<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="3"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΝ <lb/>ΚΑΙ ΠΛΑΤΩΝΑ ΔΟΓΜΑΤΩΝ ΒΙΒΛΙΟΝ
                            <lb/>ΤΡΙΤΟΝ.</head><p>Ὅτι μὲν ἀναγκαῖόν ἐστιν οὐ φιλοσόφοις <lb/>μόνον, ἀλλὰ καὶ ἰατροῖς, ὅσοι
                            γε μὴ ἀλογίστως ἅπτονται <lb/>τῆς τέχνης, ἐσκέφθαι περὶ τῶν διοικουσῶν
                            ἡμᾶς δυνάμεων, <lb/>ὁπόσαι τέ εἰσι κατὰ γένος, ὁποία τέ τις ἑκάστη κατ’
                            εἶδος, <lb/>ἐν τίνι τε μάλιστα τοῦ ζώου μορίῳ καθίδρυται, διὰ τοῦ
                            <lb/>πρώτου δέδεικται λόγου. ὅτι δ’ οἱ κάλλιστα περὶ αὐτῶν
                            <lb/>ἀποφήναμενοι Πλάτων τε καὶ Ἱπποκράτης εἰσὶν, ἐῤῥέθη <pb n="286"/>
                            μὲν οὐκ ὀλίγα καὶ διὰ τοῦ πρώτου βιβλίου, τελεώτατα δὲ <lb/>ἐπεξῆλθον τῷ
                            λόγῳ κατὰ τὸ δεύτερον γράμμα, τὰς διαφορὰς <lb/>ἁπάντων τῶν λημμάτων
                            ἐκθέμενος, οἷς ἐχρήσαντο <lb/>περὶ τοῦ προκειμένου δόγματος οἱ
                            ἐπιφανέστατοι τῶν φιλοσόφων. <lb/>ἀναγκαῖον δέ μοι δοκεῖ καὶ νῦν ἔτι
                            περὶ αὐτῶν <lb/>ἀναμνήσαντι περαίνειν οὕτω τὸν ὑπόλοιπον λόγον. τέτταρας
                            <lb/>ἔλεγον εἶναι τὰς πάσας διαφορὰς τῶν λημμάτων· ἔνια <lb/>μὲν γὰρ
                            αὐτῶν ἀπὸ τῶν ὑπαρχόντων τῷ μορίῳ λαμβάνεσθαι <lb/>κατὰ τὴν τοῦ
                            προβλήματος οὐσίαν, ἔνια δὲ ἀπὸ τῶν <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="112"/>ὑπαρχόντων μὲν, οὐ μὴν κατὰ τὸ
                            προβεβλημένον τε <lb/>καὶ ζητούμενον, ἕτερα δὲ ἀπὸ τῶν ἔξωθεν μαρτύρων,
                            πρὸς <lb/>τούτοις δὲ καὶ τὸ τέταρτον ἀπὸ τῶν σοφιστικῶν λημμάτων,
                            <lb/>τοῖς τῆς λέξεως σχήμασι πρὸς ἀμφιβολίαν πεπανουργημένον. <lb/>οὐκ
                            ὀλίγα δὲ ἔγραψα παραδείγματα, ἀφ’ ὧν ἕκαστον τῶν <lb/>λημμάτων
                            ἐφευρίσκεται γένος, αὐτὰ τὰ ῥήματα τῶν χρωμένων <lb/>αὐτοῖς
                            προτιθέμενος. καὶ δὴ τοὺς λόγους αὐτῶν ἀνατρέπων <lb/>ἱκανῶς βέλτιον
                            ἐγνώκειν ἐν αὐτῷ τῷ τρίτῳ γράμματι <lb/>τόν τ’ ἀριθμὸν καὶ τὰς οὐσίας
                            τῶν ἀρετῶν διδάσκειν. <pb n="287"/> κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐπέρχεταί
                            μοι τῶν ἀρετῶν μνημονεύσαντι <lb/>τὸ λέγειν τὸν ἀριθμὸν καὶ τὰς διαφορὰς
                            τῶν <lb/>συμβεβηκότων. καί τίς γε τῶν ἐπιφανεστάτων σοφιστῶν μοι
                            <lb/>φήσας, ὡς οὐ δυνατὸν ἀνατρέπειν, ὅσαπερ ὁ Χρύσιππος <lb/>ἔγραψε
                            περὶ τοῦ τὴν καρδίαν μόνην ἐν τῷ σώματι τοῦ <lb/>ζώου ἀρχὴν εἶναι τοῦ
                            ἡγεμονικοῦ, κατὰ τοῦτο τὸ τρίτον <lb/>ὑπόμνημα ἐπεξελθεῖν με τῷ λόγῳ τά
                            γ’ ἐλλείποντα παρεβίασεν. <lb/>ἴσως μὲν οὖν τοῦτο αἴτιον αὐτὸ γενήσεται
                            τοῦ <lb/>ἐπαίνου, ἐπεί τοι οἱ μνημονεύοντες τῶν εἰρημένων ἐν τῷ
                            <lb/>δευτέρῳ λόγῳ γινώσκουσιν ἡμᾶς τὸ ἰσχυρόν τε καὶ γενναῖον <lb/>ὧν ὁ
                            Χρύσιππος εἶπεν ἀνατρέποντας, ἐάσαντάς τε <lb/>τὰ ἀσθενέστατα,
                            ἐπιδεικνύειν αὐτοῦ τὰ σφάλματα. λέγω <lb/>δὴ, ὅτι ὁ Χρύσιππος κατὰ τὸν
                            πρῶτον αὑτοῦ περὶ ψυχῆς <lb/>λόγον τῶν μερῶν αὐτῆς τοῦ ἡγεμονικοῦ
                            μνημονεύειν ἀρχόμενος, <lb/>ἔνθα δεικνύναι πειρᾶται, τὴν ἀρχὴν τῆς ψυχῆς
                            ἐν <lb/>τῇ καρδίᾳ μόνῃ περιέχεσθαι, οὑτωσὶ λέγει· ἡ ψυχὴ πνεῦμά
                            <lb/>ἐστι σύμφυτον ἡμῖν συνεχὲς παντὶ τῷ σώματι διῆκον, <lb/>ἔστ’ ἂν ἡ
                            τῆς ζωῆς συμμετρία παρῇ ἐν τῷ σώματι. <lb/>ταύτης οὖν τῶν μερῶν ἑκάστῳ
                            διατεταγμένον μορίῳ, τὸ <pb n="288"/> διῆκον αὐτῆς εἰς τὴν τραχεῖαν
                            ἀρτηρίαν φωνὴν εἶναι, τὸ <lb/>δὲ εἰς ὀφθαλμοὺς ὄψιν, τὰ δὲ εἰς ὦτα
                            ἀκοὴν, τὰ δὲ <lb/>εἰς ῥῖνας ὄσφρησιν, τὸ δ’ εἰς γλῶτταν γεῦσιν, τὸ δ’
                            <lb/>εἰς ὅλην τὴν σάρκα ἁφὴν, καὶ τὸ εἰς ὄρχεις ἕτερόν τιν’ <lb/>ἔχον
                            τοιοῦτον λόγον σπερματικὸν, εἰς ὃ δὲ συμβαίνει πάντα <lb/>ταῦτα, ἐν τῇ
                            καρδίᾳ εἶναι, μέρος ὂν αὐτῆς τὸ ἡγεμονικόν. <lb/>οὕτω δὲ ἐχόντων αὐτῶν,
                            τὰ μὲν λοιπὰ συμφωνεῖται, περὶ <lb/>δὲ τοῦ ἡγεμονικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς
                            διαφωνοῦσιν, ἄλλοι ἐν <lb/>ἄλλοις λέγοντες αὐτὸ εἶναι τόποις. οἱ μὲν γὰρ
                            περὶ τὸν <lb/>θώρακά φασιν εἶναι αὐτὸ, οἱ δὲ περὶ τὴν κεφαλήν. κατὰ
                            <lb/>τὰ αὐτὰ δὲ ταῦτα διαφωνοῦσι, ποῦ τῆς κεφαλῆς καὶ τοῦ <lb/>θώρακός
                            ἐστιν, οὐ συμφωνοῦντες αὑτοῖς. Πλάτων δὲ καὶ <lb/>τριμερῆ τὴν ψυχὴν
                            φήσας εἶναι, τὸ μὲν λογιστικὸν <lb/>ἔλεγεν ἐν τῇ κεφαλῇ εἶναι, τὸ δὲ
                            θυμοειδὲς περὶ τὸν <lb/>θώρακα, τὸ δὲ ἐπιθυμητικὸν περὶ τὸν ὀμφαλόν.
                            οὕτω <lb/>φαίνεται διαφεύγειν ὁ τόπος ἡμᾶς, οὔτ’ αἰσθήσεως ἐκφανοῦς
                            <lb/>γενομένης, ὅπερ ἐπὶ τῶν λοιπῶν συντετύχηκεν, <lb/>οὔτε τῶν
                            τεκμηρίων, δι’ ὧν ἄν τις συλλογίσαιτο τοῦτο. <pb n="289"/> οὐδὲ γὰρ ἂν
                            ἀντιλογία ἐπὶ τοσοῦτον προῆλθεν καὶ ἐν <lb/>ἰατροῖς καὶ ἐν φιλοσόφοις.
                            αὕτη πρώτη ῥῆσις γέγραπται <lb/>ὑπὸ Χρυσίππου περὶ ἡγεμονικοῦ κατὰ τὸ
                            πρότερον περὶ <lb/>ψυχῆς. τὸ μὲν γὰρ ἥμισυ μέρος αὐτῷ τῆς βίβλου τὸ
                            πρότερον <lb/>ὑπὲρ οὐσίας ψυχῆς ἔχει τὴν σκέψιν. κατὰ δὲ τὸ <lb/>ἐφεξῆς
                            ἥμισυ τὸ ἀπὸ τῆς γεγραμμένης ῥήσεως ἀρχόμενον <lb/>ἐπιδεικνύναι
                            πειρᾶται, τὸ τῆς ψυχῆς ἡγεμονοῦν ἐν καρδίᾳ <lb/>περιέχεσθαι. τὴν
                                <milestone unit="ed1page" n="265"/>μὲν οὖν ἀρχὴν τοῦ λόγου δίκαιον
                            <lb/>ἀγάσασθαι· σαφῶς τε γὰρ ἅμα καὶ ἀκριβῶς, ὡς ἐχρῆν εἰπεῖν
                            <lb/>ἀρχόμενον ἄνδρα τηλικούτου δόγματος, εἴρηται Χρυσίππῳ. <lb/>καὶ
                            γὰρ, ὅτι Πλάτων τρία μέρη τῆς ψυχῆς ἐτίθετο, <lb/>καὶ ἅ τινα ταῦτα,
                            εἴρηκε, καὶ καθ’ οὕς τινας τόπους ἐν <lb/>τοῖς ζώοις καθιδρυμένα, καὶ
                            ὅτι λόγῳ χρὴ διασκέψασθαι <lb/>περὶ τοῦ δόγματος ἐκφυγόντος τὰς
                            αἰσθήσεις. τὰ δ’ <lb/>ἐφεξῆς οὐκ ἔθ’ ὁμοίως ἔχει. δίκαιον γὰρ ἦν, οἶμαι,
                            <lb/>πρῶτον μὲν εἰπεῖν, ὑπὸ τίνων πιθανῶν ἀναπεισθεὶς ὁ <lb/>Πλάτων
                            οὕτως ἐδόξαζεν, ἔπειτα δὲ ἐξελέγξαι καὶ διαβαλεῖν <lb/>αὐτὰ, κᾀπὶ τούτῳ
                            τὴν ἑαυτοῦ κατασκευάσαι δόξαν, <pb n="290"/> οὐκ ἐκ πι<milestone unit="ed2page" n="113"/>θανῶν ἐπιχειρημάτων, οἵοις ἔθος ἐστὶ χρῆσθαι
                            <lb/>σοφισταῖς τε καὶ ῥήτορσιν, ἀλλ’ ἐξ ἐπιστημονικῶν τε <lb/>καὶ
                            ἀποδεικτικῶν, ἃ δὴ μεταχειρίζεσθαι πρέπει φιλοσόφοις <lb/>ἀνδράσιν
                            ἀλήθειαν σπουδάζουσιν. ἆρ’ οὖν οὕτως ὁ Χρύσιππος <lb/>ἔπραξεν, ἢ πᾶν
                            τοὐναντίον; ἐπελάθετο μὲν, ὡς <lb/>μηδὲ προειρηκὼς ὅλως τι περὶ τῆς τοῦ
                            Πλάτωνος δόξης, <lb/>ἄρχεται δ’ ἐπιχειρεῖν ἀπὸ τοῦ γένους τῶν λημμάτων,
                            ὃ <lb/>κατὰ μαρτύρων δόξαν ἢ πλήθους, οὐ κατὰ τὴν τοῦ πράγματος
                            <lb/>φύσιν ἄξιον πιστεύεσθαι. παραγράψω δὲ καὶ τὴν <lb/>ῥῆσιν αὐτὴν ᾧδέ
                            πως ἔχουσαν· περὶ ὧν ἑξῆς ζητήσομεν <lb/>παραπλησίως ἀπὸ τῆς κοινῆς
                            ὁρμώμενοι φορᾶς καὶ τῶν <lb/>κατὰ ταύτην εἰρημένων λόγων. κοινὴν ἐνταῦθα
                            φορὰν ὁ <lb/>Χρύσιππος εἴρηκε τὸ κοινῇ πᾶσιν ἀνθρώποις δοκοῦν. εἶτ’
                            <lb/>ἐπιφέρων φησί· καὶ ἐπὶ τούτων ἱκανῶς φαίνονται ἐνηνέχθαι <lb/>ἀπ’
                            ἀρχῆς εἰς τὸ εἶναι τὸ ἡγεμονικὸν ἡμῶν ἐν τῇ <lb/>καρδίᾳ. εἶτ’ ἐφεξῆς
                            τούτων ἁπτόμενος ἤδη τῶν προχειρημάτων <lb/>αὐτῶν ᾧδέ πως γράφει κατὰ
                            λέξιν· κοινῇ δέ μοι <lb/>δοκοῦσιν οἱ πολλοὶ φέρεσθαι ἐπὶ τοῦτο, ὡσανεὶ
                            συναισθανόμενοι <pb n="291"/> περὶ τὸν θώρακα αὐτοῖς τῶν κατὰ τὴν
                            διάνοιαν <lb/>παθῶν γιγνομένων, καὶ μάλιστα καθ’ ὃν ἡ καρδία τέτακται
                            <lb/>τόπον, οἷον μάλιστα ἐπὶ τῶν λυπῶν καὶ τῶν φόβων, καὶ <lb/>ἐπὶ τῆς
                            ὀργῆς, καὶ μάλιστα τοῦ θυμοῦ, ἐκ τῆς καρδίας <lb/>ἀναθυμιωμένου καὶ
                            ὠθουμένου ἐκτὸς ἐπί τινα, καὶ ἐμφυσῶντος <lb/>τὸ πρόσωπον καὶ τὰς
                            χεῖρας, γίγνεται ἡμῖν ἔμφασις. <lb/>ἐν τούτοις ἤδη πάνυ σφόδρα θαυμάζω
                            τοῦ Χρύσιππου <lb/>πάνθ’ ἅμα συγχέοντός τε καὶ ταράττοντος. εἰρηκώς τε
                            γὰρ <lb/>ὀλίγον ἔμπροσθεν, ὡς ὁ Πλάτων ἐν τοῖς περὶ τὸν θώρακα
                            <lb/>τόποις ὑπολαμβάνει τὸ θυμοειδὲς ὑπάρχειν, εἶτ’ <lb/>ἀφ’ ὧν κινηθεὶς
                            ἐπὶ τοῦθ’ ἧκεν ὑπερβὰς εἰπεῖν, ὑπερβὰς <lb/>δὲ καὶ τὸ διαβαλεῖν αὐτὰ,
                            κατασκευάζειν εὐθὺς <lb/>ἄρχεται τὰ δοκοῦντα αὐτῷ πρώτου πάντων τῶν
                            ἐπιχειρημάτων <lb/>μνημονεύων, δι’ ὧν δείκνυται τὸ θυμοειδὲς ἐν
                            <lb/>τοῖς κατὰ τὸν θώρακα τόποις ὑπάρχον. οὐ γὰρ δὴ ἐξ ἄλλων
                            <lb/>πραγμάτων φαινομένων, ἢ ἐξ ὧν εἴρηκεν ὁ Χρύσιππος <lb/>νῦν,
                            ἐναργέστερον ἄν τις ἀποδείξειεν, ἐκ θώρακός τε καὶ <lb/>καρδίας ὁρμᾶσθαι
                            τὸν θυμόν. ὡσανεὶ γὰρ, φησὶν, ἀναθυμιωμένου <lb/>τοῦ θυμοῦ ἐκ τῆς
                            καρδίας καὶ ὠθουμένου ἐκτὸς <pb n="292"/> ἐπί τινα, καὶ ἐμφυσῶντος τὸ
                            πρόσωπόν τε καὶ τὰς <lb/>χεῖρας, γίγνεται ἡμῖν ἔμφασις. ἐν ταύτῃ τῇ
                            ῥήσει συγχωρεῖν <lb/>ἔοικεν ὁ Χρύσιππος τῷ παλαιῷ λόγῳ ζέσιν τινὰ τῆς
                            <lb/>ἐμφύτου θερμότητος ὑπολαμβάνοντι γίγνεσθαι κατὰ τὴν <lb/>καρδίαν ἐν
                            τοῖς θυμοῖς, ᾗ ζέσει τό τε διαφυσᾶσθαι τὸ <lb/>πρόσωπον ἕπεται, καὶ
                            σύμπαν ἐρεύθειν τε καὶ θερμαίνεσθαι <lb/>τὸ σῶμα, καὶ σφοδρῶς πηδᾷν τὴν
                            καρδίαν σὺν ταῖς <lb/>κατὰ τὸ ζῶον ἁπάσαις ἀρτηρίαις. ἆρ’ οὖν ὁ Πλάτων
                            ἕτερόν <lb/>τί φησιν, ἐπειδὰν ἐν Τιμαίῳ γράφῃ· τὴν δὲ καρδίαν <lb/>ἅμα
                            τῶν φλεβῶν καὶ πηγὴν τοῦ περιφερομένου κατὰ πάντα <lb/>τὰ μέλη σφοδρῶς
                            αἵματος εἰς τὴν δορυφορικὴν οἴκησιν κατέστησαν, <lb/>ἵν’ ὅτε ζέσειε τὸ
                            τοῦ θυμουμένου τοῦ λόγου παραγγείλαντος, <lb/>ὅταν ἄδικος περὶ αὐτὰ
                            γίγνηται πρᾶξις ἔξωθεν, <lb/>ἢ καί τις ἀπὸ τῶν ἔνδοθεν ἐπιθυμιῶν ὀξέως
                            διὰ <lb/>πάντων τῶν στενωπῶν πᾶν ὅσον αἰσθητικὸν ἐν τῷ σώματι, <lb/>τῶν
                            τε παρακελεύσεων καὶ ἀπειλῶν αἰσθανόμενον, γίγνηται <lb/>ἐπήκοον. ἔτι δὲ
                            τούτοις ἐφεξῆς καὶ τάδε γράφει. τῇ δὲ <lb/>δὴ πηδήσει τῆς καρδίας ἐν τῇ
                            τῶν δεινῶν προσδοκίᾳ καὶ <lb/>τῇ τοῦ θυμοῦ ἐγέρσει προγινώσκοντες, ὅτι
                            οἷα διάπυρός γε <pb n="293"/> ἡ τοιαύτη πᾶσα ἔμελλεν οἴκησις γίγνεσθαι
                            τοῦ θυμουμένου, <lb/>ἐπικουρίαν αὐτῇ μηχανώμενοι τὴν τοῦ πνεύμονος ἰδέαν
                            ἐνεφύτευσαν. <lb/>ὥστε, ὦ φίλτατε Χρύσιππε, τὰ Πλάτωνος δόγματα
                            <lb/>γράφεις, ἐπειδὰν ἐκ τῆς καρδίας ἀναθυμιᾶσθαί τε καὶ <lb/>πρὸς τὸ
                            ἐκτὸς ὠθεῖσθαι καὶ τὸ πρόσωπον ἐμφυσᾷν λέγῃς <lb/>τὸν θυμόν. </p></div></div></div></body></text></TEI>