<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="3"><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Ὅπερ οὖν εἶπον ἤδη πρόσθεν ἐν τῷδε τῷ <lb/>γράμματι, τοῦτο καὶ νῦν
                            ἀναγκαῖον ἀναμνῆσαι, ὅτι ὁ Χρύσιππος <lb/>ἐν τῇ μετὰ τὰς προγεγραμμένας
                            ῥήσεις λέξει προχείρως <lb/>πάλιν ἐξ ἑνὸς ἄρχεσθαι μόνου τὰς δυνάμεις
                            ἀμφοτέρας <lb/>λαμβάνει, μηδὲ μίαν ἀπόδειξιν, ἢ παραμυθίαν, ἢ
                            <lb/>πιθανότητα τῷ λόγῳ προστιθεὶς, ὡς ἐξ αὐτῆς φανερὸν <lb/>ἔσται τῆς
                            λέξεως αὐτοῦ τόνδε τὸν τρόπον ἐχούσης. ἀτόπως <lb/>οὖν αὐτὸ κατὰ ταῦτα
                            ἐξαχθησόμενον, ἐάν τε μὴ φῶσι τὴν <lb/>λύπην καὶ τὴν ἀγωνίαν ἀλγηδόνας
                            εἶναι, ἐάν τε ἀλγηδόνας, <lb/>ἐν ἄλλῳ γίνεσθαι τόπῳ ἢ τῷ ἡγεμονικῷ. τὰ
                            δὲ αὐτὰ <lb/>καὶ ἐπὶ τῆς χαρᾶς καὶ ἐπὶ τοῦ θάρσους ἐροῦμεν, ἅπερ
                            ἐμφαίνει <lb/>περὶ τὴν καρδίαν γινόμενα. ὃν τρόπον γὰρ, ὅταν τὸν <pb n="336"/> πόδα πονῶμεν ἢ τὴν κεφαλὴν, περὶ τούτους τοὺς τόπους
                            <lb/>ὁ πόνος γίνεται, οὕτως συναισθανόμεθα καὶ τῆς κατὰ τὴν <lb/>λύπην
                            ἀλγηδόνος περὶ τὸν θώρακα γινομένης, οὔτε τῆς λύπης <lb/>οὐκ οὔσης
                            ἀλγηδόνος, οὔτε ἐν ἑτέρῳ τινὶ τόπῳ ἢ τῷ ἡγεμονικῷ <lb/>αὐτῆς γινομένης.
                            πρὸς ταύτην τὴν ῥῆσιν δίκαιον ἀποκρίνασθαι <lb/>τῷ Χρυσίππῳ καθ’ ἕκαστον
                            ὧν ἐρωτῶ κεφαλαίων, εὐθέως <lb/>ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τὸ πρῶτον ἀναλαβόντας,
                            ἔνθα φησὶ, τὴν <lb/>λύπην καὶ τὴν ἀγωνίαν καὶ τὴν ὀδύνην ἀλγηδόνας
                            ὑπάρχειν. <lb/>εἴτε γὰρ ἐρωτῶν ἡμᾶς οὕτως εἴποι τις, ὡς Χρύσιππος
                            εἴρηκεν, <lb/>εἴτε ἀποφαινόμενος, ἐπαινέσομεν αὐτοῦ τὸν λόγον, <lb/>καὶ
                            φήσομεν, ἀγωνίαν καὶ λύπην καὶ ὀδύνην ἀλγηδόνας <lb/>εἶναι τῷ γένει,
                            μᾶλλον δ’, εἰ χρὴ τοῖς ὀνόμασι κατὰ τὴν <lb/>τῶν Ἑλλήνων χρήσασθαι
                            συνήθειαν, ὀδύνας τε καὶ ἀλγηδόνας <lb/>οὐδέτερον ἀλλήλων διαφέρειν,
                            ὥσπερ οὐδὲ κίονα <lb/>οὐδὲ στύλον, οὐδ’ ὦπας καὶ ὀφθαλμούς· ἀγωνίας
                            μέντοι <lb/>καὶ λύπης οἷον γένος εἶναί τι τὴν ἀλγηδόνα. τὸ δ’ ἐν τῷ
                            <lb/>ἡγεμονικῷ τόπῳ τὰς ἀλγηδόνας γίνεσθαι, τοῦτ’ οὐκ ἔτι τῷ
                            <lb/>Χρυσίππῳ συγχωρήσομεν αὐτῷ τὴν ἀλγηδόνα κατά γε τὸ <pb n="337"/>
                            ἡγεμονικὸν συνίστασθαι. δίκαιος οὖν ἐστιν ἐπιδεῖξαι καθ’ <lb/>ἓν καὶ
                            ταὐτὸν σπλάγχνον ἀμφοτέρας ᾠκισμένας τὰς δυνάμεις. <lb/>καίτοι τί λέγω
                            καθ’ ἓν καὶ ταὐτόν; οὐ γὰρ πρὸς <lb/>Χρύσιππον οὕτω χρὴ ποιεῖσθαι τὸν
                            λόγον, ἀλλὰ πρὸς <lb/>Ἀριστοτέλην, συγχωροῦντα μὲν, εἶναι πλείους
                            δυνάμεις ἡμῶν <lb/>ἐν τῇ ψυχῇ τῷ γένει διαφερούσας, οὐ μὴν ἐν ἄλλῳ γε
                            <lb/>καὶ ἄλλῳ σπλάγχνῳ καθιδρῦσθαι· πάντων γὰρ ἀρχὴν εἶναι <lb/>βούλεται
                            καρδίαν. ὁ δὲ Χρύσιππος οὐδὲ τὰς δυνάμεις <lb/>αὐτὰς διαλλάττειν ἀλλήλων
                            ὁμολογεῖ, οὐδ’ ἑτέρᾳ μέν τινι <lb/>δυνάμει θυμοῦσθαι τὸ ζῶον, ἑτέρᾳ δ’
                            ἐπιθυμεῖν, ἑτέρᾳ δὲ <lb/>λογίζεσθαι. οὔκουν οὐδ’ ἡμᾶς οὕτω χρὴ
                            προβάλλειν αὐτὸ, <lb/>καθάπερ ὀλίγον ἔμπροσθεν εἴπομεν, ἐπιδεῖξαι
                                <milestone unit="ed2page" n="127"/>παρακαλοῦντας, <lb/>ὡς ἐν ταὐτῷ
                            τόπῳ τοῦ ζώου καὶ τὸ θυμοειδές <lb/>ἐστι καὶ τὸ λογιστικὸν καὶ τὸ
                            ἐπιθυμητικόν. τὸ τοίνυν <lb/>πρότερόν τε τούτου καὶ γενικώτερον ζήτημα
                            τοῦτο παρακαλέσομεν <lb/>ἢ Χρύσιππον ἤ τινα τῶν ἀπ’ αὐτοῦ καταστήσασθαί
                            <lb/>τε καὶ ἀποδεῖξαι. τοῦτο δ’ ἐστὶ τὸ τῆς αὐτῆς εἶναι δυνάμεως
                            <lb/>ἔργα τό τε λογίζεσθαι καὶ τὸ θυμοῦσθαι καὶ τὸ βρωμάτων τε <pb n="338"/> καὶ πομάτων καὶ ἀφροδισίων ἐπιθυμεῖν. ἡμεῖς μὲν γὰρ ἐπί
                            <lb/>τε τῶν ἄλλων ζώων ἐναργῶς ἐπιδείκνυμεν αὐτὰ κεχωρισμένα, <lb/>καὶ
                            προσέτι τῶν παίδων οἳ λογισμῷ μὲν ἥκιστα χρῶνται, <lb/>θυμοῖς δὲ καὶ
                            ἐπιθυμίαις ἰσχυροτάταις ὥσπερ τὰ θηρία <lb/>δουλεύουσι. καὶ ἡμῶν γ’
                            αὐτῶν ὁ μὲν τῷ λογισμῷ μάλιστα <lb/>χρώμενος ἥκιστ’ ἐπιθυμητικός τ’ ἐστὶ
                            καὶ θυμικὸς, <lb/>ὁ δ’ ὑπό τινος τῶν ἀλόγων τῆς ψυχῆς μορίων ἀρχόμενος
                            <lb/>ἥκιστα χρῆται λογισμῷ. καὶ τῆς Μηδείας δ’ ἀναμνηστέον <lb/>ἐν τούτῳ
                            τῆς Εὐριπίδου, καὶ τοῦ Ὁμηρικοῦ Ὀδυσσέως, ἐν <lb/>οἷς ἐστασίασε μὲν
                            ἑκάτερα πρὸς ἄλληλα τῆς ψυχῆς τὰ μόρια, <lb/>δηλοῦντα σαφῶς, ὡς οὐχ ἕν
                            ἐστιν, ἐνίκησε δὲ ἐπὶ τοῦ <lb/>σοφωτέρου τὸ βέλτιον, ἐπὶ δὲ τῆς
                            ἀπαιδεύτου τε καὶ βαρβάρου <lb/>τὸ χεῖρον. καὶ ἐπὶ πολλῶν ἀνθρώπων
                            τοιαῦτ’ ἐστι <lb/>γινόμενα κατὰ τὴν ψυχὴν, τοῦ λογισμοῦ ποτὲ μὲν τῷ
                            θυμοειδεῖ <lb/>μαχομένου, ποτὲ δὲ τῷ ἐπιθυμητικῷ. ὁ δὲ Χρύσιππος
                            <lb/>ἅμα τοῖς ἄλλοις Στωϊκοῖς ἐπὶ μὲν <milestone unit="ed1page" n="272"/>τῶν ἀλόγων <lb/>ζώων ὁμόσε χωρεῖ πρὸς τὸ δόγμα, μηδ’ ἐπιθυμεῖν
                            <lb/>φάσκων· καί μοι περὶ τῆς ἀναισχυντίας τοῦ λόγου πρόσθεν <pb n="339"/> εἴρηται· ἐπὶ δὲ τῶν παίδων ἄνω καὶ κάτω περιπλέκουσιν, <lb/>οὐχ
                            ὡσαύτως μὲν ἅπαντες, ἀναισχυντοῦντες δὲ καὶ παρὰ τὸ <lb/>φαινόμενον
                            ἀποφαινόμενοι πάντες. εἰρήσεται δέ μοι καὶ <lb/>περὶ τούτων ἐπὶ πλέον ἐν
                            τοῖς ἐφεξῆς. ὡσαύτως δὲ καὶ περὶ <lb/>τῶν κατὰ τὴν ψυχὴν παθῶν τῆς
                            διαφορᾶς οὐδὲν ὁμολογούμενον <lb/>οὔτε τοῖς ἐναργέσιν οὔτ’ ἀλλήλοις
                            λέγουσιν, οὔθ’ <lb/>ἕκαστος ἑαυτῷ. περὶ ὧν ἁπάντων ἔγνωκα κατὰ τὸν ἑξῆς
                            <lb/>λόγον τὸν δ΄ διελθεῖν· οὑτοσὶ γὰρ ὁ τρίτος οὐκ οἶδ’ ὅπως
                            <lb/>παρενέπεσε διὰ τὰς τῶν Στωϊκῶν ἔρεις ἀξιούντων, μὴ ὅσα <lb/>τῶν ὑπὸ
                            Χρυσίππου γεγραμμένων, ἀλλὰ πρὸς ἅπαντα τὴν <lb/>ἀντιλογίαν ποιεῖσθαι.
                            ἐγὼ δ’ ὧν μὲν καὶ αὐτὸς ὁ Χρύσιππος <lb/>ᾔσθετο περιττῶς εἰρημένων ὑφ’
                            ἑαυτοῦ, καὶ τάχ’ ἄν τῳ <lb/>δοξάντων, ὡς αὐτός φησιν, ὑπὸ γραμματιστοῦ
                            τινος ἢ γραὸς <lb/>ἀδολεσχούσης εἰρῆσθαι, βέλτιον ᾤμην εἶναι μηδ’ ὅλως
                            <lb/>μνημονεύειν. τὰ δ’ ἄλλα σύμπαντα δίχα τέμνων, ἐν <lb/>μὲν τῷ πρὸ
                            τούτου διῆλθον, ἅπερ ἦν ἁπάντων ἰσχυρότατα, <lb/>τοῖς δὲ περὶ τῶν τῆς
                            ψυχῆς παθῶν ζητουμένοις <lb/>ἐγνώκειν ἀναθεῖναι κατὰ τόδε τὸ γ΄ τῶν
                            ὑπομνημάτων. <pb n="340"/> τοῦτο μὲν οὖν, ἐὰν ὁ θεὸς ἡμᾶς σώζῃ, πάντως
                            πράξομεν. <lb/>ἐπεὶ δ’ ἐν τῷ νῦν ἐνεστῶτι λόγῳ μνημονεῦσαι πάντων
                            διέγνωμεν <lb/>ὧν εἶπεν ὁ Χρύσιππος ἐν τῷ προτέρῳ περὶ ψυχῆς
                            <lb/>ἡγεμονικοῦ διαλεγόμενος, ἑξῆς ἂν εἴη καιρὸς ἤδη συνάπτειν <lb/>τοῖς
                            εἰρημένοις τὰ λοιπά. συνεχὴς οὖν τῇ προγεγραμμένῃ <lb/>ῥήσει τοῦ
                            Χρυσίππου τοιάδε τίς ἐστι, καθ’ ἣν ἔτι φορὰν <lb/>καὶ τὰ τοιαῦτα λέγεται
                            πάντα. ἡψάμην σου τῆς καρδίας <lb/>ὥσπερ τῆς ψυχῆς, καὶ ἅπτομαι τῆς
                            καρδίας λέγομεν, οὐχ <lb/>ὡς ἀντιπαρέλθοιέν τινες ἡμᾶς ἐπὶ τοῦ ἐγκεφάλου
                            καὶ τῶν <lb/>σπλάγχνων λέγοντες καὶ τοῦ ἥπατος, ἀλλὰ τοῖς προειρημένοις
                            <lb/>παραπλησίως. ἐκεῖνα γάρ μοι δοκεῖ λέγεσθαι, ὡς ἄν <lb/>τις ἔφη, τῶν
                            ἐντός σου ἅπτομαι διϊκνουμένης τῆς κακοποιΐας <lb/>ἐπὶ τοσοῦτον. τῇ δὲ
                            καρδίᾳ καθάπερ ἂν τῇ ψυχῇ χρώμεθα. <lb/>καὶ τούτων ἔσται ἔμφασις
                            ἐφιστᾶσι μᾶλλον, ὅτι καὶ <lb/>ταῦτα πρὸς τῷ μηδὲν ἀποδεικνύειν, ἀλλ’
                            ἰδιώτας ἐπικαλεῖσθαι <lb/>μάρτυρας, οὐδὲ περαίνει τι τῶν προκειμένων,
                            ἀλλὰ <lb/>τὸ παθητικόν τε καὶ ἄλογον τῆς ψυχῆς, οὐ τὸ λογιζόμενον
                            <lb/>ἐνδείκνυται κατὰ τὴν καρδίαν ὑπάρχειν, ἄντικρυς δῆλον· <pb n="341"/> ὅθεν οὐδ’ ἐπὶ πλέον ἐν αὐτοῖς χρὴ διατρίβειν, ὁμοίαν <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="128"/>ἔχουσιν ἀτοπίαν οἷς ἤδη πολλάκις
                            ἔδειξα. μετὰ δὲ <lb/>τὴν προγεγραμμένην ῥῆσιν ἑτέρα τις ἐφεξῆς ἐστιν, ἐν
                            ᾗ <lb/>τοὺς ἀσπλάγχνους τε καὶ τοὺς οὐκ ἔχοντας ἐγκέφαλον ἐξηγεῖται
                            <lb/>πῶς λέγονται, περὶ ἧς αὐτάρκως ἔμπροσθεν εἴρηται. <lb/>μετὰ δὲ
                            ταῦτα τοιάνδε τινα γράφει ῥῆσιν· κατὰ τοιάνδε <lb/>μοι δοκοῦσι μάλιστα
                            φορὰν καὶ οἱ τιμωρητικώτερον πρός <lb/>τινας φερόμενοι ὁρμᾷν ἐπὶ τὸ
                            ταύτην ἐκσπάσαι, καθ’ ἣν <lb/>φορὰν ἐπιτείνοντες καὶ πρὸς τὰ λοιπὰ τῶν
                            σπλάγχνων <lb/>ὁμοειδῶς φέρονται. ἐνταῦθα πάλιν ὁ Χρύσιππος οὐκ οἶδ’
                            <lb/>ὅπως ἀγνοεῖ κατασκευάζων ἕτερόν τι τοῦ προκειμένου σκέμματος.
                            <lb/>οἱ γὰρ ἀπειλοῦντές τισιν ὥσπερ ἐκκόψαι τοὺς <lb/>ὀφθαλμοὺς αὐτῶν
                            ἐνίοτε λέγουσιν, ἢ κατάξαι τὴν κεφαλὴν, <lb/>ἢ συντρῖψαι τὰ σκέλη, κατὰ
                            τὸν αὐτὸν τρόπον ἔστιν ὅτε <lb/>καὶ τὴν καρδίαν ἐκσπάσαι φασὶν ἐν ἴσῳ τῷ
                            ἀποκτεῖναι. <lb/>ἀλλὰ τί τοῦτο πρὸς τὰ παρόντα; τὸ γὰρ ἀποτεμεῖν ἐνίοτε
                            <lb/>τὰ ὦτα καὶ τὴν ῥῖνα καὶ διασπάσαι πολλάκις ἄλλους <pb n="342"/>
                            ἀπειλοῦσιν οἱ ἄνθρωποι. καί πού τις εὐχομένη παρὰ τῷ <lb/>ποιητῇ γυνὴ
                            τάδε λέγει·</p><lg><l>— — τοῦ ἐγὼ μέσον ἧπαρ ἔχοιμι</l><l>Ἐσθέμεναι προσφῦσα — —</l></lg><p>τί οὖν οὐ καὶ τὸ ἧπαρ ἀρχὴν τῆς ψυχῆς ἀποφαινόμεθα, <lb/>φίλτατε
                            Χρύσιππε, καὶ ταῦθ’ Ὅμηρον ἔχοντες μαρτυροῦντα, <lb/>τηλικοῦτον ποιητὴν,
                            ᾧ μᾶλλον ἦν σε πιστεύειν δίκαιον, ἢ <lb/>τοῖς ἰδιώταις; οὗτος μέν γε
                            πρὸς τοῖς ἄλλοις ἔτι καὶ <lb/>ταῦθ’ ὑπὲρ ἥπατος ἔγραψε·</p><lg><l>Καὶ Τιτυὸν εἶδον γαίης ἐρικυδέος υἱὸν</l><l>Κείμενον ἐν δαπέδῳ, ὃ δ’ ἐπ’ ἐννέα κεῖτο πέλεθρα.</l><l>Γῦπε δέ μιν ἑκάτερθε παρημένω ἧπαρ ἔκειρον</l><l>Δέρτρον ἔσω δύνοντες, ὃ δ’ οὐκ ἀπαμύνετο χερσί.</l><l>Λητὼ γὰρ εἵλκυσε Διὸς κυδρὴν παράκοιτιν</l><l>Πυθώδ’ ἐρχομένην διὰ καλλιχόρου Πανοπῆος.</l></lg><p>ἐν τούτοις ὁ ποιητὴς ἐναργῶς ἐνδείκνυται, τὸ τῆς ψυχῆς <lb/>ἐπιθυμητικὸν
                            μέρος ὑπάρχειν ἐν ἥπατι. διότι γὰρ, φησὶν, <pb n="343"/> ἐπεθύμησεν ὁ
                            Τιτυὸς ὑβρίσαι τὴν Λητὼ, διὰ τοῦτο γῦπες <lb/>αὐτοῦ κείρουσι τὸ ἧπαρ, ὡς
                            εἰς αὐτὸ μάλιστα τιμωρούμενοι <lb/>τὸ κατάρξαν τῆς ὕβρεως. ἀλλ’ ἐνταῦθα
                            μὲν ἐπαινῶ τὸν <lb/>Χρύσιππον, ἑκόντα σιωπήσαντα τὸ καταβάλλον αὐτοῦ τὴν
                            <lb/>δόξαν. ἐν οἷς δ’ ἤτοι περαίνει μηδὲν, ἢ καθ’ ἑαυτοῦ καλεῖ <lb/>τοὺς
                            μαρτυρήσαντας, ἐνταῦθα νομίζω μὴ συνιέναι τῶν <lb/>ἀκολουθούντων τε καὶ
                            μαχομένων ἀλλήλοις πραγμάτων, <lb/>ὥσπερ γε κᾀν τοῖς ἑξῆς τῶν
                            προγεγραμμένων, ἐν οἷς φησι· <lb/>καὶ τὰ τῶν ὀργιζομένων δὲ πάθη περὶ
                            τὸν θώρακα φαίνεται <lb/>γινόμενα καὶ τὰ τῶν ἐρώντων, ὥστε καὶ τὴν
                            ἐπιθυμίαν <lb/>μάλιστα γίνεσθαι περὶ τούτους τοὺς τόπους. ἐφ’ ἑκάστῃ
                            <lb/>τῶν τοιούτων ῥήσεων ἐπιφθέγγεσθαι προσήκει· τί οὖν, <lb/>ὦ
                            Χρύσιππε, τοῦτο πρὸς τὸ λογιστικὸν, ὑπὲρ οὗ ζητοῦμεν; <lb/>οὐ γὰρ δὴ
                            περὶ τῶν ὀργιζομένων ἢ ἐπιθυμούντων ἡ ἀμφισβήτησις <lb/>ἦν, εἰ κατὰ τὸν
                            θώρακά τε καὶ περὶ τὸν θώρακα <lb/>τοῖς οὕτως ἔχουσι κινεῖται τὰ πάθη,
                            ἀλλ’ εἰ καὶ τὸ λογιζόμενον <lb/>ἐνταῦθά ἐστιν. ἐφεξῆς δὲ τούτων τάδε
                            γράφει· εὖ <lb/>μάλα δὲ παριστᾶσι τὸ λεγόμενον, ὡς ἔφην, καὶ αἱ ἐν <pb n="344"/> αὐτοῖς γινόμεναι μελέται καὶ ῥήσεων καὶ τῶν παραπλησίων.
                            <lb/>ἐν ᾧ γὰρ ταῦτα πάντα συντελεῖται, πάντως εὔλογον <lb/>ἐν ἐκείνῳ καὶ
                            τὴν τοῦ λόγου διέξοδον γίνεσθαι, καὶ λέγειν <lb/>ἡμᾶς καὶ διανοεῖσθαι
                            κατ’ ἐκεῖνο. ἀληθῆ ταῦτα γράφεις, <lb/>ὦ Χρύσιππε. καθ’ ὃ γὰρ ἐν ἑαυτοῖς
                            μελετῶμεν, ἢ |καὶ <lb/>μετὰ σιγῆς διεξερχόμεθα διανοούμενοι, τοῦτό ἐστι
                            τὸ λογιζόμενον. <lb/>ἀλλὰ πότερον ἐγκέφαλος ἢ καρδία τὸ διανοούμενόν
                            <lb/>ἐστιν, ὃ ἀπ’ ἀρχῆς ἐζητοῦμεν, ἐχρῆν ἀποδεῖξαί σε καὶ <lb/>μὴ τὸ
                            πρῶτον λῆμμα <milestone unit="ed2page" n="129"/>λαβόντα πρὸς ἁπάντων
                            ὁμολογούμενον <lb/>ἡγεῖσθαί τι παρ’ αὐτοῦ πλέον ἕξειν εἰς τὴν τῶν
                            <lb/>ζητουμένων εὕρεσιν. οὐδεὶς γοῦν ἐστιν, ὃς οὐχ ὁμολογήσει, <lb/>καθ’
                            ὃ σκεπτόμεθα καὶ διαλεγόμεθα, κατὰ τοῦτο τὸ μόριον <lb/>εἶναι τὸ τῆς
                            ψυχῆς ἡγεμονικόν. ἀλλ’ οὐ τοῦτ’ ἦν τὸ ζητούμενον, <lb/>ἀλλ’ εἰ καρδία
                            τοῦθ’ ὑπάρχει τὸ μόριον, ὅπερ οὐκ <lb/>ἀπέδειξας, εἰ μή πω ἄρα φῂς
                            αἰσθάνεσθαι κατὰ τὴν καρδίαν <lb/>λογιζομένου. ἀλλ’ ἐν ἀρχῇ γε τοῦ λόγου
                            παντὸς ἔφησθα <lb/>κατὰ λέξιν ᾧδε. οὕτω φαίνεται διαφεύγειν ὁ τόπος
                            <lb/>ἡμᾶς, οὔτε αἰσθήσεως ἐκφανοῦς γινομένης, ὅπερ ἐπὶ τῶν <pb n="345"/>
                            λοιπῶν συντέτευχε, οὔτε τῶν τεκμηρίων, δι’ ὧν ἄν τις <lb/>συλλογίσαιτο
                            τοῦτο, οὐδὲ γὰρ ἂν ἐπὶ τοσοῦτον ἡ ἀντιλογία <lb/>προῆλθε καὶ ἐν ἰατροῖς
                            καὶ ἐν φιλοσόφοις. ὁ ταῦθ’ εἰπὼν <lb/>Χρύσιππος, εἰ πάλιν ἐν ταὐτῷ
                            βιβλίῳ φάσκοι, τῶν <lb/>διαλογισμῶν ἡμᾶς αἰσθάνεσθαι κατὰ τὴν καρδίαν
                            γινομένων, <lb/>οὔθ’ ἑαυτοῦ δόξει μεμνῆσθαι, καὶ καταψεύδεσθαι τῶν
                            <lb/>ἐναργῶν. οὐ μὴν τοιοῦτός γ’ ὁ ἀνὴρ, ὥστ’ οὐκ ἂν εἴποι δι’
                            <lb/>αἰσθήσεώς τινος ἐπιγινώσκειν ἐν τῇ καρδίᾳ τῶν προειρημένων
                            <lb/>ἕκαστον γινόμενον. καὶ μὴν εἰ μὴ δι’ αἰσθήσεως, <lb/>ἀλλὰ δι’
                            ἀποδείξεώς τινος ἡδέως ἂν ἀκούσαιμεν αὐτῆς. <lb/>ἐμοὶ μὲν δὴ δοκεῖ τῷ
                            περὶ τῆς φωνῆς λόγῳ καὶ νῦν προσχρῆσθαι. <lb/>τεκμαίρομαί δὲ καὶ ἐκ τῶν
                            ἐπιφερομένων. ἀπὸ <lb/>γὰρ τῆς διανοίας, φησὶ, δεῖ λέγειν, καὶ ἐν ἑαυτῷ
                            λέγειν ἢ <lb/>φωνὴν διεξιέναι, καὶ καρδίαν νοεῖσθαι, καὶ ἐν <milestone unit="ed1page" n="273"/>ἑαυτοῖς <lb/>φωνὴν διεξιέναι, καὶ ἐκτὸς
                            ἐκπέμπειν. ὁμολογούμενον γάρ <lb/>τι λαμβάνων, ὡς τοῦ αὐτοῦ μορίου τὸ
                            λέγειν εἴη καὶ τὸ ἐν <lb/>ἑαυτῷ λέγειν, εἶτα προσλαμβάνων, αὐτὸ τῆς
                            καρδίας ἔργον <lb/>εἶναι τὸ λέγειν, ἐξ ἀμφοῖν ἔχει περαινόμενον, ἐν τῇ
                            καρδίᾳ <pb n="346"/> γίνεσθαι τὸ ἐν ἑαυτῷ λέγειν. ἀλλ’ ἡμεῖς γε κατὰ τὸ
                            πρὸ <lb/>τούτου γράμμα τὸν ὑπὸ τοῦ Ζήνωνος ἐρωτηθέντα λόγον <lb/>ὑπὲρ
                            τοῦ τὴν φωνὴν ὑπὸ τῆς καρδίας ἐκπέμπεσθαι μοχθηρὸν <lb/>ἐπεδείξαμεν,
                            ὥστε καὶ ὁ νῦν ἐρωτώμενος ὑπὸ τοῦ Χρυσίππου <lb/>λόγος ἅμα ἐκείνῳ
                            συνανῄρηται. ἐπισκεψώμεθα οὖν <lb/>ἤδη τὸν ἑξῆς. οἰκείως δὲ τούτῳ καὶ οἱ
                            στεναγμοὶ ἐντεῦθεν <lb/>προΐενται. καὶ τοὺς στεναγμοὺς, ὦ Χρύσιππε, καὶ
                            <lb/>τὰς φωνὰς ἐκ τοῦ θώρακος μὲν φήσομεν ἐκπέμπεσθαι καὶ <lb/>τοῦ
                            πνεύμονος, οὐ μὴν οὐδ’ ἐκ τῆς καρδίας, ὥσπερ οὐδὲ <lb/>τὰς φωνάς.
                            ἀποδέδεικται γὰρ ἡμῖν ὑπὲρ ἑκάστου τούτων <lb/>ἐν ἑτέροις οὐχ ἁπλῶς,
                            οὐδ’ ὥσπερ ὑπὸ σοῦ νῦν, οὐδεμίαν <lb/>ἀπόδειξιν προσθέντος. ἐφεξῆς δὲ
                            τοῖσδε πλῆθος ἐπῶν ὁ <lb/>Χρύσιππος γράφει τῶν πλείστων ἑαυτῷ μαχομένων,
                            ὡς ἔμπροσθεν <lb/>ἔδειξα. τὰ δὲ μεταξὺ τῶν ἐπῶν ἐστι μὲν ὀλίγιστα,
                            <lb/>περιέχεται δέ τις κατὰ ταῦτ’ ἐναντιολογία τοῦ Χρυσίππου <lb/>πρὸς
                            ἑαυτὸν, ἣν ὲν τῷ μετὰ τοῦτ’ ἐπιδείξω βιβλίῳ, καθ’ ὃ <lb/>περὶ τῶν τῆς
                            ψυχῆς παθῶν ἔγνωκα ποιήσασθαι τὸν λόγον. <lb/>ἐν δὲ τῷ παρόντι τῶν
                            ῥήσεων αὐτῶν ἐπιμνησθήσομαι μόνον <pb n="347"/> ἐχουσῶν ᾧδε. ὁ δὲ
                            ποιητὴς πλεονάζων ἐν τούτοις διὰ πολλῶν <lb/>παρίστησιν, ὅτι καὶ τὸ
                            λογιστικὸν καὶ τὸ θυμοειδὲς <lb/>περὶ τοῦτόν ἐστι τὸν τόπον, συνάγων ὡς
                            ταὐτὸν αὐτὰ, <lb/>καθάπερ καὶ δεῖ ποιῆσαι. φανερῶς γὰρ ἐνταῦθα συγχωρεῖ
                            <lb/>μὲν, ἕτερόν τι παρὰ τὸ λογιστικὸν εἶναι τό τε θυμοειδὲς <lb/>καὶ τὸ
                            ἐπιθυμητικὸν, ἐν δὲ τῇ καρδίᾳ κατῳκίσθαι <lb/>φησὶν, ὅπερ Ἀριστοτέλους
                            ἐστὶν, οὐ τῶν Στωϊκῶν <lb/>δόγμα. καὶ διὰ τῶν ἑξῆς δὲ προειπὼν, ἐν οἷς ὁ
                            ποιητὴς ἐν <lb/>τῇ καρδίᾳ τὸ λογιζόμενον ὑπάρχειν ἀποφαίνεται, μετὰ
                            ταῦτ’ <lb/>ἐπιφέρει· ὅτι δὲ καὶ τὸ ἐπιθυμητικὸν ἐνταῦθα, διὰ τούτων
                            <lb/>ἐμφαίνει·</p><lg><l>Οὐ γὰρ πώποτέ μ’ ᾧδε θεᾶς ἔρος οὐδὲ γυναικὸς</l><l>Θυμὸν ἐνὶ στήθεσσι περιπροχυθεὶς ἐδάμασσεν.</l></lg><p>εἶτ’ ἐφεξῆς· ὅτι δὲ τὸ θυμοειδὲς ἐνταῦθά πού ἐστι, τά <lb/>τοιαῦτα
                            ἐμφαίνει πλείονα ὄντα·</p><l>Ἥρης δ’ οὐκ ἔχαδε στῆθος χόλον, ἀλλὰ προσηύδα.</l><p>καί·</p><l>Χόλον, ὅστ’ ἐφέηκε πολύφρονά περ χαλεπῆναι.</l><pb n="348"/><p><milestone unit="ed2page" n="130"/>ἐν τοῖς τοιούτοις ἅπασιν ὁ Χρύσιππος
                            ὁμολογεῖ, δυνάμεις <lb/>τινὰς εἶναι τῆς ψυχῆς τήν τε θυμοειδῆ καὶ τὴν
                            ἐπιθυμητικὴν <lb/>ἑτέρας τῆς λογιστικῆς. ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων, <lb/>ὡς
                            ἔφην, ἐν τῷ τετάρτῳ διαλέξομαι γράμματι. τὰ δ’ ὑπόλοιπα <lb/>τῶν κατὰ τὸ
                            Χρυσίππου βιβλίον ἐπιδραμὼν, ἐνταῦθά <lb/>που καὶ αὐτὸς ἤδη καταπαύσω
                            τὸν ἐνεστῶτα λόγον. <lb/>μετὰ δὲ τὸ πλῆθος τῶν ἐπῶν ἐφεξῆς ὁ Χρύσιππος
                            περί <lb/>τε φωνῆς καὶ λόγου καὶ νεύρων ἀρχῆς, ὅσα τε τούτοις
                            <lb/>συνέζευκται, διῆλθεν, ἃ δὴ καὶ μόνα τῶν κατὰ τὸ βιβλίον
                            <lb/>ἔπρεπεν ἀνδρὶ φιλοσόφῳ, περὶ ὧν καὶ ἡμεῖς ἐν τῷ πρὸ <lb/>τούτου
                            λόγῳ διεληλύθαμεν, ὑπερβάντες τὰ περιττῶς <lb/>ἠδολεσχημένα. </p></div></div></div></body></text></TEI>