<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="4"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Ὅτι δ’ ὁ Χρύσιππος οὐχ ἅπαξ ἢ δὶς, ἀλλὰ <lb/>πάνυ πολλάκις αὐτὸς
                            ὁμολογεῖ, δύναμίν τινα ἑτέραν εἶναι <lb/>τῆς λογικῆς ἐν ταῖς ψυχαῖς τῶν
                            ἀνθρώπων αἰτίαν τῶν παθῶν, <lb/>ἔνεστιν ἡμῖν ἐκ τῶν τοιούτων καταμαθεῖν,
                            ἐν οἷς αἰτιᾶται <lb/>τῶν πραττομένων οὐκ ὀρθῶς ἀτονίαν τε καὶ ἀσθένειαν
                            <lb/>τῆς ψυχῆς· οὕτω γὰρ αὐτὰς ὀνομάζει, καθάπερ γε <lb/>καὶ τἀναντία,
                            τὸ μὲν εὐτονίαν, τὸ δ’ ἰσχύν. ὅσα γὰρ οὐκ <lb/>ὀρθῶς πράττουσιν
                            ἄνθρωποι, τὰ μὲν εἰς μοχθηρὰν κρίσιν <lb/>ἀναφέρει, τὰ δ’ εἰς ἀτονίαν
                            καὶ ἀσθένειαν τῆς ψυχῆς, <lb/>ὥσπερ γε καὶ ὧν κατορθοῦσιν ἡ ὀρθὴ κρίσις
                            ἐξηγεῖται <lb/>μετὰ τῆς κατὰ τὴν ψυχὴν εὐτονίας. ἀλλὰ τοιούτων ὥσπερ
                            <lb/>ἡ κρίσις ἔργον ἐστὶ τῆς λογικῆς δυνάμεως, οὕτως ἡ εὐτονία <lb/>ῥώμη
                            τε καὶ ἀρετὴ δυνάμεως ἑτέρας παρὰ τὴν λογικὴν, ἣν <lb/>αὐτὸς ὁ Χρύσιππος
                            ὀνομάζει τόνον, ἀφίστασθαί τέ φησιν <pb n="404"/> ἔστιν ὅτε τῶν ὀρθῶς
                            ἐγνωσμένων ἡμῖν, ἐνδόντος τοῦ τόνου <lb/>τῆς ψυχῆς, καὶ μὴ παραμείναντος
                            ἕως παντὸς, μήτ’ ἐξυπηρετήσαντος <lb/>τοῖς τοῦ λόγου προστάγμασιν,
                            ἐναργῶς ἐν τοῖς <lb/>τοιούτοις ἐνδεικνύμενος, οἷόν τι τὸ πάθος ἐστίν.
                            ἤδη δὲ καὶ <lb/>ῥῆσιν αὐτοῦ τινα παραγράψω περὶ τούτων ἐκδιδάσκουσαν·
                            <lb/>ἔστι δ’ ἐκ τοῦ περὶ παθῶν ἠθικοῦ. ἔτι δὲ καὶ κατὰ τοῦτ’ <lb/>ἴσως
                            οἱ ἐπὶ τοῦ σώματος λέγονται τόνοι ἄτονοι καὶ εὔτονοι <lb/>εἶναι κατὰ τὸ
                            νευρῶδες, τῷ δύνασθαι ἡμᾶς ἢ ἀδυνατεῖν ἐν <lb/>τοῖς διὰ τούτων
                            ἐπιτελουμένοις ἔργοις. καὶ ὁ ἐν τῇ ψυχῇ <lb/>λέγεται τόνος, ὡς εὐτονία
                            καὶ ἀτονία. καὶ ἐφεξῆς· ὥσπερ <lb/>γὰρ ἐν τρόμῳ καὶ ἀνθέξει τινὸς καὶ
                            τῶν παραπλησίων ἤδη, <lb/>ἃ διὰ τῶν νεύρων ἐνεργεῖται, ἔστι τις
                            ἐπιτελεστικὴ κατάστασις <lb/>καὶ ἐνδοτικὴ, τῶν νεύρων προεκλελυμένων καὶ
                            ἀνειμένων, <lb/>ἀναλόγως καὶ ἐπὶ ψυχῆς ἐστι τοιοῦτον νευρῶδες, <lb/>καθ’
                            ὃ καὶ κατὰ μεταφορὰν ἀνεύρους τινὰς λέγομεν, καὶ <lb/>νεῦρα ἔχειν. εἶθ’
                            ἑξῆς ἐξηγούμενος αὐτὸ τοῦτο τάδε γράφει· <lb/>ὁ μὲν δειμῶν ἐπιγινομένων
                            ἀφίσταται, ὁ δὲ κέρδους ἢ <pb n="405"/> ζημίας φερομένης ἐξελύθη καὶ
                            ἐνέδωκεν, ὁ δὲ καθ’ ἕτερα <lb/>τοιαῦτα οὐκ ὀλίγα. ἕκαστον γὰρ τῶν
                            τοιούτων τρέπεταί <lb/>τε καὶ δουλοῦται ἡμᾶς, ὡς ἐνδιδόντας αὐτοῖς, καὶ
                            φίλους, <lb/>καὶ πόλεις προδιδόναι, καὶ αὐτοὺς εἰς πολλὰς καὶ ἀσχήμονας
                            <lb/>πράξεις ἐπιδιδόναι, τῆς πρὸς θέατρα φορᾶς ἐκλυθείσης. <lb/>οἷος
                            εἰσῆκται καὶ τῷ Εὐριπίδῃ ὁ Μενέλαος· σπασάμενος <lb/>γὰρ τὴν μάχαιραν
                            φέρεται ἐπὶ τὴν Ἑλένην ὡς ἀναιρήσων, <lb/>ἰδὼν δὲ καὶ καταπλαγεὶς εἰς τὸ
                            κάλλος ἐξέβαλε <lb/>τὴν μάχαιραν, οὐδὲ ταύτης ἔτι δυνάμενος κρατεῖν,
                            καθὰ <lb/>καὶ ἡ ἐπίπληξις αὐτῆς εἴρηκεν αὐτῷ· σὺ δ’ ὡς ἐσεῖδες μαστὸν
                            <lb/>ἐκείνης, ἐκβαλὼν ξίφος φίλημ’ ἐδέξω προδότιν αἰκάλλων <lb/>κύνα.
                            ἅπαντα εἴρηται ὀρθῶς τῷ Χρυσίππῳ, μάχεται <lb/>δὲ τῷ κρίσεις εἶναι τὰ
                            πάθη. κρίνας γοῦν ὁ Μενέλαος <lb/>ἀποκτεῖναι τὴν Ἑλένην καὶ σπασάμενος
                            τὸ ξίφος, ἐπειδὴ <lb/>πλησίον ἧκεν αὐτῆς, ἐκπλαγεὶς τοῦ κάλλους διὰ τὴν
                            ἀτονίαν <lb/>καὶ ἀσθένειαν τῆς ψυχῆς <milestone unit="ed2page" n="148"/>(τοῦτο γάρ ἐστιν, ὃ <lb/>κατασκευάζει παρ’ ὅλον τὸν λόγον ὁ Χρύσιππος)
                            οὐ μόνον <lb/>ἀπέῤῥιψε τὸ ξίφος, ἀλλὰ καὶ καταφιλεῖ τὴν γυναῖκα, καὶ,
                                <pb n="406"/> ὥσπερ ἂν εἴποι τις, αὑτὸν δοῦλον ἐγχειρίζει, οὐ
                            μεταπεισθεὶς <lb/>ὑπὸ λόγου τινὸς, ὡς ἑτέραν κτήσασθαι κρίσιν, ἀλλ’
                            <lb/>ἀκρίτως τε καὶ ἀλόγως ὁρμήσας ἐπὶ τἀναντία τοῖς ἐξ ἀρχῆς
                            <lb/>κεκριμένοις. ὅθεν καὶ αὐ<milestone unit="ed1page" n="282"/>τὸς ὁ
                            Χρύσιππος ἐπιφέρων <lb/>ἐρεῖ· διὸ πάντων τῶν φαύλων οὕτω πραττόντων
                            ἀποστατικῶς <lb/>καὶ ἐνδοτικῶς κατὰ πολλὰς αἰτίας ἀσθενῶς καὶ κακῶς
                            <lb/>ἔκαστα πράττειν ἂν λέγοιτο. τὸ μὲν οὖν ἀποστατικῶς μὲν <lb/>τοῦ
                            λόγου, τοῖς πάθεσι δ’ ἐνδοτικῶς ἁπάντων τῶν φαύλων <lb/>πραττόντων,
                            ἀσθένειάν τινα καὶ ἀτονίαν ἐμφαίνεσθαι <lb/>κατὰ τὴν ψυχὴν αὐτῶν
                            ἀληθέστατα λέγεται. τὸ δὲ κατὰ <lb/>πολλὰς αἰτίας, ὃ δὴ καὶ αὐτὸς
                            προσέθηκεν ἐν τῇ ῥήσει, <lb/>καλῶς μὲν εἴρηται πρὸς αὐτοῦ, κάλλιον δ’
                            ἦν, εἰ καὶ τὰς <lb/>πολλὰς ταύτας αἰτίας, αἵτινές ποτ’ εἰσὶν, ἐφεξῆς
                            αὐτὸς <lb/>διεληλύθει. εἰ γάρ τις προσέχοι τὸν νοῦν, οὐδὲν οὕτως εὑρήσει
                            <lb/>συνέχον τὴν περὶ τῶν παθῶν πραγματείαν, καὶ μάλιστα <lb/>τὴν
                            θεραπευτικὴν, ἐν ᾗ ταῦτ’ ἔγραψεν, ὡς τὸ πάσας <lb/>γνῶναι τὰς αἰτίας,
                            ὑφ’ ὧν ἀποχωροῦσι τῶν ἐξ ἀρχῆς <lb/>κρίσεων οἱ κατὰ πάθος τι πράττοντες.
                            ὁ δέ γε τοσούτου <pb n="407"/> δεῖ συμπάσας ἀκριβῶς ἐκδιδάσκειν, ὥστ’
                            οὐδ’ αὐτὴν ταύτην, <lb/>ἧς μέμνηται νῦν, ἐδήλωσε σαφῶς. οὐ γὰρ δὴ
                            ἀποχρήσει <lb/>γ’ ἡμῖν εἰπεῖν, ὡς ἡ τῆς ψυχῆς ἐστιν ἀσθένεια· <lb/>κοινὴ
                            γὰρ αὕτη γε κατὰ πάντα τὰ πάθη καὶ μία. Χρύσιππος <lb/>δὲ πολλὰς εἶναί
                            φησιν αἰτίας τὰς ἐξελεγχούσας δηλονότι <lb/>τὴν ἀσθένειαν τῆς ψυχῆς,
                            ὥσπερ ἐπὶ μὲν τοῦ Μενέλεω <lb/>τὸ κάλλος τῆς Ἑλένης, ἐπὶ δὲ τῆς Ἐριφύλης
                            τὸν <lb/>χρυσὸν, ἐπ’ ἄλλου δέ τινος ἄλλο. μυρία γάρ ἐστι τὰ <lb/>κατὰ
                            μέρος, ὑφ’ ὧν ἐξίστανται τῆς ἀρχαίας κρίσεως οἱ κατὰ <lb/>πάθος ζῶντες.
                            ἀλλ’ οὐ χρὴ τῶν μυρίων τούτων μνημονεύειν, <lb/>ἀλλ’ εἰς ὀλίγα κεφάλαια
                            τὸν λόγον ἄγειν, ὡς ὁ <lb/>Πλάτων ἐποίησε, βασιλικὸν μέν τι λέγων εἶναι
                            καὶ δεσποτικὸν <lb/>ἐπιστήμην, καὶ μήποτε ἂν ἁμαρτεῖν μηδένα κατὰ
                            <lb/>μηδὲν, ἐπιστήμης παρούσης, τοὺς μέντοι μεταπεισθέντας, <lb/>ἢ
                            ἐπιλαθομένους αὐτῶν, ἢ βιασθέντας, ἢ δελεασθέντας, <lb/>ἐξαμαρτάνειν
                            ἄλλον ἐν ἄλλῃ πράξει. ἀλλὰ τὸ μὲν ἐπιλαθέσθαι <lb/>καὶ τὸ μεταπεισθῆναι
                            πάθος οὐδέπω, καθάπερ <lb/>οὐδὲ τὸ μηδὲ ὅλως ἔχειν ἐπιστήμην· ἀμαθία γὰρ
                            τοῦτο καὶ <pb n="408"/> ἄγνοιά ἐστιν, οὐ πάθος. εἰ δέ τις ὑπὸ θυμοῦ
                            βιασθεὶς <lb/>ἢ δελεασθεὶς ὑφ’ ἡδονῆς ἀπέστη τῶν ἐξ ἀρχῆς κεκριμένων,
                            <lb/>ἀσθενὴς μὲν ἡ ψυχὴ τούτῳ καὶ ἄτονος, ἡ κίνησις δ’ αὐτῆς <lb/>τὸ
                            πάθος ἐστὶν, ὥσπερ που καὶ ἡ τοῦ κατὰ τραγῳδίαν <lb/>ὑποκειμένου Μενέλεω
                            ψυχὴ δελεασθεῖσα πρὸς τῆς ἐπιθυμίας <lb/>ἐξέστη τῶν κεκριμένων, ἡ δέ γε
                            Μήδεια βιασθεῖσα <lb/>πρὸς τοῦ θυμοῦ, περὶ ἧς καὶ αὐτῆς οὐκ οἶδ’ ὅπως ὁ
                            Χρύσιππος <lb/>οὐκ αἰσθάνεται καθ’ ἑαυτοῦ τῶν Εὐριπίδου μεμνημένος
                            <lb/>ἐπῶν·</p><lg><l>Καὶ μανθάνω μὲν, οἷα δρᾷν μέλλω κακὰ,</l><l>Θυμὸς δὲ κρείσσων τῶν ἐμῶν βουλευμάτων.</l></lg><p>οὐ γὰρ μανθάνειν ἐχρῆν εἰρηκέναι τὸν Εὐριπίδην, εἰ τοῖς <lb/>τοῦ
                            Χρυσίππου δόγμασιν ἔμελλε μαρτυρήσειν, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ <lb/>ἐναντιώτατον,
                            ἀγνοεῖν τε καὶ μὴ μανθάνειν, οἷα δρᾷν μέλλει <lb/>κακά. τὸ δὲ γινώσκειν
                            μὲν αὐτὸ, νικᾶσθαι δ’ ὑπὸ τοῦ <lb/>θυμοῦ, τί ἄλλο ἐστὶν, ἢ δύο ἀρχὰς
                            εἰσάγοντος ἀνθρώπου <lb/>τῶν τῆς Μηδείας ὁρμῶν; ἑτέραν μὲν, ᾗ
                            γιγνώσκομέν τε τὰ <lb/>πράγματα καὶ ἐπιστήμην ἔχομεν αὐτῶν, ἥτις ἐστὶν ἡ
                                <pb n="409"/> λογικὴ δύναμις, ἑτέραν δ’ ἄλογον, ἧς ἔργον τὸ
                            θυμοῦσθαι. <lb/>αὕτη μὲν οὖν Μηδείας ἐβιάσατο τὴν ψυχήν· ἡ δὲ ἑτέρα ἡ
                            <lb/>ἐπιθυμητικὴ τὴν τοῦ Μενέλεω δελεάσασα κατηνάγκασεν <lb/>ἀκολουθεῖν
                            οἷς αὐτὴ προσέταττε. <milestone unit="ed2page" n="149"/>Χρύσιππος δ’
                            <lb/>οὔτε τῆς ἐν τούτοις ἐναντιώσεως αἰσθάνεται, καὶ μυρία <lb/>ἕτερα
                            γράφει τοιαῦτα, καθάπερ ἐπειδὰν λέγῃ· ἔστι δ’, ὡς <lb/>οἶμαι, κοινότατον
                            ἡ ἄλογος αὐτὴ φορὰ καὶ ἀπεστραμμένη <lb/>τὸν λόγον, καθ’ ὃ καὶ θυμῷ
                            φαμέν τινας φέρεσθαι. καὶ <lb/>πάλιν· διὸ καὶ ἐπὶ τῶνδε τῶν ἐμπαθῶν ὡς
                            περὶ ἐξεστηκότων <lb/>ἔχομεν, καὶ ὡς πρὸς παρηλλαχότας ποιούμεθα τὸν
                            <lb/>λόγον, καὶ οὐ παρ’ ἑαυτοῖς, οὐδ’ ἐν ἑαυτοῖς ὄντας. καὶ <lb/>ἐφεξῆς
                            δὲ πάλιν ἐξηγούμενος αὐτὰ ταῦτα· ἡ δὲ παραλλαγὴ <lb/>γίγνεται καὶ ἡ ἐξ
                            αὑτοῦ ἀναχώρησις οὐ κατ’ ἄλλο τι ἢ <lb/>τὴν τοῦ λόγου ἀποστροφὴν, ὡς
                            προείπομεν. τῷ τε γὰρ <lb/>θυμῷ φέρεσθαι, καὶ ἐξεστηκέναι, καὶ οὐ παρ’
                            ἑαυτοῖς, οὐδ’ <lb/>ἐν ἑαυτοῖς εἶναι, καὶ πάνθ’ ὅσα τοιαῦτα φανερῶς
                            μαρτυρεῖ <lb/>τῷ κρίσεις εἶναι τὰ πάθη, κᾀν τῇ |λογικῇ δυνάμει <lb/>τῆς
                            ψυχῆς συνίστασθαι, καθάπερ καὶ τὰ οὕτως ἔχοντα. <pb n="410"/> διὸ καὶ
                            τοιαύτας ἔστιν ἀκοῦσαι φωνὰς ἐπί τε τῶν ἐρώντων <lb/>καὶ τῶν ἄλλως
                            σφόδρα ἐπιθυμούντων, καὶ ἐπὶ τῶν <lb/>ὀργιζομένων, ὅτι τε τῷ θυμῷ
                            θέλουσι χαρίζεσθαι, καὶ ἐᾷν <lb/>αὐτοὺς, εἴτ’ ἄμεινον, εἴτε μὴ, καὶ
                            μηθὲν λέγειν αὐτοῖς, καὶ <lb/>ὡς τοῦτο ἐκ παντός γε τρόπου ποιητέον, καὶ
                            εἰ διαμαρτάνουσι, <lb/>καὶ εἰ ἀσύμφορόν ἐστιν αὐτοῖς. καὶ γὰρ καὶ τὰ
                            <lb/>οὕτως ὑπὸ τοῦ Χρυσίππου λεγόμενα τὴν θυμοειδῆ δύναμιν <lb/>ἑτέραν
                            τινὰ τῆς λογιζομένης ἐνδείκνυται, καὶ τὴν ὁρμὴν <lb/>τοῦ ζώου ποτὲ μὲν
                            ὑπ’ ἐκείνης ἄρχεσθαι διδάσκει, ποτὲ <lb/>δ’ ὑπὸ τῆς ἐπιθυμητικῆς, ὅταν
                            γ’ ἐν πάθει καθεστήκῃ, <lb/>καθάπερ, ὅταν ἔξω πάθους, ὑπὸ τῆς λογικῆς.
                            ὅμοια δὲ <lb/>τοῖς προγεγραμμένοις καὶ τὰ οὕτως ὑπὸ τοῦ Χρυσίππου
                            <lb/>λεγόμενα, καθάπερ ἔχει καὶ τάδε· οἵας μάλιστα φορὰς <lb/>καὶ οἱ
                            ἐρώμενοι ἀξιοῦσι πρὸς ἑαυτοὺς ἔχειν τοὺς ἐραστὰς, <lb/>ἀπερισκεπτότερον
                            καὶ ἄνευ ἐπιστροφῆς λογικῆς ἱσταμένους, <lb/>καὶ ἔτι τοῦ παραινοῦντος
                            λόγου αὐτοῖς ὑπερβατικοὺς ὄντας, <lb/>μᾶλλον δ’ οὐδ’ ὅλως ὑπομονητικοὺς
                            ἀκοῦσαί τινος τοιούτου. <lb/>καὶ γὰρ καὶ τὰ τοιαῦτα πάντα τῇ παλαιᾷ δόξῃ
                            μαρτυρεῖ, <pb n="411"/> καθάπερ καὶ τὰ ἐφεξῆς αὐτῶν τάδε. οὕτως τε
                            μακρὰν <lb/>ἀπέχουσιν ἀπὸ τοῦ λόγου, ὡς ἂν ἀκοῦσαι ἢ προσέχειν τινὶ
                            <lb/>τοιούτῳ, ὥστε μηδὲ τὰ τοιαῦτα ἄπο τρόπου ἔχειν γ’ αὐτοῖς
                            <lb/>λέγεσθαι·</p><lg><l>Κύπρις γὰρ οὐδὲν νουθετουμένη χαλᾷ.</l><l>Ἂν γὰρ βιάζῃ, μᾶλλον ἐντείνειν φιλεῖ.</l><l>Νουθετούμενος δ’ ἔρως μᾶλλον πιέζει.</l></lg><p>καὶ γὰρ καὶ ταῦτα καὶ τὰ ἐφεξῆς λεγόμενα τῷ παλαιῷ <lb/>μαρτυρεῖ δόγματι
                            περὶ τῆς τῶν παθῶν γενέσεως· ἔχει δ’ <lb/>οὕτως. ὅτι δ’ ὥσπερ ἄκαιρον
                            ἐπιτιμητὴν καὶ οὐκ ἐπιγνώμονα <lb/>τοῖς γινομένοις ἐν τῷ ἐρᾷν
                            ἀποκλίνουσι τὸν λόγον, <lb/>καθάπερ ἄνθρωπον ἀκαίρως δοκοῦντα νουθετεῖν,
                            ἡνίκα δὴ <lb/>καὶ οἱ θεοὶ δοκοῦσιν αὐτοῖς ἐφιέναι ἐπιορκεῖν. καὶ ἔτι τὰ
                            <lb/>τούτων ἑξῆς. ἔτι μᾶλλον ἐξείη, φησὶν, αὐτοῖς τὸ ἐπιὸν ποιεῖν
                            <lb/>ἀκολουθοῦσι τῇ ἐπιθυμίᾳ. ἐνταῦθα μέν γε ναὶ μὰ τὸν <lb/>Δία σαφῶς
                            εἶπεν ἀκολουθοῦσι τῇ ἐπιθυμίᾳ, καθάπερ ἔμπροσθεν <lb/>ἔφην τῷ θυμῷ. λόγῳ
                            δ’ οὔτ’ ἐν τούτοις οὔτ’ ἐν <pb n="412"/> ἄλλῳ τινὶ τῶν ἑξῆς ἀκολουθεῖν
                            φήσει τοὺς ἐν πάθει καθεστηκότας, <lb/>ἀλλ’ ἀπεστράφθαι διὰ παντὸς
                            αὐτὸν, καὶ φεύγειν, <lb/>καὶ μὴ προσίεσθαι, καὶ πάνθ’ ὅσα τοιαῦτα. καὶ
                            μὲν <lb/>δὴ καὶ ὅταν μνημονεύῃ τοῦ Μενανδρείου ἔπους, ἐν ᾧ <lb/>φησι,
                            τὸν νοῦν ὑποχείριον ἔχων εἰς τὸν πίθον δέδωκα, <lb/>φανερῶς κᾀνταῦθα
                            μαρτυροῦσαν ἀπόφασιν τῇ παλαιᾷ δόξῃ <lb/>παρατίθεται, καθάπερ κᾀπειδὰν
                            ἐξηγούμενος τὸ μὴ παρ’ <lb/>ἑαυτοῖς εἶναι μηδ’ ἐν ἑαυτοῖς λέγῃ ταυτί·
                            οἰκείως δὲ καὶ <lb/>ἐκφέρεσθαι λέγονται οἱ οὕτως ὀργιζόμενοι τοῖς ἐπὶ
                            τῶν <lb/>δρομέων προεκφερομένοις παραπλησίως κατὰ τὸ πλεονάζον, <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="150"/>τῶν μὲν παρὰ τὴν ἐν τῷ τρέχειν ὁρμὴν,
                            τῶν δὲ <lb/>παρὰ τὸν ἴδιον λόγον. οὐ γὰρ ἂν οὕτως οἵ γε κρατοῦντες
                            <lb/>τῆς κινήσεως καθ’ ἑαυτοὺς ἂν κινεῖσθαι λέγοιντο, ἀλλὰ <lb/>κατ’
                            ἄλλην τινὰ βίαν ἔξωθεν <milestone unit="ed1page" n="283"/>αὐτῶν.
                            ὁμολογεῖ κᾀνταῦθα <lb/>βίαν τινὰ τὴν κινοῦσαν εἶναι πᾶσι τοῖς πάθεσιν
                            ὁρμὰς <lb/>ὀρθότατα γινώσκων, πλὴν ὅτι τὴν βίαν ἔξωθεν αὐτῶν <lb/>ἔφησεν
                            εἶναι, δέον οὐκ ἔξωθεν, ἀλλ’ ἐν τοῖς ἀνθρώποις <lb/>ὑπάρχειν εἰπεῖν. οὐ
                            γὰρ δι’ αὐτὸ λέγομεν αὐτοὺς ἑαυτοῖς <lb/>ἔξω καθεστηκέναι, καὶ μὴ ἐν
                            ἑαυτοῖς εἶναι, διότι τὸ <pb n="413"/> βιαζόμενον αὐτοὺς ὁρμᾷν κατὰ τὸ
                            πάθος ἔξωθέν ἐστιν, <lb/>ἀλλ’ ὅτι παρὰ φύσιν ἔχουσιν, εἴγε τὸ λογικὸν
                            τῆς ψυχῆς, ᾧ <lb/>κρατεῖν καὶ ἄρχειν τῶν ἄλλων ἦν κατὰ φύσιν, οὐ κρατεῖ
                            <lb/>νῦν, ἀλλὰ κρατεῖται καὶ ἄρχεται πρὸς τῶν ἀλόγων τῆς <lb/>ψυχῆς
                            δυνάμεων· ὅπερ, οἶμαι, καὶ διὰ τῶν τοιούτων παραδειγμάτων <lb/>ὁ
                            Χρύσιππος κατασκευάζων οὐκ αἰσθάνεται. <lb/>παρατίθεται γοῦν τὸν
                            Εὐριπίδου γεγραμμένον Ἡρακλεῖ πρὸς <lb/>Ἄδμητον διάλογον. ἔχει δ’
                            ᾧδε·</p><l>Τί δ’ ἂν προκόπτοις, εἰ θέλοις στένειν ἀεί;</l><p>ταυτὶ μὲν Ἡρακλῆς λέγει, ὁ δ’ Ἄδμητος ἀποκρίνεται·</p><l>Ἔγνωκα κ’ αὐτὸς, ἀλλ’ ἔρως τις ἐξάγει.</l><p>δῆλον γὰρ ὅτι τῆς ἐπιθυμητικῆς δυνάμεως, οὐ τῆς λογικῆς <lb/>ὁ ἔρως πάθος
                            ὑπάρχων ἐξάγει τὴν ὅλην ψυχὴν, καὶ ἄγει <lb/>τὸν ἄνθρωπον εἰς ἐναντίας
                            πράξεις ὧν ἐξ ἀρχῆς ἐκεκρίκει. <lb/>παρατίθεται δὲ καὶ τὰ τοῦ Ἀχιλλέως
                            πρὸς τὸν Πρίαμον <lb/>εἰρημένα·</p><lg><l>Ἄνσχεο μηδ’ ἀλίαστον ὀδύρεο σὸν κατὰ θυμόν·</l><l>Οὐ γάρ τι πρήξεις ἀκαχήμενος υἷος ἑῆος,</l><pb n="414"/><l>Οὐδέ μιν ἀνστήσεις, πρὶν καὶ κακὸν ἄλλο πάθῃσθα.</l></lg><p>ταῦτα μέν φησι λέγειν αὐτὸν παρ’ αὐτῷ διαλεγόμενον, οὕτω <lb/>γὰρ ἔγραψεν
                            αὐτοῖς ὀνόμασιν, ἐξίστασθαι δ’ οὐκ ὀλιγάκις <lb/>ἐκ τῶν αὐτῶν τούτων
                            κρίσεων ἐν τοῖς συμπίπτουσιν, καὶ μὴ <lb/>κρατεῖν ἑαυτοῦ νικωμένου ὑπὸ
                            τῶν παθῶν. καὶ γὰρ οὖν <lb/>κᾀνταῦθα τό τε τῶν κρίσεων ἐξίστασθαι, καὶ
                            τὸ μὴ κρατεῖν <lb/>ἑαυτοῦ, καὶ τὸ ποτὲ μὲν εἶναι παρ’ ἑαυτῷ, ποτὲ δ’
                            <lb/>οὒ, καὶ πάνθ’ ὅσα τοιαῦτα, τοῖς τε φαινομένοις ἐναργῶς
                            <lb/>ὁμολογεῖ καὶ τῇ παλαιᾷ δόξῃ περὶ παθῶν τε καὶ ψυχῆς <lb/>δυνάμεων,
                            οὐ μὴν οἷς ὑπέθετο Χρύσιππος. ὁμοίως δ’ <lb/>εἴρηται καὶ τὰ τοιαῦτα κατὰ
                            τὸ περὶ τῶν παθῶν βιβλίον· <lb/>τὸ γὰρ δὴ σεσοβημένον καὶ παρηλλαχὸς ἐν
                            ἡμῖν καὶ ἀπειθὲς <lb/>τῷ λόγῳ οὐχ ἧττον ἐπὶ τῆς ἡδονῆς καταγίνεται. καὶ
                            <lb/>πάλιν· οὕτω γὰρ ἐξιστάμεθα, καὶ ἔξω γινόμεθα ἑαυτῶν, <lb/>καὶ
                            τελέως ἀποτυφλούμεθα ἐν τοῖς σφαλλομένοις, ὥστ’ ἔστιν <lb/>ὅτε σπόγγον
                            ἔχοντες ἢ ἔριον ἐν ταῖς χερσὶν τοῦτον διαράμενοι <lb/>βάλλομεν ὡς δή τι
                            περανοῦντες δι’ αὐτῶν. εἰ δ’ <lb/>ἐτυγχάνομεν μάχαιραν ἔχοντες ἢ ἄλλο
                            τι, τούτῳ ἂν ἐχρησάμεθα <pb n="415"/> παραπλησίως. καὶ ἐφεξῆς· πολλάκις
                            δὲ κατὰ τὴν <lb/>τοιαύτην τυφλότητα τὰς κλεῖς δάκνομεν, καὶ τὰς θύρας
                            <lb/>τύπτομεν, οὐ ταχὺ αὐτῶν ἀνοιγομένων, πρός τε τοὺς λίθους <lb/>ἐὰν
                            προσπταίσωμεν, τιμωρητικῶς προσφερόμεθα καταγνύντες <lb/>καὶ ῥιπτοῦντες
                            αὐτοὺς εἴς τινας τόπους, καὶ ἐπιλέγοντες <lb/>καθ’ ἕκαστα τούτων
                            ἀτοπώτατα. ὡσαύτως δὲ κᾀν τοῖς <lb/>ἑξῆς φησιν· ἐννοήσεις δ’ ἄν τις ἐκ
                            τῶν τοιούτων καὶ τὴν <lb/>ἐν τοῖς πάθεσιν ἀλογιστίαν, καὶ ὡς ἐν τοῖς
                            τοιούτοις ἀποτυφλούμεθα <lb/>καιροῖς, ὡς ἂν ἕτεροί τινες γεγονότες τῶν
                            <lb/>προδιαλελογισμένων. ὅλως δ’, εἴ τις ἐκλέγοι πάντα καὶ
                            <lb/>παραγράφοι νῦν, ὅσα κατὰ τὸ περὶ παθῶν εἴρηται βιβλίον <lb/>αὐτῷ,
                            μαχόμενα μὲν οἷς αὐτὸς ὑπέθετο δόγμασιν, ὁμολογοῦντα <lb/>δὲ τοῖς τε
                            φαινομένοις ἐναργῶς καὶ τῇ Πλάτωνος <lb/>δόξῃ, μῆκος ἂν ἄμετρόν τι
                            γένοιτο τοῦ βιβλίου. μεστὸν <lb/>γάρ ἐστιν αὐτῷ τὸ γραμμάτων τε καὶ
                            κρίσεων ἐξίστασθαι <lb/>λέγοντι, <milestone unit="ed2page" n="151"/>καὶ
                            τῶν προδιαλελογισμένων διὰ τὸν θυμὸν, <lb/>ἢ τὴν ἐπιθυμίαν, ἢ τὴν
                            ἡδονὴν, ἤ τι τοιοῦτον μανιωδῶς <lb/>τε κινεῖσθαι, καὶ οὐκ ἐν ἑαυτῷ, οὐδὲ
                            παρ’ ἑαυτῷ εἶναι, <pb n="416"/> τετυφλῶσθαί τε τὴν διάνοιαν, ἀλογίστως
                            τε φέρεσθαι, καὶ <lb/>πάνθ’ ὅσα τοιαῦτα. τὰς μὲν δὴ τοιαύτας ῥήσεις
                            αὐτοῦ <lb/>τινὶ κατὰ σχολὴν ἐκλέγειν ἐπιτρέπω. </p></div></div></div></body></text></TEI>