶ μὴ
                            ἀπολυθῇ <lb/>περὶ τὸ ἡβάσκειν, ἢ τοῖσι θήλεσι περὶ τὰς τῶν
                            <lb/>καταμηνίων ῥήξιας, χρονίζειν εἴωθε. τοῖσι δὲ νεηνίσκοισιν
                            <lb/>αἵματος πτύσιες, φθίσιες, πυρετοὶ ὀξέες, ἐπιληψίαι, <lb/>καὶ τἄλλα
                            νοσήματα, μάλιστα δὲ τὰ εἰρημένα. <lb/>τοῖσι δ’ ὑπὲρ τὴν ἡλικίην ταύτην
                            πλευρίτιδες, περιπνευμονίαι, <lb/>λήθαργοι, φρενίτιδες, καῦσοι,
                            διάῤῥοιαι, <pb n="696"/> χολέραι, δυσεντερίαι, αἱμοῤῥοΐδες. τοῖσι δὲ
                            πρεσβυτέροισι <lb/>δύσπνοιαι, κατάῤῥοι βηχώδεες, στραγγουρίαι,
                            δυσουρίαι, <lb/>ἄρθρων πόνοι, νεφρίτιδες, ἴλιγγοι, ἀποπληξίαι, καχεξίαι,
                            <lb/>ξυσμοὶ τοῦ σώματος, ἀγρυπνίαι, κοιλίης καὶ <lb/>ὀφθαλμῶν καὶ ῥινῶν
                            ὑγρότητες, ἀμβλυωπίαι, <milestone unit="ed1page" n="326"/>γλαυκώσιες,
                            <lb/>βαρυηκοΐαι. ταύτην τὴν τάξιν τῆς διδασκαλίας <lb/>ἐχρῆν πεποιῆσθαι
                            τὸν Πλάτωνα μᾶλλον, εἴ πέρ γε φιλοσόφῳ <lb/>προσήκει τὸ τάξει καὶ μεθόδῳ
                            χρῆσθαι καὶ διδασκαλίᾳ, <lb/>καὶ μᾶλλον ἢ τοῖς ἰατροῖς. ἀλλ’ ἴσως οὐκ
                            ἠδύνατο περὶ <lb/>τῶν τοιούτων ἀκριβῶς διελθεῖν ἐμπειρίας δεομένων,
                            αὐτὸς <lb/>οὐκ ὢν τρίβων τῶν ἔργων τῆς ἰατρικῆς. καὶ κατὰ τοῦτο
                            <lb/>ἐπαινεῖν αὐτὸν προσήκει, περὶ ὧν ἀκριβῶς οὐκ ἠπίστατο <lb/>μηδ’
                            ἐπιχειρήσαντα λέγειν. ἀλλ’ ἐκεῖνά γε δυνατὸν ἦν αὐτῷ <lb/>παρ’ αὐτῆς τῆς
                            τῶν πραγμάτων φύσεως μεμαθηκέναι τὰ <lb/>λελεγμένα κατὰ τοὺς ἀφορισμοὺς
                            ἐν τῇδε τῇ ῥήσει. κατὰ <lb/>δὲ τὰς ὥρας τοῦ μὲν ἦρος καὶ ἄκρου τοῦ
                            θέρεος οἱ παῖδες <lb/>καὶ οἱ τούτων ἐχόμενοι τῇσιν ἡλικίῃσιν ἄριστά τε
                            διάγουσι <lb/>καὶ ὑγιαίνουσι μάλιστα· τοῦ δὲ θέρεος καὶ τοῦ φθινοπώρου
                                <pb n="697"/> μέχρι μέν τινος οἱ γέροντες, τὸ δὲ λοιπὸν καὶ τοῦ
                            <lb/>χειμῶνος οἱ μέσοι τῇσιν ἡλικίῃσιν. ταῦτα μὲν οὖν περὶ <lb/>τῶν
                            εἰρημένων ἡλικιῶν ἐφ’ ἑαυτοῦ καὶ τῶν ὁμοδιαίτων ἐξετάσαι <lb/>τις
                            δύναται προήκων ἤδη κατὰ τὴν ἡλικίαν, ὡς εἰκὸς <lb/>ἦν Πλάτωνα προήκειν,
                            ὅτε ἔγραφε τὸν Τίμαιον. ἀμελῶς <lb/>οὖν ἔσχε περί τε τὴν τῶν αὐτῶν
                            τούτων ἐξέτασιν, ἔτι τε <lb/>μᾶλλον ὧν ἔγραψεν ὁ Ἱπποκράτης περὶ τῶν
                            πλεοναζόντων <lb/>νοσημάτων ἐν ἑκάστῃ τῶν ἡλικιῶν τε καὶ ὡρῶν, ὡς, εἴγε
                            <lb/>προσεσχήκει τὸν νοῦν αὐτοῖς, οὐκ ἂν ἐγεγράφει ταῦτα. τὸ <lb/>μὲν
                            οὖν ἐκ πυρὸς ὑπερβολῆς μάλιστα νοσῆσαν σῶμα συνεχῆ <lb/>καύματα καὶ
                            πυρετοὺς ἀπεργάζεται, τὸ δὲ ἐξ ἀέρος ἀμφημερινοὺς, <lb/>τριταίους δὲ ἐξ
                            ὕδατος διὰ τὸ νωθέστερον ἀέρος <lb/>καὶ πυρὸς αὐτὸ εἶναι, τὸ δὲ γῆς
                            τέταρτον, ὂν νωθέστατον <lb/>τούτων, ἐν τετραπλασίαις περιόδοις χρόνου
                            καθαιρόμενον, <lb/>τεταρταίους πυρετοὺς ποιῆσαν ἀπαλλάττεται μόλις. ἐν
                            <lb/>τούτῳ τῷ λόγῳ πρῶτον μὲν ἡμάρτηκε κατὰ τὰ κοινὰ στοιχεῖα
                            <lb/>ἁπάντων σωμάτων, οὐ οὐκατὰκατὰ τῶν ἐναίμων ζώων ποιησάμενος
                            <lb/>τὴν αἰτιολογίαν τῶν περιοδικῶν πυρετῶν· ἄμεινον γὰρ ἦν, ἃ <pb n="698"/> καὶ δεῖξαι δυνάμεθα κατὰ τὸ σῶμα πλεονάζοντα, ταῦτ’
                            <lb/>ἰᾶσθαι· δεύτερον δ’, ὅτι τῶν ἀμφημερινῶν καὶ τριταίων <lb/>πυρετῶν
                            οὐδ’ ἐγγὺς ἧκε τῆς ἀληθοῦς αἰτίας. φαίνεται <lb/>γὰρ ἐναργῶς ἐπὶ μὲν τῶν
                            ἀμφημερινῶν ὁ φλεγματώδης πλεονάζων <lb/>χυμὸς, ὑγρὸς καὶ ψυχρὸς ὢν, ἐπὶ
                            δὲ τῶν τριταίων <lb/>ὁ τῆς ξανθῆς χολῆς. πάλιν αὖ καὶ οὗτος ἄκρως θερμὸς
                            <lb/>καὶ ξηρός. ὥστ’ ἐπὶ τούτου μὲν ἐχρῆν εἰρῆσθαι πλεονάζειν <lb/>τὸ
                            τοῦ πυρὸς στοιχεῖον, ἐπ’ ἀμφημερινοῦ δὲ τὸ τοῦ ὕδατος, <lb/>ὥσπερ ἐν
                            τοῖς τεταρταίοις χυμὸν μὲν τὴν μέλαιναν χολὴν, <lb/>στοιχεῖον δὲ τὴν
                            γῆν. ὅστις δ’ ἑκάστου τῶν εἰρημένων <lb/>ἀκριβῶς ἐκμαθεῖν βούλεται τὴν
                            φύσιν, ἔν τε τοῖς περὶ κρίσεων <lb/>ὑπομνήμασι κᾀν τοῖς περὶ τῆς
                            διαφορᾶς τῶν πυρετῶν <lb/>ἐξειργασμένον τὸν λόγον ἔχει. <milestone unit="ed2page" n="241"/>ἐγὼ δ’ οὐκ εἴωθα <lb/>πολλάκις ὑπὲρ τῶν
                            αὐτῶν τὰ αὐτὰ γράφειν, ἀλλ’ ἅπαξ ἢ <lb/>καὶ δὶς ἐνίοτε τὴν ἀπόδειξιν
                            εἰπὼν ἐν τοῖς ἄλλοις βιβλίοις <lb/>τῷ συμπεράσματι τῆς ἀποδείξεως
                            χρῶμαι· καθάπερ καὶ <lb/>περὶ τοῦ τρεῖς εἶναι τὰς ἀρχὰς τῶν διοικουσῶν
                            ἡμᾶς δυνάμεων <lb/>ἅπαξ ἀποδείξας ἐν τοῖς πρώτοις βιβλίοις τῆσδε τῆς <pb n="699"/> πραγματείας, ἐν ταῖς ἄλλαις ἁπάσαις ἐξ ἑτοίμου λαμβάνω,
                            <lb/>μόνον ἀναμιμνήσκων ἐνίοις, ὡς ἀποδέδεικται. καὶ νῦν γοῦν <lb/>ἀρκεῖ
                            τό γε τοσοῦτον ἀναμνῆσαι περὶ τῶν ἐν ἐκείνοις δεδειγμένων, <lb/>ὡς τοὺς
                            ὀξυτάτους τε καὶ καυσωδεστάτους πυρετοὺς <lb/>ἡ ξανθὴ χολὴ γεννᾷ, καὶ ὡς
                            τοῦ γένους τῶν καυσωδῶν <lb/>πυρετῶν ἐστι καὶ ὁ τριταῖος. εἴρηται δ’ ἐν
                            ἐκείνοις <lb/>ἡ αἰτία, δι’ ἣν οὐκ ἔστι συνεχὴς, ὥσπερ ὁ καῦσος, ἀλλὰ
                            <lb/>διαλείπων γίγνεται. τοῦτο οὖν ὁ Πλάτων οὐκ ἀκριβῶς <lb/>ἔγνω τῆς
                            Ἱπποκράτους τέχνης, καίτοι πειρώμενος ἕπεσθαι <lb/>τἀνδρὶ, καὶ προσέτι
                            γε περὶ τοῦ λευκοῦ φλέγματος. τὸ μὲν <lb/>γὰρ πομφολύγων
                            ἐναπολαμβανομένων, ἀοράτων μὲν διὰ <lb/>σμικρότητα, καθάπερ αὐτὸς ἔφη,
                            συναπασῶν δὲ τὸν ὄγκον <lb/>παρεχομένων, ὁρατὸν γεννᾶσθαι τὸν τοιοῦτον
                            χυμὸν εὔλογόν <lb/>τε ἅμα καὶ πιθανόν· τὸ δ’ ἐκ συντήξεως ἁπαλῆς σαρκὸς
                            <lb/>γενέσθαι ποτὲ φλέγμα τῶν ἀτοπωτάτων ἐστὶ, πλὴν εἴ τις <lb/>Πρόδικος
                            ὑπαλλάττων τοὔνομα τὸν πικρόχολον χυμὸν ὀνομάζει <lb/>φλέγμα διὰ τὸ
                            νομίζειν, ἀπὸ τοῦ πεφλέχθαι τὴν <lb/>προσηγορίαν αὐτῷ γεγονέναι. ἀλλ’ ὅ
                            γε Πλάτων αὐτὸς οἶδε <pb n="700"/> θερμότατον ὄντα τὸν τῆς τοιαύτης
                            χολῆς χυμὸν ἐν οἷς φησιν· <lb/>ὅσα δὲ φλεγμαίνειν λέγεται τοῦ σώματος
                            ἀπὸ τοῦ καίεσθαί <lb/>τε καὶ φλέγεσθαι διὰ χολὴν γέγονε πάντα. καὶ
                            τούτων <lb/>ἐφεξῆς· λαμβάνουσα μὲν ἀναπνοὴν ἔξω παντοίαν, ἀναπέμπει
                            <lb/>ζέουσα φύματα, καθειργνυμένη δὲ ἐντὸς, πυρίκαυτα νοσήματα
                            <lb/>πολλὰ ἐμποιεῖ· δῆλος οὖν ἐστι τῇ συνήθει προσηγορίᾳ <lb/>κατὰ τοῦ
                            πικροχόλου χυμοῦ χρώμενος, ὥσπερ τοὐπίπαν ἐστὶν <lb/>ξανθὸς τὴν χρόαν·
                            καὶ ὠχρὸς δ’ ἐνίοτε γίγνεται πολλὴν <lb/>ὀῤῥώδη προσλαβὼν ὑγρότητα. καὶ
                            μέντοι κᾀξ αὐτοῦ τοῦ <lb/>προσθεῖναι τῷ φλέγεσθαι διὰ τὴν χολὴν δῆλός
                            ἐστιν οὐκ <lb/>ἐν τῇ προσηγορίᾳ σφαλλόμενος, ὥσπερ ὁ Πρόδικος, ἀλλ’ ἐν
                            <lb/>τῇ γνώσει τῆς φύσεως τοῦ χυμοῦ. λέγει δὲ περὶ αὐτοῦ τόνδε <lb/>τὸν
                            τρόπον. τὸ δ’ αὖ μετ’ ἀέρος τηκόμενον ἐκ νέας καὶ <lb/>ἁπαλῆς σαρκός·
                            τούτου δ’ ἀνεμωθέντος καὶ ξυμπεριληφθέντος <lb/>ὑπὸ ὑγρότητος, καὶ
                            πομφολύγων ξυστασῶν ἐκ τοῦ <lb/>πάθους τούτου, καθ’ ἑκάστην μὲν ἀοράτων
                            διὰ σμικρότητα, <lb/>ξυναπασῶν δὲ τὸν ὄγκον παρεχομένων ὁρατὸν χρῶμα
                            ἐχουσῶν, <pb n="701"/> διὰ τὴν τοῦ ἀφροῦ γένεσιν ἰδεῖν λευκόν. ταύτην
                            πᾶσαν <lb/>τηκεδόνα ἁπαλῆς σαρκὸς μετὰ πνεύματος συμπλακεῖσαν
                            <lb/>λευκὸν εἶναι φλέγμα φαμέν. καὶ μετ’ οὐ πολλὰ δὲ πάλιν <lb/>οὕτως
                            ὑπὲρ αὐτοῦ γράφει· τὸ δὲ λευκὸν φλέγμα διὰ τὸ τῶν <lb/>πομφολύγων πνεῦμα
                            χαλεπὸν ἀποληφθὲν, ἔξω δὲ τοῦ σώματος <lb/>ἀναπνοὰς ἴσχον ἠπιώτερον μὲν,
                            καταποικίλλει δὲ τὸ <lb/>σῶμα, λεύκας ἀλφούς τε καὶ τὰ τούτων ξυγγενῆ
                            νοσήματα <lb/>ἀποτίκτει. ἐν ταύτῃ μὲν τῇ ῥήσει καλῶς ἀπεφῄνατο περὶ
                            <lb/>τῶν γινομένων ἀπὸ τοῦ φλέγματος παθῶν· ἡνίκα δ’ ἔλεγεν
                            <lb/>ἔμπροσθεν, τὴν πᾶσαν τηκεδόνα ἁπαλῆς σαρκὸς μετὰ πνεύματος
                            <lb/>συμπλακεῖσαν λευκὸν εἶναι φλέγμα φαμὲν, οὐκ ὀρθῶς. <lb/>δέδεικται
                            γὰρ ἥ γε τοῦ φλέγματος γένεσις ἐκ τροφῆς φύσει <lb/>ψυχροτέρας ἐνδεῶς
                            ὑπὸ τῆς ἐμφύτου θερμασίας κατεργασθείσης <lb/>ἀποτελουμένη. τηκομένη δὲ
                            σὰρξ ὅμοιόν τι ποιεῖ <lb/>τὸ σύντηγμα τῇ χρόᾳ τῆς ὠχρᾶς χολῆς, ἐπὶ τὸ
                            λευκότερον <lb/>ῥέπον, ὡς εἶναι τὸ καλούμενον ὕπωχρον πυῤῥόν. <milestone unit="ed2page" n="242"/>ἔστι δὲ <lb/>καὶ παχύτερον τὸ σύντηγμα τοῦτο
                            τῆς ὠχρᾶς χολῆς, καὶ δυσωδέστερον, <lb/>καί τινα γλισχρότητα πολλάκις
                            ἔχον ἐν ἑαυτῷ καὶ <pb n="702"/> λιπαρότητα. ταῦτα μὲν ἱκανὰ περὶ χυμῶν
                            ἔγνωσται πρός γε <lb/>τὸ παρὸν, εἰ μέλλοιμεν, ὥς τινες τῶν φίλων
                            ἀξιοῦσιν, ἐξηγεῖσθαι <lb/>τὰ κατὰ τὸν Τίμαιον ἰατρικῶς εἰρημένα. </p></div></div></div></body></text></TEI>