<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="8"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΠΙΠΟΚΡΑΤΗΝ <lb/>ΚΑΙ ΠΛΑΤΩΝΑ ΔΟΓΜΑΤΩΝ ΒΙΒΛΙΟΝ
                            <lb/>ΟΓΔΟΟΝ.</head><p>Περὶ τῶν Ἱπποκράτους καὶ Πλάτωνος δογμάτων <lb/>ἐπισκέψασθαι προθέμενοι,
                            πρῶτον μὲν ἐδιδάξαμεν, <lb/>ἀναγκαιότατον ὑπάρχειν ἰατρικῇ τε καὶ
                            φιλοσοφίᾳ, εἴτε <lb/>πλείους εἰσὶ δυνάμεις αἱ διοικοῦσαι τὸν ἄνθρωπον,
                            εἴτε <lb/>μία, βεβαίως ἐξευρεῖν· ἐφεξῆς δ’ ἐπὶ τὴν ζήτησιν αὐτῶν
                            <lb/>τραπόμενοι κατὰ τὸν ἀποδεικτικὸν νόμον, ἔννοιαν ὁμολογουμένην
                            <lb/>ἔφαμεν εἶναι τοῦ τῆς ψυχῆς ἡγεμονικοῦ τὸ κατάρχον <pb n="649"/>
                            αἰσθήσεώς τε καὶ κινήσεως τῆς κατὰ προαίρεσιν, οὐδὲν ὡς <lb/>πρὸς τὰ
                            παρόντα διαφέροντος, ἢ κατὰ προαίρεσιν, ἢ καθ’ <lb/>ὁρμὴν εἰπεῖν.
                            εὔδηλον δὲ, ὅτι ἕτεραι μέν εἰσιν αἱ κινήσεις <lb/>ἐκτεινόντων τε καὶ
                            συστελλόντων τὰ κῶλα, βαδιζόντων τε <lb/>καὶ τρεχόντων, ἑστώτων τε καὶ
                            καθημένων, ὅσα τ’ ἄλλα τοιαῦτα <lb/>πραττόντων, ἕτεραι δ’ αἱ κατὰ τὴν
                            καρδίαν τε καὶ <lb/>τὰς ἀρτηρίας, οὐ κατὰ τὴν ἡμετέραν προαίρεσιν
                            ἀποτελούμεναι, <lb/>καθάπερ καὶ τρίτον ἄλλο γένος κινήσεων, αἱ περὶ
                            <lb/>τὴν τῆς τροφῆς οἰκονομίαν. ἀλλ’ ἀπό γε τῶν προαιρετικῶν
                            <lb/>ἀρξάμενοι, καθ’ ἃς καὶ τὸ καλούμενον ἰδίως ἡγεμονικόν <lb/>ἐστι τῆς
                            ψυχῆς, ἕνα λόγον ἐδείκνυμεν ἠρωτῆσθαι μόνον <lb/>ἐπιστημονικῶς, ἀπ’
                            αὐτοῦ τοῦ ζητουμένου τῆς οὐσίας ἔχοντα <lb/>τὰς προτάσεις, ὄντα
                            τοιοῦτον· ὅπου τῶν νεύρων ἡ ἀρχὴ, ἐνταῦθα <lb/>καὶ τὸ τῆς ψυχῆς
                            ἡγεμονικόν. αὕτη μὲν ἡ τοῦ λόγου <lb/>κυριωτάτη πρότασις ὡμολογημένη
                            πᾶσιν ἰατροῖς τε καὶ φιλοσόφοις. <lb/>ἡ δ’ οἷον <milestone unit="ed2page" n="226"/>πρόσληψις αὐτῆς ἀληθὴς μὲν, ἡ <lb/>ἀρχὴ τῶν
                            νεύρων ἐν τῷ ἐγκεφάλῳ, ψευδὴς δὲ, ἡ ἀρχὴ τῶν <lb/>νεύρων ἐν τῇ καρδίᾳ,
                            γράφειν μὲν ταύτην τὴν πρότασιν <pb n="650"/> ἢ καὶ λέγειν τοῖς ἀπείροις
                            ἀνατομῆς δυναμένου τινὸς, οὐ <lb/>μὴν δεῖξαί γε δυναμένου. πάντα γὰρ ἐν
                            τοῖς ζώοις τὰ <lb/>μόρια νεύρων μετέχει, τὰ μὲν ἄντικρυς ἐξ ἐγκεφάλου
                            παραγιγνομένων <lb/>εἰς αὐτὰ, τὰ δὲ διὰ μέσου τοῦ νωτιαίου. πρῶτοι
                            <lb/>οὖν μακρολογίας αἴτιοι κατέστησαν οἱ καταψευσάμενοι τῶν
                            <lb/>φαινομένων, οὐχ Ἱπποκράτης, ἢ Ἐρασίστρατος, ἢ Εὔδημος, <lb/>ἢ
                            Ἡρόφιλος, ἢ Μαρῖνος, οἱ μετὰ τοὺς παλαιοὺς ἐν τῷ <lb/>μεταξὺ χρόνῳ τὴν
                            ἀνατομικὴν θεωρίαν ἠμελημένην ἀνακτησάμενοι· <lb/>ὡς, εἴ γε τὸ
                            φαινόμενον ἐκ τῆς ἀνατομῆς εἶπον, <lb/>οὐκ ἂν ἐμακρολογοῦμεν, δι’
                            ἀποδείξεως μιᾶς εὑρημένου τοῦ <lb/>ζητουμένου. μακροτέρων οὖν λόγων
                            ἐδεήθημεν <milestone unit="ed1page" n="319"/>εὐθὺς <lb/>ἐν τῷ πρώτῳ
                            βιβλίῳ διὰ τοὺς, ἃ μηδ’ ὅλως εἶδον, ὡς ἀκριβῶς <lb/>ἰδόντας
                            ἐπιχειρήσαντας γράφειν, ἠναγκάσθημέν τε καὶ <lb/>νεύρων καὶ ἀρτηριῶν
                            ἀνατομὴν ἐπὶ κεφαλαίων ἐν αὐτῷ <lb/>διελθεῖν. ἐν δὲ τῷ δευτέρῳ βιβλίῳ
                            τῶν ἠρωτημένων λόγων <lb/>περὶ ψυχῆς ἡγεμονικοῦ τοὺς πιθανωτάτους
                            ἀπεδείξαμεν, οὐ <lb/>κατὰ τὴν ἀποδεικτικὴν μέθοδον ὑπ’ αὐτῶν
                            συντεθέντας, <pb n="651"/> ἀλλὰ τοὺς μὲν ἐγγὺς αὐτῶν, οὓς διαλεκτικοὺς
                            ἔθος ἐστὶν <lb/>Ἀριστοτέλει καλεῖν, ἐνίους δὲ ποῤῥώτερον, οὓς διαιροῦμεν
                            <lb/>εἴς τε τοὺς ῥητορικοὺς καὶ τοὺς σοφιστικούς. ἔπραξα δὲ <lb/>τοῦτο
                            καὶ τοῦ ὑποκειμένου μὲν ἕνεκεν αὐτοῦ, καὶ διὰ τοὺς <lb/>ἑταίρους δὲ
                            βουλομένους ἐκ παραλλήλου τῶν λόγων ἔχειν <lb/>τὰς διαφορὰς ἐφ’ ἑνὸς
                            προβλήματος, ἐσομένης τῆς γυμνασίας <lb/>ταύτης εἰς πολλὰ χρησίμης. ἐπεὶ
                            δὲ καὶ τοιοῦτόν τινα λόγον <lb/>ὁ Χρύσιππος ἔγραψεν· ἔνθα τὰ πάθη τῆς
                            ψυχῆς, ἐνταῦθα <lb/>καὶ τὸ ἡγεμονικόν· τὰ δὲ πάθη τῆς ψυχῆς ἐν καρδίᾳ·
                            ἐν <lb/>ταύτῃ ἄρα καὶ τὸ ἡγεμονικόν· ἐδείκνυον αὐτὸ τὸ ζητούμενον
                            <lb/>αὐτὸν ἐν τῷ κυριωτάτῳ λήμματι λαμβάνοντα. Πλάτωνος <lb/>γὰρ
                            εἰρηκότος, ἐν μὲν τῇ κεφαλῇ τὸ λογιστικὸν <lb/>ὑπάρχειν, ἐν δὲ τῇ καρδίᾳ
                            τὸ θυμοειδὲς, ἐν ἥπατι δὲ τὸ <lb/>ἐπιθυμητικὸν, ἐχρῆν αὐτὸν ἐλέγξαι
                            πρότερον, ὅσα κατασκευάζων <lb/>ἑαυτοῦ τὸ δόγμα διῆλθεν ὁ Πλάτων, οὐχ
                            ἁπλῶς ἀποφῃνάμενον <lb/>ἀξιοπιστοτέραν| ἡγεῖσθαι τὴν ἰδίαν ἀπόφασιν
                            <lb/>τῶν ὑπὸ Πλάτωνος εἰρημένων λόγων. ἐδείκνυον δὲ καὶ ὡς <pb n="652"/>
                            οὐδ’ ἐπεχείρησέ που τῶν ἑαυτοῦ συγγραμμάτων ὁ Χρύσιππος <lb/>ἀντειπεῖν
                            τοῖς τοῦ Πλάτωνος λόγοις. ἅπαντες μὲν οὖν ὅσοι <lb/>μηδέπω φιλοσοφίας
                            ἦσαν ἡμμένοι γεωμέτραι, καὶ ἀριθμητικοὶ, <lb/>καὶ λογιστικοὶ, καὶ
                            ἀστρονόμοι, καὶ ἀρχιτέκτονες, <lb/>ἔτι τε μουσικοὶ, καὶ γνωμονικοὶ, καὶ
                            ῥητορικοὶ, καὶ γραμματικοὶ, <lb/>καὶ ὅλως εἴ τις ἐν τέχνῃ λογικῇ
                            γεγύμναστο, πίστιν <lb/>βεβαίαν ἔσχον, ἐξηλέγχθαι μὲν τοὺς τῶν ἄλλων
                            λόγους, <lb/>ὅσους ἐγεγράφεσαν ὑπὲρ ἡγεμονικοῦ ψυχῆς, ἀληθεῖς δ’ εἶναι
                            <lb/>τοὺς Ἱπποκράτους καὶ Πλάτωνος. ἐπεὶ δὲ τὰ τοῦ Χρυσίππου <lb/>βιβλία
                            περὶ παθῶν γεγραμμένα, καὶ οἱ ἀπ’ ἐκείνου, <lb/>ὡς ἐν ἐκείνοις ἀπέδειξεν
                            ὁ ἀνὴρ, ἐν τῷ λογιστικῷ τῆς <lb/>ψυχῆς εἶναι τὰ πάθη, τοὺς θυμοὺς, καὶ
                            τοὺς φόβους, καὶ <lb/>τὰς λύπας, ὅσα τ’ ἄλλα τοιαῦτα, δι’ ἐκείνους
                            ἠναγκάσθην <lb/>ἐπιδεικνύναι μὴ μόνον ψευδῶς εἰρηκότα πολλὰ κατὰ τὰ
                            <lb/>περὶ τῶν παθῶν βιβλία τὸν Χρύσιππον, ἀλλὰ καὶ μαχόμενα <lb/>αὐτῷ.
                            καὶ κατὰ τοῦτο προσέθηκα τοῖς πρώτοις δύο βιβλίοις <lb/>ἕτερα τρία,
                            δείξας εὐθέως ἐν αὐτοῖς, ὅτι καὶ Ποσειδώνιος <lb/>ὁ ἐπιστημονικώτατος
                            τῶν Στωϊκῶν διὰ τὸ γεγυμνάσθαι κατὰ <lb/>γεωμετρίαν ἀπέστη τε τοῦ
                            Χρυσίππου καὶ δείκνυσιν ἐν τῇ <pb n="653"/> περὶ παθῶν πραγματείᾳ
                            διοικουμένους ἡμᾶς ὑπὸ τριῶν <lb/>δυνάμεων, ἐπιθυμητικῆς τε καὶ
                            θυμοειδοῦς καὶ λογιστικῆς. <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="227"/>τῆς δ’ αὐτῆς δόξης. ὁ Ποσειδώνιος
                            ἔδειξεν εἶναι <lb/>καὶ τὸν Κλεάνθην. καὶ μέντοι καὶ τὸν περὶ τῶν ἀρετῶν
                            λόγον <lb/>ἐπὶ ταύταις ταῖς ἀρχαῖς ὀρθῶς φησι περαίνεσθαι, καὶ δείκνυσιν
                            <lb/>αὐτὸ τοῦτο διὰ μεγάλης πραγματείας ἰδίᾳ γεγραμμένης <lb/>αὐτῷ. ὥστ’
                            οὐκ ἐγὼ τοῦ μήκους τῶν λόγων αἴτιος, <lb/>ἀλλ’ οἱ προπετῶς ἐπαινοῦντες
                            τὰ γεγραμμένα Χρυσίππῳ <lb/>περί τε τοῦ τῆς ψυχῆς ἡγεμονικοῦ καὶ |περὶ
                            παθῶν, ἃ <lb/>πάντ’ ἐγνώκειν ἐγὼ παρελθεῖν ἐάσας ἀνέλεγκτα. θεοὺς δ’
                            <lb/>ἅπαντας ἐπικαλοῦμαι μάρτυρας, ὡς τοὺς ἀναισχύντους τῶν <lb/>λόγων
                            ἐλέγχους αὐτὸς αἰδοῦμαι, βέλτιον εἶναι νομίζων <lb/>ἀγνοεῖσθαι τοῖς
                            πολλοῖς αὐτοὺς, ὅπως μὴ βλάπτοιντο θεώμενοι <lb/>φιλοσόφους ἄνδρας, ἃ
                            μηδέποτ’ εἶδον, ὡς ἰδόντας <lb/>γράφοντας· ἧττον γὰρ αἰδοῦνται καὶ αὐτοὶ
                            φωραθῆναι <lb/>ψευδόμενοι. αἰδεσθῆναι δ’ ἔστι καὶ οἳ μὴ γινώσκουσιν,
                            <lb/>ἐν φιλοσοφίᾳ γεγηρακότες ἄνδρες, ὡς εἷς μόνος οὗτος ἠρώτηται
                            <lb/>λόγος ἀποδεικτικῷ νόμῳ περὶ ψυχῆς ἡγεμονικοῦ, καθ’ <pb n="654"/> ὃν
                            ἡ μὲν ἀληθὴς πρόσληψίς ἐστιν, ἐγκέφαλον εἶναι τῶν <lb/>νεύρων ἀρχὴν, ἡ
                            ψευδὴς δὲ, τὴν καρδίαν. ὥστε οὐ μόνον ἐν <lb/>πέντε βιβλίοις οὐκ ἦν
                            ἀνάγκη γραφῆναι τὸν περὶ ψυχῆς <lb/>ἡγεμονικοῦ λόγον, ἀλλ’ οὐδὲ δι’ ἑνὸς
                            ὅλου πρός γε τοὺς <lb/>μεμαθηκότας, ὁποῖόν τι πρᾶγμά ἐστιν ἀπόδειξις
                            ἐπιστημονικὴ, <lb/>προσήκουσα μὲν, ὡς ἐγώ φημι, φιλοσόφοις μᾶλλον,
                            <lb/>ἢ γεωμέτραις, ἀριθμητικοῖς τε καὶ λογιστικοῖς, ἀστρονόμοις <lb/>τε
                            καὶ ἀρχιτέκτοσιν, οὐ μὴν ἠσκημένοις γ’ αὐτοῖς, ὥσπερ <lb/>ἐκείνοις. διὰ
                            τοῦτ’ οὖν Εὐκλείδης μὲν ἑνὶ θεωρήματι τῷ <lb/>πρώτῳ κατὰ τὸ τῶν
                            φαινομένων βιβλίον ἐπέδειξε δι’ ὀλιγίστων <lb/>ἐπῶν, τὴν γῆν μέσην εἶναι
                            τοῦ κόσμου, καὶ σημείου καὶ <lb/>κέντρου λόγον ἔχειν πρὸς αὐτὸν, ἣν οἱ
                            μαθόντες οὕτω <lb/>πιστεύουσι τῷ συμπεράσματι τῆς ἀποδείξεως, ὡς καὶ τὸ
                            τὰ <lb/>δὶς δύο τέτταρα εἶναι. τῶν φιλοσόφων δ’ ἔνιοι τοιαῦτα
                            <lb/>ληροῦσι περὶ μεγέθους τε καὶ θέσεως γῆς, ὡς αἰδεσθῆναί <lb/>τινα
                            περὶ τοῦ παντὸς ἐπιτηδεύματος. ὅπου γὰρ οἱ μὲν ἀεὶ <lb/>παρακελευόμενοι
                            μηδὲν μήτε πράττειν μήτε λέγειν προπετῶς <lb/>ἔργῳ φαίνονται τοιοῦτοι,
                            τῶν δ’ εἰρημένων ἄνωθεν <pb n="655"/> ἀντιτεχνιτῶν οὐδεὶς μὲν ἑαυτὸν
                            νομίζει σοφὸν, ὡς ἐκεῖνοι, <lb/>ταῖς δ’ ἀποδείξεσι προσηκόντως χρῶνται,
                            μηδαμόθεν μαχόμενοι, <lb/>μηδὲ διαφωνοῦντες ἀλλήλοις, μηδὲ ἀναισχύντως
                            ἀποφαινόμενοι <lb/>περὶ ὧν οὐκ ἴσασι, πῶς οὐκ ἄν τις αἰδεσθείη <lb/>περὶ
                            παντὸς τοῦ τῆς φιλοσοφίας ἐπιτηδεύματος; οὕτως γοῦν <lb/>ὁ ἀληθὴς λόγος
                            ἐστὶ βραχὺς, ὡς ἐγὼ δείξω σοι δι’ ὀλίγων <lb/>συλλαβῶν περαινόμενον
                            αὐτὸν ὄντα τοιοῦτον· ἔνθα τῶν <lb/>νεύρων ἡ ἀρχὴ, ἐνταῦθα τὸ ἡγεμονικόν·
                            ἡ δ’ ἀρχὴ τῶν <lb/>νεύρων ἐν ἐγκεφάλῳ ἐστίν· ἐνταῦθα ἄρα τὸ ἡγεμονικόν.
                            εἷς <lb/>μὲν οὗτος ὁ λόγος ἐννέα καὶ τριάκοντα συλλαβῶν, ὅπερ ἐστὶ
                            <lb/>δυοῖν καὶ ἡμίσεως ἐπῶν ἑξαμέτρων. ἕτερος δ’ ἐστὶν πέντε <lb/>τῶν
                            πάντων ἐπῶν· ἔνθα τὰ πάθη τῆς ψυχῆς ἐπιφανέστερον <lb/>κινεῖ τὰ μόρια
                            τοῦ σώματος, ἐνταῦθα τὸ παθητικὸν <lb/>τῆς ψυχῆς ἐστιν· ἀλλὰ μὴν ἡ
                            καρδία φαίνεται μεγάλην <lb/>ἐξαλλαγὴν ἴσχουσα τῆς κινήσεως ἐν θυμοῖς
                            καὶ φόβοις· ἐν <lb/>ταύτῃ ἄρα τὸ παθητικὸν τῆς ψυχῆς ἐστιν. εἰ δὲ
                            συνθείης <lb/>ὡδὶ τούτους τοὺς δύο λόγους, οὐ πλείονες τῶν ὀκτὼ
                            ἑξαμέτρων <lb/>τὸ συγκείμενον ἐξ αὐτῶν πλῆθος ἔσται. τίνες οὖν <pb n="656"/> αἴτιοι τοῦ πέντε βιβλία γραφῆναι περὶ τούτων, ἃ διὰ ὀκτὼ
                            <lb/>στίχων ἡρωϊκῶν ἐπιστημονικὴν ἀπόδειξιν εἶχεν; οὐχ ἡμεῖς
                            <lb/>δήπουθεν, ἀλλ’ οἱ μὴ βουλόμενοι γραμμικαῖς χρῆσθαι ἀποδείξεσι
                            <lb/>φιλόσοφοι, περὶ ὧν ἔφην αἰδεῖσθαι. τίνες δὲ αἴτιοι <lb/>τοῦ καὶ τὸ
                            ἕκτον βιβλίον ἐπ’ αὐτοῖς γραφῆναι περὶ τῆς τρίτης <lb/>ἀρχῆς, μακροτέρου
                            μὲν λόγου δεομένης, <milestone unit="ed2page" n="228"/>οὐ μὴν <lb/>ὥσθ’
                            ὅλον ἓν πληρωθῆναι βιβλίον; οἱ μὴ γεγυμνασμένοι <lb/>γραμμικῶν
                            ἀποδείξεων ἀκούειν, ἐπεί τοι καὶ τούτου τοῦ <lb/>σκέμματος ἐν ὀλίγοις
                            κεφαλαίοις ἐστὶν ἡ ἀπόδειξις. ἐδείχθη <lb/>γὰρ ἔν τε τοῖς φυτοῖς τὰ
                            παχύτατα μέρη τῆς ἀρχῆς αὐτῶν <lb/>ἐκφυόμενα, καὶ τῶν προδεδειγμένων
                            δυοῖν ἀρχῶν, τῆς τῶν <lb/>νεύρων καὶ τῶν ἀρτηριῶν, τὰ μὲν οἷον στελέχη
                            πρὸς ταῖς <lb/>ἀρχαῖς εἶναι, τὰ δὲ ἀνάλογον κλάδοις ἐν τῷ προϊέναι τὰ
                            <lb/>στελέχη γεννώμενα. τοῦτο μὲν ἓν λῆμμα δι’ ἐναργῶν ἀποδείξεων
                            <lb/>ἐδείχθη· δεύτερον δὲ ἐπ’ αὐτῷ, τῆς φυτικῆς ἐν ἡμῖν <lb/>δυνάμεως,
                            ἣν κοινὴν ἔχομεν πρὸς τὰ φυτὰ, τὰς φλέβας <lb/>ὑπάρχειν ὄργανα,
                            καθηκουσῶν μὲν εἴς τε τὴν γαστέρα καὶ <lb/>τὰ ἔντερα λεπτῶν φλεβῶν,
                            ὥσπερ εἰς τὴν γῆν αἱ ῥίζαι τῶν <pb n="657"/> δένδρων, ἁπασῶν δὲ ἀπὸ μιᾶς
                            φλεβὸς πεφυκυιῶν, τῆς ἐπὶ <lb/>πύλαις ἥπατος, αὖθις δὲ <milestone unit="ed1page" n="320"/>ἐκ τοῦ ἥπατος ἐκφυομένης <lb/>μεγίστης
                            φλεβὸς, ἣν κοίλην ὀνομάζουσιν, ἧς ὥσπερ κλάδοι <lb/>τινὲς σχίζονται
                            φλέβες ἄλλαι πάντη τοῦ σώματος φερόμεναι. <lb/>ἐξ ὧν ἐπεραίνετο ἡ τῶν
                            φλεβῶν ἀρχὴ τὸ ἧπαρ ὑπάρχειν, ᾧ <lb/>πάλιν εἵπετο, καὶ τῆς κοινῆς πρὸς
                            τὰ φυτὰ δυνάμεως ἀρχὴν <lb/>εἶναι τοῦτο τὸ σπλάγχνον, ἥντινα δύναμιν ὁ
                            Πλάτων ἐπιθυμητικὴν <lb/>ὀνομάζει. αὕτη μὲν ἀπόδειξις μία τοῦ τὸ ἧπαρ
                            <lb/>ἀρχὴν εἶναι τῆς ἐπιθυμητικῆς δυνάμεως καὶ τῶν φλεβῶν· <lb/>ἑτέρα δ’
                            ἐκ τοῦ μηδὲν ἄλλο μόριον εὑρίσκεσθαι κατὰ τό <lb/>ζῶον, ᾧ συμφυεῖς εἰσιν
                            αἱ φλέβες ἅπασαι, λαμβανομένη. <lb/>τὴν γὰρ ἐκ τῶν κυρτῶν τοῦ ἥπατος
                            ἐκφυομένην φλέβα τὴν <lb/>κοίλην ἔνιοί φασι τῆς δεξιᾶς ἐν τῇ καρδίᾳ
                            κοιλίας ἐκπεφυκέναι. <lb/>εἴπερ οὖν ἀπ’ ἐκείνης ἀνάλογον κλάδοις αἱ κατὰ
                            τὸ <lb/>σῶμα πᾶν ἀποσχίζονται φλέβες, εἴη ἂν ἁπασῶν αὐτῶν ἀρχὴ <lb/>ἡ
                            καρδία. ἀλλ’ αἵ γ’ ἐκ τῶν σιμῶν τοῦ ἥπατος ἀνάλογον <lb/>ῥίζαις εἰς τὴν
                            γαστέρα, τήν τε νῆστιν καὶ τὸ λεπτὸν ἔντερον, <lb/>καὶ τὸ τυφλὸν, καὶ τὸ
                            κῶλον, εἴς τε τὸ ἀπευθυσμένον <pb n="658"/> ὀνομαζόμενον, καὶ τὸν
                            σπλῆνα, καὶ τὸ ἐπίπλοον ἥκουσαι <lb/>φλέβες οὐκ ἀπὸ ταύτης πεφύκασιν,
                            ἀλλ’ ἔστιν ἑτέρα φλὲψ <lb/>ἁπασῶν τούτων ἀρχὴ κατὰ τὰς πύλας τοῦ ἥπατος
                            τεταγμένη. <lb/>πῶς οὖν ἔτι ἀρχὴ τῶν φλεβῶν ἡ δεξιὰ τῆς καρδίας ἔσται
                            <lb/>κοιλία, μήτε τῶν εἰρημένων φλεβῶν, μήτε πρὸς αὐταῖς τῶν <lb/>ἐν
                            τοῖς σιμοῖς τοῦ ἥπατος συναπτομένων τῇ καρδίᾳ; ἧπαρ <lb/>δὲ καὶ ταύταις
                            ἁπάσαις συνῆπται ταῖς φλεψὶ καὶ ταῖς καθ’ <lb/>ὅλον τὸ σῶμα διὰ τῆς ἐκ
                            τῶν κυρτῶν αὐτοῦ μερῶν ἐκπεφυκυίας, <lb/>ἣν οἱ μὲν πλεῖστοι τῶν ἰατρῶν
                            κοίλην ὀνομάζουσι <lb/>διὰ τὸ μέγεθος, Ἱπποκράτης δὲ καὶ ὅσοι τὰ τούτου
                            πρεσβεύουσιν, <lb/>ἡπατῖτιν ἀπὸ τοῦ σπλάγχνου προσονομάζουσιν, <lb/>ὅθεν
                            ἐκπέφυκεν αὕτη. τοιγαροῦν ἤδη σοι δευτέρα περὶ <lb/>ἥπατος ἀπόδειξις, ὡς
                            ἁπασῶν ἐστι φλεβῶν ἀρχὴ, διὰ τοῦτο <lb/>δὲ καὶ τῆς θρεπτικῆς δυνάμεως.
                            ἄλλη δ’ ἐκ περιουσίας <lb/>τρίτη τοιάδε τις. ἐὰν τὴν δεξιὰν τῆς καρδίας
                            κοιλίαν <lb/>ἀρχὴν ὑποθώμεθα τῆς κοίλης φλεβὸς, ἐναντίως ἔσται τῷ
                            <lb/>φαινομένῳ καὶ ἐν ταῖς τῶν ἰχθύων ἀνατομαῖς εὑρισκομένῳ.
                            <lb/>οὐδενὸς οὖν αὐτῶν ἡ καρδία δεξιὰν ἔχει κοιλίαν, ὅτι μηδὲ <pb n="659"/> πνεύμων ἐστὶ τοῖς ζώοις ἐκείνοις. διὰ τί δὲ γεννᾶταί τε
                            καὶ <lb/>συναπόλλυται πνεύμονι τῆς καρδίας ἡ δεξιὰ κοιλία, δέδεικταί
                            <lb/>μοι κατὰ τὴν περὶ χρείας μορίων πραγματείαν. ἐκ <lb/>περιουσίας
                            μὲν, ὡς ἔφην, οὐ σμικρὰ τῷ δόγματι πίστις ἐστὶ <lb/>καὶ ἐκ τοῦ νῦν
                            εἰρημένου λόγου. προσέρχεται δὲ καὶ ἄλλη <lb/>τις ὁμοία τῇδε, τὴν
                            εὐθύτητα τῆς κοίλης ἡμῶν ἐπισκεπτομένων. <lb/>ὁρᾶται γὰρ ἀπὸ τῶν κυρτῶν
                            τοῦ ἥπατος ἄχρι τῶν <lb/>σφαγῶν ἅπαν μὲν αὐτῆς τὸ δεξιὸν μέρος εὐθείᾳ
                            μιᾷ <lb/>ἄκλαστον φυλάττον αὐτὴν, ἐκ δὲ τῶν ἀριστερῶν ἀπόφυσις <lb/>εἰς
                            τὴν δεξιὰν κοιλίαν τῆς καρδίας γιγνομένη, <milestone unit="ed2page" n="229"/>ἥντινα <lb/>φλέβα νομίζουσιν ἔνιοι τὸ πρέμνον, ὡς ἂν εἴποι
                            τις, εἶναι <lb/>τῶν καθ’ ὅλον τὸ σῶμα φλεβῶν. εἰ δέ περ ἦν ἀληθὲς
                            <lb/>τοῦτο, πάντως ἂν ἐσχίζετο καὶ αὕτη μετὰ τὴν ἔκφυσιν <lb/>ὡσαύτως τῇ
                            μεγάλῃ ἀρτηρίᾳ, ἣν ὁμολογουμένως ἁπασῶν <lb/>τῶν καθ’ ὅλον τὸ ζῶον
                            ἀρτηριῶν ἀρχὴν οὖσαν ἰδεῖν ἔστι <lb/>κατὰ τὸ πρῶτον ἐκφῦναι τῆς καρδίας
                            δίχα σχιζομένην, ὅπως <lb/>τῶν μερῶν αὐτῆς τὸ μὲν ἕτερον ἄνω, τὸ δὲ
                            ἕτερον ἐνεχθείη <lb/>κάτω τοῦ σώματος. ὥστε καὶ εἰ ἡ κοίλη φλὲψ τῆς
                            καρδίας <pb n="660"/> ἐφύετο, πάντως ἂν καὶ αὕτη παραπλησίως τῇ ἀρτηρίᾳ
                            δίχα <lb/>σχισθεῖσα τῷ μὲν ἑτέρῳ μέρει πρὸς τὰς σφαγὰς ἀνηνέχθη, <lb/>τῷ
                            δὲ ἑτέρῳ κατηνέχθη πρὸς τὸ ἧπαρ· οὗ μὴ φαινομένου <lb/>δῆλόν ἐστιν, οὐδὲ
                            ἐκ τῆς καρδίας αὐτὴν ἄρχεσθαι. <lb/>αὗται τέτταρες ἀποδείξεις εἰσὶν
                            εἰρημέναι κατὰ τὸ τῆς προκειμένης <lb/>πραγματείας ἕκτον γράμμα τοῖς
                            εἰδόσι, τί ποτ’ ἐστὶν <lb/>ἀπόδειξις, αὐτάρκως. εἴρηται δὲ καὶ ἄλλα τινὰ
                            κατὰ τὸ <lb/>βιβλίον εἰς πίστιν τοῦ δόγματος, οὐ μὴν ἐπιστημονικήν γε
                            <lb/>τὴν ἀπόδειξιν ἔχοντα, καθάπερ οἱ πρῶτοι δύο λόγοι. καὶ <lb/>μέντοι
                            καὶ ἀντιλογία τις εἴρηται πρὸς τοὺς ἑτέρως δοξάζοντας. <lb/>ὥστε, ὅσον
                            ἐπ’ ἐμοὶ, διὰ βραχυτάτων ἤδη τὸ <lb/>προκείμενον ἀποδέδεικται, καὶ χρὴ
                            τοῦ μήκους τῶν λόγων <lb/>οὐχ ἡμῖν ἐλέγχουσιν, οὓς ἡμαρτημένους ἔγραψαν
                            ἐκεῖνοι λόγους, <lb/>ἀλλὰ τοῖς συνθεῖσιν αὐτοὺς μέμφεσθαι. τριῶν οὖν
                            <lb/>βιβλίων λογικῶν περὶ παθῶν γεγραμμένων Χρυσίππῳ, δυνάμενος
                            <lb/>ἀντειπεῖν, ἃ πρὸς αὐτὸν διηνέχθην διελέγχων, μηκύνειν, <lb/>οὐχ
                            ὑπέμεινα τοῦτο πρᾶξαι, καθάπερ οὐδ’ ὅσα <pb n="661"/> περὶ τῆς τῶν
                            ἀρετῶν διαφορᾶς ἔγραψεν ἐν τέτταρσι βιβλίοις, <lb/>ὑπὲρ ὧν αὐτῷ καὶ ὁ
                            Ποσειδώνιος μέμφεται. ἀλλὰ καὶ περὶ <lb/>τούτων ἐνδειξάμενος τοῖς
                            ἀκούειν δυναμένοις ἐπιστημονικῶν <lb/>ἀποδείξεων, ἀνεβαλόμην ἐπὶ σχολῆς
                            αὖθις ἐπιδείξειν, ὅσα <lb/>καὶ πρὸς αὐτὸν ἐναντιολογούμενος ἔγραψε, καὶ
                            πρὸς τὴν τῶν <lb/>ἐναργῶς φαινομένων ἀλήθειαν. ἐκείνη μὲν οὖν ἡ
                            πραγματεία <lb/>καθ’ ἑαυτὴν γέγραπται. </p></div></div></div></body></text></TEI>