<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="3"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p><milestone unit="ed2page" n="122"/>Ἀποχωρήσαντες οὖν ἤδη τῶν τοιούτων,
                            <lb/>ἴδωμεν ἑξῆς ἅπαντας οὓς ἐρωτᾷ λόγους, ἐπὶ τὴν ἀρχὴν <lb/>αὖθις
                            ἀνελθόντες ἅπαντος τοῦ λόγου, πρὸς τὸ μηδὲν παρελθεῖν. <lb/>παραθήσομαι
                            δὲ τὴν ῥῆσιν ἅπασαν, εἰ καὶ μακροτέρα <lb/>πώς ἐστιν, ἔχουσαν ᾧδε. τῆς
                            μὲν οὖν ὀργῆς γιγνομένης <lb/>ἐνταῦθα, εὔλογον καὶ τὰς λοιπὰς ἐπιθυμίας
                            ἐνταῦθ’ εἶναι, <lb/>καὶ ἤδη τὰ λοιπὰ πάθη, καὶ τοὺς διαλογισμοὺς, καὶ
                            ὅσα <lb/>τούτοις ἐστὶ παραπλήσια. σαινόμενοι δὲ φήμῃ οἱ πολλοὶ
                            <lb/>τούτων, πολλὰ κατὰ τὴν ἀλήθειαν ἐπιλέγουσι τοιαῦτα ἐχόμενοι
                            <lb/>τῆς ῥηθείσης φορᾶς. πρῶτον μὲν γὰρ, ἵνα πάντες <lb/>ἐντεῦθεν
                            ἄρξωμαι, κατὰ τοῦτό φασιν ἀναβαίνειν τινὲς τὸν <lb/>θυμὸν, καὶ
                            καταπίνειν τὴν χολήν τινας ἀξιοῦσι λέγοντές τε <lb/>καταπίνεσθαί τινα
                            αὐτοῖς σπαράγματα, καὶ μὴ καταπίνεσθαι <lb/>κατὰ τὴν τοιαύτην φορὰν
                            λέγομεν. οὕτω δὲ λέγεσθαι, <pb n="322"/> καὶ μηδὲν αὐτοῖς τούτων
                            καταβαίνειν, καὶ ὅτι καταπιὼν τὸ <lb/>ῥηθὲν, ἀπῆλθεν ὅ τε Ζήνων πρὸς
                            τοὺς ἐπιλαμβανομένους, <lb/>ὅτι πάντα τὰ ζητούμενα εἰς τὸ στόμα φέρειν
                            ἔφησεν, ἀλλ’ <lb/>οὐ πάντα καταπίνεται, οὔτε τῆς καταπόσεως ἄλλως ἂν
                            <lb/>οἰκειότερον λεγομένης, οὔτε τῆς καταβάσεως τῶν ῥηθέντων, <lb/>εἰ μὴ
                            περὶ τὸν θώρακα τὸ |ἡγεμονικὸν ἡμῶν ἦν, εἰς ὃ <lb/>ταῦτα πάντα φέρεται.
                            ἐν γοῦν τῇ κεφαλῇ ὄντος αὐτοῦ <lb/>γελοίως ῥηθήσεται καὶ ἀλλοτρίως
                            καταβαίνειν. ἀναβαίνειν <lb/>δ’ ἂν οἶμαι οἰκειότερον αὐτῶν λεγομένων,
                            καὶ οὐ καταβαίνειν <lb/>τὸν προειρημένον τρόπον τῆς κατὰ τὴν ἀκοὴν
                            αἰσθήσεως <lb/>καταφερομένης περὶ τὴν διάνοιαν, ἐὰν ᾖ περὶ τὸν
                            <lb/>θώρακα, οἰκείως κατάβασις ῥηθήσεται· ἐὰν δὲ περὶ τὴν <lb/>κεφαλὴν,
                            ἀλλοτριώτερον. ἐν τούτοις πάλιν ὁ Χρύσιππος <lb/>οὐκ αἰσθάνεται τοὺς
                            ἰδιώτας ἐφ’ ἑαυτὸν καλῶν· τὸ γὰρ <lb/>ἀναβαίνειν τὸν θυμὸν, ἢ
                            καταβαίνειν τὴν χολὴν, ὅσα τ’ <lb/>ἄλλα τοιαῦτα λέγεται, μαρτυρεῖ τοῖς
                            τὸν θυμόν τε καὶ <lb/>ὅλως τὰ πάθη κάτω που τετάχθαι νομίζουσιν, ὥσπερ
                            ἐν τῇ <lb/>κεφαλῇ τὸν λογισμόν. τηνικαῦτα γὰρ οἶδα καὶ τὸ μὴ <pb n="323"/> καταβαίνειν ἑαυτοῖς τὰ εἰρημένα λέγοντας τοὺς πολλοὺς, οὐκ
                            <lb/>ἐπειδὰν μὴ παρακολουθῶσι, μηδὲ μανθάνωσι τῶν λεγομένων,
                            <lb/>ἐπειδὰν λέγηται μὲν τινα ὡς ὀργὴν, ἢ λύπην, ἢ θυμὸν, <lb/>ἤ τι
                            τοιοῦτον πάθος ἐγκαλεσόμενα, μὴ φροντίζῃ δὲ αὐτῶν <lb/>ὁ ἀκούων, μηδὲ
                            κινῆται κατὰ πάθος. αὕτη μὲν οὖν ἡ <lb/>ἀδολεσχία τοῦτο τὸ πέρας ἐχέτω.
                            μετὰ ταῦτα δ’ ὁ Χρύσιππος <lb/>τοιᾶσδ’ ἑτέρας μέμνηται. αἱ δὲ γυναῖκες
                            καὶ μᾶλλόν <lb/>τι τούτων ἐμφαίνουσιν. εἰ γὰρ μὴ καταβαίνει αὐταῖς
                            <lb/>τὰ λεγόμενα, πολλάκις τὸν δάκτυλον κατάγουσι ἕως τοῦ <lb/>κατὰ τὴν
                            καρδίαν τόπου, οὐ φάσκουσαι καταβαίνειν ᾧδε τὰ <lb/>εἰρημένα. τοῦτο τὸ
                            ἐπιχείρημα τοῖς ἔμπροσθεν ὁμογενές <lb/>ἐστιν, δύο ἕτερα προσειληφὸς
                            ἐπιχειρήματα πάνσοφα, τό τε <lb/>γυναῖκας εἶναι τὰς λεγούσας αὐτὰ, καὶ
                            μὴ, ὥσπερ τὰ πρόσθεν, <lb/>τοὺς ἄνδρας, τό τε καὶ τῇ δείξει δηλοῦν ὥσπερ
                            ὀρχουμένας, <lb/>ἅπερ ὁ λόγος ἐπὶ τῶν ἀνδρῶν ἐδήλου. ἀλλά τοι
                            <lb/>κᾀνταῦθα, γενναιότατε Χρύσιππε, κατὰ σαυτοῦ καλεῖς τὰς
                            <lb/>γυναῖκας μάρτυρας. οὐδὲ γὰρ αὗται λέγουσιν οὕτως, οὐδ’ <pb n="324"/> ὀρχοῦνται ταῖς χερσὶν, ὡς εἴρηκας, ἐπειδὰν ἀρνῶνται συνιέναι <lb/>τῶν
                            λεγομένων, ἀλλ’ ὅταν ὑπὸ λοιδορίας, ἢ ἀπειλῆς, ἤ τινος <lb/>τοιούτου
                            μήτε ὀργίζεσθαι φάσκωσι, μήτε θυμοῦσθαι, μήθ’ <lb/>ὅλως ἀγανακτεῖν· ὅπερ
                            οὐδ’ αὐτὸν, οἶμαι, λανθάνει τὸν Χρύσιππον. <lb/>ἀντιφθεγγόμενος γοῦν
                            κᾀνταῦθα ἑαυτῷ μετ’ ὀλίγον <lb/>ὡδί πως γράφει. ἀφ’ ἧς τε φορᾶς λέγομεν
                            μὴ καταβαίνειν <lb/>τὰ λεγόμενα, εἴτε ἀπειλὰς, εἴτε λοιδορίας, ὥστε
                            καθικέσθαι <lb/>καὶ ἅπτεσθαι αὐτῶν, <milestone unit="ed2page" n="123"/>καὶ οὕτως κινεῖσθαι τὴν διάνοιαν <lb/>ἀπὸ τῆς φορᾶς ταύτης, καὶ
                            βαθείας τινάς φαμεν <lb/>εἶναι, τὸ διὰ μηδὲν τῶν τοιούτων ἐφικέσθαι
                            καταβῆναι <lb/>αὐτῶν. ὅτι μὲν οὖν ἐπὶ τῶν ἀπειλούντων ἢ λοιδορούντων
                            <lb/>λέγεται τὸ μὴ καταβαίνειν εἰς τὸ στῆθος τὰ εἰρημένα, <lb/>καὶ αὐτὸς
                            ὁ Χρύσιππος μαρτυρεῖ. προσέῤῥιψε δὲ <lb/>τῷ λόγῳ τὸ τῆς διανοίας ὄνομα,
                            δέον εἰπεῖν θυμοῦ. τὸ μὲν <lb/>γὰρ λογίζεσθαί τε καὶ νοεῖν τὰ λεγόμενα,
                            καὶ τὸ μαχόμενον <lb/>ἢ ἀκόλουθον ἐπίστασθαι τῆς λογιστικῆς δυνάμεως
                            ἔργον· <lb/>τὸ δὲ ἐπὶ λοιδορίαις ἢ ἀπειλαῖς μήτ’ ὀργισθῆναι μήτε <pb n="325"/> θυμωθῆναι τῆς θυμοειδοῦς ἴδιον. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐν τοῖς
                            <lb/>ἐφεξῆς ὁ Χρύσιππος λέγει. μεταξὺ δὲ ταύτης τῆς τε νῦν
                            <lb/>γεγραμμένης ῥήσεως καὶ ἧς ὀλίγον ἔμπροσθεν ἔγραψα περὶ <lb/>τῶν
                            γυναικῶν, ἑτέρα ῥῆσίς ἐστιν, ἣν ἤδη παραγράψω, πρὸς <lb/>τὸ μηδὲν ὅλως
                            ὑπερβαίνειν δοκεῖν· ἔχει δὲ ᾧδε. τούτοις δ’ <lb/>ἀκολούθως ἀνεμεῖν τέ
                            τινάς φαμεν τὰ φανέντα αὐτοῖς, καὶ <lb/>ἔτι τὸν βαθὺν λέγομεν πολλῶν
                            τοιούτων συμφώνως τοῖς εἰρημένοις, <lb/>καταπιόντες <milestone unit="ed1page" n="270"/>γὰρ ὅμοιον εἰπεῖν, ὅτι ἡμέρα <lb/>ἐστὶ, καὶ
                            ἐναποθέμενοι τοῦτο εἰς τὴν διάνοιαν, καὶ πάλιν <lb/>ἐκεῖνο λέγοντες, ὅτι
                            οὐκ ἔστιν ἡμέρα, μενόντων τῶν πραγμάτων, <lb/>οὐκ ἀλλοτρίως οὐδ’
                            ἀνοικείως ἀνεμεῖν λέγονται. τοῦτο <lb/>τὸ ἀνεμεῖν ἐγὼ μὲν οὐδὲ ἤκουσά
                            τινος λέγοντος, ἀλλὰ μᾶλλον <lb/>ἀποπτύσαι, καὶ ἐκπτύσαι, καὶ ἐκβαλεῖν,
                            καὶ ἀποῤῥῖψαι, <lb/>καὶ ἀποθέσθαι λέγουσιν, ἐπειδὰν λέγωσί τινα δοξῶν
                            ἀποστῆναι <lb/>μοχθηρῶν. εἰ δ’ ἄρα καὶ τὸ ἐξεμέσαι λέγοιτο <lb/>πρός
                            τινων, εἴη ἂν ταὐτὸν τῷ ἀποπτύσαι, καὶ ἀποῤῥῖψαι, <lb/>καὶ τοῖς ἄλλοις
                            τοῖς ἐκ μεταφορᾶς λεγομένοις <lb/>ὁμοίως ἔχον. ὅτι δ’ οὐ μόνον ἀνδρὶ
                            φιλοσοφοῦντι τῶν <pb n="326"/> τοιούτων ἐπιχειρημάτων οὐδέν ἐστι
                            μεταχειριστέον, ἀλλ’ οὐδὲ <lb/>ῥητορικῷ, δέδεικται μὲν ἤδη μοι καὶ διὰ
                            τῶν ἔμπροσθεν, <lb/>οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ νῦν ἔνεστιν ἐνδείξασθαι διὰ βραχέων,
                            <lb/>ἀναμνήσαντα τῶν ῥητορικῶν τεχνῶν, ἃς ἐκεῖνοι γράφουσι, διδάσκοντες
                            <lb/>ἡμᾶς τόπους ἐπιχειρημάτων εἰς ἑκάστην ὑπόθεσιν. <lb/>οὐδενὸς γὰρ
                            τοιούτων μνημονεύουσιν, οἴων ὁ Χρύσιππος <lb/>ἐνέπλησε τὰ ἑαυτοῦ
                            συγγράμματα. ἀλλὰ γὰρ εἴπερ <lb/>πᾶσαν ῥῆσιν ἀκριβολογεῖσθαι βουληθείην,
                            ὡς μηδὲν τῶν <lb/>ἁμαρτημάτων ἀνέλεγκτον παραλιπεῖν, εἰς ἄπειρον ἄν τι
                            μῆκος <lb/>ἐκταθείη τὸ βιβλίον. ἀφέμενος οὖν ἤδη τῶν προγεγραμμένων,
                            <lb/>ἐπὶ τὰ ἐφεξῆς τρέψομαι, δι’ ὧν ὁ Χρύσιππος <lb/>ἄρχεται
                            παρατίθεσθαι τὰς τῶν ποιητῶν μαρτυρίας, μεταξὺ <lb/>παρεντιθεὶς αὐτῶν
                            ὀλίγους λόγους ἑαυτοῦ, πολλάκις <lb/>μὲν ὥσπερ ἐξήγησιν ὧν ἡ ῥῆσις
                            βούλεται, πολλάκις δ’ <lb/>ὥσπερ ἐπιτομήν τινα καὶ οἷον καθόλου τι
                            κεφάλαιον. <lb/>ἀρξάμενος οὖν ἀπό τινος Ἐμπεδοκλείου ῥήσεως ἐξηγεῖταί τε
                            <lb/>αὐτὴν καί τινων κατὰ τὴν ἐξήγησιν ἀξιολογωτέρων ἄρχεται <pb n="327"/> λόγων, ἐν οἷς ἐστι καὶ ὁ περὶ τῆς φωνῆς, οὗ κατὰ τὸ <lb/>δεύτερον
                            ἐμνημόνευσα τῶνδε τῶν ὑπομνημάτων, ἐν ᾧ βιβλίῳ <lb/>πάντας ἔδοξέ μοι
                            κάλλιον εἶναι παραθέσθαι τοὺς λόγους, <lb/>οἳ τὸ πιθανὸν ἔχουσι, καὶ
                            οὐχὶ ἀπόβλητοι τελέως <lb/>εἰσὶν, οὐδὲ γυναῖκας, οὐδὲ ἰδιώτας, οὐδὲ
                            ἐτυμολογίας, ἢ <lb/>φορὰς χειρῶν, ἢ ἐπινεύσεις, ἢ ἀνανεύσεις κεφαλῆς, ἢ
                            ποιητὰς <lb/>ἐπικαλοῦνται μάρτυρας· ἐφ’ ὧν καὶ μόνων ἐγνώκειν
                            καταμεῖναι, <lb/>μὴ προσθεὶς αὐτοῖς ταυτὶ τὰ νῦν μοι γραφόμενα.
                            <lb/>δόξαν δὲ τοῖς ἑταίροις ἄμεινον εἶναι, μηδ’ ὅσα παντάπασιν
                            <lb/>ἠδολέσχηται τῷ Χρυσίππῳ, μηδὲ ταῦθ’ ὑπερβῆναι παντελῶς, <lb/>ἀλλ’
                            ἐπισημήνασθαί τε τὴν ἀτοπίαν αὐτῶν, ἐπιδεῖξαί <lb/>τε πρὸς τὸ μηδὲν
                            πλέον ἀνύειν αὐτὰ κατὰ τῶν Στωϊκῶν <lb/>δογμάτων παρειλημμένα, διὰ τοῦτο
                            προσέθηκα πάντα <lb/>ταῦτα κατὰ τόδε τὸ βιβλίον. περὶ μὲν δὴ τῆς φωνῆς
                            <lb/>οὐδὲν ἔτι δέομαι λέγειν ἐν τῷδε, σύμπαντα τὸν τόπον <lb/>ἱκανῶς
                            ἐξειργασμένος ἐν τῷ πρὸ τούτου βιβλίῳ. <milestone unit="ed2page" n="124"/>ὅσα <lb/>δὲ ἐφεξῆς ἔτι τοῦ περὶ ταύτης λόγου κατὰ τὸ τοῦ Χρυσίππου
                            <lb/>βιβλίον εἰρημένα, τούτων ἤδη μνημονεύσω. ἔστι δὲ <pb n="328"/> τά
                            τε κατὰ τὰς φορὰς τῶν χειρῶν, ὅτε ἐφαπτόμεθα τῶν <lb/>στέρνων ἡμᾶς
                            αὐτοὺς δεικνύντες, ἔτι τε τὰ κατὰ τὴν ἐγὼ <lb/>φωνὴν, ἃ δὴ κᾀντοῖς
                            ἐτυμολογικοῖς εἶπεν ἔχειν τι φάσκων <lb/>αὐτὰ δεικτικὸν ἐκ τοῦ
                            φαινομένου διὰ τὸ κατὰ τὴν πρώτην <lb/>ἐν αὐτῇ συλλαβὴν, ὡς ἐπὶ τὸ
                            στῆθος ἀπάγεσθαι τήν τε <lb/>κάτω γένυν καὶ τὸ χεῖλος. εἴρηταί μοι καὶ
                            περὶ τούτων <lb/>ἤδη κατὰ τὸ δεύτερον τῶνδε τῶν ὑπομνημάτων κᾀν τοῖς
                            <lb/>περὶ ὀνομάτων ὀρθότητος. ὅμοια δὲ τοῖς τοιούτοις ἐπιχειρήμασι
                            <lb/>καὶ τὰ κατὰ τὴν ἐτυμολογίαν εἰσὶ τοῦ τῆς καρδίας <lb/>ὀνόματος,
                            ἑξῆς τῶν προειρημένων ὑπὸ τοῦ Χρυσίππου γεγραμμένα <lb/>κατὰ τὸ πρῶτον
                            περὶ ψυχῆς, ᾧδέ πως ἔχοντα. <lb/>τούτοις πᾶσι συμφώνως καὶ τοὔνομα τοῦτ’
                            ἔσχηκεν ἡ καρδία <lb/>κατά τινα κράτησιν καὶ κυρείαν, ἀπὸ τοῦ ἐν αὐτῇ
                            εἶναι <lb/>τὸ κυριεῦον καὶ κρατοῦν τῆς ψυχῆς μέρος, ὡς ἂν κρατία
                            <lb/>λεγομένη. τὸ μὲν ὡς πρὸς τὴν ζωὴν ἡμῶν κυριώτατον εἶναι <lb/>τὸ
                            σπλάγχνον οὐδ’ ἡμεῖς ἀμφισβητοῦμεν, ὦ γενναιότατε <lb/>Χρύσιππε, οὐ μὴν
                            ἀπλῶς γε κυριώτατον εἶναι συγχωροῦμεν. <pb n="329"/> οὐ γὰρ ἄρχειν αὐτὸ
                            καὶ δεσπόζειν τῶν ἄλλων ἡ <lb/>φύσις ἔνειμεν, ὅταν γε προσηκόντως
                            διοικήσαι τὰ κατὰ τὸν <lb/>ἄνθρωπον, ἀλλ’ ἐγκεφάλῳ μὲν ἄρχειν, ὑπακούειν
                            δὲ τῇ <lb/>καρδίᾳ, καθάπερ ἡμεῖς ἀποδείκνυμεν. ἐφεξῆς δὲ τοῖς
                            εἰρημένοις, <lb/>ὁ Χρύσιππος τάδε γράφει. ὁρμῶμεν κατὰ τοῦτο τὸ
                            <lb/>μέρος, καὶ συγκατατιθέμεθα τούτῳ, καὶ εἰς τοῦτο συντείνει <lb/>τὰ
                            αἰσθητήρια πάντα. ταῦτα τὰ κεφάλαια μόνα τῶν ἐπιστημονικῶν <lb/>ἐστι,
                            καὶ εἴπερ ἀπέδειξεν ὁ Χρύσιππος αὐτὰ, <lb/>τότ’ ἂν ἐπῃνοῦμέν τε τὸν
                            ἄνδρα καὶ τοῖς δόγμασιν ἐπειθόμεθα <lb/>τῶν Στωϊκῶν. ἐπεὶ δ’ ἀποδεῖξαι
                            μὲν οὐκ ἐπεχείρησεν, <lb/>ἀπεφήνατο δὲ μόνον, ἡμεῖς δὲ πρόσθεν μὲν ἤδη
                            <lb/>περὶ τῶν αὐτῶν ἀπεδείξαμεν, ὡς οὔτε κατὰ τὴν καρδίαν <lb/>γίγνεται,
                            καὶ πάντων αὐτῶν ἐγκέφαλός ἐστιν ἀρχὴ, καὶ διὰ <lb/>τῶν ἐφεξῆς δὲ οὐδὲν
                            ἧττον ἀποδείξομεν, οὐκ ἔτ’ ἂν οἶμαι <lb/>δίκαιον εἶναι τοῖς Χρυσίππου
                            πιστεύειν δόγμασιν, ἀλλὰ <lb/>τοῖς Ἱπποκράτους καὶ Πλάτωνος. ταυτὶ μὲν
                            οὖν τὰ κεφάλαια, <lb/>τὸ σύμπαν κῦρος ἐν αὑτοῖς ἔχοντα περὶ τῶν
                            προκειμένων <lb/>ἡμῖν δογμάτων, οὕτως ταχέως ὁ Χρύσιππος παρέδραμεν, <pb n="330"/> ὡς ἐπιμνησθῆναι μόνον· ἐν οἷς δὲ οὐ χρὴ, μηκύνει περιττῶς.
                            <lb/>ἑξῆς δὲ περί τε φωνῆς μνημονεύει καὶ νεύρων ἀρχῆς, <lb/>ὑπὲρ ὧν
                            ἀμφοτέρων εἴρηταί μοι κατὰ τὰ πρόσθεν ὑπομνήματα. <lb/>καὶ μετὰ ταῦτα
                            τὴν ἀκάρδιον ἐξηγεῖται προσηγορίαν, <lb/>ὑπὲρ ἧς ἔμπροσθεν ἤδη μοι
                            λέλεκται, τοσοῦτον δὲ ἐπισημανοῦμαι <lb/>καὶ νῦν ἀπ’ αὐτῆς τῆς λέξεως
                            τοῦ Χρυσίππου <lb/>μαρτυρούσης οἷς προεῖπον· ἔχει δὲ ᾧδε. κατὰ τοῦτο καὶ
                            <lb/>εὐκάρδιοι λέγονταί τοι εἶναί τινες καθάπερ εὔψυχοι, καὶ
                            <lb/>καρδίαν ἀλγεῖν οἱ κηδόμενοί τινων, ὡς ἂν κατὰ τὴν καρδίαν <lb/>τῆς
                            κατὰ τὴν λύπην ἀλγηδόνος γιγνομένης. ἐν ταύτῃ <lb/>γὰρ τῇ ῥήσει σαφῶς ὁ
                            Χρύσιππος ἐμαρτύρησεν ἡμῖν, ὡς <lb/>οὐδέποτε τὸ λογιζόμενον τῆς ψυχῆς
                            οὐδεὶς τῶν ἰδιωτῶν ἐν <lb/>καρδίᾳ νενόμικεν ὑπάρχειν, οὐδ’ ὁ ἀκάρδιος
                            τὸν ἄψυχον, ὡς <lb/>οἴεται ὁ Χρύσιππος, ἀλλὰ τὸν ἄτολμον δηλοῖ παρ’
                            αὐτοῖς. <lb/>οὕτω δὲ καὶ τὴν καρδίαν ἀλγεῖν τὸ λυπεῖσθαι λέγουσιν,
                            <lb/>ὡς καὶ τοῦτ’ αὐτὸς μαρτυρεῖ διὰ τῆς αὐτῆς ταύτης ῥήσεως <lb/>τῆς
                            νυνὶ γεγραμμένης, ἐν ᾗ φησιν· ὡς ἂν κατὰ τὴν καρδίαν <lb/>τῆς κατὰ τὴν
                            λύπην ἀλγηδόνος γιγνομένης. οὕτως ἐν <pb n="331"/> ἅπασι τοῖς λόγοις ὁ
                            Χρύσιππος οὐκ αἰσθάνεται τὰ πάθη <lb/>τῆς ψυχῆς ἐν τοῖς κάτω τῆς κεφαλῆς
                            μέρεσιν ὑπάρχειν κατασκευάζων, <lb/>οὐ τὸ λογιζόμενον, ἢ ἐπιστήμην
                            δεχόμενον, <lb/>ἢ ἀλήθειαν σπουδάζον. οὕτω δὲ κᾀπειδὰν ἐπιφέρων εἴπῃ,
                            <lb/>τὸ γὰρ ὅλον, καθάπερ ἐν ἀρχῇ εἶπον, εὖ μάλ’ ἐμφαίνουσιν <lb/>οἵ τε
                            φόβοι καὶ αἱ λῦπαι κατὰ τοῦτο τὸ μέρος γιγνόμεναι, <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="125"/>μαρτυρεῖ κᾀνταῦθα τῷ τοῦ Πλάτωνος
                            λόγῳ. καὶ <lb/>διὰ τῶν ἑξῆς δὲ κατὰ τὸν παραπλήσιον τρόπον οὐκ
                            αἰσθάνεται <lb/>κατασκευάζων, ὡς ἐν τῇ καρδίᾳ τὸ θυμοειδὲς ἵδρυται
                            <lb/>τῆς ψυχῆς. ἥ τε γὰρ ἐν τοῖς φόβοις πάλσις τῆς καρδίας <lb/>ἐκφανής
                            ἐστι καὶ ἡ εἰς τοῦτο τῆς ὅλης ψυχῆς συνδρομὴ, <lb/>οὐκ ἄλλως
                            ἐπιγεννηματικῶς γιγνομένων αὐτῶν, καθάπερ ἄλλοις <lb/>ἄλλου συμπάσχειν
                            πεφυκότος, καθ’ ὅ καὶ συνιζάνουσιν <lb/>εἰς αὑτοὺς, συναγόμενοι πρὸς
                            τοῦτο, ὡς ἂν τὸ ἡγεμονικὸν, <lb/>καὶ κατὰ τὴν ὡς ἂν αὐτῶν τούτου
                            φυλακτικήν. καὶ τὰ τῆς <lb/>λύπης πάθη ἐνταυθοῖ που εὐφυῶς γίγνεται,
                            οὐδενὸς ἄλλου <lb/>συμπάσχοντος οὐδὲ συναλγοῦντος τόπου. ἀλγηδόνων γάρ
                            <lb/>τινων κατὰ ταῦτα γιγνομένων σφοδρῶν, ἕτερος μὲν οὐδείς <pb n="332"/> ἐμφαίνει τόπος τὰ πάθη ταῦτα, ὁ δὲ περὶ τὴν καρδίαν μάλιστα.
                            <lb/>ταῦτα πάντα <milestone unit="ed1page" n="271"/>φήσομεν ἀληθῶς ὑπὸ
                            τοῦ Χρυσίππου <lb/>λέγεσθαι, καὶ παρακαλέσομέν γε τοὺς ἀπ’ αὐτοῦ
                            <lb/>μεμνῆσθαί τε αὐτῶν καὶ μηκέτι παρ’ ἡμῶν ἑτέραν ἐπιζητεῖν
                            <lb/>ἀπόδειξιν ὑπὲρ τοῦ τοὺς φόβους, καὶ τὰς λύπας, <lb/>καὶ πάνθ’ ὅσα
                            τοιαῦτα πάθη κατὰ τὴν καρδίαν συνίστασθαι, <lb/>ἀλλὰ τοῦτο μὲν καὶ παρ’
                            αὐτῶν ὁμολογούμενον λαμβάνεται <lb/>τῶν Στωϊκῶν. οὐ μόνον γὰρ Χρύσιππος,
                            ἀλλὰ <lb/>καὶ Κλεάνθης καὶ Ζήνων ἑτοίμως αὐτὰ τιθέασιν. ἐκεῖνο <lb/>δ’
                            ἐπισκέπτεσθαι χρὴ μόνον, ἐν ᾧ τὴν πᾶσαν ἀμφισβήτησιν <lb/>εἶναι
                            συμβέβηκεν, εἰ καὶ τὸ λογιζόμενόν ἐστιν ἐνταῦθα. <lb/>εἰ γὰρ ὥσπερ τὸ
                            θυμοειδὲς, ἐναργῶς ἐπιδείκνυται <lb/>δι’ ὧν ὁ Χρύσιππος ἤδη πολλάκις
                            εἴρηκε λόγων περιεχόμενον <lb/>ἐν τῇ καρδίᾳ. ἡμεῖς δὲ εἰ περὶ τοῦ
                            λογιζομένου <lb/>παραπλησίας ταύταις ἢ καὶ σφοδροτέρας ἔτι προσθείημεν
                            <lb/>ἀποδείξεις ὑπὲρ τοῦ κατὰ τὴν κεφαλήν τε καὶ τὸν ἐγκέφαλον
                            <lb/>ὑπάρχειν αὐτὸ, τί ἄλλο ἢ τὸ Πλάτωνός τε καὶ <pb n="333"/>
                            Ἱπποκράτους ἀποδειχθήσεται δόγμα, τὰς ἀποδείξεις ἀμφοτέρας <lb/>ἡμῶν
                            συνθέντων; </p></div></div></div></body></text></TEI>