<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="3"><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Καὶ γὰρ οὖν, ὅταν εἴπῃ, διὰ τοῦτο λέγεσθαί <lb/>τινας ἀκαρδίους, ὅτι
                            πεπιστεύκασιν ἅπαντες ἄνθρωποι τὸ <lb/>ἡγεμονικὸν τῆς ψυχῆς ἐν τῇ καρδίᾳ
                            περιέχεσθαι, θαυμάζειν <lb/>ἄξιον τἀνδρὸς, εἰ μὴ ἄχρι τοσούτου
                            παρακολουθεῖ τοῖς <lb/>λεγομένοις, ὡς γνωρίζειν, ὅτι μηδένα τῶν ἀνοήτων
                            τε καὶ <lb/>ἀσυνέτων ἀκάρδιον ὀνομάζουσιν, ἀλλ’ ἐκείνους μὲν ἅπαντας,
                                <pb n="311"/> ἐπειδὰν σκώπτωσιν, οὐκ ἔχειν ἐγκέφαλόν φασιν, τοὺς
                            ἀτόλμους <lb/>δὲ καὶ δειλοὺς ἀκαρδίους ὀνομάζουσιν. ἐξελέγχεται
                            <lb/>τοίνυν κᾀνταῦθα τὸ τοῦ Χρυσίππου δόγμα πρὸς αὐτῶν ὧν
                            <lb/>ἐπικαλεῖται μαρτύρων, ἐν ἐγκεφάλῳ μὲν ὑπολαμβανόντων <lb/>εἶναι τὸ
                            λογιζόμενον, ἐν καρδίᾳ δὲ τὸ θυμοειδές. ἀλλὰ νὴ <lb/>Δία θαυμασίως ὅπως
                            ἐξηγεῖται τοὔνομα τὸ ἀκάρδιον, ἢ τίνι <lb/>διανοίᾳ λέγουσιν οἱ πολλοὶ,
                            συνάπτων εὐθὺς αὐτῷ καὶ τὸ <lb/>ἄσπλαγχνον· ἔχει δὲ ἡ ῥῆσις <milestone unit="ed2page" n="119"/>ᾧδε. παραβάλλουσι δὲ <lb/>τοῖς εἰρημένοις
                            καὶ τὰ τοιαῦτα τῶν λεγομένων, οἷον τοὺς <lb/>ἀσπλάγχνους, καθ’ ὅ φαμεν
                            μὴ ἔχειν τινὰς ἐγκέφαλον καὶ <lb/>ἔχειν, οὕτως ἡμᾶς ὑπονοοῦντες λέγειν
                            καὶ μὴ ἔχειν καρδίαν <lb/>τινὰς καὶ ἔχειν κατὰ τὰ προειρημένα, τῶν μὲν
                            ἀσπλάγχνων <lb/>τάχα λαμβανομένων κατὰ τὸ μηδὲν ἔχειν ἔνδον συναλγοῦν
                            <lb/>κατὰ τὰ ἐναντία, καὶ ἀπὸ τῆς καρδίας οὕτως αὐτῶν κοινότερον
                            <lb/>λεγομένων, τοῦ δ’ ἐγκεφάλου λαμβανομένου, ἤτοι <lb/>κατὰ τὰ αὐτὰ
                            ὁμοίου τινὸς ὄντος, ἢ διὰ τὸ καὶ τοῦτον <lb/>ἔχειν τινὰ κυρίαν τοῖς
                            σπλάγχνοις ὁμοίαν. ἡ μὲν ῥῆσις <lb/>αὕτη. χρὴ δ’ αὐτὴν ἀναγνῶναί τινα
                            καὶ τρὶς καὶ τετράκις <pb n="312"/> ἐπὶ σχολῇ πολλῇ ἀκριβῶς προσέχοντα
                            τὸν νοῦν τοῖς λεγομένοις. <lb/>οὕτω γὰρ μόνως, οἶμαι, πεισθήσεται τὸ
                            κατὰ <lb/>τὴν παροιμίαν λεγόμενον ὑπάρχειν αὐτῇ, τὸ, ΛΑΒΕ <lb/>ΜΗΔΕΝ,
                            ΚΑΙ ΚΡΑΤΕΙ ΚΑΛΩΣ. ἔγωγ’ οὖν ἐν <lb/>πολλοῖς <milestone unit="ed1page" n="268"/>πολλάκις βιβλίοις ἀνεγνωκὼς ῥήσεις, ἐν αἷς <lb/>ὀνόματα καὶ
                            ῥήματα συνάπτεται μηδεμίαν ἔχοντα διάνοιαν, <lb/>οὐδαμόθεν τοῦτ’
                            ἀκριβούμενον εἶδον οὕτως, ὡς κατὰ τήνδε <lb/>τὴν νῦν ἡμῖν προγεγραμμένην
                            λέξιν. αἴνιγμα γάρ ἐστιν ὁ <lb/>λόγος τοῦ Χρυσίππου θαυμαστῇ τινι
                            καταπεπλεγμένον ἀσαφείᾳ <lb/>μετὰ συντομίας ἀκαίρου. καίτοι τήν γε
                            συντομίαν <lb/>οὐδὲ καθ’ ἕνα τῶν ἑαυτοῦ λόγων ἐζήλωκεν, ἀλλ’ οὕτω μακρός
                            <lb/>ἐστιν, ὡς πολλάκις ἐν ὅλῳ βιβλίῳ πολυειδῶς ὑπὲρ <lb/>τῶν αὐτῶν ἄνω
                            τε καὶ κάτω τοὺς λόγους ἑλίττειν. τὸ μὲν <lb/>δὴ τῆς ἀσαφείας αὐτῷ
                            σύνηθες, ἀσθενείᾳ τῆς ἑρμηνευτικῆς <lb/>δυνάμεως ἑπόμενον. καί μοι δοκεῖ
                            καὶ αὐτὸς αἰσθανόμενος <lb/>αὐτῆς τρὶς καὶ τετράκις ὑπὲρ τῶν αὐτῶν ἐπὶ
                            πλεῖστον ἐκτείνειν <lb/>τοὺς λόγους οὐκ ὀκνεῖ. τὸ δὲ τῆς βραχυλογίας
                            ἄηθές <lb/>τε καὶ σπανίως ὑπ’ αὐτοῦ γιγνόμενον, ἐν οἷς ἂν μάλιστα <pb n="313"/> λόγοις ἄφυκτον αἰσθάνηται τὸ σφάλμα τῶν ἑαυτοῦ δογμάτων.
                            <lb/>βούλεται γὰρ, οἶμαι, παρατρέχειν αὐτὸ διὰ ταχέων, <lb/>ἄλλο
                            ὑπομένων ἐξελέγχεσθαι. καί μοι δοκεῖ, καθάπερ ἐν <lb/>τοῖς ἄλλοις λόγοις
                            ἀγωνίζεται σαφῶς ἑρμηνεύειν, οὕτως ἐν <lb/>οἷς ἐξελέγχεται συγκρύπτειν
                            τὸν λόγον ἀσαφείᾳ μετὰ βραχυλογίας, <lb/>ἵνα δηλαδὴ δοκῇ μὲν
                            ἀπολελογῆσθαι πρὸς τοὔγκλημα, <lb/>καὶ μὴ παρεληλυθέναι τελέως αὐτὸ,
                            μηδὲν δὲ <lb/>ἡμεῖς ἔχωμεν ἀντιλέγειν τοῖς εἰρημένοις, ὧν οὐδ’ ὅλως
                            μανθάνομεν. <lb/>αὐτίκα γέ τοι κατὰ τὴν προγεγραμμένην ῥῆσιν, <lb/>ἐν ᾗ
                            τὸ ἄσπλαγχνον καὶ ταὶ τὸ μὴ ἔχειν ἐγκέφαλον ὅπως οἱ <lb/>πολλοὶ λέγουσιν
                            ἐξηγεῖται, ἐμοὶ μὲν δοκεῖ τοιόνδε τι δηλοῦν. <lb/>ἀσπλάγχνους μὲν
                            καλοῦσιν ἐνίους ἐν ἴσῳ τῷ ἀκαρδίους, <lb/>ἐπειδὴ σπλάγχνον ἡ καρδία, τὸ
                            δ’ ἐγκέφαλον μὴ <lb/>ἔχειν ἐν ἴσῳ τῷ ἄσπλαγχνον εἶναι λέγουσιν, ἐπειδὴ
                            καὶ <lb/>οὗτος σπλάγχνον τ’ ἐστὶ καὶ κύριον. οὐ μὴν προσίενταί γε
                            <lb/>πάντες οἱ Στωϊκοὶ τὴν τοιαύτην ἐξήγησιν, ἀλλ’ ἕτερον μέν <lb/>τι
                            λέγεσθαί φασιν, οὐ δηλοῦσι δὲ αὐτὸ, τῶν ἐσωτερικῶν <lb/>ὑπάρχον
                            δηλονότι, καὶ ἐπιτιμῶσιν ἡμῖν εὐθέως ὡς προπετῶς <pb n="314"/>
                            ἀντιλέγουσι, πρὶν γνῶναι τὸ λεγόμενον. οἱ δὲ καὶ λοιδοροῦντες
                            <lb/>σφοδρότερον ἀνεισάκτους τε καὶ φιλονείκους ἀποκαλοῦσιν, <lb/>οὔ
                            φασί τε διδάξειν τὸ λεγόμενον ἀπαιδεύτους ἀνθρώπους. <lb/>καίτοι τά γ΄
                            ἄλλα καὶ μὴ βουλομένων ἡμῶν <lb/>διεξέρχονται μακρῶς. ἀλλ’ ὅταν, ὡς
                            εἶπον, ἐπί τι τοιοῦτον <lb/>ἀφίκωνται, μηδεμίαν ἔχον εὐπορίαν φλυαρίας,
                            οἱ μὲν γράφοντες <lb/>τὰ βιβλία ταχέως θ’ ἅμα καὶ σαφῶς παρατρέχουσιν,
                            <lb/>οἱ δ’ ἐξηγούμενοι τὰ τούτων συγγράμματα φθόνου <lb/>μᾶλλον ὑπόνοιαν
                            εἰς τοὺς ἀκούοντας ἐκπέμπειν ἕτοιμοι γίγνονται, <lb/>προσποιούμενοι μὴ
                            βούλεσθαι διδάσκειν ἡμᾶς, <lb/>ἤπερ ὁμολογοῦντες νενικῆσθαι. ἀλλὰ τοὺς
                            μὲν ἀσπλάγχνους <lb/>τε καὶ ἀνεγκεφάλους ἤδη παρέλθωμεν, ἵνα μὴ λυπῶμεν
                            <lb/>ἐπὶ πλέον τοὺς περὶ τὸν Χρύσιππον ἐναργῶς καταμαρτυρουμένους
                            <lb/>ὑφ’ ὧν ἐπικαλοῦνται μαρτύρων· <milestone unit="ed2page" n="120"/>ὅθεν δ’ <lb/>ἀπελίπομεν, ἐκεῖσε πάλιν ἐπανέλθωμεν. ἐμπλήσας ὁ
                            Χρύσιππος <lb/>ὅλον τὸ βιβλίον ἐπῶν Ὁμηρικῶν καὶ Ἡσιοδείων, καὶ
                            <lb/>Στησιχορείων, Ἐμπεδοκλείων τε καὶ Ὀρφικῶν, ἔτι δὲ πρὸς <lb/>τούτοις
                            ἐκ τῆς τραγῳδίας, καὶ παρὰ Τυρταίου, καὶ τῶν <pb n="315"/> ἄλλων ποιητῶν
                            οὐκ ὀλίγα παραθέμενος, εἶτα μὴ συνεὶς τῆς <lb/>θαυμαστῆς δὴ ταύτης
                            ἀπεραντολογίας, (τοῦτο γὰρ αὐτῇ <lb/>μᾶλλον ἡγοῦμαι προσήκειν τοὔνομα,)
                            ταῦτα κατὰ λέξιν ἐπιφέρει· <lb/>ταυτὶ μὲν φήσουσιν ἀδολεσχίαν εἶναι
                            γραώδη, τυχὸν <lb/>δὲ καὶ γραμμάτων διδασκάλου βουλομένου στίχους ὅτι
                            πλείστους <lb/>ὑπὸ τὸ αὐτὸ διανόημα τάξαι. καλῶς εἶπες, ὦ Χρύσιππε,
                            <lb/>ταῦτα, κάλλιον δ’ ἦν, εἰ μὴ μόνον εἶπες, ἀλλὰ καὶ <lb/>παντάπασιν
                            ἐφυλάξω τὴν γραώδη ταύτην ἀδολεσχίαν. τί <lb/>γὰρ ἂν εἴη γραωδέστερον, ἢ
                            ἀδολεσχότερον, ἢ γραμματιστῇ <lb/>πρεπωδέστερον, ἢ πόῤῥω μᾶλλον
                            ἀπεληλαμένον ἀποδείξεως <lb/>προσηκούσης ἀνδρὶ φιλοσόφῳ, τοῦ
                            μνημονεύσαντα κατ’ ἀρχὰς <lb/>εὐθὺς τοῦ Πλάτωνος δόγματος ἐᾶσαι μὲν
                            τοῦτο καὶ <lb/>ἀποῤῥῖψαι παντάπασιν, οὐδ’ ὡς ὑπὸ τῶν μετ’ αὐτὸν
                            κατεσκεύασται <lb/>προσγράψαντα, παρελθεῖν δὲ καὶ τὴν πρὸς τοὺς
                            <lb/>ἠρωτημένους ὑπὸ τῶν ἀνδρῶν λόγους ἀντιλογίαν τε καὶ λύσιν, <lb/>ἐφ’
                            ᾗ δίκαιον ἦν αὐτὸν ἀποδείξεσι χρησάμενον ἐπιστημονικαῖς <lb/>ἐμπεδῶσαι
                            τὸ ἑαυτοῦ δόγμα, ποιητῶν δὲ μεμνῆσθαι, <lb/>καὶ πλῆθος ἰδιωτῶν καλεῖν
                            μαρτυρῆσον, καὶ τί <pb n="316"/> λέγουσιν αἱ γυναῖκες, γράφειν, οὐδ’ οὖν
                            οὐδὲ ἐν αὐτοῖς οἷς <lb/>καλεῖ μάρτυσιν εὐτυχοῦντα; καὶ γὰρ οἱ ποιηταὶ
                            καὶ κατ’ <lb/>αὐτοῦ λέγουσιν ἅπαντες τὰ πλείω καὶ οἱ ἰδιῶται. τίς γοῦν
                            <lb/>οὐκ ἔγραψε ποιητὴς, ἐπιθυμεῖν τε καὶ θυμοῦσθαι πολλὰ <lb/>τῶν ζώων
                            ἀνθρώπου σφοδρότερον; τίς δ’ ἰδιώτης οὐχ οὕτω <lb/>χρῆται τοῖς ὀνόμασιν,
                            ὡς τὸ Πλάτωνος βούλεται δόγμα, <lb/>τὸ μὲν ἀκάρδιον ἐν ἴσῳ τῷ δειλὸν καὶ
                            ἄτολμον καὶ ἄνανδρον <lb/>ὀνομάζων, καρδίαν δὲ λαβεῖν ἐγκελευόμενος,
                            ἐπειδὰν <lb/>εἰς ἀνδρείαν πρᾶξιν ἐπεγείρῃ τὸν πέλας, ἐπεγγελῶν δὲ τοῖς
                            <lb/>ἀνόητον εἰποῦσιν, ἀνεγκεφάλους καὶ ἀσυνέτους ὀνομάζων <lb/>αὐτοὺς,
                            ἑτέρους δ’ ἀγχίνους καὶ ἔννους φάσκων, οὓς ἂν <lb/>ὡς συνετοὺς ἐπαινῇ,
                            ἀσπλάγχνους δὲ ἀποκαλῶν τοὺς μὴ <lb/>ἐλεοῦντας μηδένα, μήτε φιλοῦντας,
                            μήθ’ ὅλως φροντίζοντας <lb/>ἢ ἐπαινούντων ἢ ψεγόντων, ἢ ἀδικούντων ἢ
                            ὠφελούντων, <lb/>ἀλλ’ ὥσπερ λίθους ἀναισθήτους ὑπάρχοντας; οὓς <lb/>γὰρ
                            ἂν εἰς ἀναισθησίαν παντελῆ σκῶψαι βουληθῶσιν, <lb/>ἀσπλάγχνους
                            ὀνομάζουσιν, ὥσπερ τοὺς ἀνάνδρους μὲν ἀκαρδίους, <lb/>ἀνεγκεφάλους δὲ
                            τοὺς ἄφρονας. ἐπεὶ δ’ ἐστὶν καὶ τρίτον τι <pb n="317"/> σπλάγχνον, τὸ
                            ἧπαρ, ἐν ᾧ τὸ ἐπιθυμητικὸν ἵδρυται τῆς ψυχῆς, <lb/>καὶ χρὴ καὶ τούτῳ
                            συμμετρίαν τινὰ τῶν οἰκείων ὑπάρχειν <lb/>κινήσεων, εἰ μέλλοι τελέως
                            κεκοσμῆσθαι τὴν ψυχὴν ὁ <lb/>ἄνθρωπος, εἴη ἂν καὶ ὁ κατὰ τοῦτ’
                            ἀναίσθητος, ὡς ἐπὶ <lb/>τοῖς ἄλλοις τοῖς δύο, καὶ μοχθηρῶς διακείμενος
                            ἄσπλαγχνος <lb/>ὀρθῶς ὀνομαζόμενος. ὁ δ’ ἐναντίος αὐτῷ μεγαλόσπλαγχνος
                            <lb/>λέγεται, καθάπερ ὁ Εὐριπίδης εἰσάγει τὴν Μήδειαν ὄντως
                            <lb/>μεγαλόσπλαγχνον, ἁπάσας τὰς τῶν τριῶν σπλάγχνων δυνάμεις <lb/>τε
                            καὶ κινήσεις ἰσχυρὰς ἔχουσαν. ἐπιθυμητικωτάτην <lb/>μὲν γὰρ προτίθεται
                            τὴν γυναῖκα, καὶ θυμικωτάτην ἅμα <lb/>καὶ λογίσασθαι δεινήν. ἱκανὰ δὲ
                            γνωρίσματα τοῦ μὲν ἐπιθυμητικοῦ <lb/>τῆς ψυχῆς, εἰς ὅσον ἀμέτρου
                            κινήσεως ἀφῖκται, <lb/>τὰ περὶ τὸν ἔρωτα τοῦ Ἰάσονος, ὑφ’ οὗ νικηθεῖσα
                            προὔδωκεν <lb/>ἅμα καὶ κατέλιπε τοὺς οἰκείους, ἐπηκολούθησε δὲ <lb/>καὶ
                            τελέως ἐπίστευσεν ἑαυτὴν ἀνθρώπῳ ξένῳ· τοῦ δὲ θυμικοῦ <lb/>τῆς
                            σφοδρότητος, οἷά περ τοὺς παῖδας ἐμήνισεν, οὐ <lb/>σμικρὰ γνωρίσματα·
                            τοῦ δὲ λογιστικοῦ τῆς συνέσεως, (ὑποτίθεται <lb/>γὰρ κᾀν τούτοις αὐτὴν ὁ
                            Εὐριπίδης οὐ τὴν τυχοῦσαν,) <pb n="318"/> οὐ σμικρὰ σημεῖα τὰ πρὸς τὸ
                            τιμωρήσασθαι τοὺς ἐχθροὺς <lb/>ἐπινοηθέντα, καὶ ὅσα πρὸς ἑαυτὴν
                            διεξέρχεται, καὶ στέλλουσα <lb/>καὶ πείθουσα τὸν θυμὸν ἀποχωρεῖν ἔργων
                            ἀνοσίων. <lb/>ὥστ’ εὐλόγως ἐπ’ αὐτῆς ὁ Εὐριπίδης εἶπε·</p><lg><l><milestone unit="ed2page" n="121"/>Τί ποτ’ ἐργάσεται</l><l>Μεγαλόσπλαγχνος, δυσκατάπαυστος</l><l>Ψυχὴ δηχθεῖσα κακοῖσι;</l></lg><p>αὕτη μὲν οὖν μεγαλόσπλαγχνος, ἄσπλαγχνος δὲ καὶ μικρόσπλαγχνος, <lb/>ᾧ
                            φαῦλα, καὶ μικρὰ, καὶ βραδυκίνητα, καὶ δυσκίνητα <lb/>τὰ τρία τῆς ψυχῆς
                            μόρια. μεταξὺ δέ μοι τῶν λόγων <lb/>ὧν διεξέρχομαι τὸ παραστὰν οὐκ
                            ὀκνήσω φράσαι· λέλεκται <lb/>δὲ ὑπὸ τῶν παλαιῶν φιλοσόφων, ὡς οὐκ
                            ἐνδέχεταί τινα <lb/>διαλεγόμενον ἀδολέσχοις ἀνθρώποις ἀποσχέσθαι τελέως
                                <lb/>ἁπά<milestone unit="ed1page" n="269"/>σης ἀδολεσχίας. ἔγωγ’ οὖν
                            ἠναγκάσθην ὑπὸ τοῦ <lb/>Χρυσίππου προσχυθεὶς ἀδολεσχίας ἐξηγεῖσθαι τάς
                            τε τῶν <lb/>ἰδιωτῶν καὶ τὰς Εὐριπίδου φωνὰς, ὃ μήποτ’ ἂν ἑκὼν ἐτόλμησα
                            <lb/>πρᾶξαι περὶ τηλικούτου δόγματος ἀποδείξεις γράφων. <lb/>οὐχ ὅπως
                            γὰρ Εὐριπίδης, ἢ Τυρταῖος, ἤ τις ἄλλος ποιητὴς, <pb n="319"/> ἢ καὶ
                            παντάπασιν ἰδιώτης ἱκανὸς πιστεύεσθαι περὶ <lb/>δόγματος ἁπάσης
                            ἀποδείξεως χωρὶς, ἀλλ’ οὐδ’ αὐτὸς ἁπάντων <lb/>ἰατρῶν ὁμολογουμένως
                            ἄριστος Ἱπποκράτης, ὥσπερ οὐδὲ <lb/>ὁ πρῶτος ἁπάντων φιλοσόφων Πλάτων.
                            οὐδὲ γὰρ ἂν ῥαγεῖεν <lb/>ὑπὸ φθόνου σύμπαντες οἱ μετ’ αὐτὸν, οὐδ’ ἂν ὑπὸ
                            <lb/>φιλονεικίας ἀναίσχυντα σοφίζωνται, καθάπερ οἱ περὶ τὸν
                            <lb/>Χρύσιππον, ἢ τὴν δόξαν ὑπερβάλλεσθαί ποτε δυνήσονται <lb/>τοῦ
                            Πλάτωνος, ἢ τὸν τῶν ἀποδείξεων μιμήσασθαι κόσμον. <lb/>ἀλλ’ ὅμως οὐδὲ
                            τούτοις τοῖς ἀνδράσι τοσοῦτον ὑπὲρ τοὺς <lb/>ἄλλους ἐπιστήμῃ τὴν ψυχὴν
                            κεκοσμημένοις οὐδεὶς νοῦν ἔχων <lb/>ἁπλῶς εἰποῦσιν ἀξιοῖ πιστεύειν, ἀλλ’
                            ἀναμένει τὴν ἀπόδειξιν. <lb/>ὁ δέ γε Χρύσιππος ὧν μὲν οὗτοι λέγουσιν
                            ἀποδείξεων <lb/>ὑπὲρ τοῦ προκειμένου δόγματος οὔτε ἐμνημόνευσεν
                            οὐδεμιᾶς, <lb/>οὔτ’ ἐξελέγχειν ἐπεχείρησεν, οὐκ αἰδεῖται δὲ Τυρταῖόν τε
                            <lb/>καὶ Στησίχορον ἐπικαλούμενος μάρτυρας, οὓς εἰ καὶ ζῶντας <lb/>ἤρετό
                            τις περὶ τούτων τῶν δογμάτων ἐπιστήμης ἀμφισβητοῦσιν,
                            <lb/>ἐξωμολογήσαντο ἂν εὖ οἶδ’ ὅτι μηδὲν ἐπαΐειν αὐτῶν, <pb n="320"/>
                            αὐτοὶ δὲ μᾶλλον ἂν, οἶμαι, παρὰ Χρυσίππου τι μαθεῖν, ἢ <lb/>παρ’ αὐτῶν
                            ἀποδεικνύειν ἠξίωσαν. εἶτα δηλαδὴ Χρύσιππος <lb/>ἂν ἐπὶ τοὺς ἰδιώτας
                            ἦγεν αὐτοὺς, ὁ σοφὸς ἐπὶ τοὺς ἀμαθεῖς, <lb/>ὁ σώφρων ἐπὶ τοὺς
                            μαινομένους, ὁ λόγων ἀκολουθίαν εἰδὼς <lb/>ἐπὶ τοὺς διαφερομένους πρὸς
                            ἀλλήλους τε καὶ ἑαυτοὺς <lb/>κατὰ πάντα καιρὸν ἐν λόγοις τε ἅμα καὶ
                            πράξεσιν. ἀλλ’ <lb/>εἰ καὶ μαίνονται τὰ πάντα καὶ διαφέρονται πρὸς
                            ἀλλήλους <lb/>τε καὶ ἑαυτοὺς ἅπαντες οἱ ἰδιῶται, τοῦτο γοῦν, οἶμαι,
                            <lb/>σῶφρον ἔχουσι, τὸ μὴ καλεῖν ἐφ’ ἃ λέγουσι τοὺς καταμαρτυρήσοντας
                            <lb/>ἑαυτῶν. ἡ δὲ Χρυσίππου σοφία καὶ τῆς τῶν <lb/>ἰδιωτῶν ἀμαθίας
                            ἐπέκεινα προελήλυθεν· ἐπικαλεῖται γὰρ <lb/>μάρτυρας, ὑφ’ ὧν
                            κατακρίνεται. τούτου χάριν ἠναγκάσθην <lb/>κᾀγὼ νῦν ἀδολεσχεῖν, ἵν’
                            ἐπιδείξω τὸν Χρύσιππον ἐν ἅπασι <lb/>μέγιστα σφαλλόμενον. οὔτε γὰρ
                            ἐμνημόνευσεν οὐδεμιᾶς τῶν <lb/>ὑπὸ Πλάτωνός τε καὶ Ἱπποκράτους εἰρημένων
                            ἀποδείξεων, <lb/>οὔτε ἀντεῖπεν, οὔτ’ αὐτός τινα εἶπεν ἑτέραν ἀπόδειξιν,
                            οὔτε <lb/>οἶδεν, οὓς χρὴ καλεῖν μάρτυρας. ἐπεδείξαμεν οὖν ἤδη καὶ
                            <lb/>διὰ τοῦ πρώτου βιβλίου περὶ τῆς πρὸς ἑαυτὸν ἐναντιολογίας <pb n="321"/> τοῦ Χρυσίππου· πρόδηλος δὲ καὶ νῦν ἐστιν ἡ ἀναισθησία
                            <lb/>τἀνδρὸς, ἃ χρῆν ἀποκρύπτειν ἐναργῶς καταβάλλοντα τὸν <lb/>λόγον
                            αὐτοῦ, ταῦτ’ οὐ μόνον ἀποκρύπτοντος, ἀλλὰ καὶ <lb/>μαρτυρεῖν
                            ὑπολαμβάνοντος. </p></div></div></div></body></text></TEI>