<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="4"><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Δεδειγμένου δὲ ἤδη σαφῶς αὐτῶν τοῦ τύπου, <lb/>μεταβήσομαι δὴ ἐπί τινα
                            τῶν ὑπὸ τοῦ Ποσειδωνίου πρὸς <lb/>τὸν Χρύσιππον ἀντειρημένων. ὁ γοῦν
                            ὅρος οὗτος, φησὶν, <lb/>ὁ τῆς ἄσης, ὥσπερ οὖν καὶ ἄλλοι πολλοὶ τῶν
                            παθῶν, ὑπό <lb/>τε Ζήνωνος εἰρημένοι καὶ πρὸς τοῦ Χρυσίππου γεγραμμένοι,
                            <lb/>σαφῶς ἐξελέγχουσι τὴν γνώμην αὐτοῦ. δόξαν γὰρ εἶναι, <lb/>πρόσφατον
                            τὸ κακὸν αὐτῷ παρεῖναι, φησὶ τὴν λύπην. ἐν ᾧ <lb/>καὶ συντομώτερον
                            ἐνίοτε λέγοντες ᾧδέ πως προφέρονται· <lb/>λύπη ἐστὶ δόξα πρόσφατος κακοῦ
                            παρουσίας. εἶναι μὲν δὴ <lb/>τὸ πρόσφατόν φησι τὸ ὑπόγυον κατὰ τὸν
                            χρόνον, ἀξιοῖ δὲ <lb/>τὴν αἰτίαν αὐτῶν ῥηθῆναι, δι’ ἣν ἡ τοῦ κακοῦ δόξα
                            πρόσφατος <lb/>μὲν οὖσα συστέλλει τε τὴν ψυχὴν καὶ λύπην <lb/>ἐργάζεται,
                            χρονισθεῖσα δ’ ἢ οὐδ’ ὅλως, ἢ οὐκ ἔθ’ ὁμοίως <lb/>συστέλλει. καίτοι οὐδὲ
                            τὸ πρόσφατον ἐχρῆν ἐγκεῖσθαι κατὰ <pb n="417"/> τὸν ὅρον, εἴπερ ἀληθῆ τὰ
                            Χρυσίππου. κατὰ γὰρ τὴν γνώμην <lb/>αὐτοῦ μᾶλλον τοῦ μεγάλου κακοῦ, ἢ
                            ἀνυπομονήτου, ἢ <lb/>ἀκαρτερήτου, καθάπερ αὐτὸς εἴωθεν ὀνομάζειν τὴν
                            λύπην, <lb/>εἰρῆσθαι [ἔδει] δόξαν, οὐ προσφάτου. ἔνθα καὶ διχόθεν ὁ
                            <lb/>Ποσειδώνιος ἀντιλέγει τῷ Χρυσίππῳ, κατὰ μὲν τοῦτον τὸν
                            <lb/>δεύτερον ὁρισμὸν ἀναμιμνήσκων τῶν τε σοφῶν καὶ τῶν
                            <lb/>προκοπτόντων, ὡς ἔμπροσθεν εἴρηται· οἱ μὲν γὰρ ἐν μεγίστοις
                            <lb/>ἀγαθοῖς, οἱ δ’ ἐν μεγίστοις κακοῖς ἑαυτοὺς ὑπολαμβάνοντες
                            <lb/>εἶναι, ὅμως οὐ γίνονται διὰ τοῦτ’ ἐν πάθει· κατὰ <lb/>δὲ τὸν πρῶτον
                            ἐρωτᾷ τὴν αἰτίαν, δι’ ἣν οὐχ ἡ τῆς τοῦ <lb/>κακοῦ παρουσίας δόξα τὴν
                            λύπην, ἀλλ’ ἡ πρόσφατος ἐργάζεται <lb/>μόνη, καί φησι, διότι πᾶν τὸ
                            ἀμέτρητον καὶ ξένον <lb/>ἀθρόως προσπίπτον ἐκπλήττει τε καὶ τῶν παλαιῶν
                            ἐξίστησι <lb/>κρίσεων, ἀσκηθὲν δὲ καὶ συνεθισθὲν καὶ χρονίσαν <lb/>ἢ
                            οὐδ’ ὅλως ἐξίστησιν, ὡς κατὰ πάθος κινεῖν, ἢ ἐπὶ μικρὸν <lb/>κομιδῇ, διὸ
                            καὶ προενδημεῖν [δεῖν] φησι τοῖς πράγμασι, <lb/>καὶ μήπω παροῦσιν οἷον
                            παροῦσι χρῆσθαι. βούλεται δὲ <lb/>τὸ προενδημεῖν ῥῆμα τῷ Ποσειδωνίῳ τὸ
                            οἷον προαναπλάττειν <pb n="418"/> τε καὶ προτυποῦν τὸ πρᾶγμα παρ’ ἑαυτῷ
                            τὸ <lb/>μέλλον γενήσεσθαι, καὶ ὡς πρὸς ἤδη γενόμενον ἐθισμόν <lb/>τινα
                            ποιεῖσθαι κατὰ βραχύ. διὸ καὶ τὸ τοῦ Ἀναξαγόρου <lb/>παρείληφεν ἐνταῦθα,
                            ὡς ἄρα, τινὸς ἀπαγγείλαντος αὐτῷ, <lb/>τεθνάναι τὸν υἱὸν, εὖ μάλα
                            καθεστηκότως εἶπεν, ᾔδειν <lb/>θνητὸν γεννήσας, καὶ ὡς τοῦτο λαβὼν
                            Εὐριπίδης τὸ νόημα <lb/>τὸν Θησέα πεποίηκε λέγοντα·</p><lg><l>Ἐγὼ δὲ παρὰ σοφοῦ τινος μαθὼν</l><l>Εἰς φροντίδας νοῦν συμφοράς τ’ ἐβαλλόμην,</l><l>Φυγάς τ’ ἐμαυτῷ προστιθεὶς πάτρας ἐμῆς</l><l>Θανάτους τ’ ἀώρους καὶ κακὰς ἄλλας ὁδοὺς,</l><l>Ὥστ’, εἴ τι πάσχοιμ’ ὧν ἐδόξαζόν ποτε,</l><l>Μή μοι νεαραῖς προσπεσὸν ψυχὴν δάκοι.</l></lg><p>οὕτω δὲ εἰρῆσθαί φησι καὶ τὰ τοιαῦτα·</p><lg><l><milestone unit="ed2page" n="152"/>Εἰ μὲν τόδ’ ἦμαρ πρῶτον ἦν
                                κακουμένῳ,</l><l>Καὶ μὴ μακρὰ δὴ διὰ πόνων ἐναυστόλουν,</l><l>Εἰκὸς σφαδάζειν ἦν ἂν ὡς νεόζυγα</l><l>Πῶλον, χαλινὸν ἀρτίως δεδεγμένον·</l><pb n="419"/><l>Νῦν δ’ ἀμβλύς εἰμι καὶ κατηρτυκὼς κακῶν.</l><l>Ἔσθ’ ὅτε τὰ τοιαῦτα μακρὸς</l><l>Χρόνος μαλάξει, νῦν δ’ ἔθ’ ἡβάσκει κακόν.</l></lg><p>ὅτι δ’ ἐν τῷ χρόνῳ μαλάττεται τὰ πάθη, κᾂν αἱ δόξαι <lb/>μένωσι τοῦ κακόν
                            τι αὐτοῖς γεγονέναι, καὶ ὁ Χρύσιππος ἐν <lb/>τῷ δευτέρῳ περὶ παθῶν
                            μαρτυρεῖ γράφων ᾧδε· ζητήσαι δ’ <lb/>ἄν τις καὶ περὶ τῆς ἀνέσεως τῆς
                            λύπης, πῶς γίνεται, πότερον <lb/>δόξης τινος μετακινουμένης, ἢ πασῶν
                            διαμενουσῶν, καὶ <lb/>διὰ τί τοῦτ’ ἔσται. εἶτ’ ἐπιφέρων φησί· δοκεῖ δέ
                            μοι ἡ μὲν <lb/>τοιαύτη δόξα διαμένειν, ὅτι κακὸν αὐτὸ, ὃ δὴ πάρεστιν,
                            <lb/>ἐγχρονιζομένης δ’ ἀνίεσθαι ἡ συστολὴ <milestone unit="ed1page" n="284"/>καὶ, ὡς οἶμαι, <lb/>ἡ ἐπὶ τὴν συστολὴν ὁρμή. τυχὸν δὲ καὶ
                            ταύτης διαμενούσης, <lb/>οὐχ ὑπακούσεται τὰ ἑξῆς διὰ ποιὰν ἄλλην
                            ἐπιγινομένην <lb/>διάθεσιν δυσλόγιστον τούτων γινομένων. οὕτω γὰρ καὶ
                            κλαίοντες <lb/>παύονται, καὶ μὴ βουλόμενοι κλαίειν κλαίουσιν, ὅταν μὴ
                            <lb/>ὁμοίας τὰς φαντασίας τὰ ὑποκείμενα ποιῇ, καὶ ἐνίστηταί τι <lb/>ἢ
                            μηθέν. ὃν τρόπον γὰρ ἡ θρήνων παῦσις γίνεται, καὶ <pb n="420"/>
                            κλαυθμοὶ, τοιαῦτα εὔλογον καὶ ἐπ’ ἐκείνων συντυγχάνειν, ἐν <lb/>ταῖς
                            ἀρχαῖς μᾶλλον τῶν πραγμάτων κινούντων, καθάπερ ἐπὶ <lb/>τῶν τὸν γέλωτα
                            κινούντων γίνεσθαι ἔφην, καὶ τὰ ὅμοια <lb/>τούτοις. ὅτι μὲν οὖν ἐν τῷ
                            χρόνῳ παύεται τὰ πάθη, καίτοι <lb/>τῆς δόξης διαμενούσης, αὐτὸς ὁ
                            Χρύσιππος ὁμολογεῖ· διὰ <lb/>τίνα μέντοι τὴν αἰτίαν τοῦτο γίνεται,
                            δυσλόγιστον εἶναί <lb/>φησιν. εἶθ’ ἑξῆς ἕτερα παραπλησίως γινόμενα
                            γράφει, περὶ <lb/>ὧν οὐδ’ αὐτῶν δηλονότι τὴν αἰτίαν ἐπαγγέλλεται
                            γινώσκειν. <lb/>ἀλλ’ οὐ Ποσειδώνιός γε, Χρύσιππε, τὰς αἰτίας τῶν
                            τοιούτων <lb/>ἀγνοεῖν φησιν, ἀλλ’ ἐπαινεῖ καὶ ἀποδέχεται τὰ ὑπὸ τῶν
                            <lb/>παλαιῶν εἰρημένα, ἃ ἐφεξῆς ἐρῶ. σὺ δ’ οὔτ’ ἐκείνων μνημονεύσας,
                            <lb/>οὔτ’ ἄλλην αὐτὸς εἰπὼν, οἴει λελῦσθαι τὸ ζητούμενον, <lb/>ἂν
                            ὁμολογήσῃς ἀγνοεῖν τὴν αἰτίαν. καίτοι τό γε <lb/>συνέχον ὅλην τὴν
                            πραγματείαν τήν τε τῶν λογικῶν ζητημάτων <lb/>καὶ τὴν θεραπευτικὴν τῶν
                            παθῶν οὐδὲν ἄλλο ἐστὶν, <lb/>ἢ τὸ τὰς αἰτίας ἐξευρεῖν, ὑφ’ ὧν γίνεταί τε
                            καὶ παύεται τὰ <lb/>πάθη. οὕτω γὰρ ἄν τις, οἶμαι, καὶ τὴν γένεσιν αὐτῶν
                            <lb/>κωλύσειε, καὶ γενομένας παῦσαι δυνηθείη. συναναιρεῖσθαι <pb n="421"/> γὰρ εὔλογον οἶμαι ταῖς αἰτίαις τὰς τε γενέσεις καὶ τὰς <lb/>ὑπάρξεις
                            τῶν πραγμάτων. ταῦτά τοι καὶ ἀπορεῖς κατὰ τὸ <lb/>περὶ τῶν παθῶν βιβλίον
                            τι καὶ γράψαι τοιοῦτον ἡμῖν, ᾧ <lb/>προσέχοντες τὸν νοῦν κωλύσομέν τε
                            τῶν παθῶν ἕκαστον <lb/>γίνεσθαι καὶ γενόμενον ἰασόμεθα, καίτοι καὶ τοῦ
                            Πλάτωνος <lb/>θαυμαστῶς γράψαντος, ὡς καὶ ὁ Ποσειδώνιος ἐπισημαίνεται
                            <lb/>θαυμάζων τὸν ἄνδρα, καὶ θεῖον ἀποκαλεῖ, ὡς καὶ <lb/>πρεσβεύων αὐτοῦ
                            τά τε περὶ τῶν παθῶν δόγματα, καὶ τὰ <lb/>περὶ τῶν τῆς ψυχῆς δυνάμεων,
                            ὅσα τε περὶ τοῦ μὴ γίνεσθαι <lb/>τὴν ἀρχὴν ἢ γενόμενα παύεσθαι τάχιστα
                            τῆς ψυχῆς <lb/>τὰ πάθη γέγραπται πρὸς αὐτοῦ. συνῆφθαι δὲ καὶ τὴν
                            <lb/>περὶ τῶν ἀρετῶν διδασκαλίαν τούτοις φησὶ, καὶ τὴν περὶ <lb/>τοῦ
                            τέλους, καὶ ὅλως πάντα τὰ δόγματα τῆς ἠθικῆς φιλοσοφίας <lb/>ὥσπερ ἐκ
                            μιᾶς μηρίνθου δεδέσθαι τῆς γνώσεως τῶν <lb/>κατὰ τὴν ψυχὴν δυνάμεων,
                            αὐτός τε δείκνυσιν, ὡς ὑπὸ <lb/>θυμοῦ καὶ ἐπιθυμίας γίγνεται τὰ πάθη,
                            καὶ διὰ τίνα τὴν <lb/>αἰτίαν ἐν τῷ χρόνῳ καθίσταται, κᾂν αἱ δόξαι τε καὶ
                            αἱ <lb/>κρίσεις ἔτι μένωσι τοῦ κακὸν ὑπάρχειν αὐτοῖς ἢ γεγονέναι.
                            <lb/>προσχρῆται δ’ εἰς τοῦτο μάρτυρι καὶ αὐτῷ τῷ Χρυσίππῳ <pb n="422"/>
                            κατὰ τὸ δεύτερον περὶ τῶν παθῶν ᾧδέ πως γράφοντι· <lb/>περὶ δὲ τῆς
                            λύπης, <milestone unit="ed2page" n="153"/>καὶ ὡς ἂν ἐμπλησθέντες τινὲς,
                            <lb/>ὁμοίως φαίνονται ἀφίστασθαι, καθάπερ καὶ ἐπὶ Ἀχιλλέως <lb/>ταῦτα
                            λέγει ὁ ποιητὴς πενθοῦντος τὸν Πάτροκλον·</p><l>Ἀλλ’ ὅτε δὴ κλαίων τε κυλινδόμενός τ’ ἐκορέσθη,</l><p>καὶ,</p><l>Οἱ ἀπὸ πραπίδων ἦλθ’ ἵμερος ἠδ’ ἀπὸ γυίων,</l><p>ἐπὶ τὸ παρακαλεῖν ὥρμησε τὸν Πρίαμον τὴν τῆς λύπης <lb/>ἀλογίαν αὐτῷ
                            παριστάς. εἶτ’ ἐφεξῆς ἐπιφέρει καὶ ταῦτα· <lb/>καθ’ ὃν λόγον οὐκ ἂν
                            ἀπελπίσαι τις οὕτως τῶν πραγμάτων <lb/>ἐγχρονιζομένων, καὶ τῆς παθητικῆς
                            φλεγμονῆς ἀνιεμένης, <lb/>τὸν λόγον παρεισδυόμενον, καὶ οἱονεὶ χώραν
                            λαμβάνοντα <lb/>παριστάναι τὴν τοῦ πάθους ἀλογίαν. ἐναργῶς γὰρ ἐν
                            τούτοις <lb/>ὁ Χρύσιππος ὁμολογεῖ, τήν τε παθητικὴν φλεγμονὴν
                            <lb/>ἀνίεσθαι κατὰ τὸν χρόνον, ἔτι τῆς ὑπολήψεώς τε καὶ δόξης
                            <lb/>μενούσης, ἐμπίπλασθαί τε τῶν παθητικῶν κινήσεων τοὺς
                            <lb/>ἀνθρώπους, καὶ διὰ τοῦτο παῦλάν τινα λαμβάνοντος τοῦ <lb/>πάθους
                            καὶ ἡσυχάσαντος, τὸν λόγον ἐπικρατέστερον γίνεσθαι. <pb n="423"/> ταῦτα
                            γὰρ ἀληθῆ μέν ἐστιν, εἴπερ τινὰ καὶ ἄλλα, <lb/>μάχεται δὲ ταῖς
                            ὑποθέσεσιν αὐτοῦ, καθάπερ καὶ τὰ ἐπιφερόμενα <lb/>τόνδε τὸν τρόπον
                            ἔχοντα. λέγεται δὲ καὶ τοιαῦτα <lb/>εἰς τὴν μεταβολὴν τῶν παθῶν·</p><l>— — λαιψηρὸς δὲ κόρος στυγεροῖο γόοιο.</l><p>καὶ ἔτι τὰ τοιαῦτα εἰς τὸ κατὰ τὴν λύπην ἀγωγόν·</p><lg><l>— — τοῖς δὲ δυστυχοῦσί πως</l><l>Τερπνὸν τὸ κλαῦσαι κἀποδύρασθαι τύχας.</l></lg><p>καὶ ἔτι τούτων ἐφεξῆς·</p><l>Ὡς φάτο, τοῖσι δὲ πᾶσιν ὑφ’ ἵμερον ὦρσε γόοιο.</l><p>καί·</p><l>Τὸν αὐτὸν ἀνέγειρε γόον, ἄναγε πολύδακρυν ἁδονάν.</l><p>ἔτι δὲ ἀμέλει πάμπολλα καὶ ἄλλα τοιαῦτα παρὰ τῶν ποιητῶν <lb/>ἀθροῖσαι
                            μαρτύρια τοῦ καὶ λύπης, καὶ δακρύων, καὶ <lb/>κλαυθμῶν, καὶ θρήνου, καὶ
                            νίκης, καὶ τιμῆς, καὶ πάντων <lb/>τε τῶν τοιούτων ἐμπίπλασθαι τούς
                            ἀνθρώπους, ἐφ’ οἷς <lb/>οὐδὲν χαλεπόν ἐστι συλλογίζεσθαι τὴν αἰτίαν, δι’
                            ἢν ἐν <lb/>τῷ χρόνῳ παύεται μὲν τὰ πάθη, κρατεῖ δὲ τῶν ὁρμῶν <pb n="424"/> ὁ λόγος. ὡς γὰρ ἐφίεται τὸ παθητικὸν τῆς ψυχῆς οἰκείων <lb/>τινῶν
                            ὀρεκτικῶν, οὕτως καὶ τυγχανόντων αὐτῶν ἐμπίπλαται, <lb/>κᾀν τούτῳ τὴν
                            ἑαυτῶν κίνησιν καθίστησιν, ἥτις ἐκράτει τῆς <lb/>ὁρμῆς τοῦ ζώου, καὶ
                            καθ’ ἑαυτὴν ἦγεν ἐφ’ ὅ τι παρήγετο. <lb/>οὔκουν ἀσυλλόγιστοι τῆς παύλας
                            τῶν παθῶν εἰσιν αἱ αἰτίαι, <lb/>καθάπερ ὁ Χρύσιππος ἔλεγεν, ἀλλὰ καὶ
                            πάνυ σαφεῖς <lb/>τῷ γε μὴ βουλομένῳ φιλονεικεῖν τοῖς παλαιοῖς. οὐδὲν γὰρ
                            <lb/>οὕτως ἐναργές ἐστιν, ὡς τὸ δυνάμεις τινάς ἐν ταῖς ἡμετέραις
                            <lb/>εἶναι ψυχαῖς ἐφιεμένας φύσει, τὴν μὲν ἡδονῆς, τὴν <lb/>δὲ κράτους
                            καὶ νίκης, ἃς ἐναργῶς ὁρᾶσθαί φησι κᾀν τοῖς <lb/>ἄλλοις ζώοις ὁ
                            Ποσειδώνιος, ὥσπερ καὶ ἡμεῖς ἐπεδείξαμεν <lb/>εὐθὺς ἐν ἀρχῇ τοῦ πρώτου
                            γράμματος. ἐπιμέμφεται δ’ ὀρθῶς <lb/>τοῦ Χρυσίππου κᾀν τῷ φάναι· τυχὸν
                            δὲ, τῆς ὁρμῆς <lb/>διαμενούσης, οὐχ ὑπακούσεται τὰ ἑξῆς διὰ ποιὰν ἄλλην
                            <lb/>ἐπιγινομένην διάθεσιν. ἀμήχανον γὰρ εἶναί φησι, παρεῖναι <lb/>μὲν
                            τὴν ὁρμὴν, ὑπ’ ἄλλης δέ τινος αἰτίας κωλύεσθαι τὴν <lb/>κατ’ αὐτὴν
                            ἐνέργειαν. ὅθεν κᾀπειδὰν λέγῃ, οὕτω γὰρ καὶ <pb n="425"/> κλαίοντες
                            παύονται, καὶ μὴ βουλόμενοι κλαίειν κλαίουσιν, <lb/>ὅταν ὁμοίας τὰ
                            ὑποκείμενα φαντασίας ποιῇ, τὴν αἰτίαν <lb/>ἐρωτᾷ κᾀνταῦθα ὁ Ποσειδώνιος,
                            δι’ ἣν καὶ οἱ πολλοὶ μὴ <lb/>βουλόμενοι πολλάκις κλαίουσιν, ἐπισχεῖν μὴ
                            δυνάμενοι τὰ <lb/>δάκρυα, καὶ ἄλλοι κλαίειν ἔτι βουλόμενοι φθάνουσιν ἔτι
                            <lb/>παυόμενοι ἤτοι διὰ τὰς παθητικὰς κινήσεις σφόδρα ἐγκειμένας,
                            <lb/>ὡς μὴ κρατεῖσθαι πρὸς τῆς βουλήσεως, ἢ παντελῶς <lb/>πεπαυμένας, ὡς
                            μηκέτ’ ἐπεγείρεσθαι δύνασθαι πρὸς αὐτῶν. <lb/>οὕτω γὰρ ἥ τε τοῦ λόγου
                            μάχη τε καὶ διαφορὰ <milestone unit="ed2page" n="154"/>πρὸς <lb/>τὸ
                            πάθος εὑρεθήσεται, καὶ τῆς ψυχῆς αἱ δυνάμεις ἐναργῶς <lb/>σωθήσονται, οὐ
                            μὰ Δία, ὡς Χρύσιππός φησι, διά τινας <lb/>αἰτίας ἀσυλλογίστους τούτων
                            γινομένων, ἀλλὰ διὰ τὰς ὑπὸ <lb/>τῶν παλαιῶν εἰρημένας. οὐ γὰρ
                            Ἀριστοτέλης μόνον ἢ <lb/>Πλάτων ἐδόξαζον οὕτως, ἀλλ’ ἔτι πρόσθεν ἄλλοι
                            τέ τινες <lb/>καὶ ὁ Πυθαγόρας, ὡς καὶ ὁ Ποσειδώνιός φησιν, ἐκείνου
                            <lb/>πρώτου τε εἶναι λέγων τὸ δόγμα, Πλάτωνα δ’ ἐξεργάσασθαι <lb/>καὶ
                            κατασκευάσαι τελεώτερον αὐτό. διὰ τοῦτο τοίνυν <lb/>καὶ τὰ ἔθη φαίνεται
                            πλεῖστον δυνάμενα καὶ ὅλος ὁ <pb n="426"/> χρόνος εἰς τὰς παθητικὰς
                            κινήσεις. ἐν μὲν γὰρ τοῖς ἔθεσιν <lb/>οἰκειοῦται κατὰ βραχὺ τὸ τῆς ψυχῆς
                            ἄλογον, οἷς ἂν ἐντρέφηται, <lb/>κατὰ δὲ τὸν χρόνον, ὡς προείρηται, παῦλα
                            γίνεται <lb/>τῶν παθῶν ἐμπιπλαμένων τῶν ἀλόγων τῆς ψυχῆς δυνάμεων,
                            <lb/>ὧν ἐπεθύμουν ἔμπροσθεν. αἱ δὲ λογικαὶ γνώσεις τε καὶ <lb/>κρίσεις
                            καὶ ὅλως ἐπι<milestone unit="ed1page" n="285"/>στῆμαι πᾶσαι καὶ τέχναι
                            διὰ <lb/>τὸν χρόνον αὐτὸν μόνον ψιλὸν οὔτε δύσλυτοι φαίνονται
                            <lb/>γίγνεσθαι, καθάπερ οἱ κατὰ πάθος ἐθισμοὶ, οὔτε μετατίθεσθαί <lb/>τε
                            καὶ παύεσθαι, καθάπερ ἡ λύπη καὶ ἄλλα <lb/>πάθη τίς γὰρ τοῦ τὰ δὶς δύο
                            τέσσαρα εἶναι διὰ τὸν <lb/>χρόνον ἐμπλησθεὶς ἀπέστη καὶ μετεδόξασεν; ἢ
                            τίς τοῦ <lb/>μὴ πάσας εἶναι τὰς ἐκ τοῦ κέντρου τοῦ κύκλου; καθ’ ἕκαστόν
                            <lb/>τε τῶν ἄλλων θεωρημάτων οὐδείς ἐστιν ὅστις ἐμπλησθεὶς <lb/>ἀπέθετο
                            τὴν παλαιὰν δόξαν, ὥσπερ ἀποτίθεται <lb/>τὸ κλαίειν τε καὶ λυπεῖσθαι,
                            καὶ στένειν, οἰμώζειν τε καὶ <lb/>θρηνεῖν, ὅσα τε ἄλλα τοιαῦτα, κᾂν αἱ
                            περὶ τῶν γεγενημένων <lb/>ὡς κακῶν ὁμοίαι διαμένωσιν ὑπολήψεις. ἱκανὰ
                            μὲν <lb/>οἶν ἀμέλει καὶ ταῦτα πρὸς ἔνδειξιν ὧν οὐκ ὀρθῶς <pb n="427"/>
                            ἔγραψεν ὁ Χρύσιππος ὑπέρ τε τῶν τῆς ψυχῆς παθῶν, <lb/>καὶ πολὺ πρότερον
                            ἔτι περὶ τῶν ἐργαζομένων αὐτὰ δυνάμεων. <lb/>οὐ μὴν ἀλλὰ διὰ τοῦ πέμπτου
                            γράμματος ἔγνωκα <lb/>περὶ τῶν αὐτῶν ἔτι διαλεχθῆναι, παραλείπων μὲν τὰ
                            <lb/>πλεῖστα τῶν οὐκ ὀρθῶς εἰρημένων αὐτῷ, μόνων δὲ ἐκείνων
                            <lb/>μνημονεύων, ἐν οἷς ἐναντιολογεῖται πρὸς ἑαυτὸν, ἐναντία τε
                            <lb/>τολμᾷ φθέγγεσθαι τοῖς ἐναργῶς φαινομένοις. ἐπιμνησθήσομαι <lb/>δ’
                            ἐν αὐτοῖς ἔτι καὶ τῶν ὑπὸ τοῦ Ποσειδωνίου πρὸς <lb/>τὸν Χρύσιππον
                            ἀντειρημένων. </p></div></div></div></body></text></TEI>