<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="5"><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Περὶ δὲ τῶν τῆς ψυχῆς παθῶν, ὡς οὐκ <lb/>ἔστι τῆς λογικῆς δυνάμεως, ἤδη
                            μέν μοι καὶ τὸ πρὸ <lb/>τούτου πεπλήρωται βιβλίον ὧν αὐτὸς ἀκούων
                            ὁμολογεῖ, <lb/>πληρωθήσεται δ’ οὐδὲν ἧττον καὶ τοῦτο τὴν ἀρχὴν ἐνθένδε
                            <lb/>ποιησαμένῳ. τὸ πάθος τῆς ψυχῆς κίνησίν τινα <lb/>παρὰ φύσιν ἄλογον
                            ὑπάρχειν, οὐχ οἱ παλαιοὶ μόνον, ἀλλὰ <lb/>καὶ Χρύσιππος ὁμολογεῖ. καὶ
                            μὲν δὴ ὡς ἡ κίνησις αὕτη <lb/>ταῖς τῶν ἀστείων οὐκ ἐγγίνεται ψυχαῖς,
                            ὡμολόγηται παρ’ <lb/>ἀμφοῖν. ὁποία δέ τίς ἐστιν ἡ τῶν φαύλων ψυχὴ κατά
                            τε <lb/>τὰ πάθη καὶ πρὸ τῶν παθῶν, οὐκ ἔθ’ ὁμοίως ἐξηγοῦνται.
                            <lb/>Χρύσιππος μὲν γὰρ ἀνάλογον ἔχειν αὐτήν φησι <lb/>τοῖς ἐπιτηδείοις
                            σώμασιν εἰς πυρετοὺς ἐμπίπτειν, ἢ διαῤῥοίας, <lb/>ἤ τι τοιοῦτον ἕτερον
                            ἐπὶ μικρᾷ καὶ τυχούσῃ προφάσει. <lb/>καὶ μέμφεταί γε ὁ Ποσειδώνιος αὐτοῦ
                            τὴν εἰκόνα· <lb/>χρῆναι γάρ φησιν οὐ τούτοις, ἀλλὰ τοῖς ἁπλῶς ὑγιαίνουσι
                            <lb/>σώμασιν εἰκάσαι τὴν τῶν φαύλων ψυχήν· εἴτε γὰρ ἐπὶ <lb/>μεγάλοις
                            αἰτίοις, εἴτ’ ἐπὶ μικροῖς πυρέττοιεν, οὐδὲν διαφέρειν <lb/>ὡς πρὸς τὸ
                            πάσχειν τε αὐτὰ <milestone unit="ed2page" n="157"/>καὶ εἰς πάθος <pb n="433"/> ἄγεσθαι καθ’ ὁτιοῦν, ἀλλὰ τῷ τὰ μὲν εὐέμπτωτα εἶναι,
                            <lb/>τὰ δὲ δύσπτωτα διαφέρειν ἀλλήλων. οὔκουν ὀρθῶς εἰκάζεσθαί
                            <lb/>φησιν ὑπὸ τοῦ Χρυσίππου τὴν μὲν ὑγίειαν τῆς <lb/>ψυχῆς τῇ τοῦ
                            σώματος ὑγιείᾳ, τὴν δὲ νόσον τῇ ῥᾳδίως <lb/>εἰς νόσημα ἐμπιπτούσῃ
                            καταστάσει τοῦ σώματος· ἀπαθῆ <lb/>μὲν γὰρ γίγνεσθαι ψυχὴν τὴν τοῦ σοφοῦ
                            δηλονότι, σῶμα <lb/>δ’ οὐδὲν ὑπάρχειν ἀπαθὲς, ἀλλὰ δικαιότερον εἶναι
                            προσεικάζειν <lb/>τὰς τῶν φαύλων ψυχὰς ἤτοι τῇ σωματικῇ ὑγιείᾳ
                            <lb/>ἐχούσῃ τὸ εὐέμπτωτον εἰς νόσον, (οὕτω γὰρ ὠνόμασεν ὁ
                            <lb/>Ποσειδώνιος,) ἢ αὐτῇ τῇ νόσῳ, εἶναι γὰρ μᾶλλον νοσώδη <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="286"/>τινὰ ἕξιν, ἢ ἤδη νοσοῦσαν. συμφέρεται
                            μέντοι τῷ <lb/>Χρυσίππῳ καὶ αὐτὸς, ὡς νοσεῖν τε καὶ λέγειν τὴν ψυχὴν
                            <lb/>ἅπαντας τοὺς φαύλους, ἐοικέναι τε τὴν νόσον αὐτῶν ταῖς
                            <lb/>εἰρημέναις τοῦ σώματος καταστάσεσι. λέγει γοῦν ᾧδε κατὰ <lb/>λέξιν·
                            διὸ καὶ ἡ νόσος τῆς ψυχῆς ἔοικεν, οὐχ, ὡς ὁ Χρύσιππος <lb/>ὑπείληφε, τῇ
                            νοσώδει καχεξίᾳ τοῦ σώματος, καθ’ ἣν <lb/>ὑποφέρεται ῥομβώδεσιν, οὐχὶ
                            περιοδικοῖς, οἷς τ’ ἐμπίπτε ἰπυρετοῖς, <lb/>ἀλλὰ μᾶλλον ἔοικεν ἡ ψυχικὴ
                            νόσος ἤτοι σωματικῇ <pb n="434"/> ὑγιείᾳ ἐχούσῃ τὸ εὐέμπτωτον εἰς τὴν
                            νόσον, ἢ αὐτῇ τῇ <lb/>νόσῳ. ἔστι γὰρ ἡ μὲν σωματικὴ νόσος ἕξις ἤδη
                            νοσοῦσα, <lb/>ἡ δὲ ὑπὸ τοῦ Χρυσίππου λεγομένη νόσος εὐεμπτωσίᾳ μᾶλλον
                            <lb/>ἔοικεν εἰς πυρετούς. ἐν τούτοις τὸν Ποσειδώνιον ἐπαινῶ <lb/>μὲν,
                            ὅτι τοῖς ὑγιαίνουσι σώμασιν ὁμοίως ἔχειν φησὶ τὰς <lb/>τῶν φαύλων ψυχὰς,
                            ὅταν ἔξω παθῶν καθεστήκωσιν, οὐκ <lb/>ἐπαινῶ δὲ νόσον ὀνομάζοντα τὴν
                            τοιαύτην κατάστασιν. <lb/>ἐχρῆν γὰρ, εἴπερ ὀρθῶς εἴκαζε, τὰς μὲν τῶν
                            σπουδαίων ψυχὰς <lb/>ὁμοίως ἔχειν φάναι τοῖς ἀπαθέσι σώμασιν, εἴτ’ οὗν
                            <lb/>ἐστιν, εἴτ’ οὐκ ἔστι τινὰ τοιαῦτα, (περιττὸν γὰρ ὡς πρὸς <lb/>τὴν
                            προκειμένην εἰκόνα διασκέπτεσθαι τοῦτο,) τὰς δὲ τῶν <lb/>προκοπτόντων
                            τοῖς εὐεκτικοῖς, τὰς δὲ τῶν μετρίων ἀνδρῶν <lb/>τοῖς ὑγιαίνουσι χωρὶς
                            εὐεξίας, τὰς δὲ τῶν πολλῶν τε καὶ <lb/>φαύλων τοῖς ἐπὶ σμικρᾷ προφάσει
                            νοσοῦσι, τὰς δὲ τῶν <lb/>ὀργιζομένων, ἢ θυμουμένων, ἢ ὅλως ἐν πάθει τινὶ
                            <lb/>καθεστώτων τοῖς ἤδη νοσοῦσιν. ἀλλὰ γὰρ εὐλαβηθῆναί <lb/>μοι δοκεῖ
                            διαφερόμενος ἐν ἅπασι φωραθῆναι Χρυσίππῳ. <pb n="435"/> τίνα γὰρ ἄν τις
                            ἄλλην αἰτίαν εἴποι τοῦ τὴν νόσον τῆς ψυχῆς <lb/>ὁμοιοῦν αὐτὸν τῇ
                            καταστάσει τῶν θ’ ὑγιαινόντων σωμάτων, <lb/>τῶν τ’ ἤδη νοσούντων; οὐ γὰρ
                            ἀμφοτέροις, ἀλλὰ μόνοις <lb/>τοῖς νοσοῦσι δικαιότερον ἦν παραβεβλῆσθαι
                            τὰς νοσούσας <lb/>ψυχάς· ἀδύνατον γὰρ ἓν πρᾶγμα, τὴν νόσον τῆς
                            <lb/>ψυχῆς, δυσὶν ἐναντίοις ὡμοιῶσθαι πράγμασιν, ὑγιείᾳ τε ἅμα <lb/>καὶ
                            νόσῳ. εἰ γὰρ δὴ τοῦτο, καὶ τὴν ὑγίειαν ἀναγκαῖον <lb/>ἔσται τῇ νόσῳ
                            παραπλησίαν ὑπάρχειν, εἴ γε δὴ καὶ τῇ τῆς <lb/>ψυχῆς νόσῳ προσέοικεν
                            ἑκάτερον αὐτῶν· τὰ γὰρ τῷ αὐτῷ <lb/>παραπλήσια πάντως που καὶ ἀλλήλοις
                            ἐστὶ παραπλήσια. <lb/>Χρύσιππος δ’ ἀτοπώτερος ἔτι, μηδ’ ἐν ταῖς
                            περιοδικαῖς τισι <lb/>νόσοις καθεστώσαις, οἱονεὶ τριταίων ἢ τεταρταίων
                            πυρετῶν, <lb/>ὡμοιῶσθαι συγχωρῶν τὴν νόσον τῆς ψυχῆς. γράφει γοῦν
                            <lb/>ᾧδε· ὑπονοητέον τοίνυν, τὴν μὲν τῆς ψυχῆς νόσον ὁμοιοτάτην
                            <lb/>εἶναι τῇ τοῦ σώματος πυρετώδει καταστάσει, καθ’ ἣν <lb/>οὐ
                            περιοδικῶς, ἀλλ’ ἀτάκτως πυρετοὶ καὶ φρίκαι γίνονται, <lb/>καὶ ἄλλως ἀπὸ
                            τῆς διαθέσεως, καὶ μικρῶν ἐπιγινομένων αἰτίων. <lb/>οὐκ οἶδα, τί ποτε
                            δόξαν αὐτῷ, τοὺς μὲν ἑτοίμως <pb n="436"/> ἔχοντας πρὸς τὸ νοσῆσαι
                            νοσεῖν ἤδη φησὶ, τοὺς δ’ ἤδη <lb/>νοσοῦντας οὐδ’ ὅλως νοσεῖν. οἱ γὰρ ἐν
                            τεταρταίαις καὶ <lb/>τριταίαις περιόδοις ὄντες, ἐπειδὰν μὲν ῥιγῶσί τε
                            καὶ πυρέττωσιν, <lb/>ἐν πάθει καθεστήκασι, κινουμένης δ’ αὐτῶν <lb/>τῆς
                            νοσώδους κατασκευῆς, ἐπειδὰν μηδὲν τούτων πάσχωσιν, <lb/>ἀλλ’ ἐν τοῖς
                            καλουμένοις διαλείμμασιν ὦσιν, <milestone unit="ed2page" n="158"/>ἔξω
                            τῶν <lb/>παθῶν εἰσι. τὴν μέντοι νοσώδη κατάστασιν εἰκάζοιτό τις <lb/>ἂν,
                            οἶμαι, τοῖς ἤτοι πενθοῦσιν, ἢ ἐρῶσιν, ἢ φθονοῦσιν, <lb/>ἤ τι τοιοῦτον
                            ἕτερον πάσχουσιν. καὶ γὰρ οὗτοι, καθ’ ὃν <lb/>μὲν ἂν χρόνον ἢ
                            ὑπνώττωσιν, ἢ πρὸς ἄλλῳ τινὶ τὴν διάνοιαν <lb/>ἔχωσιν, ἔξω τῶν παθῶν
                            γίνονται, μετ’ ὀλίγον δὲ <lb/>ἀναμνησθέντες αὐτῶν εἰς παραπλησίαν τινὰ
                            κατάστασιν <lb/>ἀφικνοῦνται ταῖς καταβολαῖς τῶν πυρετῶν. ὅσοις μέντοι
                            <lb/>μήτε πένθος ἐνέστηκε, μήτ’ ἐπιθυμία τις ὑπόγυιος, ἢ θυμὸς,
                            <lb/>οὗτοι τοῖς ὑγιαίνουσι τὰ σώματα παραπλησίως ἔχουσιν. <lb/>ἐπεὶ δὲ
                            καὶ τούτων αὐτῶν ἔνιοι μέν εἰσιν εὐάλωτοι νόσοις, ἔνιοι <lb/>δ’ οὒ, καὶ
                            τῶν τὰς ψυχὰς ὑγιαινόντων οἱ μὲν τούτοις, οἱ <lb/>δ’ ἐκείνοις ὁμοίως
                            ἕξουσιν, οὐ μὴν λεχθήσονταί γε νοσεῖν <pb n="437"/> τὰς ψυχὰς, εἴπερ
                            μηδ’ ἐκεῖνοι τὰ σώματα. ἀλλὰ νὴ Δία <lb/>φήσει τις ἴσως τῶν Στωϊκῶν,
                            ὥσπερ οὖν καὶ λέγουσιν, οὐ <lb/>τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν εἶναι τῇ ψυχῇ πρὸς
                            τὸ σῶμα κατά <lb/>τε τὰ πάθη καὶ τὰ νοσήματα καὶ τὴν ὑγίειαν. τί ποτ’
                            <lb/>οὖν, ὦ βέλτιστοι, φαίημεν ἂν ἡμεῖς πρὸς αὐτοὺς, εἰκάζετε <lb/>τοῖς
                            κατὰ τὸ σῶμα πάθεσί τε καὶ νοσήμασι τὰ τῆς ψυχῆς <lb/>πάθη; τί δὲ
                            Χρύσιππος ἐν τῷ περὶ παθῶν ἠθικῷ γράφει <lb/>ταυτί; οὔτε γὰρ περὶ τὸ
                            νοσοῦν σῶμά ἐστί τις τέχνη, ἣν <lb/>προσαγορεύομεν ἰατρικὴν, οὐχὶ δὲ καὶ
                            περὶ τὴν νοσοῦσαν <lb/>ψυχήν ἐστί τις τέχνη, οὔτ’ ἐν τῇ κατὰ μέρος
                            θεωρίᾳ τε καὶ <lb/>θεραπείᾳ δεῖ λείπεσθαι ταύτην ἐκείνοις. διὸ καὶ,
                            καθάπερ <lb/>τῷ περὶ τὰ σώματα ἰατρῷ καθήκει τῶν τε συμβαινόντων
                            <lb/>αὐτοῖς παθῶν ἐντὸς εἶναι, ὡς εἰώθασι τοῦτο λέγειν, καὶ <lb/>τῆς
                            ἑκάστῳ οἰκείας θεραπείας, οὕτω καὶ τῷ τῆς ψυχῆς ἰατρῷ <lb/>ἐπιβάλλει
                            ἀμφοτέρων τούτων ἐντὸς εἶναι, ὡς ἔνι ἄριστα. <lb/>καὶ ὅτι οὕτως ἔχει,
                            μάθοι ἄν τις τῆς πρὸς ταῦτα ἀναλογίας <lb/>παρατεθείσης ἀπ’ ἀρχῆς. ἡ γὰρ
                            πρὸς ταῦτα ἀντιπαρατείνουσα <lb/>οἰκειότης παραστήσει, ὡς οἴομαι, καὶ
                            τὴν <pb n="438"/> τῶν θεραπειῶν ὁμοιότητα, καὶ ἔτι τὴν ἀμφοτέρων τῶν
                            <lb/>ἰατρειῶν πρὸς ἀλλήλας ἀναλογίαν. ὅτι μὲν οὖν ἀναλογίαν <lb/>τινὲς
                            βούλονται εἶναι τῶν ἐν τῇ ψυχῇ τοῖς κατὰ τὸ σῶμα, <lb/>δῆλον οἶμαι
                            γεγονέναι, καὶ οὐ μόνον γε διὰ τῆς προγεγραμμένης <lb/>ῥήσεως, ἀλλὰ καὶ
                            δι’ ὧν ἐφεξῆς γράφει τόνδε τὸν <lb/>τρόπον ἐχόντων· καθάπερ γὰρ καὶ ἐπὶ
                            τοῦ σώματος θεωρεῖται <lb/>ἰσχύς τε καὶ ἀσθένεια, εὐτονία καὶ ἀτονία καὶ
                            τόνος, <lb/>πρὸς δὲ τούτοις ὑγίειά τε καὶ νόσος, εὐεξία τε καὶ
                            <lb/>καχεξία, καὶ τἄλλα ὅσα τούτοις ἑξῆς καταλέγει πάθη τε καὶ
                            <lb/>ἀῤῥωστήματα καὶ νοσήματα, κατὰ τὸν αὐτὸν, φησὶ, τρόπον
                            <lb/>ἀνάλογόν τινα πᾶσι τούτοις καὶ ἐν ψυχῇ λογικῇ συνίσταταί τε
                            <lb/>καὶ ὀνομάζεται. εἶθ’ ἑξῆς ἐπιφέρων φησὶν, ὡς οἴομαι, ἀπὸ <lb/>τῆς
                            τοιαύτης ἀναλογίας τε καὶ ὁμοιότητος καὶ τῆς ἐν αὐτοῖς <lb/>συνωνυμίας
                            γεγενημένης· καὶ γὰρ καὶ κατὰ ψυχήν τινας <lb/>λέγομεν ἰσχύειν καὶ
                            ἀσθενεῖν, καὶ εὐτόνους καὶ ἀτόνους εἶναι, <lb/>καὶ ἔτι νοσεῖν καὶ
                            ὑγιαίνειν, οὕτω πως καὶ τοῦ πάθους καὶ <lb/>τοῦ κατ’ αὐτὴν ἀῤῥωστήματος
                            λεγομένου, καὶ τῶν τούτοις παραπλησίων. <lb/>ἐναργῶς γὰρ ἐν τούτοις ὁ
                            Χρύσιππος ἀναλογίαν <pb n="439"/> τινὰ βούλεται σώζεσθαι τῶν ἐν τῇ ψυχῇ
                            τοῖς κατὰ τὸ σῶμα, <lb/>καὶ παθῶν πρὸς πάθη, καὶ ἀῤῥωστημάτων πρὸς
                            ἀῤῥωστήματα, <lb/>καὶ νοσημάτων πρὸς νοσήματα, καὶ ὑγιείας πρὸς
                            <lb/>ὑγίειαν, καὶ εὐεξίας πρὸς εὐεξίαν, καὶ ἰσχύος πρὸς ἰσχὺν, <lb/>καὶ
                            ἀσθενείας πρὸς ἀσθένειαν, καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν ἁπάντων <lb/>τῶν συνωνύμως
                            λεγομένων πρὸς ἅπαντα· καὶ γὰρ τοὔνομα, <lb/>καὶ τὸν λόγον αὐτῶν εἶναι
                            τὸν αὐτὸν, εἴ γε δὴ συνώνυμά <lb/>φησιν ὑπάρχειν αὐτά. ὥστε, ὅπως ἄν τις
                            ὁρίζηται καθόλου <lb/>τὴν ἐν τῷ σώματι νόσον, ἀναγκαῖον εἶναι τούτῳ, καὶ
                            τὴν <lb/>ἐν ψυχῇ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ὁρίζεσθαι. ὅτι μὲν οὖν
                            <lb/>πρόκειται τῷ Χρυσίππῳ ἀναλογίαν ἅπασαν ἐξηγεῖσθαί τε <lb/>καὶ
                            φυλάττειν, ἐκ τούτων δῆλον. <milestone unit="ed2page" n="159"/>εἰ δὲ
                            ἐπιχειρήσας <lb/>αὐτὸ ποιεῖν οὐ τυγχάνει τοῦ προτεθέντος, οὐκ ἀποστατέον
                            <lb/>ἐστὶ τῆς ὁμοιότητος, ἀλλὰ τῇ διδασκαλίᾳ μεμπτέον, <lb/>ὡς οὐκ
                            ἀληθεῖ. τοῦτο δ’ οὐδὲν ἧττον αὐτῇ καὶ κατὰ τὸν <lb/>ἐφεξῆς ὑπάρχει λόγον
                            ἅπαντα τὸν ἐν τῷ περὶ παθῶν <lb/>ἠθικῷ. γράφει γοῦν ᾧδε· διὸ καὶ κατὰ
                            τρόπον προῆκται <lb/>Ζήνωνι λόγος. <milestone unit="ed1page" n="287"/>ἡ
                            δὲ τῆς ψυχῆς νόσος ὁμοιοτάτη ἐστὶ <pb n="440"/> τῇ τοῦ σώματος
                            ἀκαταστασίᾳ. λέγεται δὲ εἶναι σώματος <lb/>νόσος ἡ ἀσυμμετρία τῶν ἐν
                            αὐτῷ θερμοῦ, καὶ ψυχροῦ, καὶ <lb/>ξηροῦ, καὶ ὑγροῦ. καὶ μετ’ ὀλίγα· ἡ δ’
                            ἐν τῷ σώματι <lb/>ὑγίεια εὐκρασία τις καὶ συμμετρία τῶν διῃρημένων. καὶ
                            <lb/>πάλιν ἐφεξῆς· οἶμαι γὰρ εἶναι εὐεξίαν σώματος τὴν ἀρίστην <lb/>τῶν
                            ῥηθέντων εὐκρασίαν. καὶ πάλιν ἐφεξῆς· λέγεται <lb/>δὲ καὶ ταῦτα οὐκ ἄπο
                            τρόπου ἐπὶ τοῦ σώματος, διότι ἡ ἐν <lb/>θερμοῖς, καὶ ψυχροῖς, καὶ
                            ὑγροῖς, καὶ ξηροῖς γενομένη <lb/>συμμετρία ἢ ἀσυμμετρία ἐστὶν ὑγίεια ἢ
                            νόσος, ἡ δὲ ἐν νεύροις <lb/>συμμετρία ἢ ἀσυμμετρία ἰσχὺς ἢ ἀσθένεια, καὶ
                            εὐτονία ἢ <lb/>ἀτονία, ἡ δ’ ἐν τοῖς μέλεσι συμμετρία ἢ ἀσυμμετρία
                            <lb/>κάλλος ἢ αἶσχος. ἀλλὰ ταῦτα μὲν, ὦ γενναιότατε Χρύσιππε, <lb/>καλῶς
                            ἅπαντα διῆλθες, ἀπόδος δ’ ἡμῖν, ὡς ἐπηγγείλω, <lb/>τὴν ἀναλογίαν τῶν ἐν
                            τῇ ψυχῇ συνωνύμως αὐτοῖς <lb/>ὠνομασμένων, ἀρξάμενος ἀπὸ τῆς ὑγιείας τε
                            καὶ νόσου. <lb/>ὥσπερ γὰρ ὑγίεια σώματός ἐστιν ἡ συμμετρία τῶν
                            ἁπλουστάτων <lb/>αὐτοῦ μορίων, ἃ δὴ καὶ στοιχεῖα προσαγορεύομεν, τοῦ <pb n="441"/> θερμοῦ λέγω, καὶ ψυχροῦ, καὶ ξηροῦ, καὶ ὑγροῦ, κατὰ τὸν
                            <lb/>αὐτὸν τρόπον εἴη ἂν, οἶμαι, καὶ ἡ τῆς ψυχῆς ὑγίεια συμμετρία
                            <lb/>τις τῶν ἁπλῶν αὐτῆς μορίων· ἃ τίνα ποτ’ ἐστὶ, καὶ <lb/>ὁπόσα, καὶ
                            ὅπως ἔχοντα πρὸς ἄλληλα, διελθεῖν ἀναγκαῖον <lb/>ἔσται σοι, μέλλοντί γε
                            μηδὲν παραλείψειν ὧν ἐπηγγείλω. <lb/>καὶ δὴ καὶ ἡ νόσος ἡ τῆς ψυχῆς
                            ὡσαύτως ἀσυμμετρία τις <lb/>ἔσται καὶ στάσις πρὸς ἄλληλα τῶν αὐτῶν
                            τούτων μορίων, <lb/>ὧν ἡ συμμετρία τῆς ψυχῆς ἦν ὑγίεια. τὰ δὲ μόρια
                            ταῦτα <lb/>κατὰ τὸν Πλάτωνα τὸ θυμοειδές ἐστι, καὶ τὸ λογιστικὸν,
                            <lb/>ἔτι τε πρὸς τούτοις τρίτον τὸ ἐπιθυμητικὸν, ὥστε σώζεσθαι <lb/>τήν
                            τε τῆς ὑγιείας καὶ τὴν τῆς νόσου κατὰ πᾶν <lb/>ὁμοιότητα τῆς ψυχῆς πρὸς
                            τὸ σῶμα. συμφωνοῦντα μὲν γὰρ <lb/>ἀλλήλοις τὰ τρία καὶ κατὰ μηδὲν
                            στασιάζοντα τὴν ὑγίειαν <lb/>τῆς ψυχῆς ἀπεργάζεται, διαφωνήσαντα δὲ καὶ
                            στασιάσαντα <lb/>τὴν νόσον. ἔστι γὰρ ἡ νόσος ἀνωτέρω καὶ καθόλου μᾶλλον.
                            <lb/>ὡς μικρὸν ἔμπροσθεν εἴρηται. περιλάβωμεν οὖν αὐτῆς <lb/>τὴν
                            ἔννοιαν· ἡ τοῦ φύσει συγγενοῦς ἔκ τινος διαφθορᾶς <lb/>διαφορά· οὕτω γὰρ
                            ἐν Σοφιστῇ Πλάτων ὡρίσατο. <pb n="442"/> ὅτι δ’ ἀνωτάτω τ’ ἐστὶν ἡ
                            ἀπόδειξις ἥδε, καὶ πάσας τὰς <lb/>κατὰ μέρος νόσους ἀκριβῶς
                            περιλαμβάνει, τάς τε τῆς ψυχῆς <lb/>ἡμῶν, καὶ τὰς τοῦ σώματος, καὶ τὰς
                            ἐν τοῖς ἄλλοις <lb/>ζώοις τε καὶ φυτοῖς, ἤδη δὲ κᾀν ταῖς πόλεσιν ὅλαις,
                            οὐ <lb/>χαλεπὸν καταμαθεῖν. οὕτω γὰρ, οἶμαι, καὶ τὰς στασιαζούσας
                            <lb/>πόλεις ἐμφυλίῳ πολέμῳ νοσεῖν ἐν ἑαυταῖς λέγομεν, ὡς <lb/>ἂν εἰς
                            μάχην ἀφιγμένων τῶν ἐν αὐταῖς φύσει συγγενῶν. <lb/>αὕτη μὲν ἡ γενικωτάτη
                            νόσου πάσης ἔννοια. τῶν δ’ <lb/>ἁπλουστάτων μορίων ἡ πρὸς ἄλληλα στάσις
                            ἧττον ταύτης <lb/>ἐστὶ γενικὴ, καὶ ταύτης ἔθ’ ἧττον, ἐπειδὰν θερμῶν,
                            <lb/>καὶ ψυχρῶν, καὶ ξηρῶν, καὶ ὑγρῶν ἀμετρία τις εἶναι <lb/>λέγηται.
                            σώματος γὰρ αὕτη γε μόνου καὶ οὐδενὸς τῶν <lb/>ἄλλων ἐστὶ νόσος, ὥσπερ
                            γε καὶ ἡ τοῦ λογιστικοῦ στάσις <lb/>οὐδενὸς τῶν ἄλλων ἐστὶ πλὴν ψυχῆς
                            νόσος. ὁ δὲ Χρύσιππος <lb/>ἁμαρτάνει διττὰ κατὰ τὴν ἐν τούτοις
                            διδασκαλίαν· <lb/>πρῶτον μὲν, ὅτι διαφέρεται πρὸς αὑτὸν, ἐν μὲν τῷ περὶ
                            <lb/>παθῶν ἠθικῷ συνωνύμως ὠνομάσθαι λέγων τὴν ἐν τῇ ψυχῇ <lb/>νόσον τῇ
                            κατὰ τὸ σῶμα, <milestone unit="ed2page" n="160"/>διὰ δὲ τοῦ πρώτου τῶν
                                <pb n="443"/> λογικῶν εἰκάζων αὐτὴν εὐλύτῳ καὶ εὐδιαφθάρτῳ ὑγιείᾳ·
                            <lb/>ἔπειθ’ ὅτι μηδ’, ὅπερ ἀληθῶς ὑπέσχετο κατὰ τὸ θεραπευτικὸν <lb/>καὶ
                            ἠθικὸν ἐπιγραφόμενον βιβλίον, ἠδυνήθη δεῖξαι. <lb/>τί δ’ ἐστὶ τοῦτο; τῶν
                            μερῶν τῆς ψυχῆς ἡ πρὸς ἄλληλα <lb/>συμμετρία, καθ’ ἣν ὑγιαίνειν τε
                            λέγεται καὶ νοσεῖν. πάντα <lb/>γὰρ αὐτῆς τά τε πάθη καὶ τὰ νοσήματα καθ’
                            ἓν ὑποθέμενος <lb/>γίγνεσθαι· τὸ λογιστικὸν εἰκότως ἀπορεῖ δεικνύναι,
                            <lb/>τίνων μέν ἐστι μορίων ἡ τῆς ψυχῆς ὑγίεια συμμετρία. <lb/>κατὰ δὲ
                            τὸν αὐτὸν τρόπον ἐν συμμετρίᾳ μερῶν ὑποθέμενος <lb/>γίγνεσθαι τὸ κάλλος,
                            ἐν ἀμετρίᾳ δέ τινι τὸ αἶσχος, εἰκότως <lb/>ἀπορεῖ δεικνύναι, ποίων μὲν
                            τῆς ψυχῆς μερῶν ἡ συμμετρία <lb/>κάλλος ἐστὶ, ποίων δὲ ἀμετρία αἶσχος.
                            καίτοι γράφει <lb/>γ’ ἐφεξῆς ὧν ὀλίγον ἔμπροσθεν αὐτοῦ παρεθέμην ῥήσεων
                            <lb/>ὡδί· διὸ καὶ καλὴ ἢ αἰσχρὰ ψυχὴ ἀνάλογον ῥηθήσεται <lb/>κατὰ
                            συμμετρίαν τέ τινα καὶ ἀσυμμετρίαν τοιῶνδέ τινων <lb/>μερῶν. ὅτι μὲν οὖν
                            κατὰ συμμετρίαν τέ τινα καὶ ἀσυμμετρίαν <lb/>τοιῶνδέ τινων μερῶν τῆς
                            ψυχῆς ἢ καλὴν, ἢ αἰσχρὰν <pb n="444"/> αὐτὴν εἶναι λεκτέον ἐστὶ, καὶ
                            ὑγιαίνουσαν καὶ νοσοῦσαν, ὀρθῶς <lb/>εἴρηται τῷ Χρυσίππῳ. τίνα δ’ ἐστὶ
                            ταῦτα τὰ τῆς ψυχῆς <lb/>μόρια, μὴ δυνάμενος εἰπεῖν, ὡς ἂν ἐν ἑνὶ μόνῳ τῷ
                            λογιστικῷ <lb/>καὶ τὴν ὑγίειαν αὐτῆς, καὶ τὴν νόσον, καὶ τὸ κάλλος,
                            <lb/>καὶ τὸ αἶσχος τιθέμενος, ἀναγκάζεται περιπλέκειν τε <lb/>τὸν λόγον
                            καὶ τῶν ἐνεργειῶν αὐτῆς ὡς μερῶν μνημονεύειν. <lb/>ἐφεξῆς γοῦν οἷς
                            παρεθέμην ὡδὶ γράφει· ἔστι δὲ τῆς ψυχῆς <lb/>μέρη, δι’ ὧν ὁ ἐν αὐτῇ
                            λόγος συνέστηκε, καὶ ἡ ἐν <lb/>αὐτῷ διάθεσις. καὶ ἔστι καλὴ ἢ αἰσχρὰ
                            ψυχὴ κατὰ τὸ <lb/>ἡγεμονικὸν μόριον ἔχον οὕτως ἢ οὕτως κατὰ τοὺς
                            οἰκείους <lb/>μερισμούς. ποίους οἰκείους μερισμοὺς, ὦ Χρύσιππε,
                            προσγράψας <lb/>ἐφεξῆς ἀπαλλάξεις ἡμᾶς πραγμάτων; ἀλλ’ οὔτ’ ἐνταῦθα
                            <lb/>προσέγραψας, οὔτ’ ἐν ἄλλῳ τινὶ τῶν σεαυτοῦ βιβλίων, <lb/>ἀλλ’ ὥσπερ
                            οὐκ ἐν τούτῳ τὸ πᾶν κῦρος ὑπάρχον <lb/>τῆς περὶ τῶν παθῶν πραγματείας,
                            ἀποχωρήσεις τε παραχρῆμα <lb/>τῆς διδασκαλίας αὐτοῦ, καὶ μηκυνεῖς τὸν
                            λόγον ἐν <lb/>τοῖς οὐ προσήκουσι, δέον ἐπιμεῖναι καὶ δεῖξαι, τίνα ποτέ
                            <lb/>ἐστι τὰ μόρια τοῦ λογιστικοῦ τῆς ψυχῆς. ἐπειδὴ τοίνυν σὺ <pb n="445"/> παρέδραμες εἴθ’ ἑκὼν εἴτ’ ἄκων τὸν λόγον, (οὐ γὰρ ἔχω
                            <lb/>συμβαλεῖν,) ἐγὼ πειράσομαι τοῖς σοῖς δόγμασιν ἑπόμενος
                            <lb/>ἐξευρεῖν τέ σου τὸ βούλημα καὶ διασκέψασθαι περὶ τῆς <lb/>ἀληθείας
                            αὐτοῦ, τὴν ἀρχὴν ἀπὸ τῆς προγεγραμμένης ῥήσεως <lb/>ποιησάμενος ἐχούσης
                            ᾧδε. </p></div></div></div></body></text></TEI>