<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="6"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p><milestone unit="ed2page" n="193"/>Ἤρκει μὲν οὖν καὶ ταῦτα πρὸς
                            ἀπόδειξιν <lb/>τῆς ἀρχῆς τῶν φλεβῶν, οὐδὲν μὴν ἧττόν ἐστι καὶ μὰ
                            μέλλοντα <lb/>λεχθήσεσθαι βέβαια γνωρίσματα τοῦ μηδαμῶς εἶναι <lb/>τὴν
                            καρδίαν μήτε τοῦ τρέφοντος αἵματος ὅλον τὸ σῶμα γεννητικὴν <lb/>ἀρχὴν,
                            μήτε τῶν ὀργάνων αὐτοῦ. δείξω δὲ ἑκάτερον <lb/>ἰδίᾳ, καὶ πρότερον, ὡς
                            οὐκ ἔστι τῷ ζώῳ τοῦ θρέψοντος <lb/>αἵματος ἀρχή. διὰ τί δὲ τοῦ θρέψοντος
                            πρόσκειται <lb/>κατὰ τὸν λόγον αὖθις; διότι ἐδείκνυον, ὡς ἑτέρου τινὸς
                                <pb n="548"/> αἵματος, ἑτέραν χρείαν τοῖς ζώοις παρεχομένου, τῆς
                            γενέσεως <lb/>οὐκ ἀφαιροῦμεν τὴν καρδίαν, ἀλλὰ τό γε νῦν εἶναι
                            <lb/>προκείμενον, ὡς, ὑφ’ οὗ τρέφεται τὰ σύμπαντα μέλη τοῦ <lb/>ζώου,
                            τοῦτ’ ἐξ ἥπατος, οὐκ ἐκ τῆς καρδίας ὁρμᾶται, δείξειν <lb/>ἐπαγγέλλομαι
                            τῶν ἐξ ἀνατομῆς φαινομένων ἀρχὴν τῷ λόγῳ <lb/>ποιησάμενος, ὃ μάλιστα
                            μάχεται τοῖς Ἐρασιστρατείοις, οἳ <lb/>νῦν ἡμῖν ἐροῦσιν, ὡς παράδοξά τε
                            καὶ καινὰ κατασκευάζουσιν. <lb/>εἴρηται δὲ τὸ φαινόμενον ὑπὲρ
                            Ἐρασιστράτου κατὰ <lb/>τὴν τῶν πυρετῶν πραγματείαν, ὡς ὑμένες
                            ἐπιπεφύκασι τοῖς <lb/>στόμασι τῶν ἀγγείων, οἷς εἰς ὑπηρεσίαν ὑλῶν
                            εἰσαγωγῆς τε <lb/>καὶ αὖθις ἐξαγωγῆς ἡ καρδία προσχρῆται. τούτους τοὺς
                            ὑμένας <lb/>ἐτόλμησάν τινες οὐκ εἶναι λέγειν, ἀλλ’ ὑπ’ Ἐρασιστράτου
                            <lb/>διεσκευάσθαι δόγματος ἕνεκεν κατασκευῆς. πλὴν εἰς <lb/>τοσοῦτον
                            ἥκουσι γνώσεως ἅπασι τοῖς ἰατροῖς, ὥστ’ ἀρχαῖος <lb/>ὄντως εἶναι δόξειεν
                            ἂν ὁ μὴ γινώσκων αὐτούς. εἰσὶ δ’ ἐπὶ <lb/>μὲν τῷ στόματι τῆς κοίλης
                            φλεβὸς τρεῖς ἀκίδων γλωχῖσιν <lb/>ὁμοιότατοι τὴν σύνταξιν, ὅθεν, οἶμαι,
                            καὶ τριγλώχινας ἔνιοι <lb/>τῶν Ἐρασιστρατείων ἐκάλεσαν αὐτούς· ἐπὶ δὲ
                            τῆς ἀρτηρίας <pb n="549"/> τῆς φλεβώδους (οὕτω δὲ ὀνομάζω τὴν ἐκ τῆς
                            ἀριστερᾶς κοιλίας <lb/>τῆς καρδίας εἰς τὸν πνεύμονα κατασχιζομένην)
                            ὁμοιότατοι <lb/>μὲν τὸ εἶδος, ἀριθμῷ δ’ οὐκ ἴσοι· μόνῳ γὰρ τούτῳ τῷ
                            <lb/>στόματι δυοῖν ὑμένων ἐπίφυσίς ἐστι, τῶν δ’ ἄλλων στομάτων
                            <lb/>ἑκατέρῳ τρεῖς ὑμένες εἰσὶν ἅπαντες σιγμοειδεῖς. ἐξάγει <lb/>δ’, ὡς
                            Ἐρασίστρατός φησιν ἐξηγούμενος τὸ φαινόμενον, <lb/>ἑκάτερον μὲν τῶν
                            στομάτων αἷμα μὲν εἰς τὸν πνεύμονα <lb/>ἕτερον αὐτῶν, πνεῦμα δ’ εἰς ὅλον
                            τὸ ζῶον ἕτερον. τὸν <lb/>τῶν ὑμένων, ὡς ἐκείνῳ δοκεῖ, πρὸς ἐναντίας
                            ὑπηρεσίας τῇ <lb/>καρδίᾳ χρόνον, ἀμοιβαῖς ἐγκαίροις ὑπαλλαττομένας, τοὺς
                            μὲν <lb/>ἐπὶ τοῖς εἰσάγουσιν τὰς ὕλας ἀγγείοις ἐπιπεφυκότας ἔξωθεν
                            <lb/>ἔσω φερομένους, ἀνατρέπεσθαι μὲν ὑπὸ τῆς εἰσόδου τῶν <lb/>ὑλῶν,
                            ἀναπίπτοντας δ’ εἰς τὰς κοιλότητας τῆς καρδίας <lb/>ἀνοιγνύντας τὰ
                            στόματα παρέχειν ἀκώλυτον τὴν φορὰν τοῖς <lb/>εἰς τὴν αὐτὴν ἑλκομένοις.
                            οὐ γὰρ δὴ αὐτομάτως γε τὰς <lb/>ὕλας εἰσθεῖν φησιν, ὡς εἰς ἄψυχόν τινα
                            δεξαμενὴν, ἀλλ’ <lb/>αὐτὴν τὴν καρδίαν διαστελλομένην, ὥσπερ τὰς τῶν
                            χαλκέων <lb/>φύσας, ἐπισπᾶσθαι πληροῦσαν τῇ διαστολῇ. ἐπὶ δὲ τοῖς <pb n="550"/> ἐξάγουσιν ἀγγείοις τὰς ὕλας ἐλέγομεν ἐπικεῖσθαι, καὶ
                            τοὐναντίον <lb/>ἡγεῖσθαι πάθος πάσχειν. ἔσωθεν γὰρ ἔξω ῥέποντας,
                            <lb/>ἀνατρεπομένους μὲν ὑπὸ τῶν ἐξιόντων ἀνοιγνύναι τὰ στόματα,
                            <lb/>καθ’ ὃν ἂν ἡ καρδία λόγον ἐχορήγει τὰς ὕλας· ἐν <lb/>δὲ τῷ λοιπῷ
                            παντὶ κλείειν ἀκριβῶς τὰ στόματα, μηδ’ ἐνίας <lb/>τῶν ἐκπεμφθέντων
                            ἐπανέρχεσθαι συγχωροῦντας. οὕτως δὲ <lb/>καὶ τοῖς ἐπὶ τοῖς εἰσάγουσι,
                            ὅταν ἡ καρδία συστέλληται, <lb/>κλείειν τὰ στόματα, μηδὲν τῶν ἑλχθέντων
                            ὑπ’ αὐτῆς αὖθις <lb/>ἔξω παλινδρομεῖν ἐπιτρέποντας. <milestone unit="ed2page" n="194"/>εἴπερ οὖν ἔχει ταῦθ’ <lb/>οὕτως, ἄνδρες
                            Ἐρασιστράτειοι, τὰ μὲν ἄλλα τῶν ἀγγείων <lb/>ἰάσωμεν ἤδη τῷ λόγῳ, τὸ δ’
                            ἀμφισβητούμενον ἐπισκεψώμεθα, <lb/>τὴν κοίλην φλέβα τὴν ἐξ ἥπατος εἰς
                            καρδίαν εἰσάγουσαν <lb/>τὸ αἷμα, ποτέρους ἔχει τοὺς ἐπιπεφυκότας ὑμένας.
                            <lb/>ἆρ’ ἔσωθεν ἔξω ῥέποντας, ἢ τοὐναντίον ἔξωθεν ἔσω φερομένους;
                            <lb/>ἀλλ’ ἴσως οὐδὲ τοῦτο μέγα πρὸς τὸ προπαρεσκευάσθαι <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="304"/>μὲν ἐν ἥπατι τὸ αἷμα, φέρεσθαι δ’
                            ἐντεῦθεν εἰς <lb/>τὴν καρδίαν, ἀπολειψόμενον ἐνταῦθα τὸ λεῖπον τῆς
                            οἰκείας <lb/>ἰδέας εἰς ἀκριβῆ τελειότητα. καὶ γὰρ καὶ λόγον ἔχει, μηδὲν
                                <pb n="551"/> τῶν τελέων τε καὶ μεγάλων ἔργων ἀθρόως δύνασθαι
                            <lb/>γενέσθαι, μηδὲ ὑφ’ ἑνὸς ὀργάνου φυσικοῦ τὸν οἰκεῖον κόσμον
                            <lb/>ἅπαντα κτήσασθαι. δείξατε οὖν ἡμῖν ἕτερον ἀγγεῖον <lb/>ἐξάγον ἐκ
                            τῆς καρδίας τουτὶ τὸ κοσμηθὲν αἷμα καὶ διανεμόμενον <lb/>εἰς ἅπαντα τὰ
                            σώματα, καθάπερ ἡ ἀρτηρία τὸ <lb/>πνεῦμα. καὶ μὴν τὰ σύμπαντα τέτταρά
                            ἐστι στόματα, δύο <lb/>καθ’ ἑκατέραν κοιλίαν, ἓν μὲν ἐκ τοῦ πνεύμονος
                            εἰσάγον τὸ <lb/>πνεῦμα, τὸ δ’ ἕτερον ἐξάγον μὲν ἄμφω ταῦτα κατὰ τὴν
                            ἀριστερὰν <lb/>κοιλίαν, ὑπόλοιπα δὲ δύο κατὰ τὴν δεξιὰν, εἰς μὲν
                            <lb/>τὸν πνεύμονα τὸ ἕτερον αἷμα φερόμενόν τε καὶ διανεμόμενον, <lb/>εἰς
                            δὲ τὴν δεξιὰν κοιλίαν ἐκ τοῦ ἥπατος εἰσάγον τὸ ἕτερον· <lb/>ὑπὲρ οὗ
                            σύμπας ὁ λόγος ἐστίν. πέμπτον δ’ ἄλλο <lb/>στόμα οὐκ ἔχει κατὰ τὴν
                            καρδίαν, ᾧ τὸ ἐξ ἥπατος ἀφικόμενον <lb/>εἰς αὐτὴν αἷμα πρὸς ὅλον
                            ἀποπέμψει τὸ σῶμα. μὴ <lb/>τοίνυν ἐπιπέμπεσθαι λέγετε τῷ παντὶ σώματι
                            παρὰ τῆς <lb/>καρδίας αἷμα καὶ πνεῦμα, μηδ’ εἶναι τοῦτο τὸ σπλάγχνον,
                            <lb/>ὡς ἀρτηριῶν, οὕτω καὶ φλεβῶν ἀρχήν. οὔτε γὰρ ἀγγεῖον <lb/>ἕτερον
                            ἔχετε δεικνύειν ἐκφυόμενον τῆς καρδίας, οὔτ’ ἄλλου <pb n="552"/> τινὸς
                            πλὴν τῶν ὑμένων, οὓς οὐκ ἂν ἡ μηδὲν εἰκῆ <lb/>ποιοῦσα φύσις ἐν τῷ
                            κυριωτάτῳ σπλάγχνῳ κατέθετο, μὴ <lb/>μέγιστόν τι μέλλοντας εἰς ὑπηρεσίαν
                            παρέχειν αὐτῷ. καί <lb/>μοι θαυμάζειν ἐπέρχεται μάλιστα πάντων
                            Ἐρασιστράτου <lb/>καθ’ ἓν βιβλίον τὸ πρῶτον περὶ πυρετῶν ἅμα μὲν ἀρχὴν
                            <lb/>ἀποφῃναμένου καὶ ἀρτηριῶν καὶ φλεβῶν εἶναι τὴν καρδίαν, <lb/>ἅμα δὲ
                            τοὺς ἔξωθεν ἔσω νεύοντας ὑμένας ἐπὶ τοῖς εἰσάγουσι <lb/>τὰς ὕλας
                            ἀγγείοις ἐπιπεφυκέναι φάσκοντος. οὐδὲ γὰρ οὐδὲ <lb/>τοῦτο δυνατὸν
                            εἰπεῖν, ὡς τοῦ μὲν αἵματος ἀρχὴ τὸ ἧπάρ <lb/>ἐστι, τῆς διοικούσης δὲ τὰς
                            φλέβας δυνάμεως ἡ καρδία. <lb/>ὅπου γὰρ οὐδὲ ταῖς ἀρτηρίαις ἐκ καρδίας
                            ἐμπέμπεσθαι διὰ <lb/>τῶν χιτώνων ὁμολογεῖ τὴν δύναμιν, ἦπού γε ταῖς
                            φλεψὶν <lb/>ὁμολογήσει; εἴπερ οὖν ἀρχὴν ἐκεῖνό φαμεν εἶναι τὸ μόριον,
                            <lb/>ὃ τοῖς ἀφ’ ἑαυτοῦ πεφυκόσιν ἤτοι τὴν δύναμιν, ἢ πάντως <lb/>γε τὴν
                            ὕλην χορηγήσει, τὴν καρδίαν οὐχ οἷόν τε φάναι τῶν <lb/>φλεβῶν ἀρχήν.
                            δύναμιν μὲν γὰρ αὐταῖς οὐ χορηγεῖ κατὰ <lb/>τὸν Ἐρασίστρατον, ὅτι μηδὲ
                            ταῖς ἀρτηρίαις, ἡ δ’ ὕλη τοῦ <lb/>αἵματος ἐξ ἥπατος ὁρμᾶται σαφῶς. οὐ
                            μὴν, ὅτι πᾶσαι <lb/>περαίνουσιν εἰς τὴν καρδίαν αἱ φλέβες, ἀρχὴν αὐτῶν
                            οἷόν <pb n="553"/> τε τὴν καρδίαν αὐτὴν εἰπεῖν· οὐ περαίνουσι γὰρ, ὡς
                            δέδεικται <lb/>πρόσθεν. ἆρ’ οὖν, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην διάπλασιν <lb/>ἐκ
                            καρδίας ἡ γένεσις αὐτῶν ἐστιν, διὰ τοῦτ’ ἀρχὴν ἕξουσι <lb/>τὴν καρδίαν
                            αἱ φλέβες; ἀλλ’ οὔτε περὶ τῆς τοιαύτης ἀρχῆς <lb/>ἡ ζήτησις ἦν, ὡς ἐν τῷ
                            πρώτῳ γράμματι κατ’ ἀρχὰς εὐθέως <lb/>διώρισται, καὶ πρὸς τῷ μὴ
                            ζητεῖσθαι τὴν τῆς γενέσεως <lb/>αὐτῶν ἀρχὴν οὐδ’ ἀπόδειξίν τινα
                            ἐπεχείρησεν Ἐρασίστρατος <lb/>εἰπεῖν, ὡς ἐκ καρδίας ἡ φύσις ἐν τῷ
                            διαπλάττεσθαι τὸ <lb/>ἔμβρυον ἐξέφυσε τὸ φλεβῶδες γένος. οὐ μὴν οὐδ’ ἐπὶ
                            νεύρων <lb/>ἐζήτησε τὴν τοιαύτην ἀρχὴν, ὥσπερ οὐδ’ ἐπ’ ἀρτηριῶν,
                            <lb/>ἀλλὰ μόνης τῆς ἐπὶ τοῦ διαπεπλασμένου τελέως ζώου διοικήσεως
                            <lb/>ἀρχὰς ἀπεφῄνατο τῆς μὲν τῶν ἀρτηριῶν ἐνεργείας <lb/>τὴν καρδίαν,
                            τῆς δὲ τῶν νεύρων τὴν κεφαλήν. <milestone unit="ed2page" n="195"/>οὐκοῦν
                            <lb/>οὐδὲ φλεβῶν ἑτέρως ἂν ἔλεγεν ἀρχὴν εἶναι τὴν καρδίαν. <lb/>εἰκότως
                            μὲν οὖν ἀσαφὴς ἡ γνώμη τἀνδρός ἐστιν ἡ περὶ τῶν <lb/>φλεβῶν, οὐδὲν
                            εἰπόντος ὑπὲρ αἵματος γενέσεως, ἀλλ’ ὅλην <lb/>ταύτην παραλιπόντος
                            ἄσκεπτον τὴν ἐνέργειαν, ἀναγκαιοτέραν <lb/>οὖσαν μακρῷ τοῖς ζώοις τῆς
                            κατὰ τὴν γαστέρα. ζῇν μὲν <pb n="554"/> γὰρ οἷόν τ’ ἐστὶν ἡμῖν, εἰ καὶ
                            μηδὲ ὅλως ἡ γαστὴρ τρίβῃ <lb/>τὰ σιτία. δυναμένοις γε προσφέρεσθαι
                            χυλοὺς, ὡς ἐν πολλοῖς <lb/>ἔθνεσι γάλα· τεθνάναι δ’ ἀναγκαῖον, εἰ ἡ τοῦ
                            αἵματος <lb/>ἀπόλοιτο γένεσις, ἣν οὔτε εἰ τὸ ἧπαρ, οὔθ’ αἱ φλέβες,
                            <lb/>οὔθ’ ἡ καρδία πεπίστευται, σαφῶς ἐτόλμησεν ἀποφῄνασθαι·
                            <lb/>τοσοῦτον ἀποδεῖ προσθεῖναί τινα ἀπόδειξιν τῷ λόγῳ. οὐ <lb/>μόνον δὲ
                            ταύτην τὴν ἐνέργειαν ἀλλοιοῦσαν τὰ σιτία κατὰ <lb/>ποιότητα διελθεῖν
                            ὠλιγώρησεν, ἀλλὰ καὶ τὴν θρέψιν ὁμοίως <lb/>γιγνομένην ἐπιχειρήσας
                            ἐξηγεῖσθαι μᾶλλον πάντων ἢ ἀλλοιώσεως <lb/>ἐμνημόνευσεν. εἰ δὲ ταύτης
                            ἐμνημόνευσεν, εὐθὺς <lb/>ἂν, οἶμαι, καὶ τοῦτο συνεπενόησεν, ὅτι πᾶσι
                            τοῖς ὑπό τινος <lb/>ἀλλοιουμένοις εἰς τὴν τῶν ἀλλοιούντων ἰδέαν ἡ
                            μεταβολὴ <lb/>γίγνεται. καθάπερ γὰρ τὸ πῦρ ὁμοιῶσαν ἑαυτῷ τὸ ξύλον
                            <lb/>ἐξ ἑαυτοῦ ἅμα γένεσίν τε καὶ τροφὴν ἴσχει, κατὰ <lb/>τὸν αὐτὸν
                            ὁρᾶται τρόπον καὶ τὰ φυτὰ καὶ τὰ ζῶα τὴν <lb/>τροφὴν ἑαυτοῖς ὁμοιοῦντα.
                            δηλοῦται δὲ τοῦτο καὶ ἐκ τῶν <lb/>ἡμιπέπτων περιττωμάτων, ὁμοίων ἀεὶ
                            γιγνομένων τοῖς τρεφομένοις <pb n="555"/> σώμασιν, ὧν ἐστι περιττώματα.
                            φυσικώτερος μὲν <lb/>οὖν ὁ λόγος ἐστὶ καὶ δεόμενος ἀκοῶν
                            προγεγυμνασμένων ἐν <lb/>τοῖς περὶ τῶν φυσικῶν δυνάμεων λογισμοῖς, οὓς
                            ἰδίᾳ διήλθομεν <lb/>ἑτέρωθι, λεχθήσεται δὲ καὶ νῦν ὀλίγον ὕστερον.
                            <lb/>ἐν δὲ τῷ παρόντι συντελέσαι βούλομαι τὸν ὑπὲρ τῆς Ἐρασιστράτου
                            <lb/>γνώμης ἅπαντα λόγον, ᾧ ἀποδέδεικται, ὡς κατὰ <lb/>τὴν πρώτην ἐν τῇ
                            μήτρᾳ τῶν ἐμβρύων διάπλασιν οὐκ ἐκ <lb/>τῆς καρδίας αἱ φλέβες ἴσχουσι
                            τὴν γένεσιν. ἅπασαι γὰρ αἱ <lb/>κατὰ τὸ χορίον φλέβες, αἱ συνάπτουσαι τῇ
                            μήτρᾳ τὸ κυούμενον, <lb/>ἀποβλαστήματ’ εἰσὶ μιᾶς μεγίστης φλεβὸς ἐξ
                            ἥπατος <lb/>ὡρμημένης. αὕτη δ’ ὥσπερ τι στέλεχος ἐπὶ πτόρθων παμπόλλων
                            <lb/>τῶν ἐξ αὐτῆς ἐκπεφυκότων ἀγγείων εἰς τὸ χορίον, <lb/>ἄχρι πλείστου
                            μὲν ἄσχιστος καὶ μία μένουσα, διεξέρχεται <lb/>μέγα διάστημα τὸ κατ’
                            αὐτὸ τὸ σπλάγχνον, ἀνίσχουσα δ’ <lb/>ἤδη πρὸς τοὐκτὸς ἕτερον μέγιστον
                            διάστημα διεξέρχεται <lb/>δίχα σχισθεῖσα διττοῖς, καὶ τοῦτο ὁριζόμενον
                            ἑνὶ μὲν, ᾧ <lb/>νῦν δὴ πέπαυμαι λέγων, ὅταν ἀνίσχῃ πρῶτον ἔξω τοῦ
                            δέρματος, <lb/>ἑτέρῳ δ’, ὅταν ὑπερκύψῃ τὸν ἀμνειόν. ἡ γὰρ διὰ <pb n="556"/> τούτου διέξοδος ἅπασα τὴν ἀπὸ τοῦ ἥπατος ἐπὶ τὸν ὀμφαλὸν
                            <lb/>ἐνηνεγμένην φλέβα περιέχει γενομένην εἰς δύο. τρίτη <lb/>δ’ ἄλλη
                            χώρα τὰς δύο ταύτας ἐκδέχεται φλέβας, ἡ κατὰ τὸ <lb/>χορίον, οὐκέτι
                            μενούσας δύο. σχίζεται γὰρ ἑκατέρα πολυειδῶς <lb/>εἰς παμπόλλας ἄλλας
                            ἀλλαχόσε τοῦ χορίου διασπειρομένας. <lb/>αὖθις δ’ ἀπ’ ἐκείνων ἕτεραί
                            τινες, εἶτ’ ἀπ’ ἐκείνων ἄλλαι <lb/>γεννῶνται, καθάπερ οἱ κλῶνες ἀπὸ τῶν
                            πτόρθων, ἄχρις <lb/>ἂν εἰς μικρότατα τελευτήσωσιν ἀγγεῖα, τὰς οἷον
                            ἐσχάτας <lb/>φλέβας τὰς τοῦ φυτοῦ. οἰκειότερον δ’ ἦν ἄρα, μήτε τὴν
                            <lb/>ἐκ τοῦ ἥπατος ὁρμηθεῖσαν φλέβα πρέμνῳ προσεικάζειν εἰς <lb/>πολλοὺς
                            κλάδους σχιζομένῳ, μήτε τὰς ἐσχάτας τελευτὰς <lb/>βλαστήμασιν, ἀλλὰ
                            ταύτας μὲν αὐτοῖς τοῖς πέρασι τῶν <lb/>ῥιζῶν τοῖς εἰς τὴν γῆν
                            ἐμπεφυκόσι, τὴν μεγίστην δὲ φλέβα <lb/>τῇ συμπάσῃ τῆς ῥιζώσεως ἀρχῇ.
                            φαίνονται γάρ πως εἰς τὴν <lb/>μήτραν αἱ τελευταὶ τῶν φλεβῶν ἐῤῥιζωμέναι
                            τροφὴν ἐξ <lb/>αὐτῆς αἷμα ἀναφέρειν ἐπὶ τὸ ἧπαρ, ὡς ἀρχὴν ἅπαντος τοῦ
                            <lb/>φυτοῦ. εἰ δ’ οὐ βούλει τὸ ἧπαρ ἀρχὴν θέσθαι, τῇ καρδίᾳ <lb/>μὲν
                            οὐδαμῶς ἂν ἔχοις ἔτι προσνέμειν τὴν ἀρχὴν, ἀναγκασθήσῃ <pb n="557"/> δὲ
                            πάντα τὰ εἰς τὴν μήτραν ἐμφυόμενα πέρατα τὴν <lb/>ἀρχὴν ἀποφήνασθαι τῶν
                            φλεβῶν. <milestone unit="ed2page" n="196"/>ἀλλὰ εἰ τοῦτο, καὶ <lb/>τὴν
                            τῶν ἀρτηριῶν ἀρχὴν ἀναγκαῖον ἔσται σοι τὰ εἰς τὰς <lb/>μήτρας καθήκοντα
                            πέρατα θέσθαι τὴν καρδίαν ὑπερβάντι. <lb/>δεῖξον οὖν ἡμῖν ἔτι καὶ τὴν
                            τῶν νεύρων ἀρχὴν ἐκ <milestone unit="ed1page" n="305"/>τῶν <lb/>αὐτῶν
                            ὁρμωμένην. ἀλλ’ ὅμως οὔτ’ ἐστί τι νεῦρον ἐκφυόμενον <lb/>τῆς μήτρας εἰς
                            χορίον, οὔτ’ ἐν τῷ χορίῳ φαινόμενον, <lb/>οὔτε κατὰ τὸν ὀμφαλὸν ἢ ἔξωθεν
                            ἔσω χωροῦν, ἢ ἔσωθεν <lb/>ἔξω προερχόμενον. οὐδὲ γὰρ ἦν ὅλως χρεία τὴν
                            τῶν νεύρων <lb/>ἀρχὴν τοῦ γεννωμένου συναφθῆναι τῇ μήτρᾳ, καθάπερ τὴν
                            <lb/>τῶν ἀρτηριῶν τε καὶ φλεβῶν. αὗται μὲν γὰρ δέονται τῶν <lb/>ἐκ τῆς
                            κυούσης ὑλῶν, ἡ δ’ ἀρχὴ τῶν νεύρων οὐ δεῖται. <lb/>δέδεικται δὲ κᾀν τοῖς
                            ἔμπροσθεν ἤδη λόγοις ὑπὲρ τοῦ τὰ <lb/>μέγιστα τῶν ἀγγείων ἀρχὰς εἶναι
                            τοῖς ἐλάττοσιν. ὥστε καὶ <lb/>ἡ ἐκ τοῦ ἥπατος ἐκφυομένη φλὲψ ἀρχὴ ταῖς
                            κατὰ τὸ <lb/>χορίον ἁπάσαις ἐστὶν, ὥσπερ γε καὶ ἡ ἐκ τῆς καρδίας
                            <lb/>ἀρτηρία. καὶ γὰρ καὶ αὕτη ταῖς κατὰ τὸ χορίον ἁπάσαις <pb n="558"/>
                            χορηγεῖ τῆς οἰκείας δυνάμεως, οὐκ ἐκεῖναι ταύτῃ. ἐκ γὰρ <lb/>τοῦ
                            σπέρματος ἡ ἀρχὴ τοῖς ἐμβρύοις ἐστὶ τῶν διοικουσῶν <lb/>αὐτὰ δυνάμεων,
                            οὐκ ἐκ τῆς μήτρας. ἀμέλει κᾂν βρόχῳ <lb/>διαλάβῃς, ἢ τοῖς σαυτοῦ
                            δακτύλοις πιέσῃς τὰς κατὰ τὸν <lb/>ὀμφαλὸν ἀρτηρίας, ἀσφύκτους ὄψει
                            παραχρῆμα τὰς κατὰ τὸ <lb/>χορίον ἁπάσας, οὗ τοὐναντίον ἐφαίνετ’ ἂν, εἰ
                            τὴν ἀρχὴν <lb/>τῆς κινήσεως αὐταῖς ἡ μήτρα παρεῖχεν. ἔοικα δὲ διατρίβειν
                            <lb/>ἐπὶ πλέον ἐν πράγματι σαφεῖ τε ἅμα καὶ τοῖς ἀνατομικοῖς <lb/>σχεδὸν
                            ἅπασιν ὡμολογημένῳ. καὶ γὰρ ὅπως διαιρεῖν χρὴ <lb/>τῆς κυούσης τὸ
                            ἐπιγάστριον, καὶ ὅπως γυμνὸν ἐργάζεσθαι <lb/>τὸ ἔμβρυον, ἔτι τῇ μήτρᾳ
                            προσεχόμενον, οὐχ ἡμέτερον <lb/>εὕρημά ἐστιν, ἀλλὰ πολλοῖς τοῖς
                            ἔμπροσθεν εἴρηται. τοῖς <lb/>δ’ αὐτοῖς τούτοις ὡμολόγηται καὶ ὅτι τὸ
                            κυούμενον ἐν <lb/>ἑαυτῷ τὰς ἀρχὰς ἔχει τῶν διοικουσῶν αὐτὰ δυνάμεων,
                            ὥστε <lb/>τούτου μὲν ἀποχωρεῖν ἤδη προσήκει, τοῦ ζητεῖν, εἴτε τὸ
                            <lb/>ἔμβρυον ἐν ἑαυτῷ τὴν ἀρχὴν ἔχει τῶν φλεβῶν, εἴθ’ ἡ <lb/>μήτρα τῆς
                            κυούσης, ἐπισκέπτεσθαι δ’, ἐξ ὅτου τῶν σπλάγχνων <lb/>αὗται πεφύκασιν.
                            ἑτοίμη δ’ εὕρεσις ἐκ τῶν ἐν ταῖς <pb n="559"/> ἀνατομαῖς φαινομένων. εἰς
                            ὃ γὰρ ἅπασαι περαίνουσιν αἱ <lb/>κατὰ τὸ χορίον, ἐκεῖθεν πεφύκασιν. ἀλλὰ
                            μὴν ἐναργῶς <lb/>τοῦτό γε φαίνεται πᾶσι τοῖς ὀφθαλμοὺς ἔχουσιν, εἰς μίαν
                            <lb/>ἅπασαι συνιοῦσαι φλέβα τὴν ἐκ τοῦ ἥπατος ἐκπεφυκυῖαν, <lb/>ὥσπερ γε
                            καὶ αἱ ἀρτηρίαι πᾶσαι πρὸς τὴν μεγάλην ἀρτηρίαν <lb/>τὴν κατὰ ῥάχιν.
                            ἀλλ’ ἐνταῦθα μὲν ὥσπερ ἔξωθεν τοῦ <lb/>ἐμβρύου δίεισιν ἡ ἀρτηρία καθ’
                            ὅλον τὸν ἀμνειὸν, οὕτω καὶ <lb/>μέχρι τῆς κατὰ ῥάχιν ἀρτηρία δύο
                            διαμένουσαι προέρχονται. <lb/>συνέρχονται δ’ εἰς φλέβα μίαν αἱ κατὰ τὸν
                            ὀμφαλὸν ὁρμώμεναι <lb/>δύο φλέβες. αὕτη μὲν οὖν ἡ φλὲψ εὐθὺ τοῦ ἥπατος
                            <lb/>ἀφικνεῖται τὰς δύο ἀρτηρίας, οὔτ’ ἐπὶ τὴν καρδίαν αὐτὴν
                            <lb/>ἄντικρυς, οὔτ’ ἐπὶ τὴν μεγάλην ἀρτηρίαν ἡ φορά. περιλαβοῦσαι
                            <lb/>γὰρ ἑκατέρωθεν τὴν κύστιν εἰς τὸ κάταντες ἔρχονται, <lb/>μέχρι περ
                            ἂν ἐντύχωσι ταῖς ἐπὶ τὰ σκέλη τοῦ κυουμένου <lb/>φερομέναις ἀρτηρίαις.
                            ἀλλ’ ἐπεὶ τῆς κατὰ τὴν ὀσφὺν <lb/>ἀφώρμηνται τῆς μεγάλης ἀρτηρίας, διὰ
                            τοῦτ’ ἔνιοι τῶν <lb/>ἀνατομικῶν ὡς ἐκείνην αὐτὰς ἔφασαν περαίνειν, εἰ
                            μὲν <lb/>ἀκριβολογεῖταί τις, οὐκ ἀληθεύοντες, εἰ δὲ, ὡς εἴρηται, νῦν
                            <lb/>ἀκούει τῶν λεγομένων, οὔτε ἀκριβοῦντες τοῦ φαινομένου τὴν <pb n="560"/> διήγησιν, οὔτε μέγα τι σφαλλόμενοι. θαυμαστὸν οὖν εἶναί
                            <lb/>μοι δοκεῖ τῶν ἀνδρῶν ὅσοι τὰς μὲν ἀρτηρίας ἁπάσας τὰς <lb/>κατὰ τὸ
                            χορίον τε καὶ τὸν ὀμφαλὸν ἐκ τῆς καρδίας πεφυκέναι <lb/>φασὶν, καίτοι
                            οὔτ’ ἐξ ἐκείνης ἐκφυομένας, οὔτ’ ἐκ τῆς <lb/>μεγάλης τῆς κατ’ ὀσφὺν,
                            ἀλλ’ ἐκ τῶν ἀπ’ ἐκείνης εἰς τὰ <lb/>σκέλη πεφυκυιῶν ἕτερα. <milestone unit="ed2page" n="197"/>δίκαιον ἦν, οἶμαι, τὸ ἧπαρ <lb/>ἀρχὴν
                            τίθεσθαι τῶν κατὰ τὸν ὀμφαλόν τε καὶ τὸ χορίον <lb/>ἁπασῶν φλεβῶν, ὥσπερ
                            καὶ τὴν καρδίαν ἐθέμεθα τῶν <lb/>ἀρτηριῶν. ὅσα γὰρ ἀγγεῖα τῶν ἐξ ἑτέρου
                            πεφυκότων ἐκπέφυκε, <lb/>τὴν αὐτὴν ἀρχὴν ἐκείνοις ἔχει. πολὺ μᾶλλον οὖν
                            τὸ <lb/>ἧπαρ ἀρχὴν τῶν φλεβῶν ἐστι θετέον, ἢ τὴν καρδίαν τῶν
                            <lb/>ἀρτηριῶν, ὅσον ἐπὶ τοῖς ἐξ ἀνατομῆς φαινομένοις, ἐναργέστερα
                            <lb/>γὰρ αὐτῷ τὰ τῆς ἀρχῆς ὑπάρχει γνωρίσματα. μὴ <lb/>τοίνυν μηδὲ
                            ἐκεῖνό σε λανθανέτω, διότι πάντως ἂν ἔσφυζον <lb/>αἱ φλέβες, εἴπερ ἐκ
                            τῆς καρδίας ἐπεφύκεισαν. </p></div></div></div></body></text></TEI>