<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="7"><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Διὰ τοὺς ἀγανακτοῦντας οὖν ἐπὶ τῷ μήκει <lb/>τῆς ἐνεστώσης πραγματείας
                            ἑτέρωθι μὲν ἰδίᾳ περὶ τῆς τῶν <lb/>ἀρετῶν διαφορᾶς αὖθις ἔγνωκα
                            ποιήσασθαι τὸν λόγον, ἐν <lb/>δὲ τῷ παρόντι διὰ τοὺς φιλομαθεῖς
                            ἐπείγοντάς με τὰ λείποντα <lb/>προσθεῖναι τοῖς ἐνεστῶσιν ἐπὶ τὰ συνεχῆ
                            τοῖς εἰρημένοις <lb/>ἀφίξομαι. δέδεικται μὲν γὰρ, ὡς ἡ τοῦ γεγεννημένου
                            <lb/>ζώου διοίκησις ὑπὸ τριῶν ἀρχῶν γίνεται, μιᾶς μὲν τῆς ἐν <lb/>τῇ
                            κεφαλῇ κατῳκισμένης, ἧς ἔργα καθ’ ἑαυτὴν μὲν ἥ τε <lb/>φαντασία, καὶ
                            μνήμη, καὶ νόησις, καὶ διανόησις, ἐν δὲ <lb/>τῷ πρός τι τῆς τ’ αἰσθήσεως
                            ἡγεῖσθαι <milestone unit="ed2page" n="210"/>τοῖς <lb/>αἰσθανομένοις τοῦ
                            ζώου μέρεσι καὶ τῆς κινήσεως τοῖς <lb/>κινουμένοις καθ’ ὁρμὴν, ἑτέρας δὲ
                            τῆς ἐν τῇ καρδίᾳ καθιδρυμένης, <pb n="601"/> ἧς ἔργα καθ’ ἑαυτὴν μὲν ὁ
                            τόνος ἐστὶ τῆς ψυχῆς, <lb/>καὶ τὸ μόνιμον ἐν οἷς ἂν ὁ λογισμὸς κελεύσῃ,
                            καὶ τὸ <lb/>ἀήττητον, κατὰ πάθος δὲ οἷον ζέσις τῆς ἐμφύτου θερμασίας΄,
                            <lb/>ποθούσης τιμωρήσασθαι τῆς ψυχῆς τηνικαῦτα τὸν <lb/>ἀδικεῖν δόξαντα,
                            καὶ καλεῖται τὸ τοιοῦτον θυμὸς, ἐν δὲ <lb/>τῷ πρός τι θερμασίας ἀρχὴ τῆς
                            κατὰ μέρος εἶναι μορίοις <lb/>ἀρτηρίαις τε κινήσεως σφυγμικῆς, τῆς δ’
                            ὑπολοίπου δυνάμεως <lb/>ἐν ἥπατι καθιδρυμένης ἔργα τὰ περὶ τὴν θρέψιν
                            <lb/>ἅπαντα κατὰ τὸ ζῶον, ὧν μέγιστον μέρος ἡμῖν τε καὶ <lb/>πᾶσι τοῖς
                            ἐναίμοις ζώοις ἐστὶν ἡ τοῦ αἵματος γένεσις. τῆς <lb/>δ’ αὐτῆς ταύτης
                            δυνάμεως καὶ ἡ τῶν ἡδέων ἐστὶν ἀπόλαυσις, <lb/>ἐν ᾗ σφοδρότερον τοῦ
                            δέοντος κινουμένη τήν τ’ <lb/>ἀκρασίαν καὶ τὴν ἀκολασίαν ἐργάζεται. ἡ
                            μὲν οὖν ἀπόδειξις <lb/>ἡ δεικνῦσα, τὴν τῶν νεύρων ἀρχὴν εἶναι κατὰ τὴν
                            <lb/>κεφαλὴν, εὐθὺς ἔχει καὶ τὸ μέρος αὐτῆς συνενδεικνύμενον. <lb/>ὄντων
                            γὰρ τοῦ λόγου δυοῖν λημμάτων, ἑνὸς μὲν κατὰ τὴν <lb/>τοῦ προβλήματος
                            ἔννοιαν, ἢ οὐσίαν, ἢ φύσιν, ἢ ὅπως ἂν <lb/>ἐθέλῃς ὀνομάζειν, ἑτέρου δὲ
                            φαινομένου διὰ τῆς ἀνατομῆς, <pb n="602"/> τούτῳ τῷ φαινομένῳ μετ’
                            ἀκριβείας γιγνωσκομένῳ συνδιαγιγνώσκεται <lb/>τῆς κεφαλῆς τὸ μέρος, ὅθεν
                            ἡ ἀρχὴ τῶν νεύρων <lb/>ἐστὶν, οὐχ αἱ μήνιγγες, ἀλλ’ ἐγκέφαλος. ἕκαστον
                            γὰρ τῶν <lb/>ἀποφυομένων νεύρων τριπλοῦν τὴν οὐσίαν ἐστὶ, τὸ μέσον
                            <lb/>μὲν τοῦ αὐτοῦ, καὶ διὰ βάθους, ὅπερ ἀνάλογόν ἐστι τῇ <lb/>τῶν
                            δένδρων ἐντεριώνῃ, τὴν ἀρχὴν τῆς γενέσεως ἔχον ἐξ <lb/>ἐγκεφάλου,
                            περιεχόμενον δ’ ἐν κύκλῳ πρώτῃ μὲν τῇ τῆς <lb/>λεπτῆς μήνιγγος ἀποφύσει,
                            δευτέρᾳ δὲ τῇ τῆς παχείας. <lb/>Ἐρασίστρατος δ’, ἄχρι πολλοῦ τὴν ἔξωθεν
                            μοῖραν ὁρῶν μόνην <lb/>τοῦ νεύρου τὴν ἀπὸ τῆς παχείας μήνιγγος
                            ὁρμωμένην, |ἀπ’ <lb/>ἐκείνης ᾤετο πεφυκέναι σύμπαν τὸ νεῦρον, καὶ μεστά
                            γε τὰ <lb/>πλεῖστα τούτου τῶν συγγραμμάτων ἐστὶν ἀπὸ τῆς περιεχούσης
                            <lb/>τὸν ἐγκέφαλον μήνιγγος πεφυκέναι φάσκοντος τὰ νεῦρα. <lb/>ἀλλ’ ὅτε
                            πρεσβύτης ὢν ἤδη καὶ σχολὴν ἄγων μόνοις τοῖς <lb/>τῆς τέχνης θεωρήμασιν
                            ἀκριβεστέρας ἐποιεῖτο τὰς ἀνατομὰς, <lb/>ἔγνω καὶ τὴν οἷον ἐντεριώνην
                            τῶν νεύρων ἀπ’ ἐγκεφάλου <lb/>πεφυκυῖαν. ἔχει δὲ ἡ ῥῆσις αὐτοῦ τόνδε τὸν
                            τρόπον. <lb/>ἐθεωροῦμεν δὲ καὶ τὴν φύσιν τοῦ ἐγκεφάλου, καὶ ἦν ὁ μὲν <pb n="603"/> ἐγκέφαλος διμερὴς, καθάπερ καὶ τῶν λοιπῶν ζώων, καὶ
                            <lb/>κοιλίαν παρὰ |τῷ μήκει τῷ εἴδει κειμένην, συντέτρηντο δ’ <lb/>αὗται
                            εἰς μίαν κατὰ τὴν συναφὴν τῶν μερῶν, ἐκ δὲ ταύτης <lb/>ἔφερεν εἰς τὴν
                            ἐπεγκρανίδα καλουμένην, καὶ ἐκεῖ ἑτέρα ἦν <lb/>μικρὰ κοιλία, διεπέφρακτο
                            δὲ ταῖς μήνιγξιν ἕκαστον τῶν <lb/>μερῶν. ἥ τε γὰρ ἐπεγκρανὶς διεπέφρακτο
                            αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν, <lb/>καὶ ὁ ἐγκέφαλος παραπλήσιος ὢν νήστει καὶ
                            πολύπλοκος, <lb/>πολὺ δ’ ἔτι μᾶλλον τούτου ἡ ἐπεγκρανὶς πολλοῖς ἑλιγμοῖς
                            <lb/>καὶ ποικίλοις κατεσκεύαστο. ὥστε μαθεῖν τούτων τὸν θεωροῦντα,
                            <lb/>ὅτι, ὥσπερ ἐπὶ τῶν λοιπῶν ζώων, ἐλάφου τε καὶ <lb/>λαγωοῦ, καὶ εἴ
                            τι ἄλλο κατὰ τὸ τρέχειν πολύ τι τῶν λοιπῶν <lb/>ζώων ὑπεραίρει τοῖς πρὸς
                            ταῦτα χρησίμοις, εὖ κατεσκευασμένοις <lb/>μυσί τε καὶ νεύροις, οὕτω καὶ
                            ἄνθρωπος, ἐπειδὴ τῶν <lb/>λοιπῶν ζώων πολὺ τῷ διανοεῖσθαι περίεστι, πολὺ
                            τοῦτ’ <lb/>ἔστι πολύπλοκον, ἦσαν δὲ καὶ ἀποφύσεις τῶν νεύρων πᾶσαι
                            <lb/>ἀπὸ τοῦ ἐγκεφάλου, καὶ καθ’ ὅλον εἰπεῖν ἀρχὴ φαίνεται <lb/>εἶναι
                            τῶν κατὰ τὸ σῶμα ὁ ἐγκέφαλος. ἥ τε γὰρ ἀπὸ τῶν <pb n="604"/> ῥινῶν
                            γιγνομένη αἴσθησις συντέτρητο ἐπὶ τοῦτον καὶ ἀπὸ <lb/>τῶν ὤτων. ἐφέροντο
                            δὲ καὶ ἐπὶ τὴν γλῶσσαν καὶ ἐπὶ <lb/>τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀποφύσεις ἀπὸ τοὺ
                            ἐγκεφάλου. ἐνταῦθα ὁ <lb/>Ἐρασίστρατος ὁμολογεῖ καὶ πρότερον ἀγνοούμενον
                            ἑαυτῷ <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="211"/>σαφῶς ἑωρακέναι τηνικαῦτα, τῶν νεύρων
                            ἕκαστον ἐξ <lb/>ἐγκεφάλου φυόμενον. ἀκριβῶς δὲ καὶ περὶ τῶν τεττάρων
                            <lb/>αὐτοῦ κοιλιῶν ἔγραψεν, ἃς οὐδ’ αὐτὸς ἔτει τῷ πρότερον <lb/>εἶδεν.
                            εἰ δὲ κᾀπὶ τῶν ζώντων ζώων ἐπεποίητο τὴν πεῖραν, <lb/>ἣν ἡμεῖς οὐχ ἅπαξ
                            οὐδὲ δὶς, ἀλλὰ πάνυ πολλάκις ἐποιησάμεθα, <lb/>βεβαίως ἂν ἔγνω τὴν μὲν
                            σκληρὰν καὶ παχεῖαν <lb/>μήνιγγα σκέπης ἕνεκεν γεγενημένην ἐγκεφάλου,
                            τὴν δὲ μαλακὴν <lb/>καὶ λεπτὴν καὶ τούτου μὲν αὐτοῦ χάριν, ἔτι δὲ μᾶλλον
                            <lb/>ὑπὲρ τοῦ συνδεῖν ἅπαντα τὰ κατὰ τὸν ἐγκέφαλον ἀγγεῖα, <lb/>τὰς
                            ἀρτηρίας καὶ τὰς φλέβας. τίνα δέ ἐστιν, ἃ χρῆναί <lb/>φημι τεθεᾶσθαι
                            κατὰ τὰς ἀνατομὰς εἰς τὴν τῶν τοιούτων <lb/>δογμάτων εὕρεσιν, ἐπὶ πλέον
                            μὲν ἐν ταῖς ἀνατομικαῖς ἐγχειρήσεσι <lb/>λέγεται, <milestone unit="ed1page" n="312"/>μνημονεύσω δὲ καὶ νῦν αὐτῶν τοσούτου
                            <lb/>μέρους, ὅσον εἰς τὰ παρόντα μάλιστ’ ἐστὶ χρήσιμον. <pb n="605"/>
                            ἐκκοπέντος τοῦ τῆς κεφαλῆς ὀστοῦ, ζῶντος ἔτι τοῦ ζώου, <lb/>καὶ γυμνῆς
                            τῆς παχείας μήνιγγος γενομένης, ἐὰν ἑκατέρωθεν <lb/>τῆς μέσης εὐθείας,
                            καθ’ ἣν ἐγκαταβαίνει τῷ ἐγκεφάλῳ διπλουμένη, <lb/>δι’ ἀγκίστρων
                            ἀνατείνας αὐτὴν, ἢ τέμῃς μόνην, <lb/>ἢ ἐκτέμῃς ὅλην, οὔτ’ ἀναίσθητον,
                            οὔτ’ ἀκίνητον γίγνεται τὸ <lb/>ζῶον, ὥσπερ οὐδ’ εἰ τὸ σκέπον αὐτῆς μέρος
                            ὅλον τὸν <lb/>ὄπισθεν ἐγκέφαλον ἢ τέμνεις μόνον, ἢ ἐκτέμνεις. οὐ μὴν
                            <lb/>οὐδ’ εἰ τὸν ἐγκέφαλον αὐτὸν ὁπωσοῦν ἐκτέμνοις, οὐδ’ οὕτως <lb/>τὸ
                            ζῶον ἀκίνητον ἢ ἀναίσθητον γίγνεται, πρὶν ἐπί τινα <lb/>τῶν κοιλιῶν
                            αὐτοῦ τὴν τομὴν ἐξικέσθαι. μάλιστα μὲν οὖν <lb/>ἡ ὀπίσω βλάπτει τὸ ζῶον,
                            ἐφεξῆς δὲ ἡ μέση. τῶν προσθίων <lb/>δὲ ἑκατέρα βραχυτέραν ἐργάζεται τὴν
                            βλάβην, καὶ <lb/>μᾶλλον μὲν ἐπὶ τῶν πρεσβυτέρων ζώων, ἧττον δ’ ἐπὶ τῶν
                            <lb/>νέων. τὰ δ’ αὐτὰ ταῖς εἰς τὰς κοιλίας τομαῖς αἱ κατ’ αὐτῶν
                            <lb/>ἐργάζονται θλίψεις, ἃς οὐδ’ ἐπιτηδευόντων, ἀλλὰ καὶ πάνυ
                            <lb/>φυλαττομένων ὁρῶμεν ἐνίοτε γιγνομένας ἐπὶ τῶν ἀνατιτρωμένων
                            <lb/>ἀνθρώπων, ὅταν τὰ τῆς κεφαλῆς ὀστᾶ καταγῶσιν. <lb/>ἐκ τούτων οὖν
                            τῶν φαινομένων ἴσως ἄν τις ὑπονοήσειε, τὸ <pb n="606"/> κατὰ τὰς κοιλίας
                            τοῦ ἐγκεφάλου πνεῦμα δυοῖν θάτερον, εἰ <lb/>μὲν ἀσώματός ἐστιν ἡ ψυχὴ,
                            τὸ πρῶτον αὐτῆς ὑπάρχειν, ὡς <lb/>ἂν εἴποι τις, οἰκητήριον, εἰ δὲ σῶμα,
                            τοῦτ’ αὐτὸ πνεῦμα <lb/>τὴν ψυχὴν εἶναι. ἀλλ’ ὅταν γε, συναχθεισῶν τῶν
                            κοιλιῶν, <lb/>ὀλίγον ὕστερον αὖθις αἰσθάνηται καὶ κινῆται τὸ ζῶον, οὐκ
                            <lb/>ἔθ’ οἷόν τε φάναι, τῶν εἰρημένων ὑπάρχειν τουτὶ τὸ πνεῦμα.
                            <lb/>βέλτιον οὖν ὑπολαβεῖν, ἐν αὐτῷ μὲν τῷ σώματι|τοῦ ἐγκεφάλου <lb/>τὴν
                            ψυχὴν οἰκεῖν, ἥτις ποτ’ ἂν ᾖ κατὰ τὴν οὐσίαν· <lb/>οὔπω γὰρ περὶ τούτου
                            σκέψις ἥκει· τὸ πρῶτον δ’ αὐτῆς <lb/>ὄργανον εἴς τε τὰς αἰσθήσεις ἁπάσας
                            τοῦ ζώου καὶ <lb/>προσέτι τὰς καθ’ ὁρμὴν κινήσεις τοῦτ’ εἶναι τὸ πνεῦμα,
                            <lb/>διὸ καὶ κενωθὲν, ἄχρις ἂν αὖθις ἀθροισθῇ, τὴν μὲν ζωὴν <lb/>οὐκ
                            ἀφαιρεῖσθαι τὸ ζῶον, ἀναίσθητον δὲ καὶ ἀκίνητον <lb/>ἐργάζεσθαι. καίτοι
                            γε, εἴπερ ἦν αὐτὸ ἡ τῆς ψυχῆς οὐσία, <lb/>συνδιεφθείρετ’ ἂν αὐτῷ
                            κενουμένῳ παραχρῆμα τὸ ζῶον. <lb/>εὔλογον οὖν γεννᾶσθαι μὲν τουτὶ τὸ
                            πνεῦμα κατὰ τὰς κοιλίας <lb/>τοῦ ἐγκεφάλου, καὶ διὰ τοῦτο ἐκεῖσε
                            τελευτᾷν ἀρτηριῶν τε <lb/>καὶ φλεβῶν οὐκ ὀλίγον πλῆθος, ἐξ οὗ τὰ
                            καλούμενα χοροειδῆ <pb n="607"/> πλέγματα γέγονεν, ὄργανον δ’, ὡς ἔφην,
                            εἶναι τὸ <lb/>πρῶτον αὐτὸ τῆς ψυχῆς. ἔτι δ’ ἂν μᾶλλον ἐλπίσαις γίγνεσθαι
                            <lb/>τὸ πνεῦμα τοῦτο, τῶν ἀγγείων ἀναπνεόντων αὐτὸ, καὶ <lb/>μάλιστα τῶν
                            ἀρτηριῶν, εἰς τὰς κοιλίας τοῦ ἐγκεφάλου, τό <lb/>δικτυοειδὲς ἰδὼν πλέγμα
                            γιγνόμενον ἐκ τῶν ἐρχομένων εἰς <lb/>τὴν κεφαλὴν ἀρτηριῶν, ὅταν πρῶτον
                            ὑπερβᾶσαι τὸ κρανίον <lb/>ἐντὸς αὐτοῦ γένωνται κατὰ τὴν καλουμένην
                            ἐγκεφάλου βάσιν. <lb/>ἐνταῦθα γὰρ οὐκ ὀλίγην χώραν ἡ φύσις οἷον θαλάμην
                                <milestone unit="ed2page" n="212"/>
                            <lb/>τινὰ τῷ δικτυοειδεῖ τῷδε παρεσκεύασε πλέγματι περιεχομένην <lb/>ὑπὸ
                            τῆς παχείας μήνιγγος, εἰς ἣν χώραν ἀπὸ τῶν καρωτίδων <lb/>ὀνομαζομένων
                            ἀρτηριῶν οὐ σμικρά τις ἀφικνουμένη <lb/>μοῖρα, καθ’ ἑκάτερον μέρος ἓν
                            ἀγγεῖον, εἶτα κατασχιζόμεναι <lb/>πολυειδῶς οὐχ ἁπλοῦν ἐργάζονται καὶ τὸ
                            δίκτυον, <lb/>ἀλλ’ ἐπ’ ἀλλήλοις κείμενα πολλὰ μετὰ τοῦ συνῆφθαί τε καὶ
                            <lb/>συμπεφυκέναι πάντα. καὶ πάλιν γε κατὰ τοῦ πλέγματος <lb/>τοῦδε
                            τηλικούτου ζεύγους ἀρτηριῶν ἐκφυομένου, ἡλίκον ἐξ <lb/>ἀρχῆς ἦν τὸ παρὰ
                            τῶν καρωτίδων ἧκον, εἰς τὸν ἐγκέφαλον <lb/>ἀναφέρεται τά τ’ ἄλλα μέρη
                            διαπλέκον αὐτοῦ παμπόλλαις <lb/>ἀπονεμήσεσι καὶ τὰ κατὰ τὰς κοιλίας
                            ἐργαζόμενα πλέγματα. <pb n="608"/> τὸ μὲν οὖν κατὰ τὰς ἀρτηρίας πνεῦμα
                            ζωτικόν ἐστί τε <lb/>καὶ προσαγορεύεται, τὸ δὲ κατὰ τὸν ἐγκέφαλον
                            ψυχικὸν, <lb/>οὐχ ὡς οὐσία ψυχῆς ὑπάρχον, ἀλλ’ ὡς ὄργανον πρῶτον
                            <lb/>αὐτῆς οἰκούσης κατὰ τὸν ἐγκέφαλον, ὁποία τις ἂν ᾖ τὴν <lb/>οὐσίαν.
                            ὥσπερ δὲ τὸ ζωτικὸν πνεῦμα κατὰ τὰς ἀρτηρίας τε <lb/>καὶ τὴν καρδίαν
                            γεννᾶται, τὴν ὕλην ἔχον τῆς γενέσεως ἔκ τε <lb/>τῆς εἰσπνοῆς καὶ τῆς τῶν
                            χυμῶν ἀναθυμιάσεως, οὕτω τὸ <lb/>ψυχικὸν ἐκ τοῦ ζωτικοῦ κατεργασθέντος
                            ἐπὶ πλέον ἔχει <lb/>τὴν γένεσιν. ἐχρῆν γὰρ δήπου μᾶλλον ἁπάντων αὐτὸ
                            μεταβολῆς <lb/>ἀκριβοῦς τυχεῖν. εἴπερ οὖν τό τε σπέρμα καὶ τὸ <lb/>γάλα,
                            καίτοι γ’ ἀπολειπόμενα τῇ δυνάμει τοῦ ψυχικοῦ <lb/>πνεύματος, ὅμως ἡ
                            φύσις ἀκριβῶς κατεργάζεσθαι δεομένη <lb/>πολυχρόνιον αὐτοῖς ἐμηχανήσατο
                            τὴν ἐν τοῖς πεπτικοῖς ὀργάνοις <lb/>διατριβὴν, καὶ διὰ τοῦτο τῷ μὲν
                            σπέρματι τὴν πρὸ <lb/>τῶν ὄρχεων ἕλικα παρεσκεύασε, τῷ δὲ γάλακτι τὸ
                            μῆκος <lb/>τῶν εἰς τοὺς τιτθοὺς ἰόντων ἀγγείων, εἰκότως καὶ κατὰ τὸν
                            <lb/>ἐγκέφαλον ἐκ τοῦ ζωτικοῦ πνεύματος ἐργαζομένη τὸ ψυχικὸν <lb/>οἷον
                            λαβύρινθόν τινα ποικίλον ἐδημιούργησε πλησίον <pb n="609"/> ἐγκεφάλου τὸ
                            δικτυοειδὲς πλέγμα. τοῦτό τε οὖν αὐτὸ, τῆς <lb/>κατασκευῆς τῶν μορίων
                            ἐνδειξαμένης, ἐδιδάχθημεν, ὅτι τε <lb/>τὸ ψυχικὸν πνεῦμα μήτ’ οὐσία
                            ψυχῆς ἐστι μήτε οἶκος <lb/>αὐτῆς, ἀλλ’ ὄργανον πρῶτον, ἐκ τοῦ κενωθέντος
                            αὐτοῦ κατὰ <lb/>τὰς τρώσεις αὐτίκα μὲν οἷόν περ νεκρὸν γίγνεσθαι τὸ
                            ζῶον, <lb/>ἀθροισθέντος δὲ αὖθις ἀναβιώσκεσθαι. καὶ πάνθ’ ἁπλῶς,
                            <lb/>ὅσα περ εἴρηταί τε καὶ μέλλει λεχθήσεσθαι, τὰ μὲν ἐκ τῆς <lb/>τῶν
                            μορίων κατασκευῆς, τὰ δὲ ἐκ τῶν ἑπομένων συμπτωμάτων <lb/>ἐπὶ ταῖς
                            τομαῖς ἢ θλίψεσιν ἔχει τὴν εὕρεσιν. αὐτίκα <lb/>γέ τοι τῶν κατὰ τὸν
                            ἐγκέφαλον πόρων οἱ μὲν διὰ τῆς <lb/>καλουμένης χώνης εἰς ὑπερῴαν
                            καθήκουσιν, οἱ δ’ εἰς τὴν <lb/>ἀρχὴν τῆς ῥινὸς τελευτῶσιν, οἱ δ’ ἐν τοῖς
                            ὀπτικοῖς φαίνονται <lb/>νεύροις. καί τις ἄλλος εἰς γῆς ἐμβάλλει τῇ πρώτῃ
                            <lb/>γενέσει τοῦ νωτιαίου, καθ’ ὃ μέρος μάλιστα τῆς παχείας
                            <lb/>μήνιγγος τρωθείσης ὁ πόρος ὅλος γίγνεται γυμνὸς ἅμα τῷ <lb/>πέρατι
                            τῆς ὄπισθεν ἐγκεφάλου κοιλίας, ὅπερ οὐχ ἥκιστα τὸν <lb/>Ἐρασίστρατον
                            ἠπάτησεν, ὡς οἰηθῆναι, διὰ τὴν τῆς μήνιγγος <lb/>τρῶσιν ἀκίνητον αὐτίκα
                            γίγνεσθαι τὸ ζῶον. ἑώρα γὰρ ἐπὶ <pb n="610"/> τῶν κατὰ τὸν πρῶτον
                            σπόνδυλον τιτρωσκομένων βοῶν ἅμα <lb/>τῷ διαιρεθῆναι τὴν μήνιγγα
                            ἀκίνητον αὐτίκα τὸ ζῶον γινόμενον. <lb/>ἀλλ’ οὐ τῷ πάθει τῆς μήνιγγος,
                            ἀλλὰ τῷ γυμνοῦσθαι <lb/>τὴν ὀπίσω κοιλίαν γίγνεται τοῦτο. δῆλον δ’ ἐστὶν
                            ἐκ <lb/>τοῦ κατὰ πάντα τἄλλα μέρη τὴν μήνιγγα μηδὲν τοιοῦτον
                            <lb/>τιτρωσκομένην ἐργάζεσθαι. περὶ μὲν οὖν τῆς ὅλης φύσεως
                            <lb/>ἐγκεφάλου δι’ ἑτέρων λέγεται πραγματειῶν, τὰ μὲν ἐξ ἀνατομῆς
                            <lb/>φαινόμενα κατὰ τὴν τῶν ἀνατομικῶν ἐγχειρήσεων, <lb/>ἡ δὲ χρεία τῆς
                            κατασκευῆς ἑκάστου τῶν μελῶν ἐν τῇ περὶ <lb/>χρείας μορίων εἴρηται, οὐκ
                            ὀλίγα δὲ κᾀν τοῖς περὶ τῆς <lb/>Ἱπποκράτους ἀνατομῆς ὑπομνήμασιν. ἐν δὲ
                            τῷ παρόντι τὰ <lb/>χρήσιμα μόνα πρὸς τὰ προκείμενα διέρχομαι. τῶν γάρ
                            τοι <lb/>νεύρων ἐκπεφυκότων ἐγκεφάλου τε καὶ τῶν περικειμένων <lb/>αὐτῷ
                            μηνίγγων, <milestone unit="ed2page" n="213"/>διὰ μὲν τῆς κατὰ τὸν
                            ἐγκέφαλον <lb/>ἀποφύσεως ἥ τ’ αἴσθησις ἅπασι τοῖς μέλεσι καὶ ἡ κίνησις
                            <lb/>χορηγεῖται, ὃ δ’ ἑκατέρας τῶν μηνίγγων ἐστὶν ἀποβλάστημα, <lb/>τὴν
                            αὐτὴν χρείαν παρέχει τοῖς νεύροις, ἥν περ ἐγκεφάλῳ <lb/>παρεῖχον
                            ἐκεῖναι. διὸ, κᾂν ἄμφω περιέλῃς, οὐδὲν <pb n="611"/> βλάπτεται τὸ
                            μόριον, εἰς ὃ τὸ νεῦρον ἀφικνεῖται, καθάπερ <lb/>οὐδ’ εἰ τὸν ἐγκέφαλον
                            αὐτὸν ἀφέλοιο τὰς ἔξωθεν μήνιγγας. <lb/>οὐδὲν γὰρ οὐδ’ ἐπὶ ταύταις
                            βλάπτεται τὸ ζῶον ἔν γε τῷ <lb/>παραυτίκα χρόνῳ. ὕστερον δ’ εἰ κατὰ
                            συμπάθειαν ἕπεται <lb/>κίνδυνος, οὐδὲν τοῦτο ἐστὶ πρὸς τὸ ζητούμενον.
                        </p></div></div></div></body></text></TEI>