<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="6"><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Ὑπόλοιπον <milestone unit="ed1page" n="306"/>δ’ ἐστὶν, ὑπὲρ οὗ ἐδόξασάν
                            <lb/>τινες ἄτοπον μὲν ἱκανῶς, ὅμως δὲ ἀρέσαν ἐνίοις τῶν <lb/>ἐνδόξων
                            ἰατρῶν, ἐξηγήσασθαι μὲν πρότερον, ἐπιδεῖξαι δ’ ἔτι, <pb n="564"/> καθ’ ὅ
                            τι διήμαρται. φασὶ γὰρ, ὥσπερ ὁδοῦ τις ἀρχὴ λέγεται, <lb/>κατὰ τὸν αὐτὸν
                            ἐγχωρεῖν τρόπον εἶναί τινα καὶ φλεβῶν <lb/>ἀρχὴν, οὐδὲν κωλῦον, εἰ καὶ
                            τελευτὴν ὀνομάζει τις αὐτήν· <lb/>ἐν γὰρ τῷ πρός τι τὴν τοιαύτην ἀρχὴν
                            εἶναι τὰς Ἀθήνας. <lb/>ἀλλὰ κατὰ τοῦτόν γε τὸν τρόπον οὐχ ἡ καρδία
                            μόνον, <lb/>ἀλλὰ καὶ πᾶν ἄλλο μόριον ἀρχή τε ἅμα δύναται καὶ
                            <lb/>τελευτὴ λέγεσθαι τῶν εἰς αὐτὸ καταφερομένων ἀγγείων. <lb/>οὕτως οὖν
                            καὶ ἡ καρδία τῆς κοίλης φλεβὸς οὐδὲν ἂν μᾶλλον <lb/>ἀρχὴ ἢ τελευτὴ
                            νομίζοιτο. τῆς δ’ ἐπὶ ταῖς πύλαις οὐδαμῶς <lb/>ἂν ἀρχὴ ἢ τελευτὴ
                            νομίζοιτο, μήτ’ αὐτῆς ἐκείνης τῆς φλεβὸς <lb/>εἰς τὴν καρδίαν
                            περαινούσης, μήτε τῶν ἀπ’ αὐτῆς ἀποσχιζομένων <lb/>μηδεμιᾶς, οὐκοῦν οὐδὲ
                            τῶν καθ’ ὅλον τὸ σῶμα <lb/>φλεβῶν. ὥστε διαμαρτάνουσιν οἱ μηδὲν ὧν
                            οἴδασι δέον <lb/>ὁδῶν μνημονεύοντες· ἄχρηστος γὰρ ἡ τοιαύτη ζήτησις τοῖς
                            <lb/>ὑποθεμένοις γε, χρήσιμον ὑπάρχειν αὐτήν. τὸ μὲν δὴ ἧπαρ <lb/>ἀρχή
                            τε ἅμα καὶ τελευτὴ συναπασῶν ἔσται τῶν φλεβῶν, <lb/>ἄλλο δ’ οὐδὲν οὔτε
                            σπλάγχνον οὔτε μέρος, ὅτι μηδὲ <lb/>συνεχεῖς εἰσιν αἱ καθ’ ὅλον τὸ σῶμα
                            φλέβες ἑτέρῳ τινὶ <pb n="565"/> μορίῳ. πάλιν οὖν ἄνωθεν ἐπὶ κεφαλαίων
                            ἀναλάβωμεν τὸν <lb/>λόγον. εἰ τὴν τῆς πρώτης γενέσεως ἀρχὴν τῶν φλεβῶν
                            <lb/>ζητεῖς, ἧπάρ ἐστιν· εἰ τῆς κατὰ τὴν ὕλην διοικήσεως, ᾗ
                            <lb/>τρέφεται τὸ σύμπαν σῶμα, καὶ δυνάμεως, οὐδ’ οὕτως ἄλλο <lb/>τι
                            σπλάγχνον εὑρήσεις ἐπιτηδειότατον ἀρχὴν νομισθῆναι. <lb/>φημὶ γὰρ καὶ
                            τὰς φύσει παρελθὼν ἀρχὰς, εἰ τὴν ὡς διδασκαλίας <lb/>ἀρχὴν, ἢ τὴν ὡς
                            ὁδὸν, ἢ ὁπωσοῦν ἄλλως ἐθέλοις <lb/>σκοπεῖσθαι, πᾶσαν ἐπίνοιαν ἀρχῆς
                            ἐπιτήδειόν ἐστι δέξασθαι <lb/>τὸ ἧπαρ. εἰ γὰρ ὄντως τε καὶ φύσει τῶν
                            φλεβῶν ἐστιν <lb/>ἀρχὴ, θαυμαστὸν τοῦτο κατὰ πάντα τρόπον ἀρχὴν αὐτῶν
                            <lb/>εὑρίσκεσθαι. ἆρ’ οὖν ἤδη καταπαύωμεν ἐνταυθοῖ τὸν λόγον, <lb/>ἢ
                            προστιθῶμεν αὐτῷ κεφάλαιον ἕν τι τῶν ἔμπροσθεν ἀναβληθέντων, <lb/>ἡνίκ’
                            ἐλέγομεν, οὐκ ἄν τινα γεγυμνασμένον ἐν <lb/>τοῖς περὶ τῶν φυσικῶν
                            δυνάμεων λογισμοῖς ἄλλο γενέσεως <lb/>αἵματος ἀποφαίνεσθαι σπλάγχνον
                            αἰτιώτερον ἥπατος; ἄμεινον <lb/>ἴσως ἐστὶν ὑπὲρ τοῦ πάντ’ εἰρῆσθαι
                            προσθεῖναι, κᾂν <lb/>ὅτι μάλιστα τὸ προκείμενον ἐξ ἀρχῆς ἀποδεδειγμένον
                            ὑπάρχει <lb/>τελέως. ὅτι μὲν ἀλλοιοῦται τὸ τρέφον εἰς τὴν τοῦ τρεφομένου
                                <pb n="566"/> μεταβαλλόμενον οὐσίαν, ἡμῖν τε δι’ ἑτέρων ἀποδέδεικται
                            <lb/>καὶ σχεδὸν ὑπὸ τῶν ἀρίστων ἰατρῶν τε καὶ φιλοσόφων
                            <lb/>ἀποδέδεικται. ὅτι δ’, εἴπερ ὁ ἐκ τῆς γαστρὸς εἰς <lb/>ἧπαρ
                            ἀναδιδόμενος χυμὸς αἷμα φαίνεται γιγνόμενος, <milestone unit="ed2page" n="199"/>
                            <lb/>ἀναγκαῖον ὑπὸ τῆς οἰκείας οὐσίας τοῦ ἥπατος ἐγγίγνεσθαι <lb/>τὴν
                            ἀλλοίωσιν αὐτὴν, τοῦτ’ οὐκέτι σύμπαντες ὁμολογοῦσιν, <lb/>ἀλλ’ ἡγοῦνταί
                            τινες, αὐτοὺς τῶν φλεβῶν τοὺς χιτῶνας ἐργάζεσθαι <lb/>τὸ αἷμα. καίτοι
                            γ’, εἰ ἐκκενώσαις αὐτοὺς, οὐδὲν <lb/>ὑμενώδους ἢ νευρώδους οὐσίας θεάσῃ
                            διαφέροντας. ὥσπερ <lb/>οὖν, εἴ τις ὑπὸ νεύρων, ἢ ὑμένων, ἢ ὀστῶν, ἢ
                            χόνδρων, ἢ <lb/>πιμελῆς, ἢ ὅλως ἀναίμου σώματος ἔφασκε γίγνεσθαι τὸ
                            <lb/>αἷμα, κατέγνωμεν ἂν ἑτοίμως αὐτοῦ, κατὰ τὸν αὐτὸν, οἶμαι,
                            <lb/>τρόπον, εἰ καὶ τοῖς τῶν φλεβῶν χιτῶσι κατὰ τὴν ἑαυτῶν <lb/>φύσιν
                            ἀναφέροι γένεσιν αἵματος. οὐ γὰρ ἐρυθρὸν ἐκεῖνοί γε <lb/>χυμὸν, ἀλλὰ
                            λευκὸν καὶ γλίσχρον ἐργάζεσθαι πεφύκασιν, ἐξ <lb/>οὑ ἥ τε γένεσις αὐτοῖς
                            ἐστιν, ἥ τ’ αὔξησίς τε καὶ θρέψις. <lb/>ἀποδέδεικται δὲ περὶ τούτων ἐν
                            τῷ προτέρῳ περὶ σπέρματος <lb/>γράμματι. καὶ μὴν, εἵπερ εἰς ὁμοίαν ἰδέαν
                            τῷ μεταβάλλοντι <pb n="567"/> τὸ μεταβαλλόμενον ἀφικνεῖται, τῆς τοῦ
                            ἥπατος αὐτοῦ σαρκὸς <lb/>οὐδὲν ἂν εὕροις ἐπιτηδειότερον εἰς αἵματος
                            γένεσιν. εἰ γὰρ <lb/>παχυνθείη τὸ αἷμα, σὰρξ ἥπατος ἀκριβὴς
                            ἀπεργασθήσεται. <lb/>πολλὰ δ’ ἀγνοήσαντες, οἶμαι, τῶν φυσικῶν οἱ
                            πλεῖστοι <lb/>πράγμαθ’ ἡμῖν παρέχουσιν, ὧν ἄλλα τέ τινά ἐστι καὶ τὰ
                            <lb/>διὰ τῆς περὶ τῶν φυσικῶν δυνάμεων πραγματείας ἀποδεδειγμένα.
                            <lb/>περιστέλλεται γὰρ ἡ γαστὴρ τοῖς σιτίοις, ἕλκουσα <lb/>τὸν οἰκεῖον
                            ἑαυτῇ χυμὸν ἐξ αὐτῶν, ἔστ’ ἂν ἀπολαύσασα <lb/>καὶ τελέως ἐμπλησθεῖσα
                            διώσηται τὸ περιττὸν ἅπαν εἰς <lb/>τὴν νῆστιν. ἐντεῦθεν δ’ αὖθις ἕλκει
                            τὸ ἧπαρ εἰς ἑαυτὸ <lb/>προκατειργασμένον αὐτὸν ἐν τῇ γαστρὶ κατὰ τὸν
                            ἔμπροσθεν <lb/>χρόνον, οὐ μὰ Δία τῆς γαστρὸς ἕνεκα τοῦ ἥπατος ἀλλοιούσης
                            <lb/>αὐτὸν, ἀλλὰ ἀδύνατον εἰς ταὐτὸν ἀλλήλοις ἰόντα δύο <lb/>σώματα μὴ
                            δρᾷν καὶ πάσχειν εἰς ἄλληλα. δέδεικται γὰρ <lb/>δὴ καὶ τοῦθ’ ἡμῖν ἐν
                            ἐκείνῃ τῇ πραγματείᾳ, καὶ ὡς τὸ <lb/>ἰσχυρότερον νικᾷ καὶ μεταβάλλει
                            θάτερον. ὥσπερ οὖν τὸ <lb/>τῆς γαστρὸς λείψανον ἐπιτήδειον γίνεται τῷ
                            ἥπατι, κατὰ <lb/>τὸν αὐτὸν τρόπον· τοῖς μεθ’ ἧπαρ ἅπασι τὸ τούτου πάλιν
                                <pb n="568"/> αὐτοῦ περιττὸν, οὐδ’ οὖν οὐδ’ αὐτοῦ τοῦ ἥπατος ἐκείνων
                            <lb/>ἕνεκεν ἀλλοιώσαντος τὴν τροφὴν, ἀλλὰ καθ’ ὃν εἴρηκα <lb/>τρόπον,
                            ἡνίκα μεταβάλλοντός τε καὶ ἀλλοιοῦντος ἐπιτηδειότερα <lb/>ἐν τῷδε
                            γίγνεται τοῖς μεθ’ ἧπαρ μορίοις. ὡς γὰρ <lb/>αὐτὸ διὰ τῶν φλεβῶν
                            εἵλκυσεν ἐκ γαστρός τε καὶ τῶν <lb/>ἐντέρων τὴν τροφὴν, οὕτως, ὅσα μετ’
                            ἐκεῖνο τέτακται, δι’ <lb/>ἄλλων ἕλκει φλεβῶν εἰς ἑαυτὰ, κᾄπειτ’ αὖθις
                            ἕτερα, καὶ <lb/>τοῦτο ὑπάρχει γιγνόμενον, ἄχρι περ ἂν εἰς ἅπαν ἀφίκηται
                            τοῦ <lb/>ζώου μόριον ἡ τροφὴ, παρασκευάζει δ’ ἕκαστον ἀεὶ καὶ
                            <lb/>προπέττει τὸ μεθ’ αὑτὸ κατὰ τὸ συνεχὲς τῆς διαδόσεως. <lb/>οὕτως
                            οὖν καὶ τὸ ἧπαρ παρομοιοῖ τὸν ἐκ τῆς κοιλίας ἀναδοθέντα <lb/>χυλὸν
                            ἑαυτῷ, τοὐτέστι τῇ σαρκί τε καὶ τῇ οὐσίᾳ <lb/>τῇ ἑαυτοῦ, τῷ καλουμένῳ
                            πρὸς ἐνίων ἰατρῶν παρεγχύματι. <lb/>ἕκαστον γὰρ τῶν ὀργανικῶν τοῦ ζώου
                            μορίων, σύνθετον <lb/>ὑπάρχον ἐξ ἑτέρων ἁπλουστέρων μορίων, πάντως ἴδιόν
                            τι <lb/>τοιοῦτον ὑπάρχει κατὰ τὴν οὐσίαν, οἷον οὐκ ἄλλο καθ’ <lb/>ὅλου
                            τοῦ ζώου τὸ σῶμα. τὸ γοῦν τῆς γαστρὸς σῶμα τὸ <lb/>ἴδιον οἷον οὐκ ἄλλο
                            τῶν πάντων ἐστίν· ὡσαύτως δὲ καὶ <pb n="569"/> τὸ τοῦ σπληνὸς, ἐγκεφάλου
                            τε καὶ νεφρῶν, καὶ γλώττης, <lb/>καὶ ὀφθαλμῶν, καὶ κύστεων, καὶ μητρῶν.
                            ἀρτηρίαι μὲν <lb/>οὖν καὶ νεῦρα καὶ φλέβες ἐμφύονται τοῖς ὀργάνοις ἕνεκα
                            <lb/>χρείας κοινῆς, ὡσαύτως δ’ ἐνίοις αὐτῶν ὑμένες τε καὶ σύνδεσμοι.
                            <lb/>τὸ δ’ ἴδιον ἑκάστου σώματος χωρὶς τούτων ἐστὶ, <lb/>διὸ καὶ τὴν
                            ἐνέργειαν ἐξαίρετον ἢ τἄλλα κέκτηται. κατὰ <lb/>μὲν γὰρ τὸ κοινὸν ἀνάγκη
                            δήπου καὶ τὴν ἐνέργειαν εἶναι <lb/>κοινήν. οὐ γὰρ οἷόν τε παρὰ τοὺς
                            τόπους τοῦ σώματος <lb/>ὑπαλλάττεσθαι φλεβὸς, ἢ ἀρτηρίας, ἢ νεύρου τὴν
                            ἐνέργειαν, <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="200"/>ἀλλ’ ἄν τε κατὰ τὴν πτέρναν, ἄν τε
                            κατὰ τὸν ἐγκέφαλον <lb/>ἀρτηρίαν ἐννοήσῃς, εὐθὺς αὐτῆς συνεπινοήσεις τὴν
                            <lb/>κοινὴν ἁπασῶν ἀρτηριῶν ἐνέργειαν· ὡσαύτως δὲ καὶ νεύρῳ, <lb/>καὶ
                            φλεβὶ, καὶ ὀστῷ, καὶ χόνδρῳ, καὶ ὑμένι, καὶ συνδέσμῳ, <lb/>καὶ πιμελῇ.
                            κατὰ δὲ τὸ ἴδιον εἶδος ἑκάστης οὐσίας ἰδίαν <lb/>ἀναγκαῖον εἶναι τὴν
                            ἐνέργειαν. οἷον γὰρ ἐστι τὸ τοῦ πνεύμονος <lb/>σῶμα κατὰ τὴν οὐσίαν, οὐκ
                            ἂν εὕροις ἕτερον, οὐδ’. <lb/>οἷον ἐγκεφάλου οὐδὲν ἄλλο τοιοῦτον, ὥσπερ
                            οὐδὲ ὁποῖον <lb/>ἡ καρδία σῶμα κατὰ τὴν οὐσίαν ἐστὶν, οὐδὲν ἀκριβῶς ἄλλο
                                <pb n="570"/> τοιοῦτον ὑπάρχει. καὶ νεφροὶ δὲ καὶ σπλὴν ἑκάτερον
                            αὐτῶν <lb/>οἷον οὐκ ἄλλο. καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐνέργεια καθ’ ἕκαστον ἴδιος
                            <lb/>ἐπὶ τῷ τῆς οὐσίας ἰδίῳ, καὶ ἡ τοῖσδε σὰρξ ἰδιότητα πολλὴν <lb/>ἔχει
                            παρὰ τὰς ἄλλας σάρκας. ἐν ὀφθαλμῷ δὲ τί δεῖ καὶ <lb/>λέγειν, ὡς ἴδιον
                            ἐξαίρετον, καὶ οὐδ’ ἐγγὺς οὐδενὶ τῶν ἄλλων <lb/>ἐοικός ἐστι τὸ
                            κρυσταλλοειδὲς, ὅτε καὶ τὸ τῆς ἐνεργείας τῆς <lb/>κατ’ αὐτὸ μηδενὶ
                            προσέοικεν; οὐδὲν οὖν θαυμαστόν ἐστιν, <lb/>οὐδὲ τὸ τοῦ ἥπατος ἴδιον
                            σῶμα κατὰ τὴν αὑτοῦ φύσιν <lb/>κεκτῆσθαι τὴν ἐνέργειαν· ἐρυθρότατον μὲν
                            γάρ ἐστιν, <lb/>ὥστε <milestone unit="ed1page" n="307"/>τὸ αἷμα καὶ τῷ
                            πεπῆχθαι μόνον αὐτοῦ διαφέρον· <lb/>θρόμβου μὲν γὰρ ἡ πῆξις ὑπὸ τοῦ
                            περιέχοντος γίγνεται, <lb/>σβεννύουσα μὲν ἐξ αὐτοῦ τὴν θερμότητα,
                            μελαίνουσα <lb/>δὲ διὰ τὴν ψύξιν. οὐχ οὕτως δὲ κατὰ τὸ ἧπαρ, ἀλλ’ ὑπό
                            <lb/>γε τῆς ἐμφύτου θερμασίας, κοσμούσης αὐτὸ μᾶλλον ἢ <lb/>φθειρούσης.
                            ἀλλοιοῦται μὲν γὰρ ἑκατέρως τὸ αἷμα, κᾂν <lb/>θρόμβος γένηται, κᾂν
                            ἥπατος σάρξ. ἀλλ’ ἡ μὲν εἰς θρόμβον, <lb/>ἀλλοίωσις ὁδὸς ἐπὶ φθοράν
                            ἐστιν, ἡ δ’ εἰς τὴν <pb n="571"/> ἥπατος οὐσίαν ἐνέργεια φύσεως. οὐδ’
                            ἔστιν οὐδὲν ὁμοιότερον <lb/>εὑρεῖν αἵματι τῆς ἥπατος ἰδέας. εἴρηται μὲν
                            οὐ <lb/>καλῶς οὐδ’ ὑπὸ τῶν εἰπόντων, τῇ πρώτῃ καὶ νεοπαγεῖ σαρκὶ
                            <lb/>παραπλήσιον γίγνεσθαι στάξαν εἰς ὕδωρ χλιαρὸν αἷμα· πολὺ <lb/>δὲ δὴ
                            μᾶλλον ἡ συμμετρία τῆς ἐμφύτου θερμασίας ἀκριβῆ <lb/>περιτίθησιν αὐτῷ
                            τὸν κόσμον. εἴπερ οὖν ἕκαστον μόριον <lb/>ἐξ ὁμοιοτάτου κατὰ τὴν οὐσίαν
                            ἑαυτῷ τρέφεται χυλοῦ, καὶ <lb/>τοῦτον παρασκευάζειν ἑαυτῷ πέφυκεν,
                            ἀλλοιοῦν τε καὶ μεταβάλλειν <lb/>ἡ τοῦ αἵματος γένεσις, ἔργον τῆς ἥπατος
                            σαρκός. <lb/>αὕτη δ’ ἐστὶν, ὡς ἐδείχθη, τὸ ἴδιον ἑαυτοῦ σῶμα. διὸ τῶν
                            <lb/>ἄλλων ἀποκριθὲν ἕν τι τῶν σπλάγχνων ἐστὶ μονογενές. <lb/>μετέχει
                            μὲν οὖν καὶ ἡ καρδία τοῦ τοιούτου χρώματος, ἀλλ’ <lb/>οὐκ εἰς ὅσον ἧπαρ·
                            ὑγρότερον γάρ ἐστι τὸ σπλάγχνον τοῦτο <lb/>τῆς καρδίας, καὶ διὰ τοῦτ’
                            ἐρυθρότερόν τε καὶ μαλακώτερον, <lb/>ἡ δὲ ξηροτέρα τε καὶ θερμοτέρα τοῦ
                            ἥπατος ὑπάρχει. <lb/>οὕτως γὰρ ἤμελλεν ἅμα τε σκληροτέρα γενήσεσθαι καὶ
                            κινήσεσθαι <lb/>διττὴν κίνησιν ὁμοίως ταῖς ἀρτηρίαις, ἵν’ ἐκ μὲν
                            <lb/>τῆς τοιαύτης κινήσεως ἡ συμμετρία φυλάττηται τῆς ἐμφύτου <pb n="572"/> θερμασίας, ὡς ἐν τῷ περὶ χρείας σφυγμῶν ἐπεδείξαμεν.
                            <lb/>ἡ σκληρότης δὲ τὴν δυσπάθειαν αὐτῇ παρέχει συνεχέσι τε
                            <lb/>κινήσεσι καὶ σφόδρα ἰσχυραῖς ἐνίοτε παρεσκευασμέναις ὑπὸ <lb/>τῆς
                            φύσεως. ὅθεν οὐδὲ τὸ ἴδιον αὐτῆς αἷμα τοιοῦτόν ἐστιν, <lb/>οἷόν περ τὸ
                            τοῦ ἥπατος, ἀλλ’ ὅσῳ θερμότερον τὸ σπλάγχνον <lb/>τοῦ σπλάγχνου, τοσούτῳ
                            ξανθότερον, ὅπερ ἴδιον αἵματος <lb/>ξηροτέρου, καθάπερ τοῦ ὑγροτέρου τὸ
                            ἐρυθρόν. εἴρηται <lb/>δὲ καὶ ὑπὸ Πλάτωνος μὲν ἐν Τιμαίῳ περὶ τῆς τῶνδε
                            τῶν <lb/>χρωμάτων γενέσεως, ἀτὰρ οὖν καὶ ἡμεῖς αὖθις ἐξηγησάμεθά <lb/>τε
                            καὶ ἀπεδείξαμεν, ὡς ἀληθῶς εἴρηται πάντα, γεγραφότες <lb/>ὑπὲρ αὐτῶν
                            ἰδίᾳ καθ’ ἕτερον λόγον. ἀλλὰ νῦν γε τὸ προκείμενον <lb/>ἡμῖν περαίνωμεν.
                            αἵματος ὑγροῦ μὲν τὴν κρᾶσιν, <lb/>ἐρυθροῦ δὲ τὴν χρόαν ἡ πρώτη μὲν ἐν
                            ἥπατι γένεσις, <lb/>ὀχετοὶ δὲ παράγοντές τε καὶ διανέμοντες αὐτὸ παντὶ
                            τῷ <lb/>σώματι φλέβες. αἵματος δὲ ξανθοῦ καὶ λεπτοῦ καὶ λεπτομεροῦς
                            <lb/>καὶ πνευματώδους ἡ μὲν πρώτη γένεσις ἐν τῇ τῆς <lb/>καρδίας
                            ἀριστερᾷ κοιλίᾳ, <milestone unit="ed2page" n="201"/>διανέμουσι δὲ καὶ
                            παράγουσιν <lb/>εἰς ὅλον τὸ ζῶον αἱ ἀρτηρίαι τὸ τοιοῦτον αἷμα. <pb n="573"/> δέδεικται δὲ καὶ περὶ τούτων ἐπὶ πλέον ἐν τοῖς τῶν φυσικῶν
                            <lb/>δυνάμεων ὑπομνήμασιν. ὥσθ’ ἅμα μὲν, ὅπερ ἀνεβαλόμην ἐν <lb/>τοῖς
                            ἔμπροσθεν λόγοις ἐρεῖν αὖθις ὑπὲρ τοῦ κατὰ τὴν <lb/>καρδίαν αἵματος, τὰ
                            νῦν εἴρηται, ἅμα δὲ, ὡς ἐσφάλησαν <lb/>οἱ καὶ τὴν καρδίαν ἀρχὴν εἰπόντες
                            εἶναι τῶν φλεβῶν, ἐπιδέδεικται. <lb/>εἴπερ γὰρ αἵματός τινος, εὐθὺς
                            δήπου καὶ φλεβῶν <lb/>ἐνόμισαν, ὥσπερ μὴ καὶ τῶν ἀρτηριῶν ἐχουσῶν αἷμα
                            λεπτομερέστατον <lb/>καὶ θερμότατον. ὡς οὖν ἀρτηριῶν, οὕτως καὶ <lb/>τοῦ
                            πνευματώδους τε καὶ τοῦ ζέοντος αἵματος ἀρχή τε καὶ <lb/>πηγὴ τοῖς ζώοις
                            ἐστὶν ἡ καρδία, καὶ διὰ τοῦτο καὶ τὸ <lb/>θυμοειδὲς ἐνδείκνυται τῆς
                            ψυχῆς ἐν αὐτῇ κατῳκῆσθαι. <lb/>ταῦτ’ ἄρα καὶ ὁ Πλάτων τὴν καρδίαν ἔλεγεν
                            πηγὴν τοῦ <lb/>περιφερομένου κατὰ πάντα μέλη σφοδρῶς αἵματος. οὐ ταὐτὸν
                            <lb/>γάρ ἐστιν ἢ πηγὴν αἵματος ἁπλῶς εἰπεῖν, ἢ προσθεῖναι <lb/>τοῦ
                            περιφερομένου σφοδρῶς. τὸ μὲν γὰρ ἐξ ἥπατος ὁρμώμενον <lb/>οὐ
                            περιφέρεται σφοδρῶς, ὅτι μήτε πνευματῶδές ἐστι, <lb/>μήθ’ ὅλως σφύζουσιν
                            αἱ περιέχουσαι φλέβες αὐτό· τὸ δ’ <lb/>ἐκ τῆς ἀριστερᾶς κοιλίας τῆς
                            καρδίας ὁρμώμενον θερμότερόν <pb n="574"/> τε τοῦδε καὶ πνευματῶδες
                            ἱκανῶς ἐστιν, ὡς ἂν σφυζόντων <lb/>αὐτοῦ τῶν ἀγγείων. καλεῖται δ’ ὑπὸ
                            μὲν τῶν παλαιοτάτων <lb/>ἰατρῶν καὶ φιλοσόφων καὶ τουτὶ τὸ γένος τῶν
                            <lb/>ἀγγείων ὡσαύτως θατέρῳ φλὲψ, ὑπὸ δὲ τῶν ἄλλων ἀρτηρία <lb/>μὲν τὸ
                            σφύζον, τὸ δὲ ἄσφυκτον φλέψ. ὅτι δ’ οὕτως ὠνόμαζον <lb/>οἱ παλαιοὶ,
                            δέδεικται μὲν ἤδη πολλοῖς τῶν ἔμπροσθεν, <lb/>ἐπιδέδεικται δὲ καὶ πρὸς
                            ἡμῶν ἑτέρωθι. νυνὶ δὲ <lb/>τοσοῦτον μόνον, ὅσον εἰς τὰ παρόντα χρήσιμον,
                            ὑπομνήσω. <lb/>τῆς κατὰ τὸν ἀγκῶνα καὶ μάλιστα τὸν ἀριστερὸν ἀρτηρίας
                            <lb/>ὅταν ἡ κίνησις ἐκ γενετῆς ὑπάρχῃ ταχεῖά τε ἅμα καὶ μεγάλη <lb/>καὶ
                            εὔτονος, ἰσχυρὰν μὲν ἐνδείκνυται τὴν ἐν τῇ καρδίᾳ <lb/>θυμοειδῆ δύναμιν,
                            ἀκμαῖον δὲ καὶ ζέον τὸ κατ’ αὐτὴν <lb/>θερμὸν, ὅπερ ὀνομάζειν μανιῶδές
                            τε καὶ ὀξύθυμον ἔθος· <lb/>ὁ τοίνυν Ἱπποκράτης ὀνομάζων φλέβα τὴν
                            ἀρτηρίαν ταύτην <lb/>ᾧδέ πως γράφει κατὰ τὸ δεύτερον τῶν Ἐπιδημίων· ᾧ δ’
                            <lb/>ἂν ἡ φλὲψ ἡ ἐν ἀγκῶνι σφύζῃ, μανικὸς καὶ ὀξύθυμος, ᾧ <lb/>δ’ ἂν
                            ἀτρεμέῃ, τυφώδης. ὅτι δὲ καὶ τὸ σφύζειν ὄνομα <lb/>καὶ ὁ σφυγμὸς ἐπὶ τῆς
                            σφοδρᾶς εἰς τοσοῦτον τῶν ἀρτηριῶν <pb n="575"/> κινήσεως, ὡς καὶ πρὶν
                            ἐπιλαβεῖν τὴν ἁφὴν αἰσθητὴν εἶναι <lb/>τἀνθρώπῳ τὴν κίνησιν, ὑπὸ τῶν
                            παλαιῶν ἐλέγετο, καὶ δι’ <lb/>ἄλλων μὲν ἀποδέδεικται, καὶ νῦν δ’ οὐχ
                            ἥκιστα φαίνεται <lb/>διὰ τῆς πρὸς τὸ ἀτρεμέειν ἀντιθέσεως, καὶ τὸν
                            τυφώδη δὲ, <lb/>δηλονότι τὸν ἐναντίον τῷ μανικῷ ἢ καὶ ὀξυθύμῳ καὶ
                            <lb/>ἀόργητον. ὥσθ’ οἷον ὁδοῦ τι πάρεργον ἡμῖν οὐ σμικρὸν <lb/>ἤνυσται
                            κατὰ τὴν ἐξήγησιν τοῦ τῆς φλεβὸς ὀνόματος ἐπιδείξασιν <lb/>Ἱπποκράτην
                            πρότερον Πλάτωνος ἐν καρδίᾳ τιθέμενον <lb/>ἀρχὴν τῆς θυμοειδοῦς
                            δυνάμεως. ἀλλὰ τούτου μὲν <lb/>καὶ μετ’ ὀλίγον ἐπιμνησθήσομαι. πρὸς δὲ
                            τὴν τοῦ Πλάτωνος <lb/>λέξιν ἐπάνειμι, καθ’ ἣν τὰς ἀρτηρίας ὀνομάζων
                            φλέβας <lb/>ἔλεγε, τὴν δὲ καρδίαν ἅμα τῶν φλεβῶν πηγὴν καὶ τοῦ
                            <lb/>περιφερομένου κατὰ πάντα τὰ μέλη σφοδρῶς αἵματος. ἐπειδή <lb/>γὰρ
                            οὐδέπω τὸ σφύζον ἀγγεῖον, ὥσπερ νῦν, ἀρτηρία προσηγόρευται, <lb/>μόνας
                            δὲ τὰς κατὰ τὸν πνεύμονα, τὰς ὑπὸ τῶν <lb/>νεωτέρων τραχείας
                            ὀνομασθείσας, οὕτως ἐκάλουν, εὐλόγως ὁ <lb/>Πλάτων εἰς διορισμὸν, ὁποίων
                            ἄν τινων βούληται φλεβῶν <lb/>εἶναι τὴν καρδίαν ἀρχὴν, προσέθηκε καὶ
                            πηγὴν τοῦ περιφερομένου <pb n="576"/> κατὰ πάντα τὰ μέλη σφοδρῶς
                            αἵματος. εἰς τί μὲν <lb/>οὖν ἐστι τοῦτο τὸ αἷμα τοῦ ζώου χρηστὸν, αὖθις
                            εἰρήσεται. <lb/>τὸ δὲ ἐξ ἥπατος ὁρμώμενον εἰς τροφὴν παρεσκεύασται τοῖς
                            <lb/>τοῦ σώματος ἅπασι μέρεσιν. ὅθεν, οἶμαι, καὶ ὁ Πλάτων ὑπὲρ
                            <lb/>ἐκείνου διαλεγόμενος ἔφη· οἷον <milestone unit="ed2page" n="202"/>φάτνην ἐν ἅπαντι <lb/>τούτῳ τῷ τόπῳ τῆς τοῦ σώματος τροφῆς
                            τεκτηναμένου. καὶ <lb/>μέντοι καὶ ἐκ τοῦ λέγειν, τουτὶ μὲν τὸ καθ’ ἧπαρ
                            εἶδος <lb/>τῆς ψυχῆς σιτίων τε καὶ ποτῶν ἐπιθυμητικὸν ὑπάρχειν, <lb/>οὐ
                            μὴν ἐπί γε τῆς καρδίας οὐδὲν ἔτι προσθεῖναι τοιοῦτον, <lb/>δῆλός ἐστιν
                            ἐκ μὲν τῆς γαστρὸς εἰς ἧπαρ βουλόμενος ἀναφέρεσθαι <lb/>τὴν τροφὴν,
                            ἐκεῖθεν δὲ ἐπὶ τὴν καρδίαν ἰέναι τι <lb/>μέρος εἰς τὴν τοῦ κατ’ ἐκείνην
                            αἵματος γένεσιν. ἀλλ’ ὅτι <lb/>μὲν οὐκ ἐκ τῶν κατὰ τὴν γαστέρα χωρίων
                            τῆς τροφῆς ἀνάδοσις <lb/>εἰς τὴν καρδίαν εὐθέως, ἀλλ’ εἰς ἧπαρ γίγνεται,
                            πρότερον <lb/>αὐτάρκως ἀποδεδειγμένον ἐν τοῖς περὶ τῶν φυσικῶν
                            <lb/>δυνάμεων, οὐδὲν ἔτι δέομαι νῦν ἐπεξέρχεσθαι, προσθεῖναι <lb/>δ’
                            ἄμεινον τῷ λόγῳ τοσόνδε. θερμὸν μὲν ἱκανῶς ἀναγκαῖον <lb/>εἶναι τὸ
                            θυμοειδὲς σπλάγχνον, οὐκ ἐξ ἀνάγκης δὲ <pb n="577"/> θερμὸν ἱκανῶς τὸ
                            ἐπιθυμητικὸν, ἀλλ’ ἐν φυτοῖς μὲν καὶ <lb/>πάμπολυ τοῦ θυμοειδοῦς
                            ἀπολειπόμενον, ἐν ζώοις δ’ οὐ <lb/>τοσοῦτον μὲν, ὅμως δ’ οὐκ ὀλίγον.
                            οὔτε γὰρ ἂν οὕτως <lb/>θερμὸν εἰργάζετο χυμὸν, εἰ μὴ καὶ αὐτὸ τοιοῦτον
                            ὑπῆρχεν, <lb/>οὔτ’ ἀσφύκτους ἂν εἶχε τὰς φλέ<milestone unit="ed1page" n="308"/>βας, εἰ ζεούσης θερμασίας <lb/>ἦν ἀρχή. ταῦτ’ ἄρα καὶ
                            Ἱπποκράτης ἐνδεικνύμενος <lb/>ἔγραφε· ῥίζωσις φλεβῶν ἧπαρ, ῥίζωσις
                            ἀρτηριῶν καρδίη· ἐκ <lb/>τουτέων ἀποπλανᾶται εἰς πάνθ’ αἷμα, καὶ πνεῦμα,
                            καὶ <lb/>θερμασίη διὰ τούτων φοιτᾷ· αἷμα μὲν ἐξ ἥπατος ἀποπλανᾶσθαι
                            <lb/>λέγων, πνεῦμα δ’ ἐκ καρδίας, θερμασίαν δ’ ἐξ <lb/>ἀμφοῖν. ὅθεν οὐδὲ
                            διήνεγκεν ἢ φλεβῶν ἀρχὴν εἰπεῖν τὸ <lb/>ἧπαρ, ἢ αἵματος, ἢ τῆς
                            ἐπιθυμητικῆς ψυχῆς, ἀλλ’ οἰκειότερόν <lb/>πως ἰατρῷ μὲν ἐπὶ τοῖς
                            σωματικοῖς ὀργάνοις, φιλοσόφῳ <lb/>δ’ ἐπὶ ταῖς ψυχικαῖς δυνάμεσι
                            ποιεῖσθαι τὴν διδασκαλίαν, <lb/>ἕπεται δὲ ἐπιδειχθέντι θατέρῳ θάτερον.
                            καὶ <lb/>τοίνυν φαίνονται γεγραφότες οὕτως ὑπὲρ αὐτῶν Ἱπποκράτης
                            <lb/>καὶ Πλάτων, ὁ μὲν ὑπὲρ τῶν σωματικῶν ὀργάνων τὸν <lb/>πλείω λόγον
                            ποιησάμενος, ὁ δ’ ὑπὲρ τῶν ψυχικῶν δυνάμεων. <pb n="578"/> διὰ τοῦτ’ οὖν
                            ὁ μὲν Ἱπποκράτης ἐρεῖ, ῥίζωσις φλεβῶν <lb/>ἧπαρ, ἀνατομήν τε γράφει
                            φλεβῶν τήνδε· ἡπατῖτις ἐν <lb/>ὀσφύϊ μέχρι τοῦ μεγάλου σπονδύλου
                            κάτωθεν, καὶ σπονδύλοισι <lb/>προσδιδοῖ ἐντεῦθεν μετέωρος δι’ ἥπατος,
                            καὶ διὰ <lb/>φρενῶν εἰς καρδίαν. καὶ ἡ μὲν ἰθεῖα ἐς κληῖδας, ἐντεῦθεν
                            <lb/>δ’ αἱ μὲν εἰς τράχηλον, αἱ δ’ ἐπ’ ὠμοπλάτην, αἱ δ’ ἀποκαμφθεῖσαι
                            <lb/>κάτω περὶ παρασπονδύλου καὶ πλευρᾶς ἀποκλίνουσιν, <lb/>ἐξ ἀριστερῶν
                            μὲν μία ἐγγὺς κληΐδων, ἐκ δεξιῶν <lb/>δὲ ἐπί τι ταύτης χωρίον. ἄλλη δὲ
                            σμικρὸν κατώτερον ἀποκαμφθεῖσα, <lb/>ὁκόθεν μὲν ἐκείνη ἀπέλιπε,
                            προσέδωκε τῇσι <lb/>πλευρῇσιν. ἐπὰν δὲ τῆς ἐπ’ αὐτῆς καρδίας προστύχῃ
                            ἀποκαμπτομένη <lb/>εἰς τὰ ἀριστερὰ, ἀποκαμφθεῖσα δὲ κάτω ἐπὶ
                            <lb/>σπονδύλους καταβαίνει, ἔστ’ ἂν ἀφίκηται ὅθεν ἤρξατο μετεωρίζεσθαι
                            <lb/>ἀποδιδοῦσα τῇσι πλευρῇσι τὴν ἐπίλοιπον ἁπάσαις, <lb/>καὶ ἔνθεν
                            ἀποσχίδας παρ’ ἑκάστην διδοῦσα, μιᾶς δ’ <lb/>οὖσα. ἀπὸ μὲν τῆς καρδίας
                            ἐπί τι χωρίον ἐν τοῖσιν ἀριστεροῖσιν <lb/>μᾶλλον ἐοῦσα, ἔπειτα ὑποκάτω
                            τῆς ἀρτηρίας, ἔστ’ <lb/>ἂν καταναλωθῇ καὶ ἔλθῃ ὅθεν ἡ ἡπατῖτις
                            ἐμετεωρίσθη, <lb/>πρότερόν γε πρὶν ἐνταῦθα ἐλθεῖν παρὰ τὰς ἐσχάτας δύο
                                <pb n="579"/> πλευρὰς ἐδιχώθη, καὶ ἡ μὲν ἔνθεν, ἡ δὲ ἔνθεν τῶν
                            σπονδύλων <lb/>ἐλθοῦσα κατηναλώθη. ἡ δ’ εὐθεῖα ἀπὸ τῆς καρδίας <lb/>πρὸς
                            κληϊδας τείνουσα ἄνωθεν τῆς ἀρτηρίας ἐστὶ, καὶ ἀπὸ <lb/>ταύτης ὥσπερ καὶ
                            παρ’ ὀσφὺν κάτωθεν τῆς καρδίας, καὶ <lb/>ἀπὸ ταύτης ἀΐσσει εἰς τὸ ἧπαρ,
                            ἡ μὲν ἐπὶ πύλας καὶ <lb/>λοβὸν, ἡ δ’ ἐς τὸ ἄλλο ἑξῆς ἀφώρμηκε σμικρὸν
                            κάτωθεν <lb/>φρενῶν. φρένες δὲ προσπεφύκασι τῷ ἥπατι, ἃς οὐ ῥηΐδιον
                            <lb/>χωρίσαι. δισσαὶ δ’ ἀπὸ κληΐδων αἱ μὲν ἔνθεν, αἱ δ’ ἔνθεν <lb/>ὑπὸ
                            στῆθος ἐς ἦτρον. ὅπῃ δ’ ἐντεῦθεν, οὔπω οἶδα. <lb/>φρένες δὲ κατὰ τὸν
                            σπόνδυλον τὸν κάτω πλευρέων, ἢ <lb/>νεφρὸς ἐξ ἀρτηρίας ταύτῃ
                            ἀμφιβεβηκώς. <milestone unit="ed2page" n="203"/>ἀρτηρίαι δὲ <lb/>ἐκ
                            τούτου ἐκπεφύκασιν, ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἀρτηρίη τόνον <lb/>ἔχουσα. ταύτῃ δὲ
                            παλινδρομήσασα ἀπὸ καρδίης ἡ ἡπατῖτις <lb/>ἔληγεν. ἀπὸ δὲ τῆς ἡπατίτιδος
                            διὰ τῶν φρενῶν αἱ μέγισται <lb/>δύο, ἡ μὲν ἔνθεν, ἡ δὲ ἔνθεν φέρονται
                            μετέωροι, <lb/>πολυσχιδεῖς τε διὰ τῶν φρενῶν εἰσιν, ἀμφὶ ταύτας αἷς καὶ
                            <lb/>πεφύκασιν, ἄνω δὲ φρενῶν αὗται μᾶλλον ἐκφανέες. οὕτως <pb n="580"/>
                            μὲν ὁ Ἱπποκράτης ἔγραψεν τὴν ἀνατομὴν τῶν ἐξ ἥπατος <lb/>ἐκφυομένων
                            φλεβῶν, ἐνδεικνύμενος ἐντεῦθεν εἶναι τὴν ἀρχὴν <lb/>αὐτήν. ἐξηγησάμεθα
                            δὲ τὴν ῥῆσιν ἑτέρωθί τε κᾀν τῷ δευτέρῳ <lb/>τῆς Ἱπποκράτους ἀνατομῆς. ὁ
                            δὲ Πλάτων οὐ κατὰ <lb/>τὰς φλέβας, ἀλλὰ κατὰ τὴν διοικοῦσαν αὐτὰς
                            δύναμιν ἀφ’ <lb/>ἥπατος ὁρμωμένην ἐν Τιμαίῳ διαλεγόμενος ᾧδὲ πως
                            ποιεῖται <lb/>τὴν τοῦ λόγου διέξοδον. τὸ δὲ δὴ σίτων τε καὶ ποτῶν
                            <lb/>ἐπιθυμητικὸν τῆς ψυχῆς, καὶ ὅσων ἔνδειαν διὰ τὴν τοῦ <lb/>σώματος
                            ἴσχει φύσιν, τοῦτο εἰς τὸ μεταξὺ τῶν τε φρενῶν <lb/>καὶ τοῦ εἰς τὸν
                            ὀμφαλὸν ὅρου κατῴκισαν, οἷον φάτνην ἐν <lb/>ἅπαντι τούτῳ τῷ τόπῳ τῇ τοῦ
                            σώματος τροφῇ κεκτημένοι, <lb/>καὶ κατέδησαν δὴ τὸ τοιοῦτον ἐνταῦθα, ὡς
                            θρέμμα ἄγριον. <lb/>τρέφειν δὲ δὴ συνημμένον ἀναγκαῖον, εἴπερ τι μέλλει
                            τὸ <lb/>θνητὸν ἔσεσθαι γένος. καὶ μικρὸν προελθὼν τοῦτο δή <lb/>φησιν· ὁ
                            θεὸς ἐπιβουλεύσας αὐτοῦ τὴν ἥπατος ἰδέαν <lb/>συνέστησεν. ἐπὶ μὲν δὴ
                            τοῦδε τοῦ σπλάγχνου καθάπερ <lb/>νειμάμενοι τοὺς λόγους, ὁ μὲν ὑπὲρ τῶν
                            ὀργάνων, ὁ δὲ <lb/>ὑπὲρ τῆς διοικούσης αὐτὰ δυνάμεως διελέχθη. ἐπὶ δὲ
                            τῆς <pb n="581"/> καρδίας ἑκατέρως ἀμφότεροι μετεχειρίσαντο, Πλάτων μὲν
                            <lb/>ἐν Τιμαίῳ γράφων ᾧδε. τὴν δὲ δὴ καρδίαν ἅμα τῶν φλεβῶν <lb/>πηγὴν
                            καὶ τοῦ περιφερομένου κατὰ πάντα τὰ μέρη <lb/>σφοδρῶς αἵματος εἰς τὴν
                            δορυφορικὴν οἴκησιν κατέστησαν, <lb/>ἵν’, ὅτε ζέσειε τὸ τοῦ θυμοῦ μένος,
                            τοῦ λόγου παραγγείλαντος, <lb/>εἴ τις ἄδικος περὶ αὐτὰ γίγνηται πρᾶξις
                            ἔξωθεν, ἢ καί <lb/>τις ἀπὸ τῶν ἔνδοθεν ἐπιθυμιῶν, ὀξέως διὰ πάντων τῶν
                            <lb/>στενωπῶν πᾶν ὅσον αἰσθητικὸν ἐν τῷ σώματι τῶν παρακελεύσεων
                            <lb/>καὶ ἀπειλῶν αἰσθανόμενον γίγνοιτο τὸ ἐπήκοον, <lb/>καὶ ἕποιτο
                            πάντῃ, καὶ τὸ βέλτιστον οὕτως ἐν αὐτοῖς πᾶσιν <lb/>ἡγεμονεῖν ἐῷ. Πλάτων
                            μὲν οὖν οὕτως ἀμφοτέρους τοὺς <lb/>λόγους ἔμιξεν εἰς ταὐτὸ, τούς τε περὶ
                            θυμοειδοῦς ψυχῆς <lb/>καὶ τοὺς περὶ τῆς καρδίας καὶ τῶν ἀπ’ αὐτῆς
                            πεφυκότων <lb/>ἀγγείων. Ἱπποκράτης δ’ αὖ πάλιν οὐδ’ αὐτὸς ἀπέχεται τοῦ
                            <lb/>περὶ τῆς τοιαύτης εἰπεῖν τι, μάλιστα μὲν ἐν ᾗ μικρὸν <lb/>πρόσθεν
                            ἔγραψα ῥήσει, καθ’ ἣν ἐκ τοῦ σφυγμοῦ τῆς κατ’ <lb/>ἀγκῶνα φλεβὸς
                            ἐτεκμαίρετο περὶ τῶν τῆς ψυχῆς ἠθῶν, ἤδη <lb/>δὲ κᾀν τῷ θεραπεύειν
                            ἀχροίας τε καὶ ἰσχνότητας ἐν κατεψυγμέναις <pb n="582"/> ἕξεσι σώματος.
                            ἐπιτήδευσιν γάρ φησιν ὀξυθύμου <lb/>ἐμποιεῖν καὶ χροιῆς ἀναλήψιος ἕνεκα
                            καὶ ἐκχυμώσιος. <lb/>ἐξηγεῖσθαι γοῦν σοι δόξει ταῦτα Πλάτων ἐν οἷς φησιν
                            ἐπὶ <lb/>τῆς καρδίας, ἵν’, ὅτε ζέσειε τὸ τοῦ θυμοῦ μένος. οἱ δὲ
                            <lb/>μετ’ αὐτὸν φιλόσοφοι καὶ ὁρισμὸν τοῦτον ἐποιήσαντο τοῦ <lb/>θυμοῦ,
                            ζέσιν εἶναι φάσκοντες αὐτὸν τοῦ κατὰ τὴν καρδίαν <lb/>θερμοῦ. καὶ μὲν δὴ
                            καὶ ὁπότε περὶ γενέσεως πυρετοῦ διαλεγόμενος <lb/>ὁ Ἱπποκράτης φησίν·
                            αὔξεται μὲν γὰρ ψύχων <lb/>τοὺς πόδας ἐξαπτόμενος ὑπὸ τοῦ θώρακος, καὶ
                            εἰς τὴν <lb/>κεφαλὴν ἀναπέμπων οἷα φλόγα· τῆς ἐμφύτου θερμασίας
                            <lb/>ἀρχὴν οἶδε τὴν καρδίαν. ἀλλὰ γὰρ οὐ πρόκειταί μοι κατὰ <lb/>τήνδε
                            τὴν πραγματείαν οὔτε ἀθροίζειν ἁπάσας τῶν ἀνδρῶν <lb/>τὰς ῥήσεις, οὔτ’
                            ἐξηγεῖσθαι, μέλλοντί γε δι’ ἑτέρων ὑπομνημάτων <lb/>ἰδίᾳ ποιεῖσθαι τὰς
                            ἐξηγήσεις· ὅπερ δὲ ἐναρχόμενος <lb/>εἶπον, ἐπισκέψασθαί τε καὶ κρῖναι τὰ
                            δόγματα μόνον, εἴτε <lb/>κατὰ πάντα ἀλλήλοις ὁμολογοῦσιν, εἴτε καὶ μή.
                            καταπαύειν <lb/>ἤδη καιρὸς ἐν τῷδε καὶ τόνδε τὸν λόγον, ἀρχῆς τοῦ ἥπατος
                            <lb/>ἀποδεδειγμένου καὶ φλεβῶν, καὶ αἵματος, καὶ τῆς <pb n="583"/>
                            ἐπιθυμητικῆς ψυχῆς. <milestone unit="ed2page" n="204"/>ἐπεὶ δ’ οὐ μόνον
                            Ἱπποκράτης <lb/>καὶ Πλάτων οὕτως ἐδόξαζον, ἀλλὰ καὶ τῶν ποιητῶν, οἷς
                            <lb/>ὡς μάρτυσι χρῆται Χρύσιππος, οὐχ οἱ φαυλότατοι, ἔγνωκα <lb/>ἔτι καὶ
                            τοῦτο προσθεῖναι τῷ λόγῳ διὰ τὴν θαυμαστὴν <lb/>αὐτοῦ σοφίαν, ὃς
                            ἀποχωρῶν ἑκάστοτε τῶν ἐπιστημονικῶν <lb/>ἀποδείξεων ποιηταῖς καὶ
                            μυθολογήμασι καὶ γυναιξὶν εἰς <lb/>πίστιν δογμάτων χρῆται, οὐ μὴν οὐδὲ
                            αὐτὸ τοῦτ’ αἰσθανόμενος, <lb/>ὡς ἀντιμαρτυροῦσιν αὐτῷ καὶ τἀναντία
                            τίθενται <lb/>σύμπαντες αὐτοὶ, καθάπερ ἔμπροσθεν ἔδειξα, τὸν μὲν θυμὸν
                            <lb/>ἐν τῇ καρδίᾳ, τὸν λογισμὸν δ’ ἐν ἐγκεφάλῳ περιέχεσθαι
                            <lb/>πεπιστευκότες. ὅτι δὲ καὶ τὸ ἐπιθυμητικὸν ἐν ἥπατι κατοικίζουσιν,
                            <lb/>ἐνῆν μέν μοι καὶ τοῦτο διὰ πλειόνων πιστοῦσθαι <lb/>μαρτύρων, ὅπως
                            δὲ μὴ δόξαιμι |σπουδάζειν, ἃ φεύγειν <lb/>παραινῶ, καὶ τρίβειν τὸν
                            χρόνον ἀχρήστοις πράγμασιν, <lb/>Ὁμήρου μνημονεύσω, τὸν <milestone unit="ed1page" n="309"/>Τιτυὸν εἰς Ἅιδου κολαζόμενον
                            <lb/>εἰσάγοντος, ἐφ’ οἷς ἀκολασταίνειν ἐπεχείρησεν εἰς <lb/>τὴν
                            Λητώ·</p><pb n="584"/><lg><l>Καὶ Τιτυὸν εἶδον, γαίης ἐρικυδέος υἱὸν,</l><l>Κείμενον ἐν δαπέδῳ, ὁ δ’ ἔπ’ ἐννέα κεῖτο πέλεθρα,</l><l>Γῦπε δέ μιν ἑκάτερθε παρημένω ἧπαρ ἔκειρον</l><l>Δέρτρον ἔσω δύνοντες, ὁ δ’ οὐκ ἀπαμύνετο χερσί.</l><l>Λητὼ γὰρ εἵλκυσε Διὸς κυδρὴν παράκοιτιν,</l><l>Πυθῶδ’ ἐρχομένην διὰ καλλιχόρου Πανοπῆος.</l></lg><p>οὐ τὴν καρδίαν ἢ τὸν ἐγκέφαλον ἤ τι τῶν ἄλλων μορίων <lb/>ἐσθιόμενον
                            ἐποίησε τοῦ Τιτυοῦ, δι’ ἐρωτικὴν ἐπιθυμίαν <lb/>ἐξυβρίζειν
                            ἐπιχειρήσαντος, ἀλλὰ τὸ ἧπαρ μόνον, εἰς τὸ τῆς <lb/>ὕβρεως αἴτιον
                            σπλάγχνον κολάζεσθαι φάμενος αὐτὸν, ὥσπερ <lb/>ἦν εὔλογον. οὕτω γοῦν
                            εἰώθασι καὶ νῦν ποιεῖν οἱ τοὺς <lb/>ἁμαρτάνοντας οἰκέτας καταδικάζοντες,
                            τῶν μὲν ἀποδιδρασκόντων <lb/>τὰ σκέλη καίοντές τε καὶ κατασχάζοντες καὶ
                            παίοντες, <lb/>τῶν δὲ κλεπτόντων τὰς χεῖρας, ὥσπερ γε καὶ τῶν
                            γαστριμάργων <lb/>τὴν γαστέρα, καὶ τῶν φλυαρούντων τὴν γλῶτταν, ἁπλῶς δ’
                            <lb/>εἰπεῖν ἐκεῖνα κολάζοντες τὰ μόρια, δι’ ὧν ἐνεργοῦσι τὰς
                            <lb/>μοχθηρὰς ἐνεργείας. εἰ δ’ ἄλλην τινὰ αἰτίαν ἔχει τις εἰπεῖν <pb n="585"/> τῶν ἐπαινούντων τὰ Χρυσίππου, δι’ ἢν οὕτως Ὅμηρος
                            <lb/>ἐποίησε κολαζόμενον τὸν Τιτυὸν, ἡδέως ἂν ἀκούσαιμι. μὴ
                            <lb/>λεγόντων μέντοι μηδ’ εὑρισκόντων, εὔλογον οἶμαι πρὸ
                            <lb/>Ἱπποκράτους καὶ Πλάτωνος ἐπαινεῖν Ὅμηρον οὕτω δοξάζοντα, <lb/>καὶ
                            μάρτυρα τίθεσθαι καὶ αὐτὸν, ὧν ἡμεῖς δι’ <lb/>ἀποδείξεως ἐπιστωσάμεθα.
                        </p></div></div></div></body></text></TEI>