<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="5"><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ἔστι δέ γε τῆς ψυχῆς μέρη, δι’ ὧν ὁ ἐν <lb/>αὐτῇ λόγος συνέστηκεν.
                            ἀναμιμνήσκων ἴσως ἡμᾶς τῶν ἐν <lb/>τοῖς περὶ τοῦ λόγου γεγραμμένων ὧν σὺ
                            διῆλθες, ὡς ἔστιν <lb/>ἐννοιῶν τέ τινων καὶ προλήψεων ἄθροισμα. ἀλλ’
                            εἴπερ <lb/>ἑκάστην τῶν ἐννοιῶν καὶ προλήψεων εἶναι μόριον νομίζεις
                            <lb/>τῆς ψυχῆς, ἁμαρτάνεις διττά. πρῶτον μὲν γὰρ οὐ ψυχῆς <lb/>ἐχρῆν,
                            ἀλλά λόγου ταῦτ’ εἶναι μόρια φάσκειν, ὥσπερ οὖν <lb/>καὶ γράφεις ἐν τῇ
                            περὶ λόγου πραγματείᾳ. οὐ γὰρ δή που <lb/>ταὐτόν ἐστι ψυχὴ καὶ λόγος·
                            ἄλλως τε καὶ διὰ τῆς προγεγραμμένης <lb/>ῥήσεως ἐνεδείξω τῶν ἐν τῇ ψυχῇ
                            συνισταμένων, <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="161"/>ὡς ἕν τι καὶ ὁ λόγος ἐστίν. οὐ ταὐτὸν
                            δὲ ψυχή ἐστι <lb/>καὶ τὸ ἐν αὐτῇ συνιστάμενον. ἔπειτα δ’, εἰ καὶ τοῦτό
                            τις <lb/>ἐάσειεν ἀνέλεγκτον, ἀλλά τοι τάς γ’ ἐννοίας καὶ προλήψεις <pb n="446"/> οὐ μόρια τῆς ψυχῆς εἶναι λεκτέον, ἀλλ’ ἐνεργείας τινάς.
                            <lb/>οὐδὲν δ’ ἐκ τῶν οἰκείων ἐνεργειῶν σύγκειται, οὔτε οὖν ὁ
                            <lb/>ὀφθαλμὸς, οὔτε τὸ οὖς, οὔτε χεὶρ, οὔτε σκέλος, οὔτ’ ἄλλο <lb/>τῶν
                            πάντων οὐδέν. ἀλλ’ εἰσὶν ἐνέργειαι μὲν ὀφθαλμοῦ αἱ <lb/>τῶν χρωμάτων
                            ἑκάστου διαγνώσεις, λευκοῦ, καὶ μέλανος, καὶ <lb/>ξανθοῦ, καὶ φαιοῦ, καὶ
                            τῶν ἄλλων ἁπάντων, ὥσπερ γε <lb/>καὶ ὠτὸς αὖ αἱ τῶν φωνῶν, ὀξείας, καὶ
                            βαρείας, καὶ μεγάλης, <lb/>καὶ μικρᾶς, καὶ λείας, καὶ τραχείας. οὐ μὴν
                            τά γε <lb/>μόρια ταῦτ’ ἐστὶν οὔτ’ ὠτὸς, οὔτ’ ὀφθαλμοῦ. ἀλλ’ οἶσθα
                            <lb/>δήπου καὶ σὺ σαφῶς, ὡς <milestone unit="ed1page" n="288"/>κερατοειδής τέ τίς ἐστι χιτὼν, <lb/>καὶ ῥαγοειδὴς ἕτερος, καὶ ἔτι
                            κρυσταλλοειδές τε καὶ <lb/>ὑαλοειδὲς ὑγρὸν, ἕτερά τε τοιαῦτα μόρια τῶν
                            ὀφθαλμῶν, <lb/>ὥσπερ γε καὶ ὠτὸς ὀστᾶ, καὶ χόνδροι, καὶ νεῦρα, καὶ
                            ὑμένες, <lb/>ὅσα τε ἄλλα τοιαῦτα. μὴ τοίνυν μηδὲ ἐπὶ τῆς ψυχῆς
                            <lb/>σύγχει τὰ μόρια ταῖς ἐνεργείαις. αἱ μὲν γὰρ ἔννοιαι καὶ <lb/>αἱ
                            προλήψεις ἐνέργειαι τῆς ψυχῆς, ὡς αὐτὸς σὺ δι’ ἑτέρων <lb/>ἐκδιδάσκεις,
                            τό τε ἀκουστικὸν πνεῦμα, καὶ τὸ ὀπτικὸν, <lb/>ἔτι τε πρὸς τούτοις
                            φωνητικόν τε καὶ γεννητικὸν, καὶ πρὸ <pb n="447"/> πάντων αὐτῶν τὸ
                            ἡγεμονικὸν, ἐν ᾧ καὶ τὸν λόγον ἔφης <lb/>συνίστασθαι, καθ’ ὃ δὴ καὶ
                            μάλιστα μόριον τῆς ψυχῆς αἶσχος <lb/>καὶ κάλλος ἐγγίνεσθαι λέγεις αὐτῇ.
                            τοῦτ’ οὖν τὸ <lb/>πνεῦμα δύο μὲν κέκτηται μόριά τε καὶ στοιχεῖα, καὶ
                            καταστάσεις, <lb/>δι’ ὅλων ἀλλήλοις κεκραμένα, τὸ ψυχρὸν καὶ
                            <lb/>θερμόν. εἴπερ δ’ ἑτέροις ὀνόμασι καὶ ἀπὸ τῶν οὐσιῶν <lb/>ἐθέλοι τις
                            αὐτὰ προσαγορεύειν, ἀέρα τε καὶ πῦρ, οὐ μὴν <lb/>ἀλλὰ καὶ ἰκμάδα τινὰ
                            προσείληφεν ἀπὸ τῶν σωμάτων, ἐν <lb/>οἷς διαιτᾶται. ἀλλὰ θαυμάζοιμ’ ἂν,
                            εἰ τὴν τούτων συμμετρίαν <lb/>ὑγίειαν ἢ κάλλος εἶναι βουλήσῃ τοῦ
                            ἡγεμονικοῦ. <lb/>τοῦ μὲν γὰρ σώματος αὐτοῦ τὴν ὑγίειαν ἐν τούτοις
                            τίθεσθαι <lb/>προσῆκεν, ὡς ἡγεμονικοῦ δὲ ψυχῆς οὐκ ἔτ’ ἐν τούτοις
                            <lb/>οὐδὲ κατ’ αὐτὸν σέ. διέφθαρται τοίνυν ἡμῖν ὅλον τὸ <lb/>παράδειγμα,
                            καὶ ἡ τῆς συνωνυμίας ἐπαγγελία παντάπασιν <lb/>οἴχεται, μὴ δυνηθεῖσιν
                            ἐπιδεῖξαι τὸν αὐτὸν τρόπον ἐν τῷ <lb/>τῆς ψυχῆς ἡγεμονικῷ νόσον, ἢ
                            ὑγίειαν, ἢ κάλλος, ἢ αἶσχος <lb/>συνιστάμενα, καθάπερ ἐν ὅλῳ τῷ σώματι.
                            καίτοι τοῦτό <lb/>γ’ ὑπέσχου πρότερον ὀρθῶς γιγνώσκων καὶ φυλάττων <pb n="448"/> τὴν ἔννοιαν ἁπάντων τῶν εἰρημένων, οὐ μὴν ἀκολουθῆσαι
                            <lb/>μέχρι παντὸς ἠδυνήθης, οὐδ’ ἐξηγήσω τὴν ἀναλογίαν τε καὶ
                            <lb/>ὁμοιότητα τῶν κατὰ τὴν ψυχὴν ἐγγιγνομένων τοῖς κατὰ τὸ <lb/>σῶμα.
                            αὖθις οὖν ἀναλήψομαι τὸν λόγον, ἵνα δή τι πέρας <lb/>ἱκανὸν νῦν ἀπολάβῃ.
                            τῆς νόσου τὴν ἔννοιαν ἐν μὲν τῷ <lb/>πρώτῳ περὶ παθῶν συνέχεεν ὁ
                            Χρύσιππος, ἀνάλογον ἔχειν <lb/>φάμενος τὴν ἐν τῇ ψυχῇ νόσον τῇ τοῦ
                            σώματος καταστάσει, <lb/>καθ’ ἣν εὐεμπτώτως εἰς πυρετοὺς, ἢ διαῤῥοίας, ἤ
                            τι τοιοῦτον <lb/>ἔχει· κατὰ μέντοι τὸ θεραπευτικὸν ἐφυλάξατο μὲν
                            <lb/>τὴν ἔννοιαν τῆς νόσου, τῆς πρὸς ἑαυτὸν οὐδὲν φροντίσας
                            <lb/>ἐναντιολογίας, ἐξηγήσασθαι δ’, ὡς ὑπέσχετο, τὴν ἐν τῇ ψυχῇ
                            <lb/>νόσον ἅμα τοῖς ἄλλοις, οἷς ἀνάλογον ὑπάρχειν αὐτῇ φησι <lb/>πρὸς τὸ
                            σῶμα, παντάπασιν ἠδυνάτησε μετὰ τοῦ καὶ συγχεῖν <lb/>εἰς ταὐτὸν τήν θ’
                            ὑγίειαν τῆς ψυχῆς καὶ τὸ κάλλος. <lb/>ἐπὶ μὲν γὰρ τοῦ σώματος ἀκριβῶς
                            αὐτὰ διωρίσατο, τὴν <lb/>μὲν ὑγίειαν τῶν στοιχείων ἐν συμμετρίᾳ θέμενος,
                            τὸ δὲ κάλλος <lb/>ἐν τῇ τῶν μορίων. ἐδήλωσε γὰρ σαφῶς τοῦτο διὰ τῆς
                            <lb/>προγεγραμμένης ὀλίγον ἔμπροσθεν ῥήσεως, ἐν ᾗ τὴν μὲν <pb n="449"/>
                            ὑγίειαν τοῦ σώματος ἐν θερμοῖς, καὶ ψυχροῖς, καὶ ξηροῖς, <lb/>καὶ ὑγροῖς
                            συμμετρίαν εἶναί φησιν, ἅπερ δὴ στοιχεῖα δηλονότι <lb/>τῶν σωμάτων
                            ἐστὶν, <milestone unit="ed2page" n="162"/>τὸ δὲ κάλλος οὐκ ἐν τῇ τῶν
                            στοιχείων, <lb/>ἀλλ’ ἐν τῇ τῶν μορίων συμμετρίᾳ συνίστασθαι νομίζει,
                            <lb/>δακτύλου πρὸς δάκτυλον δηλονότι, καὶ συμπάντων αὐτῶν πρός <lb/>τε
                            μετακάρπιον καὶ καρπὸν, καὶ τούτων πρὸς πῆχυν, καὶ πήχεως <lb/>πρὸς
                            βραχίονα, καὶ πάντων πρὸς πάντα, καθάπερ ἐν <lb/>τῷ Πολυκλείτου κανόνι
                            γέγραπται. πάσας γὰρ ἐκδιδάξας <lb/>ἡμᾶς ἐν ἐκείνῳ τῷ συγγράμματι τὰς
                            συμμετρίας τοῦ σώματος <lb/>ὁ Πολύκλειτος ἔργῳ τὸν λόγον ἐβεβαίωσε,
                            δημιουργήσας <lb/>ἀνδριάντα κατὰ τὰ τοῦ λόγου προστάγματα, καὶ καλέσας
                            <lb/>δὴ καὶ αὐτὸν τὸν ἀνδριάντα, καθάπερ καὶ τὸ σύγγραμμα, <lb/>κανόνα.
                            τὸ μὲν δὴ κάλλος τοῦ σώματος ἐν τῇ <lb/>τῶν μορίων συμμετρίᾳ κατὰ πάντας
                            ἰατροὺς καὶ φιλοσόφους <lb/>ἐστὶν, ἡ δ’ ὑγίεια τῶν στοιχείων αὖ πάλιν,
                            ἅττα <lb/>ποτ’ ἂν ᾖ, πρὸς ἄλληλά ἐστι συμμετρία. εἴτε γὰρ ἐξ <lb/>ὄγκων
                            καὶ πόρων, ὡς Ἀσκληπιάδης ὑπέθετο, τὰ τῶν <lb/>ζώων σύγκειται σώματα,
                            συμμετρία τούτων ἐστὶν ἡ ὑγίεια· <pb n="450"/> εἴτ’ ἐξ ἀτόμων, ὡς
                            Ἐπίκουρος, εἴτ’ ἐξ ὁμοιομερῶν, ὡς Ἀναξαγόρας, <lb/>εἴτ’ ἐκ θερμοῦ, καὶ
                            ψυχροῦ, καὶ ξηροῦ, καὶ <lb/>ὑγροῦ, καθάπερ ὅ τε Χρύσιππος δοξάζει καὶ
                            πάντες οἱ <lb/>Στωϊκοὶ, καὶ πρὸ αὐτῶν Ἀριστοτέλης, καὶ Θεόφραστος,
                            <lb/>καὶ πρὸ τούτων ἔτι Πλάτων καὶ Ἱπποκράτης, ἡ τῶν στοιχείων <lb/>κατὰ
                            πάντα συμμετρία τὴν ὑγίειαν ἐργάζεται. εἰ τοίνυν <lb/>ἐθέλοι τις ἅπασαν
                            τὴν ἀναλογίαν αὐτῶν κατὰ τὸ σῶμα <lb/>τοῖς κατὰ τὴν ψυχὴν διασώζειν, ὡς
                            ὑπέσχετο Χρύσιππος, <lb/>ἐπιδεῖξαι χρὴ τοῦτον ἔκ τινων ἁπλῶς ὡσανεὶ
                            στοιχείων <lb/>συγκειμένην τὴν ὅλην ψυχὴν, ἵνα ἐν τῇ τούτων <lb/>πρὸς
                            ἄλληλα συμμετρίᾳ τὴν ὑγίειαν καὶ τὴν νόσον αὐτῆς <lb/>εὕρῃ γιγνομένην,
                            ὅπερ ὁ Πλάτων ἐποίησε. Χρύσιππος δ’ <lb/>οὔτε ταύτην ἠδυνήθη τὴν
                            ὁμοιότητα διδάξαι, καίτοι ὑποσχόμενος, <lb/>οὔτε τὴν τοῦ κάλλους τῆς
                            ψυχῆς, ἀλλὰ εἰς ταὐτὸν <lb/>συνέχεεν τῇ ὑγιείᾳ τὸ κάλλος. κατὰ γὰρ τοὺς
                            οἰκείους <lb/>τοῦ λόγου μερισμοὺς καλὴν ἢ αἰσχρὰν ἔφησε γίγνεσθαι
                            <lb/>ψυχήν. ὑγιαίνουσα δ’ ἢ νοσοῦσα πῶς ἂν γένοιτο, παρέλιπεν, <lb/>εἰς
                            ταὐτὸν, οἶμαι, συγχέων ἄμφω, καὶ μὴ δυνάμενος <pb n="451"/> ἀκριβῶς τε
                            καὶ ὡρισμένως ὑπὲρ αὐτῶν ἀποφήνασθαι, καθάπερ <lb/>ὁ Πλάτων ἐποίησεν ἐν
                            ἄλλοις τέ τισι καὶ τῷ Σοφιστῇ, <lb/>τὴν μὲν τῶν μερῶν τῆς ψυχῆς πρὸς
                            ἄλληλα στάσιν <lb/>ἀποφηνάμενος εἶναι νόσον ψυχῆς, τὰς δὲ παραφόρους τε
                            <lb/>καὶ ἀμέτρους κινήσεις αὐτῆς, τουτέστι τὰς ἐνεργείας τὰς <lb/>καθ’
                            ὁρμὴν, αἶσχος, ὥσπερ γε τὴν μὲν συμφωνίαν τε καὶ <lb/>συμμετρίαν πρὸς
                            ἄλληλα τῶν μορίων αὐτῆς ὑγίειαν, τὴν <lb/>δὲ συμμετρίαν τῶν κινήσεων τὸ
                            κάλλος. ὥσπερ γὰρ τὸ <lb/>σῶμα τὸ καλὸν ἐν τῇ συμμετρίᾳ τῶν μορίων τὴν
                            γένεσιν <lb/>ἴσχει, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐνέργεια΄ καλὴ διὰ τὴν τῶν
                            <lb/>κατὰ μέρος κινήσεων γίγνεται συμμετρίαν. οὕτω γοῦν καὶ
                            <lb/>ὀρχεῖσθαι, καὶ παγκρατιάζειν, καὶ παλαίειν, καὶ βαδίζειν
                            <lb/>εὐσχημόνως καὶ καλῶς λέγονταί τινες, ἕτεροι δ’ ἀσχημόνως <lb/>τε
                            καὶ αἰσχρῶς. ἐν μὲν τῇ συμμετρίᾳ τῶν κατὰ <lb/>μέρος κινήσεων τὸ κάλλος
                            τῶν ἐνεργειῶν ἐστι γνώριμον, <lb/>κατὰ δὲ τὰς ἀμετρίας τὸ αἶσχος. ἔχουσι
                            δὲ καὶ αἱ <lb/>τοῦ Πλάτωνος ῥήσεις ἐκ τοῦ Σοφιστοῦ τόνδε τὸν τρόπον·
                            <lb/>ΞΕ. δύο μὲν εἴδη κακίας περὶ ψυχὴν ῥητέον. <pb n="452"/> ΘΕ. ποῖα;
                            ΞΕ. τὸ μὲν οἷον νόσον ἐν σώματι, τὸ δ’ <lb/>οἷον αἶσχος ἐγγιγνόμενον.
                            ΘΕ. οὐκ ἔμαθον. ΞΕ. νόσον <lb/>ἴσως καὶ στάσιν οὐ ταὐτὸν νενόμικας. ΘΕ.
                            οὐδ’ αὖ πρὸς <lb/>τοῦτο ἔχω τί χρή με ἀποκρίνασθαι. ΞΕ. πότερον ἄλλο τι
                            <lb/>στάσιν ἡγούμενος, ἢ τὴν τοῦ φύσει συγγενοῦς ἔκ τινος διαφθορᾶς
                            <lb/>διαφοράν; ΘΕ. οὐδέν. ΞΕ. ἀλλ’ αἶσχος ἄλλο <lb/>τι πλὴν τὸ τῆς
                            ἀμετρίας πανταχοῦ δυσειδὲς τῶν ἓν ὄντων <lb/>γένος; <milestone unit="ed2page" n="163"/>ΘΕ. οὐδαμῶς ἄλλο. οὕτως μὲν ἐν τῷ καθόλου
                            <lb/>περὶ νόσου τε καὶ αἴσχους, ὁποῖόν τι τὴν φύσιν <lb/>ἑκάτερον αὐτῶν
                            ἐστιν, ἐδίδαξεν ἡμᾶς ὁ Πλάτων. καὶ ὅπως <lb/>ἐγγίγνονται ταῖς ψυχαῖς
                            ἐφεξῆς διδάσκων, περὶ μὲν τῆς νόσου <lb/>ταῦτα γράφει. ΞΕ. τί δαί; ἐν
                            ψυχῇ δόξας ἐπιθυμίαις, <lb/>καὶ θυμὸν ἡδοναῖς, καὶ λόγον λύπαις, καὶ
                            πάντα <lb/>ἀλλήλοις ταῦτα τῶν φλαύρως ἐχόντων οὐκ ᾐσθήμεθα διαφερόμενα;
                            <lb/>ΘΕ. καὶ σφόδρα γε. ΞΕ. ξυγγενῆ γε μὴν ἐξ <lb/>ἀνάγκης ξύμπαντα
                            γέγονε. ΘΕ. πῶς γὰρ οὔ; ΞΕ. στάσιν <lb/>ἄρα καὶ νόσον τῆς ψυχῆς πονηρίαν
                            λέγοντες ὀρθῶς ἐροῦμεν. <pb n="453"/> ΘΕ. ὀρθότατα μὲν οὖν. εἶτ’ ἐφεξῆς,
                            ὅπως αἶσχος <lb/>ἐγγίνεται ψυχαῖς, διεξιών φησι· ΞΕ. τί δή; ὅσα
                                κι<milestone unit="ed1page" n="289"/>νήσεως <lb/>μετασχόντα, καὶ
                            σκοπόν τινα θέμενα, πειρώμενα τούτου <lb/>τυγχάνειν, καθ’ ἑκάστην ὁρμὴν
                            παράφορα αὐτοῦ γίγνεται <lb/>καὶ ἀποτυγχάνει, πότερον αὐτὰ φήσομεν ὑπὸ
                            συμμετρίας <lb/>τῆς πρὸς ἄλληλα, ἢ τοὐναντίον ὑπὸ ἀμετρίας αὐτὰ πάσχειν;
                            <lb/>ΘΕ. δῆλον ὡς ὑπὸ ἀμετρίας. ΞΕ. ἀλλὰ τὴν ψυχήν <lb/>γε ἴσμεν ἄκουσαν
                            πᾶσαν πᾶν ἀγνοοῦσαν. ΘΕ. σφόδρα <lb/>γε. ΞΕ. τό γε μὴν ἀγνοεῖν ἐστιν ἐπ’
                            ἀλήθειαν ὁρμωμένης <lb/>ψυχῆς παραφόρου ξυνέσεως γιγνομένης οὐδὲν ἄλλο
                            <lb/>πλὴν παραφροσύνη. ΘΕ. πάνυ μὲν οὖν. ΞΕ. ψυχὴν ἄρ’ <lb/>ἀνόητον
                            αἰσχρὰν καὶ ἄμετρον θετέον. οὕτω μὲν ἐν τῷ <lb/>Σοφιστῇ Πλάτων
                            ἀπεφήνατο, καὶ καθόλου καὶ κατὰ μέρος <lb/>ὑπὸ ὑγιείας τε καὶ κάλλους,
                            αἴσχους τε καὶ νόσου, καθόλου <lb/>μὲν ὑπογράψας τὴν ἔννοιαν αὐτῶν, κατὰ
                            μέρος δὲ, <lb/>ὅπως ἐγγίγνεται ταῖς ψυχαῖς διδάξας. τὰς δ’ ἄλλας αὐτοῦ
                            <lb/>ῥήσεις οὐκ ὀλίγας οὔσας ἐν πολλοῖς τῶν συγγραμμάτων, ἐν <pb n="454"/> οἷς ὑπὲρ ὑγιείας τε καὶ κάλλους, αἴσχους τε καὶ νόσου <lb/>διῆλθεν,
                            οὔ μοι δοκεῖ νῦν εἶναι παρατίθεσθαι καιρός· <lb/>ἀλλ’ ἐπειδὰν ὑπὲρ
                            ὑγιείας τε καὶ νόσων ὁ λόγος ἡμῖν περαίνηται, <lb/>δεικνύουσιν ὡσαύτως
                            Ἱπποκράτην καὶ τὸν Πλάτωνα <lb/>γιγνώσκειν ὑπὲρ αὐτῶν, ἐπὶ πλέον ἐν
                            ἐκείνοις τῶν <lb/>τοιούτων μνημονεύσω ῥήσεων. </p></div></div></div></body></text></TEI>