<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="6"><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Εἰ δέ τις οἴεται τῆς μὲν δυνάμεως ταῖς <lb/>φλεψὶ χορηγὸν τὴν καρδίαν,
                            τῆς δ’ ὕλης τὸ ἧπαρ, ἐντεῦθεν <lb/>γὰρ ὁρμᾶσθαι τὸ αἷμα, καὶ διὰ τοῦτ’
                            εὐρυτέραν εἶναι <lb/>τὴν κάτω κοίλην τῆς ἄνω, διότι πλείω μόρια τὰ κάτω
                            τοῦ <pb n="533"/> ἥπατός ἐστιν, οἷς ἀναγκαῖόν ἐστιν ἅπασι χορηγεῖσθαι
                            τροφὴν, <lb/>οὗτός μοι δοκεῖ δι’ αὐτῶν ὧν ὑποτίθεται συγχωρεῖν <lb/>ἃ μὴ
                            βούλεται. τὸ γὰρ ἐξ ἥπατος ὁρμᾶσθαι τὸ αἷμα τί <lb/>ἄλλο ἐστὶν, ἢ τὴν
                            γεννῶσαν αἷμα δύναμιν ἐν τούτῳ τῷ <lb/>σπλάγχνῳ περιέχεσθαι; εἴπερ οὖν
                            ἕνεκα μὲν τοῦ τρέφεσθαι <lb/>τὸ ζῶον ἡ τοῦ αἵματός ἐστι γένεσις, ἐν
                            ἥπατι δὲ γίγνεται <lb/>τὸ αἷμα, τῆς θρεπτικῆς δυνάμεως ἀρχὴ τοῦτ’ ἔσται
                            τὸ <lb/>σπλάγχνον, οὐχ ἡ καρδία. τὸ γὰρ προνοούμενον ὕλης ἐπιτηδείου
                            <lb/>πρὸς θρέψιν ἅπαντι τῷ σώματι, τοῦτ’ εὔλογον ἀρχὴν <lb/>εἶναι τῆς
                            θρεπτικῆς τε καὶ φυτικῆς δυνάμεως, ὥσπερ, <lb/>οἶμαι, κᾀν τοῖς φυτοῖς
                            ἐκεῖνο τὸ μέρος, ὃ ῥίζωσιν ἐκαλοῦμεν. <lb/>ἕλκει τε γὰρ ἐφ’ ἑαυτὸ διὰ
                            παμπόλλων ῥιζῶν ἐκ τῆς γῆς <lb/>τὴν τροφὴν, ἐπιπέμπει τε
                            προκατεργασάμενον ἅπαντι τῷ <lb/>φυτῷ διὰ τοῦ στελέχους. εἰ γὰρ καὶ τῆς
                            αὐτῆς δυνάμεως, <lb/>ὥσπερ καὶ τῆς σφυγμικῆς, ἀρχὴν θησόμεθα τὴν
                            καρδίαν, ἐκ <lb/>τοῦ περιττοῦ τὸ ἧπαρ ἡ μηδὲν μάτην ἐργαζομένη φύσις
                            <lb/>ἐποίησεν· ἦν γὰρ δή που κατὰ τὴν καρδίαν αἱματοῦσθαι <lb/>τὴν
                            τροφήν. ἀλλ’ ὡς εἰς μέγα τὸ ἔργον οἷον ὑπηρέτην τινὰ <pb n="534"/> τὸ
                            ἧπαρ ἡ φύσις τῇ καρδίᾳ παρεστήσατο προπαρασκευάσοντα <lb/>τὴν ὕλην αὐτῇ,
                            καθάπερ ἡ γαστὴρ ἐκείνῳ. πιθανὸς <lb/>μὲν ὁ λόγος, οὐ μὴν ἀληθής γε.
                            φαίνεται γὰρ οὐχ ὡς <lb/>ὑπηρέτης ἡγουμένῳ προπαρασκευάζων ἐπιτήδειον
                            ὕλην τὸ <lb/>ἧπαρ, ἀλλ’ ὡς αὐτὸς ὁ ἡγούμενος ἐξουσίαν ἔχων τοῦ διανέμειν
                            <lb/>αὐτήν. ἐναργῆ δὲ παραδείγματα κατ’ αὐτὸ τοῦ ζώου <lb/>τὸ σῶμα
                            πάρεστι θεάσασθαι. πάντα γοῦν, ὅσα προπαρασκευάζει <lb/>τὰς ὕλας
                            ἑτέροις, ἐκείνοις αὐτὰς ἀκεραίους φυλάττει, <lb/>καὶ οὔτ’ ἐκ πνεύμονος
                            ἄλλη τις ὁδὸς ἑτέρωσε τέτμηται, <lb/>πλὴν μιᾶς τῆς εἰς τὴν καρδίαν, οὔτ’
                            ἐκ κοιλίας τε καὶ ἐντέρων <lb/>ἑτέρωσε, πλὴν εἰς ἧπαρ, οὔτ’ ἐκ τοῦ
                            δικτυοειδοῦς <lb/>πλέγματος ἑτέρωσε, πλὴν εἰς ἐγκέφαλον, οὔτ’ ἐκ τῶν τὸ
                            <lb/>σπέρμα προπαρασκευαζόντων ἀγγείων εἰς ἄλλο τι, πλὴν τῶν
                            <lb/>ὄρχεων. οὕτω δὲ καὶ οἱ τὸ χολῶδες ὑγρὸν ἀθροίζοντες πόροι
                            <lb/>πάντες εἰς ἓν ἀγγεῖον ἀποφέρονται, τὴν συνημμένην δηλονότι
                            <lb/>ἥπατι κύστιν, ἐντεῦθέν τε εἰς τὴν νῆστιν ἐκπέμπουσιν, <lb/>καθάπερ
                            οἱ νεφροὶ τὸ οὖρον, εἰς τὴν μίαν δηλονότι <lb/>κύστιν. οὐκοῦν οὐδὲ τὸ
                            ἧπαρ, εἴπερ τῇ καρδίᾳ τὸ αἷμα <pb n="535"/> προπαρασκευάσον ὑπὸ τῆς
                            φύσεως ἐγένετο, διανέμειν αὐτὸ <lb/>τῇ παρασκευῇ ἡμίεργον ἐπιστεύθη ἄν.
                            οὔτε γὰρ ὑπηρέτου <lb/>τὸ τοιοῦτον ἔργον, ἀλλ’ ἡγεμόνος καὶ ἄρχοντος,
                            οὔθ’ <lb/>ὕλης ἐλλιπῶς παρεσκευασμένης τὸ πάθος· ὑπηρέτου γάρ <lb/>ἐστι
                            τὸ παρασκευάζειν μόνον, ὕλης τ’ ἐλλι<milestone unit="ed2page" n="189"/>ποῦς ἐστι <lb/>τὸ μὴ διανέμεσθαι. καὶ μὴν οὔθ’ ὡς ὑπηρέτης τὸ ἧπαρ,
                            <lb/>ἀλλ’ ὡς ἄρχων, οὔθ’ ὡς ὕλην ἐλλιπῆ τὸ αἷμα διανέμειν
                            <lb/>πεπίστευται. πάντα γὰρ ὅσα κάτω τοῦ διαφράγματός ἐστι <lb/>τοῦ ζώου
                            μόρια παρ’ ἥπατος ἀναμφισβητήτως ἔχει τὸ <lb/>αἷμα, καίτοι πλείω τῶν
                            ἡμίσεών ἐστι. μᾶλλον δ’ ὅτι καὶ <lb/>αὐτὸ τὸ διάφραγμα, καὶ ὁ
                            περικάρδιος ὑμὴν ἅμα τοῖς ἄλλοις <lb/>ὑμέσι τοῖς πλησίον, ὅσοι τε
                            διαφράττουσι τὸν θώρακα, <lb/>καὶ ὅσοι περιαλείφουσι τὸν πνεύμονα, τὴν
                            τροφὴν ἐκ τῆς <lb/>κοίλης ἔχει, πρὶν ἐπὶ τὴν καρδίαν ἀφικέσθαι,
                            διδαχθῶμεν, <lb/>ὑπὸ τῆς ἀνατομῆς εἰσόμεθα τὰ πλείω τῶν τοῦ ζώου μορίων
                            <lb/>ἐξ ἥπατος τρεφόμενα προφανῶς τε καὶ ἀναμφισβητήτως.
                            <lb/>ἐπιδειχθήσεται μὲν γὰρ ὀλίγον ὕστερον, ὅτι καὶ τὸ ἄνω τῆς
                            <lb/>καρδίας ἅπαν ἐξ ἥπατος ἔχει τὴν τροφήν. ἀλλὰ τό γ’ <pb n="536"/>
                            ἀναμφισβήτητον ἤδη λαμβανέσθω τὸ τὰ κάτω τῆς καρδίας <lb/>ἐξ ἐκείνου
                            τρέφεσθαι, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ θώρακος ὅλα <lb/>τὰ κάτω μέρη. μαρτυρεῖ δὲ
                            τῷ λόγῳ καὶ τὰ ἄλλα σύμπαντα <lb/>τὰ κατὰ τὰς ἀνατομὰς φαινόμενα, καὶ
                            πρῶτόν γε <lb/>καὶ μέγιστον ἡ κάθαρσις τῶν περιττωμάτων τοῦ αἵματος.
                            <lb/>ὡς γὰρ συμπεπληρωμένῃ τῇ τοῦ χυμοῦ γενέσει καὶ τὸ <lb/>προσῆκον
                            εἶδος ἐχούσῃ παρεσκεύασεν ἡ φύσις ὄργανα καθαρτικὰ <lb/>τῶν
                            περιττωμάτων, νεφροὺς καὶ σπλῆνα καὶ τὴν <lb/>χοληδόχον κύστιν. οὐδ’
                            ἔστιν ἄλλο τέταρτον οὐδ’ ἐπινοῆσαι <lb/>περίττωμα τροφῆς ἢ ὕλης
                            ἡστινοσοῦν ὑπὸ θερμοῦ μεταβαλλομένης, <lb/>ἀλλὰ τὰ πλεῖστα τρία τὸν
                            ἀριθμόν ἐστι. <lb/>τουτὶ γὰρ δέδεικταί μοι δι’ ἑτέρων ἤδη πραγματειῶν,
                            αὖθίς <lb/>τε δειχθήσεται κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν ἐπὶ προήκοντι τῷ λόγῳ
                            <lb/>πραγματείαν. νυνὶ δ’ εἴρηται μὲν, ὡς μηδὲν τῶν ἀληθῶν
                            <lb/>παραλείποιτο, τῆς δ’ ἐξ αὐτοῦ πίστεως οὐδὲν δεῖ τοῖς παροῦσιν.
                            <lb/>ὁμολογεῖται γὰρ ἥ τε τῶν νεφρῶν ἐνέργεια καὶ ἡ <lb/>τῆς χοληδόχου
                            κύστεως ἐκκαθαίρειν τὸ αἷμα. κατὰ δὲ τὴν <lb/>καρδίαν οὔτ’ ἄλλο τι
                            καθαρτικὸν ὄργανον ἡ φύσις ἐποίησεν, <pb n="537"/> οὔτ’ ἄλλον ἐργάζεται
                            χυμόν. ὅμοιον γὰρ τό τ’ ἐν τῇ δεξιᾷ <lb/>κοιλίᾳ τῆς καρδίας αἷμα καὶ τὸ
                            κατὰ πάσας τὰς φλέβας <lb/>ὅλῳ τῷ ζώῳ, καθάπερ γε καὶ τὸ κατὰ τὰς
                            ἀρτηρίας ἁπάσας <lb/>ὅμοιόν ἐστι τῷ κατὰ τὴν ἀριστερὰν κοιλίαν. τουτὶ
                            <lb/>μὲν οὖν ὡς τὰ πολλὰ λεπτότερόν τ’ ἐστὶ καὶ ξανθότερον, <lb/>ἔσθ’
                            ὅτε δὲ καὶ τἀναντία, παχύτερόν τε καὶ μελάντερον, <lb/>ἀεὶ μέντοι
                            θερμότερον αὐτό ἐστι. τὸ δὲ κατὰ τὴν δεξιὰν <lb/>κοιλίαν αἷμα τὴν αὐτὴν
                            ἰδέαν ἔχει τῷ τ’ ἄλλῳ παντὶ καὶ <lb/>τῷ κατὰ τὸ ἧπαρ, ὡς ἂν οὐδὲν
                            ἐξαίρετον ἐπικτώμενον ἐν <lb/>τῇ δεξιᾷ κοιλίᾳ. μεγίστη δὲ πίστις, ὡς οὐ
                            προπαρασκευάζει <lb/>τῇ καρδίᾳ τὸ ἧπαρ οὐδένα χυμὸν εἰς τροφὴν τῶν τοῦ
                            <lb/>ζώου μορίων, ἀλλ’ αὐτὸ συμπληροῖ τὴν σύμπασαν ἰδέαν αὐτοῦ, <lb/>τὸ
                            μίαν εἶναι φλέβα τὴν ἐξ ἥπατος εἰς καρδίαν ἐκφυομένην, <lb/>ἑτέραν δὲ
                            μηκέτι ἀντεκφύεσθαι κατ’ ἄλλο μέρος <lb/>αὐτῶν, εἰς ὅλον ἅπαξ φέρουσαν
                            τὸ σῶμα τὸν κατεργασθέντα <lb/>χυμὸν, καίτοι γ’ ἄλλης μὲν εἰσαγούσης
                            ἀρτηρίας, <lb/>ἄλλης δ’ ἐξαγούσης τὸ πνεῦμα. φαίνεται γὰρ ἡ <lb/>φύσις
                            οὐ τοῖς αὐτοῖς ἀγγείοις χρωμένη πρός τε τὰς <pb n="538"/>
                                ἡμιεργά<milestone unit="ed1page" n="302"/>στους ὕλας καὶ πρὸς τὰς
                            τελέως κατειργασμένας, <lb/>οὐδὲ ταῖς αὐταῖς ὁδοῖς. οὐδὲ γὰρ δυνατόν
                            ἐστιν ἅμα <lb/>τε τὸ ἡμίπεπτον ἐξ ἥπατος εἰς καρδίαν ἀναπέμπεσθαι
                            τροφὴν, <lb/>ἅμα δὲ τὴν ἤδη κατειργασμένην διὰ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ
                            <lb/>καταφέρεσθαι, ἀλλ’ ἦν ἂν πάντως ἑτέρα μὲν φλὲψ ἡ εἰσάγουσα <lb/>τὴν
                            ἡμίπεπτον, ἑτέρα δὲ ἡ τὴν ἀκριβῶς κατειργασμένην <lb/>ἐξάγουσα. νυνὶ δ’
                            εἰσάγει μέν τις, ἐξάγει δ’ οὐδεμία <lb/>πλὴν τῆς εἰς πνεύμονα, περὶ ἧς
                            αὖ ἐπὶ πλέον ἐν τοῖς περὶ <lb/>χρείας μορίων ἐπισκεψόμεθα, τὴν αἰτίαν
                            ἐρευνῶντες, ἧς <lb/>ἕνεκεν ἐκ τῆς καρδίας, οὐκ ἐκ τῆς κοίλης, ἐξέφυσεν ἡ
                            φύσις <lb/>εἰς τὸν πνεύμονα τὴν θρέψουσαν τὸ σπλάγχνον φλέβα. </p></div></div></div></body></text></TEI>