<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="7"><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Περὶ μὲν |οὖν τῆς Ἀριστοτέλους τε καὶ τῶν <lb/>Στωϊκῶν δόξης ὀλίγον
                            ἀναβάλλομαι, τὸ δὲ τὴν αἴσθησιν <lb/>τῶν αἰσθητῶν γίγνεσθαι δι’
                            ἀλλοιώσεώς τε καὶ διαγνώσεως <lb/>ἐξ ὧν εἶπον δῆλον. ἀλλοιοῦται μὲν οὖν
                            τὸ τῆς αἰσθήσεως <lb/>ὄργανον, ἡ διάγνωσις δ’ αὐτοῦ τῆς ἀλλοιώσεως
                            γίγνεται ἐκ <lb/>μιᾶς δυνάμεως κοινῆς πάντων τῶν αἰσθητηρίων ἐκ τῆς
                            ἀρχῆς <lb/>ἐπιῤῥεούσης. τὴν δὲ ἀρχὴν αὐτῶν εἴτε κοινὴν αἴσθησιν,
                            <lb/>εἴτε πρῶτον αἰσθητικὸν ἐθέλοις ὀνομάζειν, οὐ διοίσει. καὶ
                            <lb/>ταύτην ἔδειξεν ὁ πρόσθεν λόγος ἐγκέφαλον οὖσαν, ἀφ’ οὗ <lb/>πάντα
                            τὰ μόρια αἴσθησίν τε καὶ κίνησιν ἔχει, καθηκόντων <lb/>ἑτέρων μὲν νεύρων
                            εἰς τὰ τῶν αἰσθήσεων ὄργανα διαγνώσεως <lb/>ἕνεκα τῶν αἰσθητῶν, ἑτέρων
                            δὲ τῶν κινούντων αὐτὰ, <lb/>τά γε κινεῖσθαι δεόμενα, καθάπερ ὀφθαλμούς
                            τε καὶ γλῶτταν <lb/>καὶ ὦτα. καὶ γὰρ οὖν καὶ ταῦτα τοῖς πλείστοις τῶν
                            <lb/>ζώων κινεῖται, μυῶν τῶν ἐν τῇ κεφαλῇ περιλαμβανόντων <pb n="645"/>
                            αὐτὰ, δι’ ὧν αἱ καθ’ ὁρμὴν ἅπασαι κινήσεις τοῖς ζώοις <lb/>εἰσίν. ἐξ ὧν
                            ἁπάντων μαρτυρεῖται, προσηκόντως εἰρῆσθαι, τὸν <lb/>ἐγκέφαλον ἀρχὴν
                            εἶναι τοῦτο μὲν αἰσθήσεως ἁπάσης τοῖς <lb/>ζώοις, τοῦτο δὲ τῆς καθ’
                            ὁρμὴν κινήσεως. εἰ δέ γε μὴ διὰ <lb/>ταῦτα, τίνος ἕνεκα ἄλλου γέγονεν; ἢ
                            διότι τὰς μήνιγγας <lb/>ἔξωθεν αὐτῷ περιέτεινεν ἡ φύσις, εἴ περ ἐν
                            ἐκείναις μέν <lb/>ἐστιν ἡ τῆς ψυχῆς ἀρχὴ, μάτην ἐγκέφαλος ἐγένετο; διὰ
                            τί <lb/>δ’ ἑκάστη τῶν κοιλιῶν αὐτοῦ τιτρωσκομένη κίνδυνον ὀξύτατον
                            <lb/>ἐπιφέρει; διὰ τί δ’ ἀπ’ αὐτοῦ πάντα πέφυκε τὰ νεῦρα <lb/>καὶ ὁ
                            νωτιαῖος μυελός; ὃς ὅτι μὲν ἀποβλάστημα τῆς κατὰ <lb/>τὸν ἐγκέφαλον
                            οὐσίας ἐστὶν, ἐναργῶς φαίνεται διὰ τῶν ἀνατομῶν, <lb/>ὡς μηδὲ τοὺς
                            μαγείρους ἀγνοεῖν. ὁποίαν δέ τινα <lb/>τὴν δύναμιν ἔχει, μάθοις ἂν
                            ῥᾳδίως, εἰ πρότερον μὲν ἐπὶ τὴν <lb/>ἀνατομὴν ἀφικόμενος ἴδοις ἀπ’ αὐτοῦ
                            νεῦρα φυόμενα τὸν <lb/>ἀριθμὸν ἑξήκοντά που, καταμάθοις δ’ ἑκάστου τὴν
                            χρείαν, <lb/>ἐνδειξαμένης <milestone unit="ed2page" n="224"/>τῆς
                            κατασκευῆς αὐτῶν ἅμα τοῖς γιγνομένοις <lb/>πάθεσιν ἐπὶ ταῖς τομαῖς. ἡ
                            μέν γε κατασκευὴ παραπλησία <lb/>τοῖς ἀπ’ ἐγκεφάλου φυομένοις, τῆς μὲν
                            οἷον ἐντεριώνης <pb n="646"/> ἑκάστου τῶν νεύρων ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ νωτιαίου
                            βλαστανούσης, <lb/>ἐν κύκλῳ δ’ αὐτὸ τῶν μηνίγγων περιλαμβανουσῶν.
                            <lb/>ἔχει γὰρ δὴ καὶ ὁ νωτιαῖος ὁμοίως ἐγκεφάλῳ τὰς μήνιγγας <lb/>ἕνεκα
                            τῆς αὐτῆς χρείας, ἃς εἰ καὶ περιέλοις ἑκάστου τῶν <lb/>ἀποφυομένων
                            νεύρων, οὐδὲν βλάπτεται τὸ μέλος, εἰς ὃ τὸ <lb/>νεῦρον ἐμφύεται,
                            μαρτυροῦντος καὶ τοῦδε τοῦ φαινομένου, <lb/>σκεπάσματα μὲν εἶναι τὰς
                            μήνιγγας ἐγκεφάλου τε καὶ νωτιαίου, <lb/>τὴν δὲ τῆς αἰσθήσεώς τε καὶ
                            κινήσεως δύναμιν ἐν <lb/>τοῖς ὑπ’ αὐτῶν περιεχομένοις ὑπάρχειν. ὅταν οὖν
                            διατέμῃς <lb/>τὴν ἐντεριώνην τοῦ νεύρου, παραχρῆμα τὸ μέλος, εἰς ὃ τὸ
                            <lb/>νεῦρον ἀφικνεῖται, φαίνεται παντάπασιν ἀναίσθητόν τε καὶ
                            <lb/>ἀκίνητον. ὅτι δὲ καὶ ὁ νωτιαῖος αὐτὸς ἀπ’ ἐγκεφάλου τὴν <lb/>ἀρχὴν
                            ἔχει τῶν δυνάμεων, εὔδηλον ἐκ τοῦ, διατμηθέντος <lb/>αὐτοῦ καθ’ ὁτιοῦν
                            μέρος, ὅσον μὲν ἀνωτέρω τῆς τομῆς ἐστιν, <lb/>ὑγιὲς διαφυλάττεσθαι, τοῦ
                            κατωτέρω δὲ τὴν αἴσθησιν ἀπόλλυσθαι <lb/>παραχρῆμα καὶ τὴν κίνησιν,
                            ἁπάντων τῶν ἀπ’ αὐτοῦ <lb/>λαμβανόντων τὰ νεῦρα μυῶν ἀναισθήτων τε καὶ
                            ἀκινήτων <lb/>γιγνομένων. Ἐρασίστρατος μὲν οὖν, εἰ καὶ μὴ πρόσθεν, <pb n="647"/> ἀλλ’ ἐπὶ γήρως γε τὴν ἀληθῆ τῶν νεύρων ἀρχὴν κατενόησεν.
                            <lb/>Ἀριστοτέλης δὲ, μέχρι παντὸς ἀγνοήσας, εἰκότως ἀπορεῖ <lb/>χρείαν
                            εἰπεῖν ἐγκεφάλου. τίνα δ’ ἐστὶν, ἃ λέγει, καὶ ὅπως <lb/>ἐξελέγχεται,
                            μαθεῖν ἔνεστί σοι τὸ περὶ χρείας μορίων ὄγδοον <lb/>ὑπόμνημα τῆς
                            ἡμετέρας πραγματείας ἀναγνόντι, καθάπερ γε <lb/>καὶ ὅτι τούτων ἁπάντων
                            τῶν δογμάτων ὧν διῆλθον Ἱπποκράτης <lb/>ἐστὶν ἡγεμὼν, ἐν ἄλλοις τέ τισι
                            κᾀν τοῖς περὶ <lb/>Ἱπποκράτους ἀνατομῆς ὑπομνήμασι δέδεικται. διὸ καὶ
                            νῦν <lb/>οὐ γέγραφα τὰς ῥήσεις, ὥσπερ τὰς Πλάτωνος, ὅπως μὴ δὶς
                            <lb/>ὑπὲρ τῶν αὐτῶν λέγοιμι. τῶν Πλάτωνος δὲ κατ’ ἄλλην <lb/>οὐδεμίαν
                            μεμνημονευκὼς πραγματείαν, εἰκότως ἐν τῇδε <lb/>παρεθέμην. </p></div></div></div></body></text></TEI>