<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="6"><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p><milestone unit="ed2page" n="184"/>Ὅτι δὲ τὸ μὲν ἐν τῇ κεφαλῇ
                            καθίδρυται, <lb/>τὸ δ’ ἐν τῇ καρδίᾳ, τὸ δ’ ἐν τῷ ἥπατι, τοῦτο <lb/>ἐξ
                            ἀρχῆς προὔκειτο, καὶ δέδεικται διὰ τῶν ἔμπροσθεν ὑπὲρ <lb/>τῶν δύο
                            μερῶν. ὑπόλοιπον δὲ ἔτι τὸ ἐπιθυμητικὸν ἰδίας <lb/>ἀποδείξεως δεόμενον,
                            ἣν ἐν τῷδε διέξιμεν, ἐκεῖνο πρότερον <lb/>ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου προειπόντες,
                            ὡς οὐκ ἐξ ὁμοίως ἐναργῶν, <lb/>οὐδ’ ἐξ αὐτῆς ἄντικρυς τοῦ ζητουμένου τῆς
                            φύσεως ἡ ἀπόδειξις <lb/>ἔσοιτο, καθάπερ ἐπὶ τῶν ἔμπροσθεν, ἀλλ’ ἐκ τῶν
                            <lb/>τούτῳ συμβεβηκότων ἰδίᾳ. τῶν μὲν γὰρ νεύρων βρόχῳ <pb n="520"/>
                            διαλαμβανομένων ἢ τεμνομένων, ἐφαίνετο τὰ μὲν ἐγκεφάλῳ <lb/>συνεχῆ μόρια
                            διασώζοντα τὰς ἀρχαίας δυνάμεις, τὰ δ’ <lb/>ἐπέκεινα τοῦ βρόχου
                            παραχρῆμα καὶ τὴν αἴσθησιν ἀπολλύντα <lb/>καὶ τὴν κίνησιν. οὕτω δὲ καὶ
                            τῶν ἀρτηριῶν αἱ μὲν <lb/>τῇ καρδίᾳ συνεχεῖς τὰς ἀρχαίας ἐνεργείας
                            ἐργάζονται, αἱ δ’ <lb/>ὑπὸ τοῦ βρόχου διειργόμεναι τελέως ἄσφυκτοι
                            γιγνόμεναι. <lb/>καὶ μέντοι καὶ τὰ παθήματα τῆς ψυχῆς, ὅσα κατὰ τοὺς
                            <lb/>θυμούς τε καὶ τοὺς φόβους συμπίπτει, προφανῶς ἐξιστάντα <lb/>τὴν
                            καρδίαν ἐφαίνετο τῆς κατὰ φύσιν ἐνεργείας. ἐμνημονεύσαμεν <lb/>δὲ καὶ
                            ὅσα θλιβόμενος ὁ ἐγκέφαλος ἢ τιτρωσκόμενος <lb/>εἰς τὰς κοιλίας ἅπαν
                            βλάπτει τὸ σῶμα, καὶ ὡς καὶ <lb/>ταῦτ’ ἐναργῶς ἐνδείκνυται κινήσεώς τε
                            καὶ αἰσθήσεως ἀρχὴν <lb/>ὑπάρχειν αὐτόν. ἐπὶ δὲ τοῦ ἥπατος οὐδὲν
                            τοιοῦτον <lb/>ἔχομεν ἐπιδεικνύειν, οὔτ’ εἰ γυμνώσαντες αὐτὸ θλίβομεν,
                            <lb/>οὔτ’ εἰ βρόχῳ τὰς φλέβας διαλαμβάνομεν. οὔτε γὰρ ἐναργοῦς <lb/>ἐστι
                            κινήσεως ἡ ἀρχὴ, καθάπερ ἡ μὲν καρδία τῆς <lb/>σφυγμικῆς, ὁ δ’ ἐγκέφαλος
                            τῆς αἰσθητικῆς τε καὶ προαιρετικῆς, <lb/>οὔτ’ ὀξείας βλάβης αἴτιον, ὡς
                            ἐκείνων ἑκάτερον, <lb/>ἀλλ’ ἐν τῷ χρόνῳ βλάπτεται τὸ ζῶον εἰς ἀτροφίαν
                            τε καὶ <pb n="521"/> ἄχροιαν, ἥπατος ἀτονήσαντος. ὡσαύτως δὲ καὶ τὸ
                            μέρος, <lb/>εἰς ὅπερ ἂν ἐμβάλλουσαν φλέβα βρόχῳ διαλάβῃς, ἢ καὶ
                            <lb/>παντάπασιν ἐκκόψῃς, ἀτροφώτερόν τε καὶ ἀχρούστερον ἐν <lb/>πλέονι
                            χρόνῳ φαίνεται γιγνόμενον, οὐ μὴν ἔν γε τῷ παραυτίκα <lb/>βλαπτόμενον
                            οὐδὲν, ὅ τι ἄξιον λόγου. τοιαύτης γὰρ <lb/>δυνάμεως ἀρχὴ τὸ ἧπαρ, οἵα
                            καὶ τοῖς φυτοῖς ὑπάρχει. <lb/>καλείσθω γὰρ ἔν γε τῷ παρόντι δύναμις,
                            ὕστερον ἐπιδειξόντων <lb/>ἡμῶν ἀκριβέστερον, ὡς πολλῶν ἐστι δυνάμεων
                            ἀρχὴ τὸ <lb/>ἧπαρ, καὶ κάλλιον οὐσίαν ψυχῆς ὀνομάζειν, οὐ δύναμιν, ἐν
                            <lb/>ἑκάστῳ τῶν τριῶν σπλάγχνων περιεχομένην, ἐν ἐγκεφάλῳ <lb/>μὲν
                            λογιστικὴν, ἐν καρδίᾳ δὲ θυμοειδῆ, κατὰ δὲ τὸ <lb/>ἧπαρ ἐπιθυμητικὴν, ἢ
                            φυτικὴν, ἢ γεννητικὴν, ἢ, ὡς <lb/>οἱ περὶ τὸν Ἀριστοτέλην, θρεπτικὴν,
                            ἀφ’ ἑνὸς ἑκάστου <lb/>τοὔνομα θέμενοι, ἀπὸ μὲν τοῦ φύειν φυτικὴν,
                            <lb/>ἀπὸ δὲ τοῦ τρέφειν θρεπτικὴν, ἀπὸ δὲ τοῦ γεννᾷν γεννητικήν· <lb/>ὁ
                            δὲ Πλάτων ἀπὸ τοῦ πλήθους τῶν ἐπιθυμιῶν <lb/>ἐπιθυμητικήν. οἱ δὲ Στωϊκοὶ
                            οὐδὲ ψυχὴν ὅλως ὀνομάζουσι <lb/>τὴν τὰ φυτὰ διοικοῦσαν, ἀλλὰ φύσιν.
                            ὀνομαζέτω μὲν οὖν <pb n="522"/> ἕκαστος, ὡς ἂν ἐθέλῃ, περὶ δὲ τῶν
                            ἐναργῶς τοῖς πράγμασι <lb/>διαφορῶν ἀποδείξει πιστούσθω, καθάπερ ἡμεῖς
                            ἐπὶ μὲν ἐγκεφάλου <lb/>καὶ καρδίας ἔμπροσθεν ἐποιήσαμεν, ἐφ’ ἥπατος
                            <lb/>δὲ κατὰ τὸν ἐνεστῶτα λόγον ὁρμώμεθα διελθεῖν. ἀρξόμεθα <lb/>δ’ ἀπὸ
                            τῶν ἐναργεστέρων, ἵν’ ὥσπερ γυμνασθέντες ἐν τούτοις <lb/>ῥᾷον ἐξεύρωμέν
                            τι τῶν ἀμυδροτέρων, ἅμα τε προτάσεων <lb/>εὐπορήσωμεν εἰς αὐτά.
                            ἐναργέστερον δ’ ἐστὶν ἀπὸ τῶν φλεβῶν <lb/>ἄρξασθαι <milestone unit="ed2page" n="185"/>καὶ ζητῆσαι, πότερον καὶ τούτων <lb/>ἐστὶν
                            ἀρχὴ τὸ ἧπαρ, ὡς ἀρτηριῶν μὲν ἡ καρδία, τῶν νεύρων <lb/>δ’ ὁ ἐγκέφαλος,
                            ἢ, καθάπερ ἔνιοι νομίζουσιν, οὐ ταῖς <lb/>ἀρτηρίαις μόναις, ἀλλὰ καὶ
                            ταῖς φλεψὶν ἐπιπέμπει τὰς φυσικὰς <lb/>δυνάμεις ἡ καρδία. κάλλιστον οὖν
                            εἰς τοῦτο περὶ τῆς <lb/>κατὰ τὰ φυτὰ γεννήσεώς τε ἅμα καὶ διοικήσεως
                            ἐπισκέψασθαι <lb/>πρότερον· εἰκὸς γάρ που, μόνην ἐκείνοις ὑπάρχουσαν
                            <lb/>τὴν ζητουμένην δύναμιν ἐναργέστερα τεκμήρια τοῦ μέρους, <lb/>ὅθεν
                            ὁρμᾶται, παρασχέσθαι. καταβληθέντος εἰς τὴν γῆν <lb/>σπέρματος
                            οὑτινοσοῦν, εἰ μὲν αὐχμώδης εἴη, πλέον οὐδὲν <lb/>εἰς φυτοῦ γένεσιν αὐτὸ
                            περιεργάσεται τὸ σπέρμα, πᾶσαν <pb n="523"/> αὐτοῦ τὴν ἔμφυτον ἰκμάδα
                            πρὸς ἑαυτὴν τῆς γῆς ἑλκυσάσης· <lb/>μετρίως δ’ ὑπαρχούσης ὑγρᾶς, μαλακὸν
                            γίνεται τὸ σπέρμα, <lb/>διοιδίσκεται δὲ κατὰ τὸ περιέχον αὐτὸ σύμφυτον
                            σκέπασμα <lb/>τὸ οἷον δέρμα, καὶ ῥήγνυται μὲν πρῶτον, ἀερωθείσης τῆς
                            <lb/>κατὰ τὸ σπέρμα νοτίδος· εἶθ’ ἑξῆς ἀποτείνεται κατὰ τὸ <lb/>ῥαγὲν
                            ἀποβλάστημά τι λεπτὸν καὶ μαλακὸν εἰς ἄμφω τὰ <lb/>μέρη, τό τε ἄνω τοῦ
                            σπέρματος ὡς πρὸς τὸν ἀέρα καὶ τὸ <lb/>κατὰ βάθους τῆς γῆς. καὶ ταῦτα
                            συνεχῆ φαίνεται τὴν αὔξησιν <lb/>ποιούμενα καὶ φερόμενα διὰ παντὸς εἰς
                            ἅπερ ἀρχῆθεν <lb/>ὥρμησε. καὶ τοῦ χρόνου προϊόντος εἰ τὸ σπέρμα δένδρου
                            <lb/>τινὸς εἴη μεγάλου σπέρμα, τὸ μὲν εἰς τὸν ἀέρα φερόμενον <lb/>αὐτοῦ
                            πρέμνον γίγνεται, τὸ δ’ εἰς τὸ βάθος τῆς γῆς <lb/>ῥίζα, καὶ σχίζεταί γε
                            πολλὰς σχίσεις ἑκάτερον, εἰ πολυσχιδοῦς <lb/>εἴη δένδρου τὸ σπέρμα. μία
                            μὲν οὖν ἀρχὴ τῆς γενέσεώς <lb/>ἐστι καὶ τῆς αὐξήσεως ἅπασι τοῦ φυτοῦ
                            τοῖς μέρεσιν <lb/>ὁ τόπος ἐκεῖνος, ὅθεν ἄνω μὲν τὸ πρέμνον, ἡ δ’ ἀρχὴ
                            τῆς <lb/>ῥιζώσεως κάτω γίγνεται, καὶ φαίνεται καθάπερ ἔκ τινος
                            <lb/>ἑστίας ἡ διοικοῦσα τὸ δένδρον δύναμις ἐκεῖθεν ὁρμωμένη. <pb n="524"/> κινεῖται μὲν οὖν τὰς ἐναντίας κινήσεις, εἰς μὲν τὸ κάτω <lb/>καὶ τὸ
                            βάθος τῆς γῆς ἔν τε τῷ κατασχίζειν τὸν βλαστὸν <lb/>πολυμερῶς εἰς πολλὰς
                            τὰς πρώτας ῥίζας αὐξάνειν ἀρχομένας· <lb/>εἰς δὲ τὸ ἄνω κλάδους μέν
                            τινας ἀποφύουσιν τοῦ στελέχους, <lb/>ἐκείνους δ’ αὖθις εἰς ἑτέρους
                            σχίζουσιν μέχρι τῶν <lb/>ἐσχάτων καὶ λεπτοτάτων βλαστῶν. καὶ ἔοικε τὸ
                            μὲν ἄνω <lb/>μέρος ἅπαν, ὅπερ ἐστὶ τὸ δένδρον, ἕνεκεν ἑαυτοῦ τε καὶ τοῦ
                            <lb/>καρποῦ διαπλάττειν, τὸ κάτω δ’ ὑπὲρ τῆς κατὰ τὴν τροφὴν
                            <lb/>εὐπορίας. ὁποῖον γάρ τι τοῖς ζώοις ἐστὶ τὸ στόμα, <lb/>τοιοῦτον
                            τοῖς φυτοῖς τὸ πέρας τῆς ῥιζώσεως ἀτεχνῶς φάναι <lb/>δοκεῖ, στοματίων
                            πολλῶν ἑλκόντων ἐκ τῆς γῆς τροφὴν ὑπὸ <lb/>τῆς φύσεως δεδημιουργημένην.
                            ἄγε δή μοι τὴν εἰκόνα κᾀπὶ <lb/>τὰ ζῶα. καὶ πρῶτον μὲν ἐπίσκεψαι τὴν
                            μεγίστην ἀρτηρίαν, <lb/>ἥτις ὥσπερ πρέμνον ἐκφύουσα τῆς καρδίας
                            διασχίζεται, τῷ <lb/>μὲν ἑτέρῳ μέρει τῷ μικροτέρῳ πρὸς τὴν κεφαλὴν
                            ἀναφερομένη, <lb/>θατέρῳ δὲ τῷ μείζονι κατὰ τῆς ῥάχεως ἐκτεταμένη.
                            <lb/>θέασαι δ’ ἑξῆς ἅπαντ’ αὐτῆς τὰ βλαστήματα πάντοσε τοῦ <lb/>σώματος
                            φερόμενα καθ’ ὃν ἐν τῷ πρώτῳ γράμματι λέλεκται <pb n="525"/> τρόπον,
                            ἑτέραν δ’ ἀρτηρίαν ἐκ τῆς αὐτῆς κοιλίας τῆς καρδίας <lb/>ἐκφερομένην,
                            τὴν εἰς τὸν πνεύμονα κατασχιζομένην ἀνάλογον <lb/>τῷ καθήκοντι μέρει τῆς
                            ῥιζώσεως εἰς τὴν γῆν. ὥσπερ <lb/>γὰρ ἐκ τῆς γῆς τὰ φυτὰ διὰ τῶν ῥιζῶν
                            ἅπασαν ἐπισπᾶται <lb/>τὴν τροφὴν, οὕτως ἐκ τοῦ πνεύμονος ἡ καρ<milestone unit="ed1page" n="300"/>δία τὸν <lb/>ἀέρα διὰ τῶν εἰρημένων
                            ἀρτηριῶν. αὗται δύο μὲν τῆς καρδίας <lb/>ἐκπεφύκασιν ἀρτηρίαι, μέγισται
                            τῶν οἰκείων ἀποβλαστημάτων <lb/>ἑκάτεραι. καὶ καθάπερ ἐν τῷ φυτῷ τὸ μὲν
                            ἐξέχον <lb/>τῆς γῆς τὸ πρέμνον ἐστὶν ἁπάντων εὐρύτατον τῶν ἄλλων,
                            <lb/>τὸ δ’ εἰς τὰς ῥίζας σχιζόμενον ἁπάντων καὶ τοῦτ’ <lb/>εὐρύτατον τῶν
                            κάτω, τὸ μέσον δ’ ἀμφοῖν ἡ ἀρχὴ τοῦ φυτοῦ, <lb/>κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἡ
                            μὲν οἷον στέλεχος ἀρτηρία <lb/>μεγίστη τῶν καθ’ ὅλον ἐστὶ τὸ ζῶον, ἡ δ’
                            εἰς τὸν πνεύμονα <lb/>τὴν ἔμφυσιν ἔχουσα τῶν ἐν ἐκείνῳ πασῶν, <milestone unit="ed2page" n="186"/>αὐτὴ <lb/>δὲ ἡ καρδία μέση τ’ ἀμφοτέρων ἐστὶ
                            καὶ ἀρχὴ τῶν διοικουσῶν <lb/>αὐτὰ δυνάμεων. ἀνδρί τε περὶ φύσιν δεινῷ
                            καὶ <lb/>χωρὶς τῶν εἰρημένων εὔδηλον, ὡς τὰ μείζω τῶν ἐλαττόνων
                            <lb/>ἀρχαὶ, καθάπερ γε καὶ ἡ πηγὴ τῶν ὀχετῶν, εἰς οὕς <lb/>διανέμεται.
                            καίτοι τινὲς εἰς τοσοῦτον ἥκουσιν ἀλογίας, ὡς <pb n="526"/> τῆς ἀρχῆς τὰ
                            μετ’ αὐτὴν μείζω νομίζειν, ἐξαπατώμενοι πρὸς <lb/>τῶν ποταμῶν, οἵ μικροὶ
                            παντάπασι πρὸς ταῖς πηγαῖς ὄντες <lb/>αὐξάνονται προϊόντες, οὐκ ἐξ
                            ἀνάγκης ἀεὶ γιγνομένου. <lb/>τινὲς μὲν γὰρ αὐτῶν ἑτέρους ὑποδεχόμενοι
                            ποταμοὺς εἰκότως <lb/>αὐξάνονται, τινὲς δ’ ὀχετῶν ἀποσχιζομένων
                            σμικρύνονται. <lb/>ποταμὸς δὲ οὐδεὶς ἐκ μιᾶς ὁρμώμενος πηγῆς ἐλάττονα
                            <lb/>τὴν κεφαλὴν ἔχει τῶν ἐφεξῆς· εἰ δὲ ἐκ πολλῶν ἀθροίζοιτο <lb/>πηγῶν,
                            εὔλογον δήπου τὸ ὅλον ἑκάστης αὐτῶν γενέσθαι <lb/>μείζονα. καὶ χωρὶς δὲ
                            τοῦ παραδείγματος, εἰ τὰ κατὰ <lb/>τὸ σῶμα τῶν ζώων ἀγγεῖα τὰ μικρότερα
                            τῶν μειζόνων ἀρχὰς <lb/>θησόμεθα, μαχεῖται πρὸς ἑαυτὸν ὁ λόγος ἐν ἅπαντι
                            μορίῳ <lb/>τοῦ σώματος ἀναγκαζόμενος ὁμολογεῖν ἀρχὴν εἶναι τῶν ἄλλων
                            <lb/>τριῶν ὀργάνων, ἀρτηρίας, καὶ νεύρου, καὶ φλεβός. <lb/>ὥστ’, εἰ
                            οὕτως ἔτυχε, τὴν πτέρναν ἢ τὸν δάκτυλον ἀρχὴν <lb/>εἶναι τῆς μεγίστης
                            ἀρτηρίας, καὶ τῆς κοίλης φλεβὸς, καὶ <lb/>τοῦ νωτιαίου· ταυτὶ γὰρ ὥσπερ
                            τινὰ πρέμνα, τὸ μὲν ἀρτηριῶν <lb/>ἐστι, τὸ δὲ φλεβῶν, τὸ δὲ νεύρων. ὥστ’
                            ἴσως ὁ <lb/>τοῦτον τὸν λόγον εἰσηγούμενος οὐδὲ τὰ βλαστήματα τῶν
                            <lb/>δένδρων, οὐδὲ τὰ πέρατα τῶν ῥιζῶν αἰσχύνεται λέγειν ἀρχὰς <pb n="527"/> τοῦ φυτοῦ. καίτοι τά γε πέρατα τῶν ῥιζῶν ἀρχαὶ <lb/>τροφῆς
                            τοῦ δένδρου δύναιτ’ ἂν λέγεσθαι παραπλησίως ταῖς <lb/>εἰς τὴν γαστέρα
                            καθηκούσαις φλεψὶ καὶ ταῖς εἰς τὸν πνεύμονα <lb/>κατασχιζομέναις
                            ἀρτηρίαις. ἁπλῶς δ’ ἅπαντα τῶν <lb/>φλεβῶν τὰ πέρατα λέγειν ἀρχὰς
                            ἀτοπώτατον. οὔτε γὰρ <lb/>τῆς τροφῆς οὐδὲν αὐτῶν ἀρχὴ πλὴν τῶν
                            εἰρημένων, οὔτε <lb/>τῆς διοικούσης δυνάμεως· οὕτως γὰρ ἅπαν ἔσται
                            μόριον <lb/>ἀρχή. εἰ δέ τινα μὲν ἀρχὰς ἐροῦσι τῶν περάτων, τινὰ <lb/>δ’
                            οὐκ ἀρχὰς, ἀναπόδεικτον ὑπόθεσιν θήσονται. τί γὰρ <lb/>μᾶλλον τάδε τῶνδε
                            νομιστέον ἀρχὰς, οἷον τὰ κατ’ ἐγκέφαλον <lb/>τῶν κατὰ πνεύμονα, καὶ
                            τούτων τὰ κατὰ τὸ ἧπαρ, <lb/>ἢ τὸν σπλῆνα, κᾀκείνων τὰ κατ’ ἄλλο τι
                            μόριον ἢ <lb/>σπλάγχνον; ἐγὼ τοῦτον τὸν λόγον οὐδ’ ὅτε μειράκιον ὂν
                            <lb/>ἤκουσα παρὰ τοῦ διδασκάλου Πέλοπος, ἐπιδεικνύναι πειρωμένου
                            <lb/>τὸν ἐγκέφαλον ἁπάντων τῶν ἀγγείων ἀρχὴν, οὔτ’ ἐν <lb/>τῷ παραχρῆμα
                            προσηκάμην, οὔθ’ ὕστερον ἀνασκεπτόμενος <lb/>ἐπῄνεσα. τὰ δ’ ἀπὸ τῆς
                            κεφαλῆς καταφέρεσθαι λεγόμενα <lb/>τέτταρα ζεύγη φλεβῶν ἐμβεβλῆσθαί τέ
                            μοι δοκεῖ <pb n="528"/> τοῖς ἐπιγραφομένοις Ἱπποκράτους συγγράμμασι καὶ
                            διεσκευάσθαι <lb/>φανερῶς. οὐδὲν γοῦν αὐτῶν δείκνυται, καίτοι <lb/>τἄλλα
                            τὰ περὶ φλεβῶν εἰρημένα πρὸς Ἱπποκράτους, ἅπερ <lb/>ἔγραψεν πάντα κατὰ
                            τὴν περὶ τῆς Ἱπποκράτους ἀνατομῆς <lb/>πραγματείαν, ὡμολόγηται τοῖς
                            ἀνατομικοῖς ἀνδράσι, καὶ <lb/>δείκνυται καὶ πρὸς ἡμῶν. τὰ τέτταρα δὲ
                            ἐκεῖνα ζεύγη, <lb/>πρὸς τῷ μηδ’ ὑφ’ ἑνὸς ἄλλου λέγεσθαι τῶν ἀνατομικῶν,
                            <lb/>οὐδὲ δείκνυται πρός τινος. ἀλλ’ ἔνιοι μὲν τῶν τιθεμένων <lb/>αὐτὰ
                            πιστεύειν Ἱπποκράτει φασὶ, κᾂν οὗτοι μὴ δύνωνται <lb/>δεικνύειν, ὡς περὶ
                            λόγῳ θεωρητοῦ πράγματος, οὐκ αἰσθητοῦ, <lb/>διαλεγόμενοι, τινὲς δ’
                            ἐπαγγέλλονται μὲν δείξειν, <lb/>ἔδειξαν δ’ οὐδέποτε. τὸ μὲν οὖν ἐν ἑτέρῳ
                            τινὶ γράφεσθαι <lb/>βιβλίῳ τῶν προφανῶς νόθων τὰ τέσσαρα ζεύγη τῶν
                            <lb/>φλεβῶν οὐδὲν θαυμαστόν· εὑρίσκεται δὲ καὶ κατὰ <lb/>τὴν τελευτὴν
                            τοῦ περὶ φύσεως ἀνθρώπου, δευτέρου δὲ <lb/>τοῦ περὶ διαίτης, ᾧ τὴν
                            ἀνατομὴν τῶν βιβλίων ἐμβεβλήκασιν, <lb/>οὐδένα λόγον ἔχουσαν τῇ διαίτῃ
                            συνῆφθαι. <lb/>πολὺ γὰρ ἦν πιθανώτερον, οὐ τούτῳ τῷ μέρει τοῦ <pb n="529"/> γράμματος, <milestone unit="ed2page" n="187"/>ἀλλὰ τῷ
                            προτέρῳ συνάπτειν αὐτήν. ἀλλὰ <lb/>γὰρ ὁ διασκευάζων ᾤετο λήσεσθαι
                            μᾶλλον, ἢ εἰ τῷ τέλει <lb/>παρέγραψεν. ὅτι δ’ οὐδὲ τῷ προτέρῳ μέρει
                            προσαρμόττεσθαι <lb/>λόγον εἶχεν, εὔδηλόν ἐστιν ἅπασι τοῖς ἀνεγνωκόσι τὸ
                            <lb/>σύγγραμμα. ζητεῖ γὰρ ἐν αὐτῷ φύσιν ἀνθρώπου τὴν ὡς <lb/>ἐκ
                            στοιχείων, οὐ τὴν ἐξ ἀνατομῆς φαινομένην. ἀλλ’ ὅτι <lb/>μὲν οὐκ ἔστι
                            γνήσιος οὔθ’ Ἱπποκράτους οὔτε Πολύβου <lb/>τῶν εἰρημένων φλεβῶν ἡ
                            ἀνατομὴ, καὶ πρὸ ἡμῶν μὲν ἑτέροις <lb/>ἀποδέδεικται, καὶ ἡμεῖς δ’ ἂν, εἰ
                            θεὸς δοίη ποτὲ <lb/>περὶ τῶν γνησίων Ἱπποκράτους συγγραμμάτων
                            πραγματεύσασθαι, <lb/>διὰ πλειόνων ἐπιδείξομεν, ἥτις ἐστὶν Ἱπποκράτους
                            <lb/>γνώμη περὶ φλεβῶν ἀρχῆς, ἣν ἐκ τε τοῦ περὶ τροφῆς ἔνεστι
                            <lb/>λαβεῖν καὶ ἐκ τοῦ δευτέρου τῶν ἐπιδημίων. ἀλλὰ τοῦτο <lb/>μὲν
                            εἰσαῦθις ἀναβεβλήσθω. δεῖξαι γὰρ πρότερον ὃ λέγων <lb/>ἀπέλιπον ἔγνωκα,
                            ὅτι κᾀν τοῖς φυτοῖς μὲν ἀρχὴ καὶ <lb/>γενέσεως καὶ διοικήσεως τὰ μείζω
                            σώματα τῶν μικροτέρων <lb/>ὑπάρχει, οὐχ ἥκιστα δὲ κᾀν τοῖς ζώοις.
                            ἐπάνειμι <lb/>γὰρ αὖθις ὡς τὸν Πέλοπα συγχωροῦντα τὸν ἐγκέφαλον <pb n="530"/> ἁπάντων εἶναι τῶν νεύρων ἀρχήν. ὁμολογεῖ γοῦν καὶ αὐτὸς,
                            <lb/>ἀπ’ ἐγκεφάλου φυόμενα δύο νεῦρα διασπείρεσθαι τοῖς κατ’
                            <lb/>ὀφθαλμοὺς μυσὶν ἐκ μιᾶς καὶ παχείας ἐκφύσεως εἰς μικρὰ <lb/>καὶ
                            πολλὰ σχιζόμενα. τούτων δ’ ἔτι μᾶλλον ἡ ἐφεξῆς συζυγία <lb/>παχίστη μέν
                            ἐστιν ἐκφυομένη, τέμνεται δ’ εἰς πάμπολλα <lb/>μικρὰ τοῖς περὶ τὸ
                            πρόσωπόν τε καὶ τὸ στόμα διανεμομένη <lb/>μορίοις, ὥσπερ γε καὶ ἡ μετ’
                            αὐτήν. ἵνα δὲ μὴ <lb/>τρίβω τὸν χρόνον, ὁ νωτιαῖος ἐξ ἐγκεφάλου
                            ἐκφυόμενος βλαστάνειν <lb/>αὐτῷ δοκεῖ καὶ εἶναι καθάπερ τι πρέμνον
                            ἀριθμοῦ <lb/>παμπόλλου νεύρων οἷον κλάδων ἀποφυομένων αὐτοῦ. ταῦτα
                            <lb/>μὲν οὖν ἀληθῆ τ’ ἐστὶ καὶ τοῖς ἐναργῶς ὁρωμένοις ὁμολογούμενα,
                            <lb/>τὸ δὲ τὰ μικρὰ τῶν μεγάλων ἀρχὰς εἶναι μάχεται <lb/>μὲν καὶ τοῖς
                            κατὰ τὰ νεῦρα φαινομένοις, (ἀεὶ γὰρ ἐν <lb/>τούτοις τὰ μείζω τῶν
                            μικροτέρων ἀρχαὶ,) μάχεται δὲ, ὡς εἴρηται, <lb/>καὶ τοῖς κατὰ τὰ φυτὰ,
                            καὶ προσέτι τοῖς κατὰ τὰς <lb/>ἀρτηρίας τε καὶ τὴν καρδίαν. ἀναισχυντία
                            πάντως γὰρ ἐστιν <lb/>ἄλλο τι σπλάγχνον ἀρτηριῶν ἀρχὴν ὑποθέσθαι.
                            φαίνονται <lb/>γοῦν αἱ μὲν ἀρτηρίαι, πρὶν ἐκτμηθῆναι τοῦ ζώου, τὴν <pb n="531"/> κίνησιν ἀπολλύουσαι σαφῶς, ἐπειδὰν βρόχῳ διαληφθῶσι,
                            <lb/>μήτι γε δὴ χωρισθεῖσαι καὶ ἐκτὸς γενόμεναι, μόνη δ’ ἡ <lb/>καρδία
                            πάντων τῶν ἐν τῷ ζώῳ μορίων ἐξαιρουμένη μέχρι <lb/>πλείστου
                            διαφυλάττουσα τὴν κατὰ φύσιν ἐνέργειαν, ὡς ἀρχὴ <lb/>κινήσεως ἑαυτῇ τε
                            καὶ τοῖς ἀφ’ ἑαυτῆς· αἱ δ’ ἀρτηρίαι <lb/>ἀποχωρισθεῖσαι αὐτῆς ἢ βρόχοις
                            ἢ τομαῖς ἅμα τῷ πάθει <lb/>καὶ τὴν κίνησιν ἀπολλύουσιν. ἀλλ’ εἴπερ
                            ἀναίσχυντόν <lb/>ἐστι τὰς ἀρτηρίας ἑτέρωθεν ἄρχεσθαι φάναι, τὰ μέγιστα
                            <lb/>μόρια τῶν ἀρτηριῶν ἀρχαὶ τῶν μικροτέρων γενήσονται. εὐρύταται
                            <lb/>οὖν ἁπασῶν εἰσι τοῦ ζώου ἀρτηριῶν αἱ τῆς καρδίας <lb/>ἐκφυόμεναι,
                            παχύταται δὲ καὶ τῶν νεύρων αἱ ἀρχαὶ, <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="301"/>καθάπερ ἐν τοῖς φυτοῖς παχύτατον μὲν
                            τὸ πρέμνον <lb/>ἁπάντων τῶν κλάδων, παχίστη δ’ ἡ ῥίζωσις τῶν ῥιζῶν.
                            <lb/>ὀνομάζω δὲ ῥίζωσιν, ὅπερ ὀλίγον ἔμπροσθεν ἐδείκνυον τὸ <lb/>κάτωθεν
                            μέρος ἀρχὴν εἶναι τοῦ φυτοῦ. καί μοι δοκεῖ καὶ <lb/>ὁ Ἱπποκράτης,
                            ἐντεῦθεν ἐπὶ τὰ ζῶα μεταφέρων τοὔνομα, <lb/>ῥίζωσιν εἰρηκέναι τῶν μὲν
                            ἀρτηριῶν τὴν καρδίαν, τῶν δὲ <lb/>φλεβῶν τὸ ἧπαρ. ὡς γὰρ ἀπὸ τῆς
                            ῥιζώσεως τῶν φυτῶν <pb n="532"/> αἱ ῥίζαι μὲν κάτω, τὸ δὲ στέλεχος ἄνω
                            φύεται, κατὰ τὸν <lb/>αὐτὸν τρόπον ἐκ μὲν τῆς καρδίας ἥ τε εἰς τὸν
                            πνεύμονα <lb/>καὶ ἡ εἰς ὅλον τὸ ζῶον, ἐκ δὲ τοῦ ἥπατος ἥ τ’ εἰς τὴν
                            <lb/>κατὰ τὴν γαστέρα καὶ εἰς τὸ σύμπαν σῶμα. ῥίζαι μὲν <lb/>οὖν
                            ἐοίκασιν αἱ εἰς τὴν γαστέρα <milestone unit="ed2page" n="188"/>καθήκουσαι φλέβες, <lb/>ὡς καὶ τοῦτ’ αὐτὸς Ἱπποκράτης ἔδειξε, φάμενος·
                            ὡς γὰρ τοῖς <lb/>δένδροις ἡ γῆ, οὕτω τοῖς ζώοις ἡ γαστὴρ, τὸ δ’ οἷον
                            πρέμνον ἡ <lb/>κοίλη φλέψ ἐστιν, ἐκ μὲν τῶν κυρτῶν τοῦ ἥπατος
                            ἐκπεφυκυῖα, <lb/>φερομένη δ’ ἐκ τοῦ ἥπατος εὐθεῖα πρὸς ἑκάτερα τοῦ ζώου
                            τὰ <lb/>μέρη, τό τε ἄων καὶ τὸ κάτω. εὐρύτατον μὲν οὖν αὐτῆς ἐστι τὸ
                            <lb/>κάτω τοῦ ἥπατος, ἧττον δ’ εὐρὺ τὸ διὰ τῶν φρενῶν ἀνατεταμένον,
                            <lb/>ἔλαττον δὲ ἀμφοτέρων τὸ τῇ καρδίᾳ ἐμφυόμενον. καίτοι, <lb/>εἴπερ
                            εἴη ἡ καρδία τῆς κοίλης φλεβὸς, ὡς καὶ τῆς μεγάλης ἀρτηρίας, <lb/>ἀρχὴ,
                            μέγιστον ἂν ἦν, οἶμαι, τὸ συνεχὲς αὐτῆς μέρος. </p></div></div></div></body></text></TEI>