<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="5"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Ὅσα τοίνυν ἀναγκαιότατα πρὸς τὴν προκειμένην <lb/>ἡμῖν πραγματείαν ἐστὶ,
                            ταῦτα ἐπέλθωμεν μόνα, καὶ <lb/>πρῶτόν γε αὐτῶν προχειρισώμεθα τὸ περὶ
                            τῆς τῶν παίδων <lb/>διοικήσεως. οὔτε γὰρ ὑπὸ λόγου τὰς ὁρμὰς αὐτῶν
                            ἐπιτροπεύεσθαι <lb/>δυνατὸν εἰπεῖν, (οὐ γὰρ ἔχουσιν ἤδη τὸν λόγον,)
                            <lb/>οὔθ’ ὡς οὐ θυμοῦταί τε καὶ λυπεῖται, καὶ ἥδεται, καὶ <lb/>γελᾷ, καὶ
                            κλαίει, καὶ τοιαῦθ’ ἕτερα πάθη πάσχει μυρία. <lb/>πολὺ γὰρ δὴ καὶ πλείω
                            καὶ σφοδρότερα τὰ πάθη τοῖς <lb/>παιδίοις ἐστὶν ἢ τοῖς τελείοις. οὐ μὴν
                            ἀκολουθεῖ γε ταῦτα <lb/>τοῖς Χρυσίππου δόγμασιν, ὥσπερ οὔτε τὸ μηδεμίαν
                                <milestone unit="ed1page" n="290"/>
                            <lb/>οἰκείωσιν εἶναι φύσει πρὸς ἡδονὴν ἢ ἀλλοτρίωσιν πρὸς <lb/>πόνον.
                            ᾄττει μὲν γὰρ ἀδιδάκτως ἅπαντα τὰ παιδία πρὸς <lb/>τὰς ἡδονὰς,
                            ἀποστρέφεται δὲ καὶ φεύγει τοὺς πόνους. ὁρῶμεν <lb/>δ’ αὐτὰ καὶ
                            θυμούμενα, καὶ λακτίζοντα, καὶ δάκνοντα, <lb/>καὶ νικᾷν ἐθέλοντα καὶ
                            κρατεῖν τῶν τοιούτων, ὥσπερ ἔνια <lb/>τῶν ζώων, οὐδενὸς ἄθλου
                            προβαλλομένου παρὰ τὸ νικᾷν <lb/>αὐτό. φαίνεται δ’ ἐναργῶς τὸ τοιοῦτον
                            ἐπ’ ὀρτύγων, καὶ <lb/>ἀλεκτρυόνων, καὶ περδίκων, ἰχνεύμονός τε καὶ
                            ἀσπίδος, καὶ <pb n="460"/> κροκοδείλου, καὶ μυρίων ἑτέρων. οὕτως οὖν
                            οἰκειοῦσθαι <lb/>καὶ τὰ παιδία φαίνεται καὶ πρὸς ἡδονὴν, καὶ πρὸς νίκην,
                            <lb/>ὥσπερ ὕστερόν ποτε δείκνυσιν, ἐπειδὰν προβαίνῃ κατὰ τὴν
                            <lb/>ἡλικίαν, ὅτι πρὸς τὸ καλὸν ἔχει τινὰ φυσικὴν οἰκείωσιν.
                            <lb/>αἰδεῖται γοῦν ἁμαρτάνοντα, προϊούσης αὐτοῖς τῆς ἡλικίας, <lb/>καὶ
                            χαίρει τοῖς καλοῖς ἔργοις, καὶ δικαιοσύνης καὶ τῶν <lb/>ἄλλων ἀρετῶν
                            ἀντιποιεῖται, καὶ πράττει πολλὰ κατὰ τὰς <lb/>τῶν ἀρετῶν τούτων ἐννοίας,
                            ἔμπροσθεν, ἡνίκα ἦν ἔτι σμικρὰ, <lb/>κατὰ πάθος ζῶντα, καὶ τῶν ἐκ τοῦ
                            λόγου προσταγμάτων <lb/>οὐδεμίαν φροντίδα ποιούμενα. τριῶν οὖν τούτων
                            ὑμῖν οἰκειώσεων <lb/>ὑπαρχουσῶν φύσει καθ’ ἕκαστον τῶν μορίων τῆς
                            <lb/>ψυχῆς εἶδος, πρὸς μὲν τὴν ἡδονὴν διὰ τὸ ἐπιθυμητικὸν, <lb/>πρὸς δὲ
                            τὴν νίκην διὰ τὸ θυμοειδὲς, πρὸς δὲ τὸ καλὸν <lb/>διὰ τὸ λογιστικὸν,
                            Ἐπίκουρος μὲν τὴν τοῦ χειρίστου μορίου <lb/>τῆς ψυχῆς οἰκείωσιν ἐθεάσατο
                            μόνην, ὁ δὲ Χρύσιππος τὴν <lb/>τοῦ βελτίστου, φάμενος ἡμᾶς οἰκειοῦσθαι
                            πρὸς μόνον τὸ <lb/>καλὸν, ὅπερ εἶναι δηλονότι καὶ ἀγαθόν. ἁπάσας δὲ τὰς
                            <lb/>τρεῖς οἰκειώσεις θεάσασθαι μόνοις τοῖς παλαιοῖς ὑπῆρξε <pb n="461"/> φιλοσόφοις. ἐάσας οὖν τὰς δύο ὁ Χρύσιππος εἰκότως ἀπορεῖν <lb/>ἐρεῖ
                            τῆς κατὰ τὴν κακίαν γενέσεως, οὔτ’ αἰτίαν ἔχων <lb/>εἰπεῖν αὐτῆς, οὔτε
                            τρόπους τῆς συστάσεως, οὔθ’ ὅπως <lb/>ἁμαρτάνει τὰ παιδία δυνάμενος
                            ἐξευρεῖν, ἅπερ εὐλόγως, οἶμαι, <lb/>πάντα καὶ ὁ Ποσειδώνιος αὐτοῦ
                            καταμέμφεται καὶ ἐλέγχει. <lb/>εἰ γὰρ δὴ πρὸς τὸ καλὸν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς
                            ᾠκείωται τὰ <lb/>παιδία, τὴν κακίαν οὐκ ἔνδοθεν οὐδ’ ἐξ ἑαυτῶν, ἀλλ’
                            <lb/>ἔξωθεν μόνον ἐχρῆν αὐτοῖς ἐγγίγνεσθαι. ἀλλὰ μὴν ὁρᾶταί <lb/>γε, κᾂν
                            χρηστοῖς ἔθεσιν ἐντρέφηται καὶ προσηκόντως παιδεύηται, <lb/>πάντως
                            ἐξαμαρτάνοντά τι, <milestone unit="ed2page" n="166"/>καὶ τοῦτ’ αὐτὸ καὶ
                            <lb/>ὁ Χρύσιππος ὁμολογεῖ. καίτοι γ’ ἐνῆν αὐτῷ ὑπεριδόντι τῶν
                            <lb/>ἐναργῶς φαινομένων αὐτὸ μόνον ὁμολογῆσαι τὸ ταῖς ἰδίαις
                            <lb/>ὑποθέσεσιν ἀκόλουθον, εἰ καλῶς ἀχθείη τὰ παιδία, πάντως <lb/>αὐτὰ
                            φάσκοντι σοφοὺς ἄνδρας γενήσεσθαι τοῦ χρόνου <lb/>προϊόντος. ἀλλ’ οὐκ
                            ἐτόλμησε τοῦτό γε καταψεύσασθαι τῶν <lb/>φαινομένων, ἀλλὰ κᾂν ὑπὸ
                            φιλοσόφῳ τρέφηται μόνῳ, καὶ <lb/>μηδὲν μήτε θεάσηται μήτ’ ἀκούσῃ πώποτε
                            παράδειγμα <pb n="462"/> κακίας, ὅμως οὐκ ἐξ ἀνάγκης αὐτὰ φιλοσοφήσειν·
                            διττὴν <lb/>γὰρ εἶναι τῆς διαστροφῆς τὴν αἰτίαν, ἑτέραν μὲν ἐκ
                            κατηχήσεως <lb/>τῶν πολλῶν ἀνθρώπων ἐγγιγνομένην, ἑτέραν δ’ ἐξ
                            <lb/>αὐτῆς τῶν πραγμάτων τῆς φύσεως. ἐγὼ δὲ ὑπὲρ ἑκατέρας <lb/>αὐτῶν
                            ἀπορῶ, καὶ πρώτης γε τῆς ἐκ τῶν πέλας γιγνομένης. <lb/>καὶ γὰρ διὰ τί
                            θεασάμενά τε καὶ ἀκούσαντα παράδειγμα <lb/>κακίας οὐχὶ μισεῖ τοῦτο καὶ
                            φεύγει τῷ μηδεμίαν οἰκείωσιν <lb/>ἔχειν πρὸς αὐτὸ, θαυμάζειν ἐπέρχεταί
                            μοι, καὶ πολὺ δὴ <lb/>μᾶλλον, ἐπειδὰν μήτε θεασάμενα μήτ’ ἀκούσαντα πρὸς
                            <lb/>αὐτῶν τῶν πραγμάτων ἐξαπατηθῇ. τίς γὰρ ἀνάγκη, τοὺς <lb/>παῖδας ὑπὸ
                            μὲν τῆς ἡδονῆς ὡς ἀγαθοῦ δελεάζεσθαι, μηδεμίαν <lb/>οἰκείωσιν ἔχοντας
                            πρὸς αὐτὴν, ἀποστρέφεσθαι δὲ καὶ <lb/>φεύγειν τὸν πόνον, εἴπερ μὴ καὶ
                            πρὸς τοῦτον ἠλλοτρίωται <lb/>φύσει; τίς δ’ ἀνάγκη, πρὸς μὲν τοὺς
                            ἐπαίνους καὶ τὰς τιμὰς <lb/>ἥδεσθαί τε καὶ χαίρειν αὐτοῖς, ἄχθεσθαι δὲ
                            καὶ φεύγειν <lb/>τούς τε ψόγους καὶ τὰς ἀτιμίας, εἴπερ μὴ καὶ πρὸς ταῦτα
                            <lb/>φύσει τινὰ ἔχουσιν οἰκείωσίν τε καὶ ἀλλοτρίωσιν; εἰ γὰρ μὴ
                            <lb/>ταῖς φωναῖς, ἀλλὰ τῇ γε δυνάμει τῶν λεγομένων ὁμολογεῖν <pb n="463"/> ἔοικεν ὁ Χρύσιππος, ὡς ἔστιν οἰκείωσίς τέ τις ἡμῖν καὶ
                            <lb/>ἀλλοτρίωσις φύσει πρὸς ἕκαστον τῶν εἰρημένων. ἐπειδὰν <lb/>γὰρ
                            λέγῃ, τὰς περὶ ἀγαθῶν καὶ κακῶν ἐγγίνεσθαι τοῖς <lb/>φαύλοις διαστροφὰς
                            διά τε τὴν πιθανότητα τῶν φαντασιῶν <lb/>καὶ τὴν κατήχησιν, ἐρωτητέον
                            αὐτὸν τὴν αἰτίαν, δι’ ἣν <lb/>ἡδονὴ μὲν ὡς ἀγαθὸν, ἀλγηδὼν δ’ ὡς κακὸν
                            πιθανὴν <lb/>προβάλλουσι φαντασίαν· οὕτως δὲ καὶ διὰ τί τὴν μὲν νίκην
                            <lb/>τὴν ἐν Ὀλυμπιάσιν καὶ τὴν τῶν ἀνδριάντων ἀνάθεσιν <lb/>ἐπαινούμενά
                            τε καὶ μακαριζόμενα πρὸς τῶν πολλῶν ἀκούοντες <lb/>ὡς ἀγαθὰ, περὶ δὲ τῆς
                            ἥττης τε καὶ τῆς ἀτιμίας ὡς <lb/>κακὰ ἑτοίμως πειθόμεθα. καὶ γὰρ καὶ
                            ταῦθ’ ὁ Ποσειδώνιος <lb/>μέμφεται καὶ δεικνύναι πειρᾶται πασῶν τῶν
                            ψευδῶν <lb/>ὑπολήψεων τὰς αἰτίας ἐν μὲν τῷ θεωρητικῷ διὰ τῆς παθητικῆς
                            <lb/>ὁλκῆς, προηγεῖσθαι δ’ αὐτῆς τὰς ψευδεῖς |δόξας, <lb/>ἀσθενήσαντος
                            περὶ τὴν κρίσιν τοῦ λογιστικοῦ· γεννᾶσθαι <lb/>γὰρ τῷ ζώῳ τὴν ὁρμὴν
                            ἐνίοτε μὲν ἐπὶ τῇ τοῦ λογιστικοῦ <lb/>κρίσει, πολλάκις δ’ ἐπὶ τῇ κινήσει
                            τοῦ παθητικοῦ. συνάπτει <lb/>δ’ εἰκότως τοῖς λόγοις ταύτοις ὁ
                            Ποσειδώνιος τὰ κατὰ τὸν <pb n="464"/> φυσιογνώμονα φαινόμενα. καὶ γὰρ
                            τῶν ζώων καὶ τῶν ἀνθρώπων, <lb/>ὅσα μὲν εὐρύστερνά τε καὶ θερμότερα,
                            θυμικώτερα <lb/>πάνθ’ ὑπάρχειν φύσει, ὅσα δὲ πλατυΐσχιά τε καὶ
                            ψυχρότερα, <lb/>δειλότερα. καὶ κατὰ τὰς χώρας οὐ σμικρῷ τινι
                            διενηνοχέναι <lb/>τοῖς ἤθεσι τοὺς ἀνθρώπους εἰς δειλίαν καὶ τόλμαν, ἢ τὸ
                            <lb/>φιλήδονόν τε καὶ φιλόπονον, ὡς τῶν παθητικῶν κινήσεων <lb/>τῆς
                            ψυχῆς ἑπομένων ἀεὶ τῇ διαθέσει τοῦ σώματος, ἣν ἐκ <lb/>τῆς κατὰ τὸ
                            περιέχον κράσεως οὐ κατ’ ὀλίγον ἀλλοιοῦσθαι. <lb/>καὶ γὰρ δὴ καὶ τὸ αἷμα
                            διαφέρειν ἐν τοῖς ζώοις φησὶ θερμότητι, <lb/>καὶ ψυχρότητι, καὶ πάχει,
                            καὶ λεπτότητι, καὶ <lb/>ἄλλαις φησὶ διαφοραῖς οὐκ ὀλίγαις, ὑπὲρ ὧν
                            Ἀριστοτέλης <lb/>ἐπὶ πλεῖστον διῆλθεν. ἡμεῖς δὲ κατὰ τινα οἰκεῖον καιρὸν
                            <lb/>ἐπὶ προήκοντι τῷ λόγῳ μνημονεύσομεν αὐτῶν, ἡνίκα ἂν καὶ <lb/>αὐτὰς
                            τὰς Ἱπποκράτους τε καὶ Πλάτωνος ῥήσεις περὶ <lb/>τούτων παραγράφωμεν. ἐν
                            δὲ <milestone unit="ed2page" n="167"/>τῷ παρόντι πρὸς τοὺς <lb/>περὶ τὸν
                            Χρύσιππον ὁ λόγος ἐνέστηκέ μοι, μήτ’ ἄλλο <lb/>γιγνώσκοντας τῶν κατὰ τὰ
                            πάθη, μήθ’ ὡς αἱ τοῦ σώματος <lb/>κράσεις οἰκείας ἑαυταῖς ἐργάζονται τὰς
                            παθητικὰς κινήσεις· <pb n="465"/> οὕτως γὰρ ὁ Ποσειδώνιος ὀνομάζειν
                            εἴωθεν. Ἀριστοτέλης <lb/>δ’ ἄντικρυς ἤδη καλεῖ τῶν ζώων ἁπάσας τὰς
                            τοιαύτας τῆς <lb/>ψυχῆς καταστάσεις, ἐξηγεῖταί τε, καθ’ ὅντινα τρόπον
                            ἐπὶ <lb/>ταῖς διαφερούσαις κράσε σισυνίσταται. διόπερ, οἶμαι, καὶ ἡ
                            <lb/>τῶν παθῶν τῆς ψυχῆς ἴασις ἐπ’ ἐνίων μὲν εὔκολός τε καὶ ῥᾳδία,
                            <lb/>διὰ τὸ μήτε τὰς παθητικὰς κινήσεις αὐτοῖς ἰσχυρὰς ὑπάρχειν,
                            <lb/>μήτε τὸ λογιστικὸν ἀσθενὲς φύσει καὶ ἀσύνετον, ἀλλὰ δι’
                            <lb/>ἀμαθίαν καὶ μοχθηροὺς ἐθισμοὺς ἐμπαθῶς ἀναγκάζεσθαι <lb/>ζῇν τοὺς
                            τοιούτους ἀνθρώπους, ἐνίοις δὲ χαλεπὴ καὶ δύσκολος, <lb/>ὅταν κινήσεις
                            αἱ κατὰ πάθος, αἱ διὰ τὴν τοῦ σώματος <lb/>κατασκευὴν ἀναγκαίως
                            γιγνόμεναι, μεγάλαι δή τινες οὖσαι <lb/>τύχωσι καὶ σφοδραὶ, τό τε
                            λογιστικὸν ἀσθενὲς καὶ ἀσύνετον <lb/>φύσει. χρὴ γὰρ καὶ τοῦτο μὲν
                            ἐπιστήμην λαβεῖν τῶν <lb/>ἀληθῶν, καὶ τὰς κατὰ πάθος δὲ κινήσεις
                            ἀμβλυνθῆναι <lb/>χρηστοῖς ἐπιτηδεύμασιν ἐθισθεῖσαν, εἴ τις μέλλοι
                            βελτίονα <lb/>τὸ ἦθος ἀποδείξειν τὸν ἄνθρωπον. <milestone unit="ed1page" n="291"/>οὕτω δὲ καὶ <lb/>πλάττειν ἐξ ἀρχῆς ἄνθρωπον χρὴ πρὸς τὸ
                            βέλτιστον, ἁπάντων <lb/>μὲν πρῶτον αὐτῶν τῶν σπερμάτων προνοουμένους,
                            οἷς <pb n="466"/> ἐφεξῆς τῆς διαίτης, ἣν ἡ κύουσα διαιτήσεται, κατὰ τε
                            τὰς <lb/>τροφὰς καὶ τὰ πόματα, καὶ τὰ γυμνάσια καὶ τὰς ἡσυχίας, <lb/>καὶ
                            τοὺς ὕπνους καὶ τὰς ἐγρηγόρσεις, ἐπιθυμίας <lb/>τε καὶ θυμοὺς, ὅσα τ’
                            ἄλλα τοιαῦτα, περὶ ὧν ἁπάντων <lb/>ὁ μὲν Πλάτων ἀκριβέστατα διῆλθεν, ὁ
                            δὲ Χρύσιππος <lb/>οὐ μόνον αὐτὸς οὐδὲν ἱκνούμενον εἶπεν, ἀλλ’ οὐδὲ τῶν
                            <lb/>ἀπ’ αὐτοῦ τινι κατέλιπεν ἀφορμὴν εὑρέσεως, μοχθηρὰν
                            <lb/>ὑποβαλλόμενος τῷ λόγῳ τὴν κρηπῖδα. ταῦτά τοι <lb/>καὶ ὁ Ποσειδώνιος
                            αὐτῷ μέμφεται μετὰ τοῦ καὶ θαυμάζειν, <lb/>ὅσα Πλάτων εἶπεν ὑπὲρ τῆς τῶν
                            παίδων ἔτι τε κυουμένων <lb/>ἐν τῇ μήτρᾳ διαπλάσεως, ἀποκυηθέντων τε
                            τροφῆς <lb/>καὶ παιδείας, καὶ γέγραφεν οἷον ἐπιτομήν τινα κατὰ τὸ πρῶτον
                            <lb/>αὐτοῦ περὶ παθῶν σύγγραμμα τῶν ὑπὸ Πλάτωνος εἰρημένων, <lb/>ὡς χρὴ
                            τρέφεσθαι καὶ παιδεύεσθαι τοὺς παῖδας <lb/>ὑπὲρ τοῦ τὸ παθητικόν τε καὶ
                            ἄλογον τῆς ψυχῆς σύμμετρον <lb/>ἀποφαίνεσθαι ταῖς κινήσεσι καὶ τοῖς τοῦ
                            λόγου προστάγμασιν <lb/>εὐπειθές. αὕτη γὰρ ἀρίστη παίδων παιδείας
                            παρασκευὴ <lb/>τοῦ παθητικοῦ τῆς ψυχῆς, ὡς ἂν ἐπιτηδειοτάτη ᾖ πρὸς
                            <lb/>τὴν ἀρχὴν τοῦ λογιστικοῦ. μικρὸν μὲν γὰρ τὰ πρῶτα καὶ <pb n="467"/>
                            ἀσθενὲς ὑπάρχειν τοῦτο, μέγα δὲ καὶ ἰσχυρὸν ἀποτελεῖσθαι <lb/>περὶ τὴν
                            τεσσαρεσκαιδεκαετῆ ἡλικίαν, ἡνίκα ἤδη κρατεῖν τε <lb/>καὶ ἄρχειν αὐτῷ
                            προσήκει καθάπερ ἡνιόχῳ τινὶ τοῦ ζεύγους <lb/>τῶν συμφύτων ἵππων,
                            ἐπιθυμίας τε καὶ θυμοῦ, μήτ’ <lb/>ἰσχυρῶν ὑπαρχόντων ἄγαν, μήτ’ ἀσθενῶν,
                            μήτ’ ὀκνηρῶν, <lb/>μήτ’ ἐκφόρων, μήτε δυσπειθῶν ὅλως, ἢ ἀκόσμων, ἢ
                            ὑβριστῶν, <lb/>ἀλλ’ εἰς ἅπαν ἑτοίμων ἕπεσθαί τε καὶ πείθεσθαι τῷ
                            <lb/>λογισμῷ, τούτου δ’ αὐτοῦ τὴν παιδείαν τε καὶ τὴν ἀρετὴν
                            <lb/>ἐπιστήμην εἶναι τῆς τῶν ὄντων φύσεως, ὥσπερ τοῦ ἡνιόχου <lb/>τῶν
                            ἡνιοχικῶν θεωρημάτων. ἐν γὰρ ταῖς ἀλόγοις τῆς ψυχῆς <lb/>δυνάμεσιν
                            ἐπιστήμας οὐκ ἐγγίνεσθαι, καθάπερ οὐδὲ ἐν τοῖς <lb/>ἵπποις, ἀλλὰ τούτοις
                            μὲν τὴν οἰκείαν ἀρετὴν ἐξ ἐθισμοῦ <lb/>τινος ἀλόγου παραγίνεσθαι, τοῖς
                            δ’ ἡνιόχοις ἐκ διδασκαλίας <lb/>λογικῆς. ἕπεται δ’ αὖθις τοῖσδε καὶ ὁ
                            περὶ τῶν ἀρετῶν <lb/>λόγος αὐτὸς ἔχων τὸ σφάλμα διττὸν, εἴτ’ ἐπιστήμας
                            τις <lb/>ἁπάσας αὐτὰς, εἴτε δυνάμεις ὑπολάβοι. τῶν μὲν γὰρ ἀλόγων
                            <lb/>τῆς ψυχῆς μερῶν ἀλόγους ἀνάγκη καὶ τὰς ἀρετὰς <pb n="468"/> εἶναι,
                            τοῦ λογιστικοῦ δὲ μόνου λογικήν. ὥστ’ εὐλόγως <lb/>ἐκείνων μὲν αἱ ἀρεταὶ
                            δυνάμεις εἰσὶν, <milestone unit="ed2page" n="168"/>ἐπιστήμη δὲ
                            <lb/>μόνου τοῦ λογιστικοῦ. Χρύσιππος δὲ μεγάλα σφάλλεται, <lb/>οὐχ ὅτι
                            μηδεμίαν ἀρετὴν ἐποίησε δύναμιν, (οὐ γὰρ μέγα τὸ <lb/>τοιοῦτον σφάλμα
                            ἐστὶν, οὐδὲ διαφερόμεθα πρὸς αὐτὸ,) ἀλλ’ <lb/>ὅτι πολλὰς ἐπιστήμας τε
                            καὶ ἀρετὰς εἶναι φήσας μίαν <lb/>ἔφησεν εἶναι δύναμιν τῆς ψυχῆς. οὐ γὰρ
                            ἐνδέχεται μιᾶς <lb/>δυνάμεως ἀρετὰς εἶναι πολλὰς, εἴ γε μηδὲ τελειοτάτας
                            πολλὰς <lb/>ἑνὸς πράγματος. μία γὰρ ἑκάστου τῶν ὄντων ἡ τελειότης,
                            <lb/>ἡ δ’ ἀρετὴ τελειότης ἐστὶ τῆς ἑκάστου φύσεως, ὡς <lb/>αὐτὸς
                            ὁμολογεῖ. κάλλιον οὖν Ἀρίστων ὁ Χῖος, οὔτε πολλὰς <lb/>εἶναι τὰς ἀρετὰς
                            τῆς ψυχῆς ἀποφηνάμενος, ἀλλὰ μίαν, <lb/>ἣν ἐπιστήμην ἀγαθῶν τε καὶ κακῶν
                            εἶναί φησιν, οὔτε περὶ <lb/>τῶν παθῶν ἐναντία ταῖς ἰδίαις ὑποθέσεσι
                            γράψας, ὥσπερ <lb/>ὁ Χρύσιππος. </p></div></div></div></body></text></TEI>