<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="7"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Μάλιστα δ’ ἂν πεισθείη τις τοῦτο γίνεσθαι <lb/>μαθὼν, ὅπως εὔλογόν ἐστιν
                            ὁρᾷν ἡμᾶς. ἀρχὴ δὲ καὶ τοῦδε <lb/>τοῦ λόγου τοιάδε. τὸ βλεπόμενον σῶμα
                            δυοῖν θάτερον ἢ <lb/>πέμπον τι πρὸς ἡμᾶς ἀφ’ ἑαυτοῦ σὺν ἐκείνῳ καὶ τὴν
                            ἰδίαν <lb/>ἐνδείκνυται διάγνωσιν, ἢ, εἴπερ αὐτὸ μηδὲν πέμπει, περιμένει
                            <lb/>τινὰ παρ’ ἡμῶν ἀφικέσθαι δύναμιν αἰσθητικὴν ἑαυτῷ. <lb/>πότερον οὖν
                            αὐτῶν ἐστιν ἀληθέστερον, ὧδ’ ἂν μάλιστα <lb/>κριθείη. διὰ τοῦ κατὰ τὴν
                            κόρην τρήματος ὁρῶμεν, ὅπερ εἰ <lb/>περιέμενε πρὸς ἑαυτὸ παραγενέσθαι
                            τινὰ μοῖραν, ἢ δύναμιν, <lb/>ἢ εἴδωλον, ἢ ποιότητα τῶν ἐκτὸς ὑποκειμένων
                            σωμάτων, οὐκ <lb/>ἂν τοῦ βλεπομένου τὸ μέγεθος ἐγνώκειμεν, οἷον ὄρους,
                            εἰ τύχοι, <lb/>μεγίστου. τηλικοῦτον γὰρ εἴδωλον ἐνέπιπτεν ἂν ἀπ’ αὐτοῦ
                            τοῖς <lb/>ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ἡλίκον ἐστὶν αὐτὸ, ὅπερ παντάπασιν
                            <lb/>ἄλογον, ἅμα τῷ καὶ κατὰ μίαν ῥοπὴν καιροῦ πρὸς ἕκαστον <lb/>τῶν
                            ὁρώντων, εἰ καὶ μυρίοι τύχοιεν ὄντες, ἀφικνεῖσθαι. τῷ <lb/>τε ὀπτικῷ οὐχ
                            οἷόν τε τοσαύτην ῥύσιν ἐκτεινομένῳ λαμβάνειν, <lb/>ὡς περιχεῖσθαι παντὶ
                            τῷ βλεπομένῳ σώματι. τοῦτο <pb n="619"/> γὰρ ὅμοιόν ἐστι τῷ τῶν Στωϊκῶν
                            σταλαγμῷ κεραννυμένῳ <lb/>τῇ πάσῃ θαλάττῃ. λείπεται οὖν ἔτι τὸν πέριξ
                            ἀέρα τοιοῦτον <lb/>ὄργανον ἡμῖν γίγνεσθαι, καθ’ ὃν ὁρῶμεν χρόνον, ὁποῖον
                            <lb/>ἐν τῶ σώματι τὸ νεῦρον ὑπάρχει διὰ παντός. τοιοῦτον <lb/>γάρ τι
                            πάσχειν ἔοικεν ὁ περιέχων ἡμᾶς ἀὴρ ὑπὸ τῆς τοῦ <lb/>πνεύματος ἐκπτώσεως,
                            ὁποῖόν τι καὶ πρὸς τῆς ἡλιακῆς αὐγῆς. <lb/>ἐκείνη τε γὰρ ψαύουσα τοῦ ἄνω
                            πέρατος αὐτοῦ δίδωσιν εἰς <lb/>ὅλην τὴν δύναμιν, ἥ τε διὰ τῶν ὀπτικῶν
                            νεύρων ὄψις φαινομένη <lb/>τὴν μὲν οὐσίαν ἔχει πνευματικὴν, ἐμπίπτουσα
                            δὲ <lb/>τῷ περιέχοντι καὶ τῇ πρώτῃ προσβολῇ τὴν ἀλλοίωσιν ἐργαζομένη
                            <lb/>διαδίδωσιν ἄχρι πλείστου συνεχοῦς αὐτῷ, δηλονότι <lb/>τοῦ πέριξ
                            σώματος ὑπάρχοντος, ὡς ἐν ἀκαρεῖ χρόνῳ τὴν <lb/>ἀλλοίωσιν εἰς ὅλον αὐτὸ
                            διαπέμπειν. ἐναργῶς γὰρ τοιοῦτον <lb/>φαίνεται κᾀπὶ τῆς κατὰ τὸν ἥλιον
                            ὑπάρχον δυνάμεως. θέντες <lb/>γοῦν τι στερεὸν σῶμα μεταξὺ τὸν ἐφεξῆς
                            ἀέρα βλέπομεν <lb/>εὐθέως ἀπολλύντα τὴν αὐγὴν, ὡς ἐν τῷ μεταβάλλειν
                            φωτοειδῆ <lb/>γιγνόμενον, οὐκ ἐν τῷ μεταβεβληκέναι διαμένοντα.
                            <lb/>μόνιμον γὰρ ἂν ἦν τὸ φῶς ἐν ἑαυτῷ μέχρι πολλοῦ, κᾂν <pb n="620"/>
                            ᾔρθη τὸ| φωτίζον. <milestone unit="ed2page" n="216"/>οὕτω δὲ καὶ νεύρου
                            τμηθέντος, ὅσον <lb/>ἂν ἡ τομὴ χωρήσῃ τῆς πρὸς τὸν ἐγκέφαλον συνεχείας,
                            ἀναίσθητον <lb/>εὐθέως γίγνεται. φαίνεται γοῦν ὅμοιόν τι πάθος
                            <lb/>ἀμφοτέροις συμβαῖνον, τῷ τε νεύρῳ καὶ τῷ πέριξ ἀέρι, <lb/>κατὰ μὲν
                            τὴν ἑαυτῶν φύσιν ἔχουσιν ἤδη τινὰ ὁμοιότητα, <lb/>πρός τε τὸ μεταβάλλον
                            ὁμοιουμένοις ἀκριβῶς ὡσαύτως τῇ <lb/>συνεχείᾳ, καὶ τοῦ πάσχειν ἀεὶ
                            δεομένοις, ὥσπερ ὁ πέριξ <lb/>ἡμῶν ἀὴρ, ὁπότε φωτίζεται. σαφῶς γοῦν ἡ
                            μὲν κατ’ <lb/>αὐτὸν θερμασία μέχρι πολλοῦ διαμένει, κᾂν χωρισθῇ τὸ
                            <lb/>θερμαῖνον, ὡσαύτως δὲ καὶ ἡ ψύξις, οὐκέτι παρόντος τοῦ
                            <lb/>ψύχοντος, ἡ δ’ αὐγὴ παραχρῆμα τῷ φωτίζοντι συναπέρχεται.
                            <lb/>φαίνεται δὲ καὶ κατὰ τὰς ἀρτηρίας ἡ αὐτὴ φύσις. <lb/>ὁμοίως γοῦν
                            τοῖς νεύροις καὶ αὗται διατμηθεῖσαί τε καὶ <lb/>βρόχῳ διαληφθεῖσαι
                            ἄσφυκτοι γίνονται, στερηθεῖσαι οὐχ, <lb/>ὡς Ἐρασίστρατος οἴεται, τοῦ
                            παρὰ τῆς καρδίας ἐπιπεμπομένου <lb/>πνεύματος, (δέδεικται γὰρ ἐν ἄλλοις
                            ὑφ’ ἡμῶν ἀδύνατον <lb/>τοῦτο, δειχθήσεταί τε καὶ νῦν ἐν τοῖς ἐφεξῆς, ὡς
                            <lb/>μηδὲν τῷ λόγῳ λείπειν,) ἀλλὰ τῷ τοὺς χιτῶνας αὐτῶν <pb n="621"/>
                            συνεχεῖς ὑπάρχοντας τῷ τῆς καρδίας σώματι παρ’ ἐκείνου <lb/>τὴν δύναμιν
                            ἐπιῤῥέουσαν ἴσχειν ἀεί. κοινὸν μὲν οὖν ἁπασῶν <lb/>ἐστι τῶν αἰσθητικῶν
                            δυνάμεων ἀπ’ ἐγκεφάλου τὴν ἀρχὴν <lb/>ἐχουσῶν φέρεσθαι διὰ τῶν νεύρων
                            ἄχρι τῶν οἰκείων ὀργάνων, <lb/>ὁμοειδὲς δὲ καὶ κατὰ τὴν οὐσίαν τὸ νεῦρον
                            ὑπάρχειν τῷ <lb/>ἐγκεφάλῳ, πλὴν ὅσον ἐπιλήθη δυσπαθείας ἕνεκεν εὐθὺς ἐν
                            <lb/>αὐτῷ τούτῳ, τοσοῦτον ἀπεχώρησε τῆς ἐγκεφάλου φύσεως. <lb/>ὅσον δὲ
                            ἐσκληρύνθη πιληθὲν, εὐθὺς καὶ διὰ τοῦτ’ αὐτὸ <lb/>δεῖται τῆς ἐκείνου
                            διηνεκοῦς ἐπικουρίας, ὡς, εἴ γε τοιοῦτον <lb/>ἔμεινεν, οἷόν ἐστιν ὁ
                            ἐγκέφαλος, οὐκ ἂν ἐδεῖτο τῆς ἐξ αὐτοῦ <lb/>βοηθείας. αἱ γὰρ τῶν οὐσιῶν
                            ἰδιότητες οἰκείας ἑαυταῖς <lb/>ἔχουσι καὶ τὰς τῶν δυνάμεων ἰδιότητας.
                            εἰς ὅσον οὖν ἕκαστον <lb/>τῶν αἰσθητικῶν ἰδίως ὀνομαζομένων νεύρων
                            ἀποκεχώρηκε <lb/>τῆς ἐγκεφάλου φύσεως, εἰς τοσοῦτον καὶ τῆς δυνάμεως
                            <lb/>αὐτοῦ. καλεῖται δ’ ἰδίως αἰσθητικὰ νεῦρα τὰ τοῖς αἰσθητικοῖς
                            <lb/>ὀργάνοις ἐπιπεμπόμενα, μαλακώτερα τῶν ἄλλων ὑπάρχοντα <lb/>τῶν
                            κινούντων τὰ μόρια, προμηθῶς καὶ τοῦτο τῆς <lb/>φύσεως ἐργασαμένης.
                            ἐπειδὴ γὰρ ἡ μὲν αἴσθησις οὐκ ἄνευ <pb n="622"/> τοῦ διατεθῆναί πως τὸ
                            νεῦρον, ἡ δὲ κίνησις ἐν τῷ δρᾷν <lb/>μόνῳ τὴν ἐνέργειαν ἔχει, κατὰ λόγον
                            ἁπαλώτερον μὲν τὸ <lb/>αἰσθητικὸν, σκληρότερον δὲ τὸ κινητικὸν νεῦρον
                            ἐγένετο. <lb/>μέτεστι δὲ καὶ τοῖς κινητικοῖς ἅπασιν αἰσθήσεως ἁπτικῆς,
                            <lb/>ἐπειδὴ παχυμερές ἐστι τὸ ταύτης αἰσθητόν. ἔμπαλιν δὲ <lb/>τούτῳ τὸ
                            τῆς ὄψεως νεῦρον οὐ τῷ τετρῆσθαι μόνον αἰσθητῷ <lb/>τρήματι τὴν ὑπεροχὴν
                            ἐνδείκνυται τῆς δυνάμεως, ἀλλὰ <lb/>καὶ τῇ μαλακότητι, καὶ τῷ μεγέθει,
                            καὶ τῷ δύεσθαι πάλιν <lb/>ἐν ὀφθαλμοῖς γενόμενον ἐξομοιοῦσθαί τε κατὰ
                            πάντα ἐγκεφάλῳ. <lb/>καὶ αὐτὸ δὲ τὸ νεῦρον ὅλον ἐστὶν ἐγκεφάλου τε καὶ
                            <lb/>ὀφθαλμοῦ μεταξύ· τὸ μὲν ἔνδον ἑαυτοῦ μαλακώτερον ἔχει, <lb/>τὸ δ’
                            ἔξω σκληρότερον, ἀμφοτέρων στοχασαμένου τοῦ δημιουργοῦ, <lb/>τῆς τε κατὰ
                            τὴν ὁδοιπορίαν ἀσφαλείας καὶ τοῦ <lb/>διασώζειν, εἰς ὅσον οἷόν τε, τὴν
                            ἐγκεφάλου φύσιν. εἰκότως <lb/>οὖν ἁπάντων νεύρων, οὐ μόνον τῶν ἐξ
                            ἐγκεφάλου πεφυκότων, <lb/>ἀλλὰ καὶ τῶν ἐκ τοῦ νωτιαίου, μέγιστον
                            ἀπειργάσθη <lb/>τὸ τῆς ὄψεως. ἐξαίρετα γὰρ ἐχρῆν αὐτῷ παρὰ τἄλλα
                            ὑπάρχειν <lb/>πολλὰ, τετρῆσθαί τε διὰ τοῦ βάθους, καὶ μαλακὰ μὲν <pb n="623"/> εἶναι ταῦτα, σκληρὰ δὲ τὰ πέριξ, ἀφικνεῖσθαί τε δι’
                            <lb/>αὐτοῦ πολλὴν ἐξ ἐγκεφάλου πνευματικὴν οὐσίαν εἰς τὰς <lb/>χώρας τῶν
                            ὀφθαλμῶν. τό τ’ οὖν τρῆμα πάντως ἐχρῆν ὑπό <lb/>τινος οὐσίας περιέχεσθαι
                            στεγανῆς, ἥτις ἄνευ τοῦ παχυνθῆναι <lb/>τὸ νεῦρον οὐκ ἂν ἐγένετο, τό τε
                            πάχος αὐτοῦ διττὴν <lb/>ἔχει ἰδέαν, μαλακοῦ μὲν ἔνδον, ἔξωθεν δὲ σκληροῦ
                            γενομένου. <lb/>ὅτι δὲ καὶ τὸν ὀφθαλμὸν οὐκ ὀλίγης ἐχρῆν οὐσίας
                            <lb/>ἐγκεφάλου μετειληφέναι, πεισθείης ἂν σαφῶς ἀνατεμὼν <lb/>αὐτόν.
                            εὑρήσεις γὰρ ὑπὸ <milestone unit="ed2page" n="217"/>τοῖς χιτῶσιν ἔνδον
                            ὑγρὰ <lb/>σφαιροειδῆ διττὰ, τὸ μὲν οὕτω μαλακὸν, οἵαπέρ ἐστιν <lb/>ὕαλος
                            ἡ μετρίως λυθεῖσα, τὸ δ’ οὕτω σκληρὸν, οἷος ὁ <lb/>μετρίως παγεὶς
                            κρύσταλλος. ὀνομάζεται δ’ ὑπὸ τῶν ἰατρῶν <lb/>ὑαλοειδὲς μὲν τὸ
                            μαλακώτερον, κρυσταλλοειδὲς δὲ τὸ σκληρότερον, <lb/>ἀπὸ τῆς πρὸς ὕαλόν
                            τε καὶ κρύσταλλον ὁμοιότητος, <lb/>οἷς οὐ μόνον ταῖς συστάσεσιν, ἀλλὰ
                            καὶ ταῖς χροιαῖς ἔοικεν· <lb/>ἀκριβῶς γάρ ἐστι καθαρὰ, καὶ διαυγὴς, καὶ
                            λαμπρά. πρότερον <lb/>μὲν οὖν ἐκδέχεται τὸν ἐξ ἐγκεφάλου καθήκοντα πόρον
                            <lb/>εἰς ἑκάτερον αὐτῶν τὸ ὑαλοειδὲς, ἐφεξῆς δ’ αὐτῷ τὸ κρυσταλλοειδὲς
                                <pb n="624"/> ἐοικὸς ἀτρέμα πεπλατυσμένῃ σφαίρᾳ. καὶ τοίνυν <lb/>ὁ
                            πόρος αὐτὸς ἅμα τῷ περιέχοντι νεύρῳ διεξελθὼν τὸν <lb/>ἔξωθεν χιτῶνα
                            κατὰ <milestone unit="ed1page" n="315"/>τὸν ὀφθαλμὸν ἄμφω ταῦτα πάσχει
                            <lb/>κατὰ τὴν πρώτην ἔκπτωσιν, ἣν εἰς τὴν χώραν αὐτοῦ ποιεῖται,
                            <lb/>ἐκεῖ μὲν τὸ πνεῦμα κεραννύον τοῖς ὑγροῖς ὑγροῖς ἕνεκα τοῦ γενέσθαι
                            <lb/>τὴν οὐσίαν αὐτῶν ὅλην αἰσθητικήν· περιλαμβάνει δ’ <lb/>αὖθις
                            λυθείσῃ τε καὶ πλατυνθείσῃ τῇ κατὰ τὸ νεῦρον οὐσίᾳ <lb/>τὸ ὑαλοειδὲς
                            ὑγρὸν ἐμφυόμενος κατὰ τὸ πέρας ἑαυτοῦ τῷ <lb/>μεγίστῳ κύκλῳ τοῦ
                            κρυσταλλοειδοῦς. ὥστε σοι τὸ σχῆμα <lb/>δόξει τοῦ πλατυνθέντος νεύρου
                            παραπλήσιον ἀμφιβλήστρῳ <lb/>γεγονέναι· διὸ καὶ προσηγορεύκασιν
                            ἀμφιβληστροειδῆ χιτῶνα <lb/>τουτὶ τὸ σῶμα. καὶ εἰ περιελὼν ὅλον αὐτὸ
                            πειραθείης ὁμοῦ <lb/>πᾶν ἀθροῖσαι μόριον, ἐγκέφαλός σοι φανεῖται, καὶ εἰ
                            δείξαις <lb/>γέ τινι μὴ τεθεαμένῳ, πόθεν ἠθροίσθη, φήσει μέρος ὑπάρχειν
                            <lb/>ἐγκεφάλου τὸ δεικνύμενον σῶμα, καὶ ἀπιστήσει κατὰ <lb/>τοὺς
                            ὀφθαλμοὺς αὐτὸ περιέχεσθαι. τοσαύτῃ μὲν ὑπεροχῇ <lb/>τῆς κατασκευῆς
                            ὀφθαλμὸς κέχρηται παρὰ τἄλλα τῶν αἰσθήσεων <lb/>ὄργανα· καὶ θαυμαστὸν
                            οὐδὲν, εἰς ὅσον αὐτοῦ τὸ <pb n="625"/> πρῶτον αἰσθητὸν ἀκριβέστερόν τ’
                            ἐστὶ καὶ λεπτομερέστερον, <lb/>ἢ τοῖς ἄλλοις, εἰς τοσοῦτον καὶ τῆς
                            ἐγκεφάλου φύσεως αὐτὸ <lb/>ἐπὶ πλέον ἐκείνων μετειληφέναι. οὔτε γὰρ
                            εὑρήσεις αὐτὴν <lb/>ἔτι τὴν κατὰ τὸν ἐγκέφαλον οὐσίαν ἐν οὐδενὶ τῶν
                            ἄλλων <lb/>ὀργάνων, οὔτε κατὰ τὰς κοιλίας, ὡς ἐν αὐτῷ, πνεύματος
                            <lb/>ψυχικοῦ τοσοῦτον πλῆθος. εἰκότως δ’, ὡς ἔφην, οὕτω
                            <lb/>κατεσκευάσθη, δεόμενος ὀργάνῳ χρῆσθαι τῷ πέριξ ἀέρι. <lb/>καὶ
                            γίγνεται δὲ τοιοῦτον ὄργανον αὐτῷ πρὸς τὴν τῶν αἰσθητῶν <lb/>οἰκείαν
                            διάγνωσιν, οἷον ἐγκεφάλῳ τὸ νεῦρον, ὥσθ’, ὃν <lb/>ἔχει λόγον ἐγκέφαλος
                            πρὸς τὸ νεῦρον, τοιοῦτον ὀφθαλμὸς <lb/>ἔχει πρὸς τὸν ἀέρα. τὸ δ’ οἰκεῖον
                            αἰσθητὸν ὄψεως, ὅπερ <lb/>καὶ πρῶτον αὐτῆς αἰσθητὸν ὠνόμασα, τὸ τῶν
                            χρωμάτων ἐστὶ <lb/>γένος. ἐκείνου μὲν γὰρ πρώτου τε καὶ καθ’ αὑτὴν καὶ
                            <lb/>μόνη τῶν ἄλλων αἰσθάνεται, καθάπερ ἡ γεῦσις τῶν χυμῶν.
                            <lb/>συνδιαγιγνώσκει δ’ αὐτῷ τὸ κεχρωσμένον σῶμα, καθάπερ ἡ <lb/>γεῦσις
                            τὸ τοὺς χυμοὺς ἔχον. ἀλλ’ ἡ μὲν γεῦσις ὁμοίως ταῖς <lb/>ἄλλαις
                            αἰσθήσεσιν ἐπὶ τὸ τοῦ ζώου σῶμα περιμένει παραγενέσθαι <lb/>τὸ αἰσθητόν·
                            ἡ δ’ ὄψις ἐκτείνεται διὰ μέσου τοῦ <lb/>ἀέρος ἐπὶ τὸ κεχρωσμένον. ὅθεν
                            αὐτῇ μόνῃ συνδιαγιγνώσκειν <pb n="626"/> ὑπάρχει τῇ χροιᾷ τοῦ βλεπομένου
                            τό τε μέγεθος αὐτοῦ καὶ <lb/>τὸ σχῆμα, μηδὲ τούτου δυναμένης αἰσθάνεσθαι
                            αἰσθήσεως <lb/>ἄλλης, ὅτι μὴ κατὰ συμβεβηκὸς ἐνίοτε τῆς ἁφῆς.
                            ἐξείργασται <lb/>γοῦν τοσοῦτον ὁ λόγος ἐν τῷ πέμπτῳ περὶ ἀποδείξεως.
                            <lb/>τῇ δ’ οὖν ὄψει πρὸς τοῖς ἄλλοις ὑπάρχει καὶ θέσιν καὶ <lb/>διάστημα
                            συνδιαγιγνώσκειν τοῦ κεχρωσμένου σώματος, οὐδενὸς <lb/>τῶν ἄλλων
                            αἰσθέσθαι δυναμένου ὅσοι δ’ ἐπιχειροῦσι <lb/>καὶ ὀσφρήσει καὶ ἀκοῇ τὴν
                            θέσιν τὸν ἀτμὸν ἀποπέμποντος <lb/>σώματος, ἢ τοῦ πλήξαντος τὸν ἀέρα
                            μεταδιδόναι τῆς διαγνώσεως, <lb/>ὅπως ἁμαρτάνουσιν, οὐ νῦν καιρὸς ἐρεῖν.
                            εἴρηται <lb/>γὰρ ἐπὶ πλεῖστον ὑπὲρ ἁπάντων τῶν κατὰ τὰς δύο αἰσθήσεις
                            <lb/>φαινομένων ἐν τῷ πέμπτῳ περὶ τῆς ἀποδείξεως, ὥσπερ <lb/>γ’ ἔφαμεν·
                            ἐν ᾗ πραγματείᾳ γυμνασάμενός τις ἑτοιμότερον <lb/>ἀκολουθήσει τοῖς νῦν
                            λεγομένοις. ἐπι<milestone unit="ed2page" n="218"/>δέδεικται γὰρ ἐν
                            <lb/>ἐκείνοις ἅπαντα μαρτυροῦντα τῷ τὸ βλεπόμενον σῶμα καθ’ <lb/>ὃν ἂν
                            ὑπάρχῃ τόπον ὁρᾶσθαι. φαίνεται δὲ τοῦτ’ ἐναργῶς <lb/>καὶ δι’ αὐτῆς τῆς
                            αἰσθήσεως· ὅθεν οὐδ’ οἱ γεωμετρικοὶ <lb/>μετ’ ἀποδείξεως, ἀλλ’ αὐτόθεν
                            ὡς ἐναργὲς αὐτὸ τιθέασι, <pb n="627"/> καίτοι τοῦ γε κατ’ εὐθείας ὁρᾷν
                            ἡμᾶς γραμμὰς, ἢ τοῦ τὴν <lb/>ὄψιν, ἐπειδὰν ἀκριβῶς τινι λείῳ καὶ
                            στίλβοντι προσπέσῃ, <lb/>κατὰ τὴν ἴσην ἀνακλᾶσθαι γωνίαν ᾗ προσέπεσεν,
                            ἀποδείξεις <lb/>φέρονταί τινες. εἴπερ οὖν ἡ ὄψις μόνη τῶν ἄλλων
                            αἰσθήσεων <lb/>αἰσθάνεται τοῦ κινοῦντος αὐτὴν αἰσθητοῦ διὰ μέσου
                            <lb/>τοῦ ἀέρος, οὐχ ὡς βακτηρίας τινὸς, ἀλλ’ ὡς ὁμοειδοῦς τε <lb/>καὶ
                            συμφυοῦς ἑαυτῇ μορίου, καὶ μόνῃ τοῦτ’ ἐξαίρετον αὐτῇ <lb/>δέδοται μετὰ
                            τοῦ καὶ δι’ ἀνακλάσεως ὁρᾷν, εἰκότως ἐδεήθη <lb/>πνεύματος ἄνωθεν
                            ἐπιῤῥέοντος αὐγοειδοῦς, ὃ προσπίπτον τῷ <lb/>πέριξ ἀέρι καὶ οἷον
                            ἐπιπλῆττον αὐτὸν ἑαυτῷ συνεξομοιώσει. <lb/>δεόντως οὖν ἐροῦμεν,
                            αὐγοειδὲς μὲν εἶναι τὸ τῆς ὄψεως <lb/>ὄργανον, ἀεροειδὲς δὲ τὸ τῆς
                            ἀκοῆς, ἀτμοειδὲς δὲ τὸ τῆς <lb/>ὀδμῆς, καὶ τὸ μὲν τῆς γεύσεως ὑγρὸν, τὸ
                            δὲ τῆς ἁφῆς <lb/>γεῶδες. οὐδὲ γὰρ οἷόν τ’ ἦν ἑτέρως ἔχειν αὐτὰ τῆς ἐκ
                            τῶν <lb/>ὁμοίων ἀλλοιώσεως χρῄζοντα, καὶ τοῦτ’ ἄρ’ ἦν, ὃ βούλεται
                            <lb/>δηλοῦν ὁ Ἐμπεδοκλῆς ἐν οἷς φησι·</p><lg><l>Γαίῃ μὲν γὰρ γαῖαν ὀπώπαμεν, ὕδατι δ’ ὕδωρ,</l><pb n="628"/><l>Αἰθέρι δ’ αἰθέρα δῖον, ἀτὰρ πυρὶ πῦρ ἀΐδηλον.</l></lg><p>αἰσθανόμεθα γὰρ ὄντως τῷ μὲν γεωδεστέρῳ τῶν αἰσθητηριῶν, <lb/>ὅπερ ἐστὶν
                            ἡ ἁφὴ, τῆς γεώδους φύσεως ἐν τοῖς <lb/>αἰσθητοῖς, τῷ δ’ αὐγοειδεστάτῳ,
                            τῷ τῆς ὄψεως, τῆς αὐγοειδοῦς, <lb/>καθάπερ γε καὶ τῷ κατὰ τὴν ἀκοὴν
                            ἀεροειδεῖ γιγνομένῳ <lb/>τῶν ἰδίων ἀέρος παθημάτων ἡ διάγνωσις
                            ἀποτελεῖται. καὶ <lb/>μὲν δὴ καὶ τῷ κατὰ τὴν |γεῦσιν ὑγρῷ καὶ
                            σπογγοειδεῖ τὴν <lb/>φύσιν ὄντι τῶν χυμῶν ἡμῖν αἴσθησις γίγνεται. λοιπὸν
                            δ’ <lb/>ἐστὶ τὸ τῆς ὀσφρήσεως ὄργανον, οὐκ ἐν τοῖς κατὰ τὴν ῥῖνα
                            <lb/>πόροις, ὡς οἱ πολλοὶ νομίζουσιν, ἀλλ’ ἐν τοῖς πέρασι τῶν
                            <lb/>ἐμπροσθίων ἐγκεφάλου κοιλιῶν, εἰς ἅπερ ἀνήκουσιν οἱ κατὰ <lb/>τὴν
                            ῥῖνα πόροι· κατὰ τοῦτο γάρ τοι τὸ μόριον ἀτμοειδεστάτας <lb/>εἶναι
                            συμβέβηκε τὰς κοιλίας αὐτοῦ. γέγραπται δὲ <lb/>τῷ βουλομένῳ καὶ περὶ
                            τοῦδε βιβλίον ἓν ἡμέτερον, ᾧ καὶ <lb/>τὸ ἐπίγραμμά ἐστι περὶ τοῦ τῆς
                            ὀσφρήσεως ὀργάνου. </p></div></div></div></body></text></TEI>