<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="4"><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Ὥσπερ δ’ ἐν τούτοις ἐπελάθετό τε ἅμα <lb/>τῶν ἑαυτῷ γεγραμμένων, οὐκ
                            ἠξίωσέ τε πρὸς τὸ τῶν παλαιῶν <lb/>ἀντειπεῖν δόγμα, κατὰ τὸν αὐτὸν
                            τρόπον ἐν τοῖς <lb/>ὁρισμοῖς τῶν γενικῶν παθῶν, οὓς πρώτους ἐξέθετο,
                            τελέως <lb/>ἀποχωρεῖ τῆς γνώμης αὐτῶν, τὴν λύπην ὁριζόμενος δόξαν
                            <lb/>πρόσφατον κακοῦ παρουσίας, τὸν δὲ φόβον προσδοκίαν <lb/>κακοῦ, τὴν
                            δ’ ἡδονὴν δόξαν πρόσφατον ἀγαθοῦ παρουσίας. <lb/>ἄντικρυς γὰρ ἐν τούτοις
                            τοῦ λογιστικοῦ τῆς ψυχῆς <lb/>μόνου μέμνηται, παραλείπων τό τ’
                            ἐπιθυμητικὸν καὶ τὸ <lb/>θυμοειδές· καὶ γὰρ τὴν <milestone unit="ed1page" n="276"/>δόξαν καὶ τὴν προσδοκίαν <lb/>ἐν τῷ λογικῷ
                            μόνῳ συνίστασθαι νομίζει. κατὰ μέντοι <lb/>τὸν τῆς ἐπιθυμίας ὅρον, ἣν
                            ὄρεξιν ἄλογον εἶναί φησιν, <pb n="367"/> ἐφάπτεται μέν πως ὅσον ἐπὶ τῇ
                            λέξει τῆς ἀλόγου κατὰ τὴν <lb/>ψυχὴν δυνάμεως, ἀποχωρεῖ δὲ κᾀνταῦθα κατὰ
                            τὴν ἐξήγησιν <lb/>αὐτῆς, εἴγε καὶ ἡ ὄρεξις, ἣν κατὰ τὸν ὁρισμὸν
                            παρέλαβε, <lb/>τῆς λογικῆς ἐστι δυνάμεως. ὁρίζεται γοῦν αὐτὴν ὁρμὴν
                            λογικὴν <lb/>ἐπί τι ὅσον χρὴ ἧδον. ἐν μέντοι δὴ τούτοις τοῖς <lb/>ὅροις
                            ὁρμὰς καὶ δόξας καὶ κρίσεις ὑπάρχειν οἴεται τὰ <lb/>πάθη, κατὰ δέ τινας
                            τῶν ἐφεξῆς Ἐπικούρῳ καὶ Ζήνωνι <lb/>μᾶλλον, ἢ τοῖς ἑαυτοῦ δόγμασιν
                            ἀκόλουθα γράφει. τήν τε <lb/>γὰρ λύπην ὁριζόμενος μείωσιν εἶναί φησιν
                            ἐπὶ φευκτῷ δοκοῦντι <lb/>ὑπάρχειν, τὴν δ’ ἡδονὴν ἔπαρσιν ἐφ’ αἱρετῷ
                            δοκοῦντι <lb/>ὑπάρχειν. <milestone unit="ed2page" n="136"/>καὶ γὰρ αἱ
                            μειώσεις, καὶ αἱ ἐπάρσεις, <lb/>καὶ αἱ συστολαὶ, καὶ αἱ διαχύσεις, (καὶ
                            γὰρ τούτων <lb/>ἐνίοτε μέμνηται,) τῆς ἀλόγου δυνάμεώς ἐστι παθήματα ταῖς
                            <lb/>δόξαις ἐπιγιγνόμενα. τοιαύτην δέ τινα τὴν οὐσίαν τῶν παθῶν
                            <lb/>Ἐπίκουρος καὶ Ζήνων, οὐκ αὐτὸς ὑπολαμβάνει. ὃ καὶ <lb/>θαυμάζειν
                            ἐπέρχεταί μοι τἀνδρὸς, ἐν ἐπαγγελίᾳ λογικῆς τε <lb/>ἅμα καὶ ἀκριβοῦς
                            διδασκαλίας οὐκ ἀκριβοῦντος. καὶ γὰρ <lb/>οὐκ αὐτὰ ταῦτα μόνον αὐτὸς
                            ἑαυτῷ διαφέρεται φανερῶς, <pb n="368"/> ἀλλὰ κᾀπειδὰν ὑπὲρ τῶν κατὰ τὸ
                            πάθος ὁρισμῶν γράφων <lb/>ἄλογόν τε καὶ παρὰ φύσιν κίνησιν ψυχῆς αὐτὸ
                            φάσκῃ, καὶ <lb/>πλεονάζουσαν ὁρμὴν, εἶτα τὸ μὲν ἄλογον ἐξηγούμενος τὸ
                            <lb/>χωρὶς λόγου τε καὶ κρίσεως εἰρῆσθαι φάσκει, τῆς δὲ πλεοναζούσης
                            <lb/>ὁρμῆς παράδειγμα τοὺς τρέχοντας σφοδρῶς παραλαμβάνει· <lb/>ταυτὶ
                            γὰρ ἀμφότερα μάχεται τῷ κρίσεις εἶναι τὰ <lb/>πάθη. εἰσόμεθα δ’
                            ἐναργέστερον αὐτὰς τὰς ῥήσεις αὐτοῦ <lb/>παραγράψαντες. ἔχει δ’ ἡ μὲν
                            ἑτέρα τόνδε τὸν τρόπον. <lb/>δεῖ δὲ πρῶτον ἐντεθυμῆσθαι, ὅτι τὸ λογικὸν
                            ζῶον ἀκολουθητικὸν <lb/>φύσει ἐστὶ τῷ λόγῳ, καὶ κατὰ τὸν λόγον, ὡς ἂν
                            <lb/>ἡγεμόνα πρακτικόν. πολλάκις μέντοι καὶ ἄλλως φέρεται <lb/>ἐπί τινα,
                            καὶ ἀπό τινων ἀπειθῶς τῷ λόγῳ ὠθούμενον ἐπὶ <lb/>πλεῖον, καθ’ ἣν φορὰν
                            ἀμφότεροι ἔχουσιν οἱ ὅροι τῆς <lb/>παρὰ φύσιν κινήσεως ἀλόγως οὕτως
                            γινομένης, καὶ τοῦ ἐν <lb/>ταῖς ὁρμαῖς πλεονασμοῦ. τὸ γὰρ ἄλογον τουτὶ
                            ληπτέον <lb/>ἀπειθὲς λόγῳ, καὶ ἀπεστραμμένον τὸν λόγον, καθ’ ἣν φορὰν
                            <lb/>καὶ ἐν τῷ ἔθει τινάς φαμεν ὠθεῖσθαι, καὶ ἀλόγως <pb n="369"/>
                            φέρεσθαι ἄνευ λόγου κρίσεως, οὐχὶ εἰ διημαρτημένως φέρεται, <lb/>καὶ
                            παριδών τι κατὰ τὸν λόγον, ταῦτ’ ἐπισημαινόμεθα, <lb/>ἀλλὰ μάλιστα καθ’
                            ἣν ὑπογράφει φορὰν οὐ πεφυκότος τοῦ <lb/>λογικοῦ ζώου κινεῖσθαι, οὕτως
                            κατὰ τὴν ψυχὴν, ἀλλὰ κατὰ <lb/>τὸν λόγον. ἡ μὲν οὖν ἑτέρα τῶν τοῦ
                            Χρυσίππου ῥήσεων ἐξηγουμένη <lb/>τὸν πρότερον τῶν ὅρων τοῦ πάθους
                            ἐνταυθοῖ τελευτᾷ. <lb/>τὴν δ’ ὑπόλοιπον, ἐν ᾗ τὸν ἕτερον ὅρον ἐξηγεῖται,
                            γεγραμμένην <lb/>ἐφεξῆς τῇδε κατὰ τὸ πρῶτον σύγγραμμα περὶ παθῶν ἤδη σοι
                            <lb/>παραθήσομαι. κατὰ τοῦτο δὲ καὶ ὁ πλεονασμὸς τῆς ὁρμῆς εἴρηται,
                            <lb/>διὰ τὸ τὴν καθ’ αὑτοὺς καὶ φυσικὴν τῶν ὁρμῶν συμμετρίαν
                            <lb/>ὑπερβαίνειν. γένοιτο δ’ ἂν τὸ λεγόμενον διὰ τούτων γνωριμώτερον,
                            <lb/>οἷον ἐπὶ τοῦ πορεύεσθαι καθ’ ὁρμὴν οὐ πλεονάζει ἡ <lb/>τῶν σκελῶν
                            κίνησις, ἀλλὰ συναπαρτίζει τι τῆς ὁρμῆς, ὥστε καὶ <lb/>στῆναι, ὅταν
                            ἐθέλῃ, καὶ μεταβάλλειν. ἐπὶ δὲ τῶν τρεχόντων <lb/>καθ’ ὁρμὴν οὐκέτι
                            τοιοῦτον γίνεται, ἀλλὰ πλεονάζει παρὰ τὴν <lb/>ὁρμὴν ἡ τῶν σκελῶν
                            κίνησις, ὥστε ἐκφέρεσθαι καὶ μὴ μεταβάλλειν <lb/>εὐπειθῶς οὕτως εὐθὺς
                            ἐναρξαμένων, αἷς οἶμαί τι <lb/>παραπλήσιον καὶ ἐπὶ τῶν ὁρμῶν γίνεσθαι
                            διὰ τὸ τὴν <pb n="370"/> κατὰ λόγον ὑπερβαίνειν συμμετρίαν, ὥσθ’, ὅταν
                            ὁρμᾷ, μὴ <lb/>εὐπειθῶς ἔχειν πρὸς αὐτὸν, ἐπὶ μὲν τοῦ δρόμου τοῦ
                            πλεονασμοῦ <lb/>λεγομένου παρὰ τὴν ὁρμὴν, ἐπὶ δὲ τῆς ὁρμῆς παρὰ <lb/>τὸν
                            λόγον. συμμετρία γάρ ἐστι φυσικῆς ὁρμῆς ἡ κατὰ τὸν <lb/>λόγον, καὶ ἕως
                            τοσούτου, καὶ ἕως αὐτὸς ἀξιοῖ. διὸ δὴ καὶ <lb/>τῆς ὑπερβάσεως κατὰ τοῦτο
                            καὶ οὕτως γινομένης πλεονάζουσά <lb/>τε ὁρμὴ λέγεται εἶναι καὶ παρὰ
                            φύσιν καὶ ἄλογος <lb/>κίνησις ψυχῆς. αἱ μὲν τοῦ Χρυσίππου ῥήσεις αὗται.
                            <lb/>σκεψώμεθα δ’ ἀκριβέστερον ὑπὲρ ἑκατέρας αὐτῶν ἀπὸ τῆς <lb/>προτέρας
                            ἀπαρξάμενοι, καθ’ ἣν ἐξηγεῖται, πῶς εἴρηται τὸ <lb/>πάθος ἄλογος καὶ
                            παρὰ φύσιν κίνησις ψυχῆς. ἐπειδὴ γὰρ <lb/>ἠπίστατο δύο σημαινόμενα πρὸς
                            τῆς ἄλογος φωνῆς, ὧν <lb/>τὸ ἕτερον βούλεται μόνον δηλοῦσθαι κατὰ τὸν
                            ὅρον, τὸ <lb/>χωρὶς κρίσεως, ὀρθῶς. ἐποίησε μηδεμίαν ὑπολιπόμενος
                            ἀμφιβολίαν, <lb/>ἀλλ’ αὐτὸς δηλώσας, ὅτι τὴν κατὰ τὸ πάθος ὁρμὴν
                            <lb/>ἄλογον εἶναί φησι, καθ’ ὅσον ἀπέστραπται τὸν λόγον, <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="137"/>καὶ ἀπειθεῖ τῷ λόγῳ, καὶ χωρὶς
                            κρίσεως γίνεται. <lb/>διὰ μὲν οὖν τοῦ ἀπεστράφθαι φάναι τὸν λόγον
                            ἐχώρισε <pb n="371"/> τὴν κατὰ τὸ πάθος ἄλογον κίνησιν τῶν ἀψύχων τε καὶ
                            τῶν <lb/>ἀλόγων ζώων. κινεῖται μὲν γὰρ καὶ λίθος καὶ ξύλον ἐνίοτε,
                            <lb/>καὶ τῶν ἄλλων ἕκαστον τῶν ἀψύχων, ἀλλ’ οὐχ ὡς ἀπεστραμμένον
                            <lb/>τὸν λόγον, οὔθ’ ὡς ἀπειθοῦν. ᾧ γὰρ τὴν ἀρχὴν <lb/>μὴ μέτεστι τοῦ
                            πείθεσθαί τε καὶ ἕπεσθαι τῷ λόγῳ, <lb/>τοῦτο πῶς ἂν ἢ ἀπειθεῖν, ἢ
                            ἀπεστράφθαι ποτὲ δύναιτο <lb/>τὸν λόγον; ἀλλ’ ὅλως μὴ χρῆσθαι λέγοιτο ἂν
                            εἰκότως. <lb/>ἀπεστράφθαι δὲ καὶ ἀπειθεῖν λεχθήσεται τὸ φύσιν μὲν
                            <lb/>ἔχον ἕπεσθαί τε καὶ πείθεσθαί, παρὰ φύσιν δέ ποθ’ ἑτέρως
                            <lb/>φερόμενον. ἐκ μὲν δὴ τῶν τοιούτων δείκνυται τὸ μήτ’ <lb/>ἀψύχῳ τινὶ
                            μήτ’ ἀλόγῳ ζώῳ πάθος ἐγγίνεσθαι ψυχικόν. <lb/>ἐπειδὰν δὲ γράφῃ, χωρὶς
                            λόγου καὶ κρίσεως γίγνεσθαι τὴν <lb/>κατὰ τὸ πάθος κίνησιν, εἶτα
                            συνάπτων ἐφεξῆς λέγῃ, οὐχὶ εἰ <lb/>διημαρτημένως φέρεται, καὶ παριδών τι
                            κατὰ τὸν λόγον, <lb/>καὶ ἀπεστραμμένως τε καὶ ἀπειθῶς αὐτῷ, διορίζει τῶν
                            <lb/>ἁμαρτημάτων τὰ πάθη καὶ πάνυ δεόντως. τὰ μὲν γὰρ <lb/>ἁμαρτήματα
                            μοχθηραὶ κρίσεις εἰσὶ, καὶ ὁ λόγος ἐψευσμένος <pb n="372"/> τῆς ἀληθείας
                            καὶ διημαρτημένος. τὸ δὲ πάθος ἔμπαλιν <lb/>οὐδὲν μὲν ἡμαρτημένον, οὐδὲ
                            παρορώμενον κατὰ τὸν λογισμὸν, <lb/>ἀπειθὴς δέ ἐστι τῷ λόγῳ κίνησις
                            ψυχῆς. ὁ μὲν <lb/>γὰρ ὑπὲρ τοῦ σῶσαι τὴν πατρίδα τῆς ζωῆς καὶ τῶν τέκνων
                            <lb/>καταφρονήσας, καὶ ἤτοι παραδοὺς ἑτέροις ἀποσφάττειν, ἢ <lb/>αὐτὸς
                            ὑπομείνας σφάξαι, τῇ γε τοῦ καλοῦ φαντασίᾳ τοῦτο <lb/>δρᾷ καὶ λογισμῷ
                            τινι χρησάμενος. ἡ Μήδεια δ’ ἔμπαλιν <lb/>οὐ μόνον ὑπ’ οὐδενὸς ἐπείσθη
                            λογισμοῦ κτείνειν τοὺς παῖδας, <lb/>ἀλλὰ καὶ τοὐναντίον ἅπαν ὅσον ἐπὶ τῷ
                            λογισμῷ μανθάνειν <lb/>φησὶ, οἷα δρᾷν μέλλει κακὰ, τὸν θυμὸν δὲ εἶναι
                            <lb/>κρείττονα τῶν βουλευμάτων, τοὐτέστιν οὐχ ὑποτετάχθαι <lb/>καὶ
                            πείθεσθαι καὶ ἕπεσθαι καθάπερ τινὶ δεσπότῃ τῷ <lb/>λόγῳ τὸ πάθος, ἀλλ’
                            ἀφηνιάζειν, καὶ ἀποχωρεῖν, καὶ ἀπειθεῖν <lb/>τῷ προστάγματι, ὡς ἑτέρας
                            τινὸς ἔργον ἢ πάθημα <lb/>δυνάμεως ὑπάρχον, οὐ τῆς λογιστικῆς. πῶς γὰρ
                            ἂν ἢ ἀπειθεῖν <lb/>ἑαυτῷ τι δύναιτο, ἢ ἀποστρέφεσθαι ἑαυτὸ, ἢ μὴ
                            <lb/>ἕπεσθαι ἑαυτῷ; ταυτὶ μὲν οὖν ἅπαντα πρὸς τῷ μηδὲν <lb/>ἔχειν
                            μεμπτὸν ἔτι καὶ ἀληθῶς τε καὶ διωρισμένως καὶ <pb n="373"/> κατὰ τὴν
                            Πλάτωνος εἴρηται γνώμην. παραπλησίως δὲ καὶ <lb/>τὰ κατὰ τὴν ἐξήγησιν
                            τοῦ δευτέρου τῶν ὅρων ὑπ’ αὐτοῦ <lb/>γεγραμμένα, δι’ ἧς ἐμνημόνευσε καὶ
                            τῶν τρεχόντων ὠκέως, <lb/>οἳ μηδ’ εἰ στῆναι βούλοιντο, παραχρῆμα
                            δύναιντο πράττειν <lb/>αὐτό. σαφῶς γὰρ κᾀνταῦθα ἔνδειξις γίγνεται
                            δυνάμεως <lb/>ἑτέρας παρὰ τὸν λόγον, ὑφ’ ἧς ἀπο<milestone unit="ed1page" n="277"/>τελεῖται τὰ παθήματα. <lb/>γνοίημεν δ’ ἂν ἐναργέστερον, εἰ
                            τὴν αἰτίαν ἐξεύροιμεν, <lb/>ὑφ’ ἧς συμβαίνει μὴ δύνασθαι στῆναι
                            παραχρῆμα πολλοὺς <lb/>τῶν θεόντων. ἡ δ’ εὕρεσις ἐξ αὐτοῦ γένοιτ’ ἂν
                            ἡμῖν <lb/>τοῦ μὴ πᾶσιν οὕτως συμβαίνειν, ἀλλ’ ὅσοι δι’ ὁμαλοῦς τινος
                            <lb/>ἢ κατάντους φέρονται. τῶν μὲν γὰρ ἀνάντη χωρία διαθεόντων <lb/>οὐκ
                            ἔτι οὕτω τοῦτο συμπίπτει· παραχρῆμα γοῦν <lb/>ἵστανται βουληθέντες, ὡς
                            ἂν τῆς ῥοπῆς τοῦ σώματος μὴ <lb/>φερούσης αὐτοὺς βιαίως κάτω, καθάπερ
                            ἐκείνους ἔφερε. <lb/>σύνθετος γὰρ αὐτῶν ἔνεστιν ἡ τῆς φορᾶς αἰτία, ἡ μέν
                            τις <lb/>ὡς ζώων ὑφ’ ὁρμῆς κινουμένων, ἡ δ’ ὡς ἀψύχων σωμάτων <lb/>τῷ
                            βάρει ῥεπόντων. οὕτω γοῦν καὶ λίθοι πολλάκις ὀρῶν <lb/>καταφέρονται
                            στῆναι μεταξὺ μὴ δυνάμενοι, πρὶν ἐξικέσθαι <pb n="374"/> πρός τι χωρίον
                            ὁμαλὸν ἢ κοῖλον. ὥστε καὶ κατὰ τοῦτο <lb/>τὸ παράδειγμα δυνάμεώς ἐστιν
                            ἔνδειξις ἑτέρας παρὰ τὸν <lb/>λογισμὸν, ἀλόγου τὴν φύσιν, οἵα πέρ ἐστιν
                            ἐν τοῖς τῶν <lb/>ζώων σώμασι τὸ βάρος. <milestone unit="ed2page" n="138"/>ὅτι δ’ οὐ δύνανται διὰ <lb/>τοῦτο στῆναι βουληθέντες, οὐ μόνον ἐκ τῆς
                            τῶν ἀναντῶν τε <lb/>καὶ καταντῶν χωρίων διαφορᾶς ἔνεστι μαθεῖν, ἀλλὰ καὶ
                            ἐκ <lb/>τῆς ἐν αὐτοῖς τοῖς ὁμαλέσι διαφόρου κινήσεως. ὁ μὲν γὰρ <lb/>εἰς
                            τοὐπίσω τὴν ῥοπὴν τοῦ σώματος ποιησάμενος ἐν τῷ τρέχειν <lb/>αὐτοκράτωρ
                            ἐστὶ τοῦ στῆναι, ὁ δ’ εἰς τὸ ἔμπροσθεν <lb/>ὑπ’ ἐκείνης κωλύεται. καὶ
                            δι’ αὐτό γε τοῦτο οὕτω θέουσιν <lb/>ἅπαντες, ὑπ’ αὐτῆς τοῦ πράγματος·
                            τῆς φύσεως διδασκόμενοι <lb/>συντελεῖν τὴν εἰς τὸ πρόσω ῥοπὴν τῷ τάχει
                            τῆς κινήσεως. <lb/>ὥσπερ οὖν ἐπὶ τοῦ παραδείγματος, ὦ γενναιότατε
                            Χρύσιππε, <lb/>τοῖς μὲν μηδὲν ὑπὸ τοῦ κατὰ τὸ σῶμα βάρους εἰς τάχος
                            <lb/>κινήσεως ὠφελουμένοις ἕτοιμον τὸ στῆναι, τοῖς δ’ ἐκ διττῆς
                            <lb/>αἰτίας τὸ τάχος γεννῶσιν οὐκ ἔθ’ ἡ βούλησις ἱκανὴ, <lb/>κατὰ τὸν
                            αὐτὸν τρόπον ἐπὶ τῶν τῆς ψυχῆς ὁρμῶν, ὅταν μὲν <lb/>ὁ λογισμὸς μόνος ἔχη
                            τὴν αἰτίαν, ἐπ’ αὐτῷ παῦσαι τὴν ὁρμήν· <pb n="375"/> ὅταν δ’ ἤτοι θυμὸς
                            ἢ ἐπιθυμία τις αὐτῷ προσέλθῃ, δυνάμεις <lb/>ἄλογοί τε καὶ παραπλήσιαι τῷ
                            κατὰ τὸ σῶμα βάρει, <lb/>παραχρῆμα μὲν οὐχ οἷόν τε στῆναι, χρόνῳ δ’ ἂν
                            ἴσως γένοιτο <lb/>καὶ τοῦτο, καθάπερ ἐπὶ τῶν θεόντων. τὸ δ’ ἴσως <lb/>τῷ
                            λόγῳ προσέθηκα διὰ τὴν τῶν κατὰ μέρος αἰτίων, ὅσα <lb/>τε κινεῖ τὴν
                            ὁρμὴν, ἄνισον δύναμιν. ἐπειδὴ γὰρ καὶ λογισμὸς <lb/>αὐτὴν κινεῖ, καὶ
                            ἐπιθυμία, καὶ θυμὸς, ἡ μὲν ὑφ’ <lb/>ἑνὸς αὐτῶν συστᾶσα, τῶν ἄλλων
                            ἡσυχαζόντων, ὑπ’ ἐκείνου <lb/>μόνου δεσπόζεται. ὥστ’, εἰ μὲν ὑπὸ τοῦ
                            λογισμοῦ γένοιτο, <lb/>καὶ καταπαύειν αὐτὴν καὶ αὖθις ἐπεγείρειν οἷόν τε
                            διὰ <lb/>μόνου τοῦ βουληθῆναι, εἰ δ’ ὑπὸ θυμοῦ τινος ἢ ἐπιθυμίας,
                            <lb/>ὅταν ἐκεῖνα λωφήσῃ, εἰ δ’ ὑφ’ ἑκατέρων ἐνεργούντων <lb/>γίγνοιτο,
                            λογισμοῦ θ’ ἅμα καί τινος ἀλόγου δυνάμεως. εἰ <lb/>μὲν οὖν ἀντισπῶντος
                            τοῦ λογισμοῦ, κρατήσει τὸ ἰσχυρότερον, <lb/>εἰ δὲ συνεκθέοντος, οὐδέποτε
                            παύσεται. λέγω δὲ συνεκθεῖν <lb/>τῷ πάθει τὸν λογισμὸν, ὅταν, ἅπερ
                            ἐκεῖνο πράττει, καὶ ὁ <lb/>λογισμὸς δοξάζῃ, ὥσπερ ἐπὶ τῶν ἀκολάστων.
                            δοξάζουσι γὰρ <lb/>ἀγαθὸν εἶναι μέγιστον οὗτοι τὴν ἀπόλαυσιν τῶν
                            ἡδίστων, <pb n="376"/> ἑκουσίως ἑπομένου κατὰ τὴν ψυχὴν αὐτῶν τοῦ
                            λογισμοῦ τῇ <lb/>ἐπιθυμίᾳ. ἀντιτείνειν δέ φημι τὸν λογισμὸν τῷ πάθει,
                            <lb/>μὴ δοξάζοντος μὲν τἀνθρώπου, καλὸν ἢ ἀγαθὸν εἶναι τὴν
                            <lb/>ἀπόλαυσιν τῆς προκειμένης ἡδονῆς, ἑλκομένου δέ πως ἐπ’ <lb/>αὐτὴν
                            διὰ τὴν τῆς ἐπιθυμητικῆς δυνάμεως ἰσχυρὰν κίνησιν. <lb/>ἀλλ’ εἰ μὲν ὁ
                            λογισμὸς κρατήσειεν, ἐγκρατὴς ἑαυτοῦ τε καὶ <lb/>τῶν ἑαυτοῦ παθῶν ὁ
                            τοιοῦτος ἄνθρωπός ἐστι τε καὶ λέγεται, <lb/>εἰ δ’ ἐπιθυμία, τοὐναντίον
                            τῷδε πρόσρημα λαβὼν <lb/>ἀκρατὴς ὀνομάζεται. ὅταν δ’ ὑπὸ τοῦ λογισμοῦ
                            μόνου πρὸς <lb/>τὴν τῶν ἡδέων ἄγηται χρῆσιν, ὁ τοιοῦτος σώφρων καλεῖται,
                            <lb/>σκοπὸν τῆς αἱρέσεως αὐτῶν οὐ τὴν ἀπόλαυσιν, ἀλλὰ τὴν <lb/>ὠφέλειαν
                            πεποιημένος, ὥσπερ γε καὶ ἀκόλαστος ὁ πρὸς τῆς <lb/>ἐπιθυμίας μόνης
                            ἀγόμενος, ἀκολουθοῦντος αὐτῇ τοῦ λόγου, <lb/>καθάπερ τινὸς οἰκέτου. τῇ
                            τοιαύτῃ συμπλοκῇ τῶν τὰς ὁρμὰς <lb/>κινούντων αἰτίων μαρτυρεῖ καὶ τὸ τοῦ
                            Χρυσίππου παράδειγμα. <lb/>τῶν μὲν γὰρ πρὸς ἄναντες θεόντων ἡ λογικὴ
                            <lb/>μόνη δύναμις ἡγεῖται, τῶν δ’ ἀκουσίως ἐπὶ κρημνὸν φερομένων <lb/>ἡ
                            ἄλογος, ἥνπερ δὴ τὸ βάρος τοῦ σώματος ἔφαμεν <pb n="377"/> ὑπάρχειν, τῶν
                            δ’ ἐς τὸ κάταντες θεόντων ἀμφότεραι. οὕτω <lb/>δὲ καὶ τῶν ἐφ’ ὁμαλοῦς,
                            εἰ πρόσω ῥέποιεν, ὡς, εἴγε ἀνανεύοιεν <lb/>ὀπίσω, θέοιεν μὲν ἂν οὕτω γε
                            τῶν ἑτέρων ἧττον, <lb/>ἵσταιντο δ’ ἂν, ὁπότε βουληθεῖεν. ὥστε οὐδὲν ἄχρι
                            γε τῆς <lb/>τῶν ὅρων ἐξηγήσεως ὁ Χρύσιππος ἐναντίον ἀπεφήνατο τοῖς
                            <lb/>παλαιοῖς. </p></div></div></div></body></text></TEI>