<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="7"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Πέμπτον γὰρ δὴ τοῦτ’ ἔστιν αἰσθητήριον, <lb/>οὐκ ὄντων πέντε στοιχείων,
                            ἐπειδὴ τὸ τῶν ὀσμῶν γένος ἐν <lb/>τῷ μεταξὺ τὴν φύσιν ἐστὶν ἀέρος καὶ
                            ὕδατος, ὡς καὶ <pb n="629"/> Πλάτων εἶπεν ἐν Τιμαίῳ μετὰ τήνδε τὴν
                            ῥῆσιν· μεταβάλλοντος <lb/>γὰρ ὕδατος εἰς ἀέρα, ἀέρος τε εἰς ὕδωρ, ἐν τῷ
                            μεταξὺ <lb/>γεγόνασιν ὀδμαὶ σύμπασαι. λέγει δὲ καὶ περὶ τοῦ τῆς ὄψεως
                            <lb/>ὀργάνου, ὅτι πυρός ἐστι τοῦ καθαρωτάτου γένους, ὅπερ <lb/>αὐτὸς
                            αὐγήν τε καὶ φῶς ὀνομάζει, διαφέρον ἄνθρακός τε <lb/>καὶ φλογός. φησὶ
                            γοῦν· μετὰ δὲ ταῦτα δεῖ νοεῖν, ὅτι πυρός <lb/>τε γένη πολλὰ γέγονεν,
                            οἶον φλὸξ τό τ’ ἀπὸ τῆς φλογὸς <lb/>ἀπιὸν, ὃ καίει μὲν οὒ, φῶς δὲ τοῖς
                            ὄμμασι παρέχει, τό τε <lb/>φλογὸς ἀποσβεσθείσης ἐν τοῖς διαπύροις
                            καταλειπόμενον <lb/>αὐτοῦ. τούτων οὖν τῶν τριῶν γενῶν τὸ μὴ καῖον μὲν,
                            ὡς <lb/>αὐτὸς ἔφη, φῶς δὲ τοῖς ὄμμασι παρέχον ἐν τῷ τῆς ὄψεως
                            <lb/>ὀργάνῳ πλεῖστόν ἐστιν, ὃ καὶ τοῦτο πάλιν αὐτὸς ἐδήλωσεν <lb/>ἐν
                            ταὐτῷ βιβλίῳ τῷ Τιμαίῳ κατὰ τήνδε τὴν ῥῆσιν. τῶν <lb/>δ’ ὀργάνων πρῶτον
                            μὲν φωσφόρα συνετεκτήναντο ὄμματα, <lb/>τοιᾷδε ἐνδήσαντες αἰτίᾳ· τοῦ
                            πυρὸς ὅσον τὸ μὲν καίειν <lb/>οὐκ ἔσχε, τὸ δὲ <milestone unit="ed2page" n="219"/>παρέχειν φῶς ἥμερον, οἰκεῖον ἑκάστης <lb/>ἡμέρας σῶμα
                            ἐμηχανήσαντο γίγνεσθαι. τὸ γὰρ ἐντὸς ἡμῶν <pb n="630"/> ἀδελφὸν ὂν
                            τούτου πῦρ εἰλικρινὲς ἐποίησαν διὰ τῶν ὀμμάτων <lb/>ῥεῖν λεῖον καὶ
                            πυκνὸν, ὅλον μὲν, μάλιστα δὲ τὸ μέσον <lb/>ξυμπιλήσαντες τῶν ὀμμάτων·
                            ὥστε τὸ μὲν ἄλλο, ὅσον παχύτερον, <lb/>στέγειν πᾶν, τὸ τοιοῦτον δὲ μόνον
                            αὐτὸ καθαρὸν <lb/>διηθεῖν. ὁποῖον μὲν οὖν τι τὸ τῆς ὄψεώς ἐστιν ὄργανον,
                            <lb/>ἐν τούτοις ἐδήλωσεν· ὅπως δὲ ὁρῶμεν, ἐν τοῖς ἐφεξῆς. <lb/>συνάπτων
                            γοῦν τοῖς προειρημένοις φησίν· ὅταν μὲν οὖν <lb/>μεθημερινὸν ᾖ φῶς περὶ
                            τὸ τῆς ὄψεως ῥεῦμα, τό τ’ ἐκπίπτον <lb/>ὅμοιον πρὸς ὅμοιον ξυμπαγὲς
                            γενόμενον, ἓν σῶμα <lb/>οἰκειωθὲν ξυνέστη κατὰ τὴν τῶν ὀμμάτων
                            εὐθυωρίαν, ὅπηπερ <lb/>ἂν ἀντερείδῃ τὸ προσπίπτον ἔνδοθεν, πρὸς ὃ τὸ ἔξω
                            συνέπεσεν. <lb/>ὁμοιοπαθὲς δὴ δι’ ὁμοιότητα πᾶν γενόμενον, ὅτου <lb/>τε
                            ἂν αὐτό ποτε ἐφάπτηται, καὶ ὃ ἂν ἄλλο ἐκείνου, τούτῳ <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="316"/>τὰς κινήσεις διαδιδὸν εἰς ἅπαν τὸ
                            σῶμα μέχρι τῆς <lb/>ψυχῆς αἴσθησιν παρέχεται ταύτην, ᾗ δὴ ὁρᾷν φαμεν.
                            αὗται <lb/>μὲν αἱ τοῦ Πλάτωνος ῥήσεις, αὐγοειδὲς τὸ τῆς ὄψεως ὄργανον
                            <lb/>εἶναι λέγοντος, αἴσθησίν τε γίγνεσθαι δι’ αὐτοῦ τῶν <lb/>κατὰ τὴν
                            αὐγὴν παθημάτων, ὥσπερ τῶν κατὰ τὸν ἀέρα διὰ <pb n="631"/> τῆς ἀκοῆς. τῷ
                            γὰρ ὁμοίῳ τὸ ὅμοιον εἰς τὴν τῶν παθημάτων <lb/>ἀφικνεῖται κοινωνίαν. δύο
                            δὲ σημαινούσης ἁπάσης τῆς τοιαύτης <lb/>λέξεως, οἵαν καὶ ὁ Ἐμπεδοκλῆς
                            ἐποιήσατο λέγων,</p><l>γαίῃ μὲν γὰρ γαῖαν ὀπώπαμεν, ὕδατι δ’ ὕδωρ,</l><p>ἓν μὲν, ὅτι δι’ ὀργάνου τοιοῦδε, δεύτερον δὲ, ὅτι διὰ δυνάμεως
                            <lb/>τοιᾶσδε, τὸ μὲν, ὡς δι’ ὀργάνου, συγχωρητέον ἀληθὲς <lb/>εἶναι, τὸ
                            δ’, ὡς διὰ δυνάμεως, οὐκέτι. τὸ γάρ τοι πρῶτον <lb/>αἰσθητικὸν, ὅ τι περ
                            ἂν ᾖ, κοινὸν ἁπασῶν ἐστι τῶν κατὰ <lb/>μέρος αἰσθήσεων, ὡς καὶ τοῦτο
                            Πλάτων ἐν ἄλλοις τέ τισι <lb/>καὶ μέντοι καὶ Θεαιτήτῳ διδάσκει κατ’
                            ἐκεῖνο τὸ μέρος τοῦ <lb/>συγγράμματος, ἔνθα φησί· δεινὸν γάρ που, ὦ παῖ,
                            εἰ πολλαί <lb/>τινες ἐν ἡμῖν ὥσπερ ἐν δουρείοις ἵπποις αἰσθήσεις
                            ἐγκάθηνται, <lb/>ἀλλὰ μὴ εἰς μίαν τινὰ ἰδέαν, εἴτε ψυχὴν, εἴθ’ ὅτι δεῖ
                            <lb/>καλεῖν, πάντα ταῦτα συντείνει, ᾗ διὰ τούτων οἷον ὀργάνων
                            <lb/>αἰσθανόμεθα, ὅσα αἰσθητά. καὶ κατασκευάζων γε διὰ πλειόνων
                            <lb/>ἑξῆς ὁ Πλάτων τὸν λόγον ᾧδέ φησι· θερμὰ καὶ σκληρὰ <lb/>καὶ κοῦφα
                            καὶ γλυκέα, δι’ ὧν αἰσθάνῃ, ἆρ’ αὐτοῦ τοῦ σώματος <pb n="632"/> ἕκαστα
                            τίθης, ἢ ἄλλου τινός; οὐδενὸς ἄλλου. ἢ καὶ ἐθελήσεις <lb/>ὁμολογεῖν, ἃ
                            δι’ ἑτέρας δυνάμεως αἰσθάνῃ, ἀδύνατον <lb/>εἶναι δι’ ἄλλης ταῦτ’
                            αἰσθέσθαι, οἷον ἃ δι’ ἀκοῆς, δι’ <lb/>ὄψεως, ἢ ἃ δι’ ὄψεως, δι’ ἀκοῆς;
                            πῶς γὰρ οὐκ ἐθελήσω; <lb/>εἴ τι ἄρα περὶ ἀμφοτέρων διανοῇ, οὐκ ἂν διά γε
                            τοῦ ἑτέρου <lb/>ὀργάνου, οὐδ’ αὖ διὰ τοῦ ἑτέρου περὶ ἀμφοτέρων αἰσθάνοιο
                            <lb/>ἄν; οὐ γὰρ οὖν. περὶ δὴ φωνῆς καὶ τῆς χρόας, πρῶτον <lb/>μὲν αὐτὸ
                            τοῦτο περὶ ἀμφοτέρων διανοῇ, ὅτι ἀμφοτέρω ἐστόν; <lb/>ἔγωγε. οὐκοῦν καὶ
                            ὅτι ἑκατέρου μὲν ἑκάτερον ἕτερον, ἑαυτῷ <lb/>δὲ ταὐτόν; τί μήν; καὶ ὅτι
                            ἀμφοτέρω δύο, ἑκάτερον δὲ ἕν; <lb/>καὶ τοῦτο. οὐκοῦν καὶ εἴτε ἀνομοίω,
                            εἴτε ὁμοίω ἀλλήλοιν, <lb/>δυνατὸς εἶ ἐπισκέψασθαι; ἴσως. ταῦτα δὴ πάντα
                            διά τινος <lb/>περὶ αὐτῶν διανοῇ· οὔτε γὰρ δι’ ἀκοῆς, οὔτε δι’ ὄψεως
                            <lb/>οἷόν τε τὸ κοινὸν λαμβάνειν περὶ αὐτῶν. ἔτι δὲ καὶ τόδε
                            <lb/>τεκμήριον περὶ οὗ λέγομεν. εἰ γὰρ δυνατὸν εἴη ἀμφοτέρω
                            <lb/>σκέψασθαι, ἆρ’ ἐστὸν ἁλμυρὸν ἢ οὒ, οἶσθ’ ὅτι ἔξεις εἰπεῖν, <lb/>ᾧ
                            ἐπισκέψῃ, καὶ τοῦτο οὔτε ὄψις οὔτε ἀκοὴ φαίνεται, <pb n="633"/> ἀλλά τι
                            ἄλλο. τί δ’ οὐ μέλλει ἥ γε διὰ τῆς γλώττης δύναμις; <lb/>καλῶς λέγεις. ἡ
                            δὲ δὴ διά τινος δύναμις τό τ’ ἐφ’ <lb/>ἅπασι κοινὸν καὶ τὸ ἐπὶ τούτοις
                            δηλοῖ σοι, ᾧ τὸ ἔστιν <lb/>ὀνομάζεις, καὶ τὸ οὐκ ἔστι, καὶ ἃ νῦν δὴ
                            ἐρωτῶμεν περὶ <lb/>αὐτῶν, πᾶσι ποιὰ ἀποδώσεις ὄργανα, δι’ ὧν αἰσθάνεται
                            <lb/>ἡμῶν τὸ αἰσθανόμενον ἕκαστα. <milestone unit="ed2page" n="220"/>ἔν
                            τε οὖν τούτοις ὁ <lb/>Πλάτων, ὥσπερ οὖν κᾀν τοῖς ἐφεξῆς, ἐν ἄλλοις τέ
                            τισι <lb/>διαλόγοις ἐδίδαξεν ἡμᾶς ὑπὲρ τῆς κοινῆς δυνάμεως, ἥτις ἐξ
                            <lb/>ἐγκεφάλου διὰ τῶν νεύρων εἰς ἕκαστον τῶν αἰσθητηρίων
                            <lb/>ἀφικνουμένη τῶν ἐν αὐτοῖς ἀλλοιώσεων αἰσθάνεται. ὡς, εἴ <lb/>γε
                            δυνατὸν ἦν τοῖς ἰδίοις παθήμασιν αὐτῆς ἄλλο τι συναλλοιωθῆναι <lb/>παρὰ
                            τὸ φωτοειδὲς ὄργανον, ἢ τοῖς τῶν ἀτμῶν <lb/>ἕτερόν τι τοῦ ἀτμοειδοῦς, ἢ
                            τοῖς τοῦ ἀέρος ἄλλο τι παρὰ <lb/>τὸ ἀεροειδὲς, ἢ τοῖς τῶν ὑγρῶν ἕτερόν
                            τι παρὰ τὸ γευστόν <lb/>τε καὶ πλῆρες χυμῶν, οὐκ ἂν ἐγεγόνει τὰ τῶν
                            αἰσθητηρίων <lb/>ὄργανα· νυνὶ δ’ οὐχ οὕτως ἔχει. τὰ μὲν γὰρ ἐν τοῖς
                            ἀντιβαίνουσι <lb/>σώμασιν, ὅσα περ ἦν ἴδια τῆς οἰκείας διαφορᾶς, <pb n="634"/> ἅπαντι μορίῳ νεύρων μεταλαβόντι δυνατὸν αἰσθάνεσθαι,
                            <lb/>διότι μηδὲ παθεῖν ἅπαν ὑπὸ τῆς τοῦ γηΐνου σώματος προσβολῆς
                            <lb/>ἐπιτήδειόν ἐστιν. ἦν δ’ αὐτῶν πρώτη μὲν ἡ κατ’ <lb/>ὀξύτητα καὶ
                            ἀμβλύτητα, δευτέρα δ’ ἡ κατὰ θερμότητα <lb/>καὶ ψυχρότητα, κατὰ
                            συμβεβηκὸς δ’ αἱ λοιπαὶ, μέγεθός <lb/>τε καὶ σχῆμα, καὶ κίνησις, καὶ
                            ἀριθμὸς, αἳ καὶ μετὰ συλλογισμοῦ, <lb/>καὶ μνήμης, οὐ μόνον ἧς αἰσθήσεως
                            ἐδείχθησαν <lb/>γινόμεναι κατά τε τὴν ἁφὴν καὶ τὴν ὄψιν ἐν τῇ περὶ τῆς
                            <lb/>ἀποδείξεως πραγματείᾳ, καθ’ ἣν πρώτην ἀξιῶ γεγυμνάσθαι <lb/>τὸν
                            ἀκριβῶς ἕπεσθαι τοῖς νῦν λεγομένοις ἐφιέμενον. ὥσπερ <lb/>δὲ τὰ τῆς
                            ἁπτικῆς αἰσθήσεως αἰσθητὰ δι’ ἀντιβάσεως, <lb/>οὕτω τὰ τῆς γευστικῆς δι’
                            ὑγρότητός τε καὶ χυμῶν εἰς γνῶσιν <lb/>ἥκει. καὶ ἢν ξηρανθεῖσά ποτε τύχῃ
                            σφοδρῶς ἡ γλῶττα, διαφθείρεται <lb/>τῶν χυμῶν ἡ διάγνωσις, μὴ δυναμένου
                            τοῦ παθόντος <lb/>αὐτὸ διακρῖναι, τί μὲν ὀξὺ, τί δὲ πικρόν ἐστιν, ἢ
                            <lb/>δριμὺ, τί δὲ αὐστηρὸν, ἢ στρυφνὸν, ἢ ὅλως στῦφον, ὥσπερ <lb/>οὐδὲ,
                            τί μὲν γλυκὺ, τί δ’ ἁλμυρόν. ἐμφράξεως δὲ γενομένης <lb/>τῶν πόρων τῆς
                            ῥινὸς, ἡ ἐκ τῶν ὀδμῶν αἴσθησις ἀπόλλυται, <pb n="635"/> καθάπερ γε καὶ ἡ
                            τῶν φωνῶν, ἐὰν ἐμφραχθῇ τὰ <lb/>ὦτα, μὴ διϊκνουμένης εἰς ἑκάτερον τῶν
                            ὀργάνων τῆς οἰκείας <lb/>ἀλλοιώσεως, εἰς μὲν τὸ ἀτμοειδὲς, ἐκ τῶν ὀδμῶν,
                            (ἀτμὸς γὰρ <lb/>ἡ τούτων οὐσία,) εἰς δὲ τὸ ἀεροειδὲς ἐκ τῶν φωνῶν,
                            ἐπειδὴ <lb/>καὶ τούτων ἀήρ ἐστιν ἡ οὐσία. ταῖς τοιαύταις ἐμφράξεσιν
                            <lb/>ἀνάλογόν ἐστι καὶ τὸ τῶν ὀφθαλμῶν πάθημα· καλεῖται <lb/>δὲ
                            ὑπόχυσις. ἐμφράττεται δὲ ἐν αὐτῷ τῆς ἡλιοειδοῦς αὐγῆς <lb/>ὁ κατὰ τὸν
                            ῥαγοειδῆ χιτῶνα πόρος, ὡς μηκέτι συνάπτεσθαι <lb/>τὸ τῆς ὄψεως ἴδιον
                            ὄργανον τῷ περιέχοντι τὸν ὅλον ὀφθαλμὸν <lb/>ἔξωθεν ἀέρι. τοῦτ’ οὖν αὐτὸ
                            καὶ κατ’ ἐκείνην τὴν ῥῆσιν <lb/>ὁ Πλάτων ἐδήλωσεν, ἔνθα φησί·
                            σωματοειδὲς δὴ καὶ ὁρατὸν <lb/>αὐτὸ τέλειον γενόμενον εἶναι, χωρισθὲν δὲ
                            πυρὸς, οὐδὲν ἄν <lb/>ποτε ὁρατὸν γένοιτο, οὐδὲ ἁπτὸν ἄνευ τινὸς στερεοῦ·
                            στερεὸν <lb/>δὲ οὐκ ἄνευ γῆς, ὅθεν ἐκ πυρὸς καὶ γῆς τὸ τοῦ <lb/>παντὸς
                            σῶμα ἀρχόμενον συνιστᾷν ὁ θεὸς ἐποίει. ἐκ πυρὸς <lb/>γὰρ καὶ γῆς
                            πεποιῆσθαί φησι τὸ σῶμα τοῦ παντὸς, ἵν’ <lb/>ὁρατόν τε καὶ ἁπτὸν ᾖ. διὰ
                            τοῦτ’ οὖν καὶ τὰ τῶν <lb/>ζώων σώματα, τὸ μὲν ἁπτικὸν ὄργανον γεῶδές
                            ἐστι, τὸ δ’ <pb n="636"/> ὀπτικὸν πυροειδὲς, ἅπερ ἀλλοιοῦσθαι μὲν
                            ἠδύνατο καὶ <lb/>χωρὶς αἰσθήσεως, εἰ μὴ μετέσχεν νεύρων, αἰσθάνεται δὲ
                            τῆς <lb/>ἀλλοιώσεως μετουσία τούτων. οὔκουν ἀλλοίωσίς ἐστιν ἡ
                            <lb/>αἴσθησις, ὡς ἔνιοί φασιν, ἀλλὰ διάγνωσις ἀλλοιώσεως. οὐ <lb/>μὴν
                            οὐδ’ ἀρκεῖ λείαν ἢ τραχεῖαν ἐν τῷ σώματι γενέσθαι <lb/>κίνησιν εἰς
                            ἡδονῆς ἢ πόνου γένεσιν, ἀλλὰ χρὴ προσελθεῖν <lb/>αἴσθησιν ἑκατέρᾳ τῶν
                            τοιούτων κινήσεων. εἰ δὲ καὶ τὴν <lb/>διάθεσιν αὐτὴν ἐθέλοις καλεῖν
                            ὀδύνην ἢ πόνον, οὔ μοι <lb/>διαφέρει. μόνον γὰρ ἀξιῶ σε μεμνῆσθαι τοῦ
                            διαφέρειν ἀλλήλων <lb/>τήν τε διάθεσιν, ἣν ἴσχει τὰ σώματα τῆς φύσεως
                            <lb/>ἐξιστάμενα, καὶ τὴν αἴσθησιν αὐτῆς, ἐπεί τισί γε, καθάπερ <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="221"/>Ἱπποκράτει, κέκληταί ποθ’ ἡ αἴσθησις
                            μόνη πόνος, <lb/>ἔνθα φησίν· ὁκόσοι πονέοντές τι τοῦ σώματος τὰ πολλὰ
                            <lb/>τῶν πόνων οὐκ αἰσθάνονται, τούτοισιν ἡ γνώμη νοσεῖ. τοὺς <lb/>γὰρ
                            βεβλαμμένους ὁτιοῦν μέρος οὕτως σφοδρῶς, ὡς, εἰ μὴ <lb/>παρεφρόνουν,
                            ἀλγεῖν, ὠνόμασε πονοῦντας. ὅτε οὖν φησι. <lb/>ὀδύνη γίγνεται καὶ διὰ τὸ
                            θερμὸν, καὶ διὰ τὸ ψυχρὸν, <lb/>καὶ διὰ τὸ πλέον, καὶ διὰ τὸ ἔλαττον,
                            καὶ ἐν μὲν τοῖσιν <pb n="637"/> ἐψυγμένοισι τοῦ σώματος διὰ τὸ θερμὸν,
                            ἐν δὲ τοῖσι <lb/>τεθερμασμένοισι διὰ τὸ ψυχρὸν, καὶ τοῖσι τὴν φύσιν
                            διαφθειρομένοισιν <lb/>ὀδύναι γίγνονται, μὴ νομίσῃς αὐτὸν ἀλλοίωσίν τινα
                            <lb/>βραχεῖαν φάναι, ἀλλὰ σφοδρᾶς ἀλλοιώσεως αἴσθησιν, ἥτις
                            <lb/>αἴσθησις οὐ δύναται γενέσθαι χωρὶς τῆς τοῦ πάσχοντος σώματος
                            <lb/>εἰς τὸ παρὰ φύσιν ἐξαλλαγῆς. ἡ<milestone unit="ed1page" n="317"/>δέ
                            γε βραχεῖα μεταβολὴ <lb/>τῶν σωμάτων αἴσθησιν μὲν ἐργάζεται διαγνωστικὴν
                            τῆς <lb/>τοῦ ποιήσαντος δυνάμεως, ὅταν γ’ αἰσθητικὸν ὑπάρχῃ δηλονότι
                            <lb/>τὸ ἀλλοιούμενον, ὀδύνην δ’ οὐδέπω παρέχει. πάσχει δ’ ἑτοίμως
                            <lb/>τὰς βραχείας μεταβολὰς ἀπὸ τῶν ὁμογενῶν ἓν ἕκαστον. </p></div></div></div></body></text></TEI>