<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="6"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p><milestone unit="ed2page" n="190"/>Δεῖται δὲ μάλιστα, εἴπερ τις ἄλλος
                            <lb/>λόγος, καὶ ὁ νῦν ἡμῖν προκείμενος αὐτοῦ τοῦ φαινομένου <lb/>κατὰ
                            τὰς ἀνατομάς. οὐ μόνον γὰρ οὐδεμία φαίνεται φλὲψ <lb/>ἐκ καρδίας εἰς τὰ
                            κάτω μόρια φερομένη, πλὴν τῆς ἐξ <lb/>ἥπατος ἀναφερούσης τὸ αἷμα, ἀλλ’
                            οὐδ’ εἰς τὸ ἄνω καρδίας <lb/>ἀφικνεῖται φλὲψ οὐδεμία. φαίνεται γὰρ ἡ
                            κοίλη φλὲψ <lb/>ἀπὸ τοῦ ἥπατος εὐθὺ τῶν σφαγῶν ἀναφερομένη; καὶ ταύτης
                                <pb n="539"/> ἀποβλάστημά τι τὸ εἰς τὴν καρδίαν ἐμφυόμενον, οὐκ ἐξ
                            <lb/>ἐκείνης αὐτή. γνώρισμα δ’ ἐναργέστατόν ἐστι τὸ κατὰ μὲν
                            <lb/>ἀρτηρίαν τὴν μεγάλην τὸ θεωρούμενον, ἄν τινα βουλοίμην <lb/>οὕτως
                            ἐπὶ τὴν κοίλην ἔρχεσθαι φλέβα. μία γὰρ ἀρτηρία <lb/>μεγίστη τῆς
                            ἀριστερᾶς κοιλίας τῆς καρδίας ἐκφύσασα, σαφῆ <lb/>σχίσιν εἰς ἀμφοτέρας
                            ποιεῖται τὰς ἀρτηρίας, ἥν τε ἄνω πρὸς <lb/>τὴν κεφαλὴν, ἥν τ’ ἐπὶ τὴν
                            ῥάχιν ὁρῶμεν καταφερομένην. <lb/>οὕτως δ’ οὖν ἐχρῆν καὶ τὴν ἐκ τῆς
                            δεξιᾶς κοιλίας ἐκφυομένην <lb/>φλέβα σαφῆ τὴν νομὴν ἴσχειν εἰς ἄμφω τὰ
                            μέρη. <lb/>φαίνεται δ’ οὐχ οὕτως, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἀναφερομένης ἐξ
                            <lb/>ἥπατος εἰς καρδίαν ἀποσχίζεται. πῶς οὖν ἔτι δυνατόν ἐστι <lb/>τὴν
                            δεξιὰν κοιλίαν τῆς καρδίας ὑπολαβεῖν εἶναι φλεβῶν <lb/>ἀρχὴν, ὥσπερ τὴν
                            ἀριστερὰν ἀρτηριῶν; ἐπὶ γὰρ ἀνομοίοις <lb/>γνωρίσμασιν ἀνόμοιον εἶναι
                            χρὴ καὶ τὴν ἔνδειξιν. <lb/>εἰ δέ τῳ δοκεῖ μικρὸν εἶναι τὸ τῆς ἐκφύσεως
                            τῶν ἀγγείων γνώρισμα, <lb/>καίτοι γ’ οὐκ ὄντος μικροῦ, ἀλλ’ ἐκεῖνό γ’
                            οἶδ’ ὅτι οὐ <lb/>σμικρὸν εἶναί φησι, τὸ πολλὰ τῶν ζώων οὐκ ἔχειν τὴν
                            δεξιὰν <lb/>κοιλίαν τῆς καρδίας. καίτοι γ’ οὐκ ἐνδέχεται τὴν κοίλην
                            φλέβα <pb n="540"/> τῆς κοιλίας ταύτης ἐκφύεσθαι νομίζειν, ὅταν ἐν
                            παμπόλλοις <lb/>γένεσι ζώων ἧπαρ μὲν ὑπάρχῃ καὶ κοίλη φλὲψ, ἡ κοιλία
                            <lb/>δ’ ἡ δεξιὰ μηδ’ ὅλως ᾖ. τίνα τοίνυν ἐστὶ καὶ πόσα τὰ <lb/>γένη τῶν
                            ζώων, ἐν οἷς φημι τὴν δεξιὰν οὐκ εἶναι τῆς καρδίας <lb/>κοιλίαν; ἀριθμῷ
                            μὲν οὐκ ἔχω διελθεῖν αὐτὰ, κοινὸν <lb/>δ’ ἐφ’ ἅπασι κεφάλαιον εὗρον
                            ἀνατεμών. πολλὰ ἀσύμβατα <lb/>μὲν εἰς ἕτερα, πρόσεστι δὲ ἓν αὐτοῖς
                            ἐξαίρετον, ὅπερ οὐχ <lb/>ἅπασι τυγχάνει τοῖς ἐνύδροις, τὸ μήτ’ ἀναπνεῖν
                            ἐξ ἀέρος, <lb/>μήτ’ ἔχειν πνεύμονα. τουτὶ γὰρ ἄχρι τοῦ δεῦρο κατὰ πάντα
                            <lb/>γένη τῶν ζώων παρεφυλάξατο, συναπόλλυσθαί τε καὶ συγγεννᾶσθαι
                            <lb/>τῷ πνεύμονι τὴν δεξιὰν κοιλίαν τῆς καρδίας. <lb/>ἐζήτησα δὲ χρόνῳ
                            παμπόλλῳ καὶ τὴν αἰτίαν αὐτῶν, καὶ <lb/>γέγραπται τὰ φανένθ’ ἡμῖν εὔλογα
                            κατὰ τὴν περὶ χρείας <lb/>μορίων πραγματείαν. ἐμπίδας μὲν οὖν καὶ μυίας,
                            καὶ σκώληκας, <lb/>καὶ μελίττας, καὶ μύρμηκας οὔτ’ ἀνέτεμον οὔτ’
                            <lb/>ἀνατεμεῖν ἐπιχειρήσαιμι ἄν. ὅπου γὰρ κᾀν τοῖς μεγάλοις <lb/>ζώοις
                            εὑρίσκω πολλὰ σφαλλομένους τοὺς ἀνατεμόντας, <lb/>εὔλογον δήπου κατὰ τὰ
                            σμικρότερα μᾶλλον σφαλῆναι. <pb n="541"/> τῶν γοῦν ἀνατμηθέντων ὑπ’ ἐμοῦ
                            μέχρι γε τοῦ δεῦρο σχεδὸν <lb/>οὐκ ἔστιν ὅτῳ μὴ καὶ καρδία καὶ ἧπαρ
                            ὑπάρχει, καὶ κοίλη <lb/>φλὲψ, καὶ ἀρτηρία ἡ μεγάλη. καὶ φαίνεται,
                            καθάπερ ἡ ἀρτηρία <lb/>τῆς καρδίας, οὕτως ἡ φλὲψ τοῦ ἥπατος ἐκφυομένη
                            <lb/>διὰ παντὸς, κᾂν μηδ’ ὅλως ἔχῃ δεξιὰν ἡ καρδία κοιλίαν. <lb/>καὶ διὰ
                            τοῦτο φαίνεται σχιζομένη μετὰ τὸ διελθεῖν τὰς φρένας <lb/>ὑποκάτω τῆς
                            καρδίας, ὥσπερ ἐπὶ τῶν ἄλλων, ὅταν ἐγγὺς <lb/>ἥκῃ τῶν σφαγῶν. ἐν ἑτέροις
                            δὲ ζώοις οὐκ ὀλίγοις ἐστὶ <lb/>μὲν δεξιὰ κοιλία, φαίνεται δ’ οὐδὲν ἧττον
                            ἡ κοίλη φλὲψ εἰς <lb/>μεγάλα δύο σχιζομένη, πρὶν ἐπὶ τὴν καρδίαν
                            ἐξικέσθαι. καὶ <lb/>τοῦτο πᾶσι <milestone unit="ed2page" n="191"/>μὲν
                            ὑπάρχει σχεδὸν τοῖς πτηνοῖς, ἅπασί <lb/>τε τοῖς ἕρπουσι, καὶ τῶν
                            βαδιζόντων οὐκ ὀλίγοις. ὥστε τὰ <lb/>πλεῖστα τῶν ζώων τὴν κοίλην φλέβα
                            προφανῶς ἐξ ἥπατος <lb/>ἔχει ἀρχομένην. ἐναργῶς γὰρ ὁρᾶται διπλάσιον
                            εὐρὺ τὸ ἐξ <lb/>ἐκείνου τοῦ σπλάγχνου φυόμενον ἀγγεῖον ἑκατέρων τῶν
                            τμημάτων, <lb/>ὡς ἅμα δίχα τῆς κοίλης ἐνταῦθα σχισθείσης. εἰ δὲ
                            <lb/>εὐρύτερόν ποτε θάτερον ἐπί τινος ζώου φαίνοιτο θατέρου
                            <lb/>τμήματος, ἀλλὰ συναμφότερά γε τῇ κοίλῃ φλεβὶ προφανῶς <pb n="542"/>
                            ἐστιν ἴσα, μονονοὺ μετὰ φωνῆς ἑρμηνεύοντα, τὴν μὲν οἷόν <lb/>τι πρέμνον
                            ὑπάρχειν, αὐτὰ δ’ ἀπ’ ἐκείνης γεγενῆσθαι σχισθείσης <lb/>οἷόν περ
                            κλάδους τινὰς ἢ καὶ κλῶνας. οὐ μόνον <lb/>δ’ ἡ κοίλη φλὲψ ἐκ τῶν κυρτῶν
                            τοῦ ἥπατος ἐκπέφυκεν, <lb/>ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν σιμῶν ἑτέρα φλὲψ, ἣν οἱ μὲν
                            ὀνομάζουσι <lb/>πύλας ἥπατος, οἱ δὲ τὴν ἐπὶ πύλαις· οὐ γὰρ δὴ ὅλην γε
                            <lb/>τὴν φλέβα πύλας ὑπάρχειν, ἀλλ’ ὅσον πρῶτον αὐτῆς ἐξίσχει <lb/>τοῦ
                            ἥπατος, ὅπερ καὶ πάντων εὐρύτατόν ἐστιν. ἀπ’ αὐτοῦ <lb/>γὰρ εἰς ἄμφω τὰ
                            μέρη κατασχίζεται τὸ ἀγγεῖον, εἴς τε τὰ <lb/>σιμὰ τοῦ ἥπατος ἅπαντα καὶ
                            εἰς τὰ κατὰ τὴν γαστέρα, τὸ <lb/>καλούμενον ἐπίπλοον. τῶν γὰρ ἐν τούτοις
                            ἅπασι φλεβῶν <lb/>παμπόλλων οὐσῶν οὐδεμία συνεχής ἐστι τῇ καρδίᾳ. καί
                            τις <lb/>ἀκούσας τοῦτο τῶν ἀλήθειαν τιμώντων ἀπεθαύμαζέ τε καὶ
                            <lb/>ἠπίστει τῷ λόγῳ, καὶ δειχθῆναί οἱ τὸ λεγόμενον ἠξίου, καὶ <lb/>ὡς
                            εἶδε, μεγάλως κατεγίνωσκε τῶν ἀποφηναμένων, ἀρχὴν <lb/>εἶναι φλεβῶν τὴν
                            καρδίαν. ὥσπερ γὰρ, εἰ μίαν ἡντιναοῦν ἐν <lb/>ὅλῳ τῷ ζώῳ φλέβα
                            κεχωρισμένην εἰς τοσοῦτον εὑρίσκομεν, <lb/>ὡς μήτ’ αὐτῷ συνάπτειν τῷ
                            ἥπατι μήτε τινὶ τῶν ἀπ’ αὐτοῦ <pb n="543"/> φλεβῶν, οὐκ ἂν ἀπεφηνάμεθα,
                            τῆς φλεβὸς ἐκείνης ἀρχὴν <lb/>εἶναι τὸ ἧπαρ, οὕτως, ἐπειδὴ νῦν οὐ μίαν
                            οὐδὲ δύο μόνας, <lb/>ἀλλ’ ἀνάριθμόν τι πλῆθος εὑρίσκομεν, οὐδεμίαν
                            ἐχούσας τῇ <lb/>καρδίᾳ συνέχειαν, οὐκ ἂν, οἶμαι, φαίημεν, ἐκείνων τῶν
                            φλεβῶν <lb/>ἀρχὴν εἶναι τὴν καρδίαν. εὐλόγως οὖν εἴρηται ῥίζωσις
                            <lb/>τῶν φλεβῶν εἶναι τὸ ἧπαρ, τῶν ἀρτηριῶν ἡ καρδία, τοῦ <lb/>δένδρου ὃ
                            καὶ χώρα τοῦ καταβληθέντος σπέρματος. ἐν <lb/>ἅπασι γὰρ τούτοις ἡ
                            ῥίζωσις ἀρχὴ τοῦ παντός ἐστιν, οὐ <lb/>τῆς ἐξ ἀρχῆς γενέσεως μόνον, ἀλλὰ
                            καὶ τῆς νῦν διοικήσεως. <lb/>ὅτι δὲ τὸ φαινόμενον αὐτὸ διὰ τῆς ἀνατομῆς
                            βιάζεται <lb/>καὶ τοὺς τἀναντία δοξάζοντας ἄκοντας ὁμολογεῖν τἀληθὲς,
                            <lb/>ἐκ τοῦδε ἂν μάλιστα μάθοις. οὐδεὶς τῶν ἀνατομικῶν <lb/>ἀνδρῶν ἐπὶ
                            τὸ γράφειν ἀφικόμενος ἀνατομὴν φλεβῶν <lb/>ἑτέραν ἀρχὴν διδασκαλίας
                            ἐπιτήδειον ἠδυνήθη ποιήσασθαι <lb/>παρελὼν τὸ ἧπαρ. ἀλλ’ εἴτ’ ἀπορεῖν
                            ὑπὲρ ἀρχῆς <lb/>ἔφησεν, ὡς Ἡρόφιλος΄, εἴτ’ εὐπορεῖν, ὡς ἄλλοι πολλοὶ καὶ
                            <lb/>ὁ ἡμέτερος Πέλοψ, ὅμως τήν γε διδασκαλίαν ὀλίγου δεῖν <lb/>ἅπαντες
                            ἐφ’ ἥπατος ἐποιήσαντο. καὶ τό γε θαυμασιώτατόν <pb n="544"/> τε καὶ
                            ἀπιστότατον ὁ Πέλοψ ἔπαθεν. ἐν μιᾷ πραγματείᾳ <lb/>τῶν τε φλεβῶν ἀρχὴν
                            κατεσκεύασε τὸν ἐγκέφαλον, ἀνατομήν <lb/>τε γράφων αὐτῶν ἀφ’ ἥπατος
                            ἤρξατο, κατὰ μὲν τὸ δεύτερον <lb/>σύγγραμμα τῶν Ἱπποκρατείων εἰσαγωγῶν
                            εὖ μάλα γενναίως <lb/>ἀγωνισάμενος ὑπὲρ τοῦ δεῖξαι τὸν ἐγκέφαλον οὐ
                            <lb/>νεύρων μόνον, ἀλλὰ καὶ φλεβῶν καὶ ἀρτηριῶν ἀρχὴν, ἐν <lb/>δὲ τῷ
                            τρίτῳ τῆς ἀνατομῆς τῶν φλεβῶν ἀφ’ ἥπατος ἀρξάμενος, <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="303"/>ὥσπερ καὶ οἱ ἄλλοι σχεδὸν ἅπαντες
                            ἀνατομικοὶ <lb/>εἶναι γράφουσι, πρὸς γὰρ τὴν διδασκαλίαν ἐπίτηδες
                            <lb/>τουτὶ τὸ σπλάγχνον ἀρχὴν γενέσθαι τῷ λόγῳ. θαυμάζω δ’ <lb/>αὐτῶν,
                            εἰ χωρὶς αἰτίας φυσικῆς ἐπιτήδειον εἶναι νομίζουσι <lb/>πρὸς τὴν
                            διδασκαλίαν αὐτό. ἐγὼ μὲν γὰρ οἶδα καὶ τοῦθ’ <lb/>ἕν τι τῶν ὡμολογημένων
                            ἅπασιν, ὡς οὐδὲν τῶν γεγονότων <lb/>τε καὶ γινομένων ἀναίτιόν ἐστιν.
                                <milestone unit="ed2page" n="192"/>εἰ μὲν οὖν ἀπορεῖν
                            <lb/>ὁμολογοῦσιν ὑπὲρ ἁπάντων τῶν ἀδήλων ὁμοίως τοῖς ἐμπειρικοῖς,
                            <lb/>οὐδ’ ἂν ἐμοὶ πρὸς αὐτοὺς εἴη τις λόγος, οὔτε γὰρ <lb/>ἀρχὴν αὐτῶν
                            ζητήσουσιν, οὔθ’ ὅμως ἀνατεμοῦσιν. εἰ δὲ <lb/>λόγον ἔχειν φασὶν, ἐξ οὗ
                            τὰ διαφεύγοντα τὴν αἴσθησιν <pb n="545"/> εὑρίσκουσιν, τί οὐκ αὐτοῦ
                            τούτου πρώτου οὗ λέγουσιν <lb/>ἐπεσκέψαντο τὴν αἰτίαν, ἐπιτήδειόν ἐστιν
                            εἰς διδασκαλίαν <lb/>φλεβῶν ἀνατομῆς ἀρχὴ τῷ λόγῳ γενέσθαι τὸ ἧπαρ
                            ἀναιτίως, <lb/>ὦ σοφώτατοι; ἢ ὅτι πάντως τῇ φύσει πλεονεκτεῖ, <lb/>καὶ
                            πρὸς τὴν τῆς διδασκαλίας ἀρχὴν ἐπιτηδειότερόν ἐστι, <lb/>τίς ἡ πλεονεξία
                            ζητῆσαι δίκαιον, οὐκ ἀργῶς οὐδὲ ῥᾳθύμως <lb/>ὑπερβῆναι. τὴν δ’ ἀρχὴν τῆς
                            εὑρέσεως αὐτὸ τοῦτο οἶμαι <lb/>παρέξειν, ὃ πρὸς ἁπάντων ὡμολόγηται τῶν
                            ἀνατομικῶν <lb/>ἐπιτήδειον εἶναι φασκόντων αὐτὸ πρὸς τὴν τῆς διδασκαλίας
                            <lb/>ἀρχήν. εἰ γὰρ καὶ μηδενὸς ἄλλου τούτου αὐτοῦ τὸν <lb/>λόγον ἡμῖν
                            ἀποδοῦναι δυνήσονται τοῦ φάσκειν, ἐπιτήδειον <lb/>εἰς ἀρχὴν διδασκαλίας
                            ἐστὶν, οὔθ’ ὅτι τὴν χρόαν ἐρυθρόν <lb/>ἐστιν, οὔθ’ ὅτι διείληπται
                            λοβοῖς, οὔθ’ ὅτι καθ’ ἑνὸς αὐτῶν <lb/>ἐπιτέταται τὸ τῆς χολῆς ἀγγεῖον,
                            οὔτε δι’ ἄλλο τῶν <lb/>τοιούτων οὐδὲν, ἀλλ’ ὅτι πᾶσαι συνεχεῖς αἱ φλέβες
                            ὑπάρχουσιν <lb/>αὐτῷ. καὶ μὴν οὔτ’ ἄλλου τινός ἐστι τοῦτ’ αὐτὸ
                            <lb/>γνώρισμα πλὴν τῆς ἀρχῆς. οὐδὲ γὰρ οὐδὲ δι’ ἄλλο τι νεύρων
                            <lb/>ἀνατομῆς ἀδύνατόν ἐστιν ἑτέραν ἀρχὴν ποιήσασθαι διδασκαλίας <pb n="546"/> ἐγκέφαλον ὑπερβάντα, ἢ ὅτι ἀρχὴ τούτων ἐστί. <lb/>τούτου
                            γὰρ μὴ διδομένου οὐκ ἂν δύναιτό τις ἄλλην ἐξευρεῖν <lb/>αἰτίαν, οὐδὲ
                            διότι τῶν ἀρτηριῶν τὴν καρδίαν. ἡ γὰρ ὑπὸ <lb/>τῆς φύσεως ἀρχὴ
                            κατασταθεῖσα καὶ τὴν διδασκαλίαν ἀφ’ <lb/>ἑαυτῆς ἀναγκάζει ποιήσασθαι.
                            οὐδὲ γὰρ εἴ τις ἐθελήσειεν <lb/>ὕδατος ἐξηγήσασθαι διανομὴν ἐπεισάκτου
                            πόλει, τὴν ἀρχὴν <lb/>τῆς διηγήσεως οὐκ ἂν ἄλλοθεν εὕροι ποιήσασθαι
                            παρελθὼν <lb/>τὴν πρώτην εἴσοδον, ἀλλ’ ἀνάγκη πᾶσα τούτῳ προειπόντι
                            <lb/>τὸ χωρίον ἐκεῖνο τῆς πόλεως, οὗ εἴσω πρότερον ἔξωθεν
                            <lb/>ἀφικνεῖται τὸ ὕδωρ, ἀπ’ ἐκείνου ποιήσασθαι τὴν ἑξῆς ἅπασαν
                            <lb/>διήγησιν. ὥστ’ οὐ χρὴ ζητεῖν ἄλλην μὲν ἀρχὴν τῆς <lb/>τοῦ πράγματος
                            φύσεως, ἄλλην δὲ τῆς διδασκαλίας αὐτοῦ. <lb/>κατὰ γὰρ τὴν τοῦ πράγματος
                            φύσιν ἡ διδασκαλία γιγνομένη <lb/>τὴν αὐτὴν ἔχει τῷ διδασκομένῳ τὴν
                            ἀρχὴν, οὐδ’ ἔστιν <lb/>ὀρθῶς διηγήσασθαι βουλομένῳ ἢ γένεσιν τῶν
                            γεγονότων <lb/>ἢ διοίκησιν τῶν διοικουμένων ἑτέραν ἀρχὴν ἐπιτηδειοτέραν
                            <lb/>εὑρεῖν τῆς ἀληθοῦς. ἡ μὲν γὰρ τῆς οἰκίας γένεσις ἀναγκάσει
                            <lb/>πρῶτον μνημονεῦσαι τῶν θεμελίων, ἡ δὲ τῆς νεὼς <pb n="547"/> τῆς
                            τρόπεως. οὕτω δὲ καὶ εἰ βουληθείης διηγήσασθαι πόλεως, <lb/>ἢ ἔθνους, ἢ
                            στρατοπέδου διοίκησιν, ἂν ἀναγκασθείης <lb/>τῆς πρώτης ἀρχῆς ἐν ἑκάστῳ
                            μνημονεῦσαι. θαυμάζειν οὖν <lb/>ἄξιον, ὅσοι διδάξαι μὲν ὀρθῶς ἑτέρωθεν
                            ἀρξάμενον ἀδύνατον <lb/>εἶναί φασιν, ἀγνοεῖν δὲ τὴν ὄντως ἀρχὴν τῶν
                            φλεβῶν. <lb/>ἀλλήλοις γὰρ ἄμφω συνῆπται ταῦτα, καὶ οὐχ οἷόν ἐστι χωρὶς
                            <lb/>ἀλλήλων γενέσθαι διασπασθέντα, τὴν ὀρθὴν ἀρχὴν <lb/>λέγω τῆς
                            διδασκαλίας τῆς ὄντως ἀρχῆς τοῦ πράγματος. <lb/>ἀλλ’ εἴτ’ ὀρθῶς διδάσκει
                            τις, ἀπὸ τῆς κατὰ φύσιν ἀρχῆς <lb/>ἄρχεται, εἴτε δὲ τὴν ὄντως ἀρχὴν οἶδέ
                            τις, τὴν τῆς διδασκαλίας <lb/>οὐκ ἀγνοεῖ. </p></div></div></div></body></text></TEI>