<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="2"><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Ἀλλ’ ἦν ἐξ ἀρχῆς τὸ προκείμενον ἐν τούτῳ <lb/>τῷ γράμματι τὰς τέτταρας
                            διαφορὰς ἐπιδεῖξαι τῶν λημμάτων. <lb/>ἐκάλουν δὲ τὸ μὲν πρῶτον γένος
                            αὐτῶν ἐπιστημονικόν <lb/>τε καὶ ἀποδεικτικὸν, τὸ δὲ δεύτερον γυμναστικόν
                            τε <lb/>καὶ, ὡς Ἀριστοτέλης ὀνομάσειε, διαλεκτικὸν, τὸ δὲ τρίτον
                            <lb/>πιθανόν τε καὶ ῥητορικὸν, τὸ δὲ τέταρτον σοφιστικὸν, <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="108"/>ἐπεδείκνυόν τε, τὰ μὲν ἀπὸ τῶν
                            ὑπαρχόντων τε καὶ <lb/>συμβαινόντων τῇ καρδίᾳ συνιστάμενα κατὰ μόνον
                            αὐτὸ τὸ <lb/>ζητούμενον πρᾶγμα τῶν ἐπιστημονικῶν εἶναι λημμάτων, <lb/>τὰ
                            δ’ ἄλλα σύμπαντα διαλεκτικὰ, τὰ δ’ ἀπὸ τῶν ἔξωθεν <lb/>μαρτύρων
                            ῥητορικὰ, τὰ δ’ ὁμωνυμίαις τισὶν ἢ τοῖς τῆς <lb/>λέξεως σχήμασι
                            πεπανουργημένα σοφιστικά. τὰ μὲν οὖν <lb/>ἐπιστημονικὰ καθ’ ἕκαστον
                            πρᾶγμα παντάπασιν ὀλίγα τε <lb/>καὶ εὐαρίθμητ’ ἐστὶ, τὰ δὲ γυμναστικὰ
                            πάμπολλα· καθ’ <lb/>ἕκαστον γὰρ τῶν ὑπαρχόντων τε καὶ συμβαινόντων τῷ
                            πράγματι <lb/>συνίσταται. τὸν γοῦν ἀπὸ τῆς φωνῆς ἐρωτώμενον <lb/>λόγον
                            ἐκ τῆς θέσεως ὁρμώμενον ἐπέδειξα· οὕτω δὲ καὶ <lb/>τὸν ἀπὸ τῆς εἰσπνοῆς
                            τε καὶ ἐκπνοῆς. ὡσαύτως δ’ ἔχοντα <pb n="274"/> εὑρήσεις καὶ τὸν ἀπὸ τῆς
                            ἐν ταῖς λύπαις δήξεως. ἐναργῶς <lb/>μὲν γὰρ ἡ δῆξίς ἐστιν ἐν τῷ στόματι
                            τῆς γαστρὸς, <lb/>οἱ δ’ ἐς τὴν καρδίαν ἀναφέρουσιν αὐτήν. οἳ μὲν οὖν,
                            ὅτι <lb/>πλησίον ἡ καρδία τέτακται τῷ στόματι τῆς γαστρὸς, διὰ
                            <lb/>τοῦτ’ ἀπ’ ἐκείνης ἄρχεσθαι νομίζουσι τὸ πάθος, ἀπὸ τῆς <lb/>θέσεως
                            ἐπιχειροῦσιν. οἳ δ’ αὐτὴν ὄντως οἴονται τὴν καρδίαν <lb/>δάκνεσθαι,
                            πάμπολυ σφάλλονται. κάτω μὲν γὰρ τοῦ <lb/>θώρακος ἡ δῆξίς ἐστιν ὑπὸ τῷ
                            κατὰ τὸ στέρνον χόνδρῳ, <lb/>ἡ καρδία δ’ ἐν μέσῳ τέτακται τῷ θώρακι, καὶ
                            οὐδεὶς ᾔσθετο <lb/>πώποτε τῆς καρδίας αὐτῆς δακνομένης οὔτ’ ἐν λύπαις
                            οὔτ’ <lb/>ἐν ἄλλῳ πάθει ψυχῆς ἢ σώματος. οὐ μὴν οὐδ’ ἡ καρδιαλγία
                            <lb/>τοὔνομα τὴν ἐν τῷ θώρακι περιεχομένην καρδίαν <lb/>ὀδυνᾶσθαι δηλοῖ,
                            ἀλλ’ ἔστιν ὁμωνυμία τις οὐδένα λανθάνουσα <lb/>τῶν ὡμιληκότων ἀρχαίων
                            γράμμασι. ὥσπερ γὰρ <lb/>τὸ κατὰ τὸν θώρακα σπλάγχνον, οὕτω καὶ τὸ τῆς
                            γαστρὸς <lb/>στόμα καρδίαν ὀνομάζουσιν οἱ παλαιοὶ, καὶ πάμπολύ γε
                            <lb/>τοὔνομά ἐστι παρ’ αὐτοῖς. ἀλλ’ ἐγὼ δυοῖν ἢ τριῶν ἐπιμνησθήσομαι
                            <lb/>τῶν παραδειγμάτων ὑπὲρ τοῦ σαφῶς ἐνδείξασθαι <pb n="275"/> τὸ
                            σημαινόμενον ἐκ τῆς λέξεως. ὁ μὲν δὴ Νίκανδρος ᾧδέ πως φησίν·</p><lg><l>— — ἣν κραδίην ἐπιδόρπιον, οἱ δὲ δοχαίην</l><l>Κλείουσι στομάχοιο.</l></lg><p>Θουκυδίδης δ’ ᾧδε· καὶ ὁπότε εἰς τὴν καρδίαν στηρίξειεν, <lb/>ἀνέτρεπέ τε
                            αὐτὴν καὶ ἀπο<milestone unit="ed1page" n="263"/>καθάρσεις χολῆς πᾶσαι,
                            <lb/>ὅσαι ὑπὸ τῶν ἰατρῶν εἰσιν ὠνομασμέναι, ἐπῄεσαν. ὁ δ’
                            <lb/>Ἱπποκράτης· γυνὴ ἐκαρδιήλγεε, καὶ οὐδὲν καθίστη πλὴν <lb/>ἐς ῥοιῆς
                            χυλὸν ἄλφιτον ἐπιπάσσουσα, καὶ μονοσιτεῖν ἤρκεσε, <lb/>καὶ ἀνεῖλκεν οἷα
                            τὰ κηρίωνος. ἅπαντες οὗτοι δηλοῦσιν <lb/>ἐναργῶς, τὸ στόμα τῆς γαστρὸς
                            ὀνομάζεσθαι καρδίαν. ὥστε <lb/>ταύτης μὲν τῆς καρδίας εἴη ἄν τι πάθος ἡ
                            καρδιαλγία, <lb/>τοῦ σπλάγχνου δ’, ὑπὲρ οὗ πρόκειται σκοπεῖν, εἰ τὸ
                            κυριεῦον <lb/>τῆς ψυχῆς μόριον ἐν ἑαυτῷ περιέχει, τοιοῦτον πάθος
                            <lb/>οὐδέποτε γίγνεται. οὐδὲ γὰρ οὐδ’ αὐτοῦ τοῦ στόματος τῆς
                            <lb/>γαστρὸς ἅπαν ἄλγημα καρδιαλγίαν προσαγορεύουσιν, ἀλλὰ <lb/>μόνον
                            ἐπειδὰν ὑπὸ δριμέων ὑγρῶν ἐρεθίζηταί τε καὶ ἀναδάκνηται. <lb/>τοῦτο δ’
                            αὐτὸ συμβαίνει ὲν ταῖς λύπαις· διὸ ﻿<pb n="276"/> καὶ χολὴν ἐμοῦσιν οἱ
                            λυπηθέντες, ἐνίοις δ’ ὑπέρχεται κάτω, <lb/>καὶ ἡ γαστὴρ αὐτοῖς ἄκρα τὰ
                            χολώδη διαχωρεῖ. συμβαίνει <lb/>δὲ οὐ μόνον τοῖς λυπηθεῖσιν, ἀλλὰ καὶ
                            τῶν ἐπὶ πλέον <lb/>ἀσιτησάντων οὐκ ὀλίγοις δάκνεσθαι τὸ τῆς γαστρὸς
                            στόμα, <lb/>καὶ μᾶλλον εἰ σφοδρῶς προγεγυμνασμένοι μὴ προσενέγκοιντο
                            <lb/>σιτία. τοῖς τε γὰρ λυπηθεῖσι καὶ τοῖς γυμνασαμένοις εὐτονώτερον
                            <lb/>εἰς τὴν γαστέρα συῤῥεῖ χολὴ ξανθή· πρὸς ταύτης <lb/>οὖν δακνόμενοι
                            καρδιαλγοῦσιν. οὐδ’ ἐστὶν ἀναγκαῖον <lb/>ἐν τῷδε τῷ λόγῳ τὴν αἰτίαν
                            ἐπισκέπτεσθαι, δι’ ἣν τοῦτο <lb/>συμβαίνει. μόνον γάρ μοι πρόκειται
                            δεῖξαι κατά γε τὸ <lb/>παρὸν, ὡς οὐκ ἔστι τῆς καρδίας, τοῦ σπλάγχνου, τὸ
                            πάθος <lb/>ἡ καρδιαλγία, καθάπερ οὐδὲ τὸ δάκνεσθαι κατὰ τὰς λύπας,
                            <lb/>ἀλλὰ τὸ μὲν σύμπτωμα τοῦ στόματος τῆς γαστρὸς, <lb/>ἐπικεχείρηται
                            δὲ ἀπὸ τῆς κατὰ τὴν θέσιν ἐγγύτητος, ὥσπερ <lb/>γε καὶ τὸ πάλλεσθαι τὴν
                            καρδίαν ἐν τοῖς φόβοις ἀπὸ <lb/>συμβεβηκότος ἐπιχειρεῖται, ὧν ἑκάτερον
                            οὐκ ἔστιν ἐπιστημονικόν. <lb/>εἰ δὲ συγχωρηθείη τοιοῦτον ὑπάρχειν,
                                <milestone unit="ed2page" n="109"/>οὐ <lb/>Στωϊκοῖς καὶ
                            Περιπατητικοῖς, ἀλλ’ Ἱπποκράτει καὶ Πλάτωνι <lb/>μαρτυρεῖ, καθάπερ καὶ
                            ὁπόσα τοῖς θυμουμένοις ὁ <pb n="277"/> Χρύσιππος γράφει συμπίπτειν ἔν τε
                            τῷ θώρακι παντὶ καὶ <lb/>κατὰ τὴν καρδίαν. ἄχρι γὰρ ἂν ἐν μὲν τῷ
                            διδάσκειν τε <lb/>καὶ μανθάνειν καὶ ὅλως κινεῖσθαι τὴν ψυχὴν κατ’
                            ἐπιστήμην <lb/>τινὰ μηδὲν ἐπιδεικνύωσι συμβαῖνον τῇ καρδίᾳ, κατὰ <lb/>δὲ
                            τὰ πάθη δεικνύωσιν, οὐ μόνον οὐκ ἀνατρέπουσι τὸν <lb/>παλαιὸν λόγον,
                            ἀλλὰ καὶ κατασκευάζουσιν. τὰ μὲν δὴ τοιαῦτα <lb/>τῶν ἐπιχειρημάτων ἐκ
                            τοῦ δευτέρου γένους ἐστὶ τῶν <lb/>λημμάτων, ὥσπερ, οἶμαι, καὶ τὸ πρώτην
                            ἁπάντων τῶν μορίων <lb/>τοῦ ζώου διαπλάττεσθαι τὴν καρδίαν. οὐ γὰρ τὴν
                            <lb/>κατὰ δύναμιν ἀρχὴν ἐνδείκνυται τοῦτο συγχωρηθὲν, ὑπὲρ ἧς <lb/>νῦν
                            ζητοῦμεν, ἀλλὰ τὴν κατὰ γένεσιν. εἴρηται δέ μοι καὶ <lb/>διώρισται σαφῶς
                            ὑπὲρ τῆς διαφορᾶς τῶν ἀρχῶν ἐν τῷ πρόσθεν <lb/>λόγῳ. τὸ μέντοι πρώτην
                            μὲν ἁπάντων ἄρχεσθαι κινεῖσθαι <lb/>τῶν τοῦ ζώου μορίων αὐτὴν, ὑστάτην
                            δὲ παύεσθαι, τῶν ἀποδεικτικῶν <lb/>ἐστι λημμάτων. ἐνδείκνυται γὰρ, ἀρχὴν
                            εἶναι κινήσεως <lb/>αὐτὴν, οὐ μὴν ἁπάσης γε, ἀλλὰ μόνης τῆς κατὰ
                            <lb/>τοὺς σφυγμοὺς, ἥτις ἑτέρου γένους ἐστὶ τῆς κατὰ προαίρεσιν·
                            <lb/>ἐκείνης δ’ οὔτ’ ἄρχεσθαι πρώτην, οὔθ’ ὑστάτην <pb n="278"/>
                            παύεσθαι τὴν καρδίαν ἔχει τις δεῖξαι. περαίνοιτ’ ἂν οὖν <lb/>κᾀκ τούτου
                            τοῦ λήμματος, οὐχ ὅπερ Ἀριστοτέλης τε καὶ <lb/>Χρύσιππος ὑπολαμβάνουσιν,
                            ἀλλ’ ὃ Πλάτωνι καὶ Ἱπποκράτει <lb/>δοκεῖ, τῆς μὲν κατὰ προαίρεσιν ἐν
                            ἡμῖν κινήσεως <lb/>ἀρχὴν εἶναι τὸν ἐγκέφαλον, ἑτέρας δέ τινος
                            ἀπροαιρέτου <lb/>τὴν καρδίαν. ἦν μὲν οὖν καὶ ταῦθ’ ἱκανὰ πρὸς ἀπόδειξιν
                            <lb/>τῶν προκειμένων, ἀλλ’ ἐπειδὴ προὐθέμην ἐν τῷδε τῷ βιβλίῳ <lb/>τὰ
                            λήμματα ἐπελθεῖν ἅπαντα τὰ λαμβανόμενα ἐκ τῶν <lb/>ὑπαρχόντων τῇ καρδίᾳ,
                            προσθεὶς ἔτι τὰ ὑπόλοιπα καταπαύσω <lb/>τὸν λόγον. ἐπ’ αὐτοῖς δέ ἐστι
                            καὶ τὸ τοῦ Ἀριστοτέλους <lb/>λῆμμα, περὶ οὗ κατὰ τὴν τελευτὴν τοῦ πρώτου
                            βιβλίου <lb/>διῆλθον, ἐκ τῶν ὑπαρχόντων τῇ καρδίᾳ· πλῆθος γάρ τι νεύρων
                            <lb/>ἐν αὐτῇ φαίνεσθαί φησιν. ἐδείχθη δ’ ὑφ’ ἡμῶν, ὡς νευρώδη <lb/>μέν
                            τινα σώματα κατὰ τὴν καρδίαν εἴη, νεῦρα δ’ οὐκ εἴη, <lb/>καὶ ὡς τὰ μὲν
                            νευρώδη τοῦ σώματος ἰδέᾳ μόνον ἔοικε τοῖς <lb/>νεύροις, οὐκ ἐνεργείᾳ τε
                            καὶ χρείᾳ. κρίνεσθαι δὲ προσήκει <lb/>τὴν ἐν τοῖς ὀργάνοις ἑτερότητα καὶ
                            ταυτότητα ταῖς ἐνεργείαις <lb/>καὶ ταῖς χρείαις αὐτῶν. ὥστ’ οὐδὲν ἔτι
                            περὶ τῶν <pb n="279"/> αὐτῶν δέομαι διέρχεσθαι, μεταβήσομαι δ’ ἐπί τι
                            τῶν ὑπολοίπων, <lb/>οὗ σχεδὸν ἅπαντες μεμνημονεύκασιν, οἷς ἡ καρδία
                            <lb/>πασῶν τῶν δυνάμεων ἀρχὴ τῶν ἐν τοῖς ζώοις ὑπείληπται. <lb/>λέγουσι
                            γὰρ, ὅθεν ἡ τοῦ τρέφεσθαι τοῖς ζώοις ἀρχὴ, κατ’ <lb/>ἐκεῖνο τὸ μόριον
                            εἶναι καὶ τὸ λογιζόμενον τῆς ψυχῆς· ἐν <lb/>καρδίᾳ δ’ εἶναι τὴν τοῦ
                            τρέφεσθαι τοῖς ζώοις ἀρχὴν, ὥστε <lb/>καὶ τὸ λογιζόμενόν τε καὶ
                            διανοούμενον ὑπάρχειν ἐν αὐτῇ. <lb/>ψεύδονται δ’ ἐν ἀμφοτέροις τοῖς
                            λήμμασιν. οὔτε γὰρ ἐν <lb/>καρδίᾳ τὴν ἀρχὴν τοῦ τρέφεσθαι τοῖς ζώοις
                            εἶναι συγχωροῦμεν, <lb/>ἀλλ’ ἕν τι καὶ τοῦτ’ ἔστι τῶν ἐν τῇδε τῇ
                            πραγματείᾳ <lb/>προκειμένων εἰς τὴν σκέψιν, (οὐ χρὴ δὲ τὸ ζητούμενον
                            <lb/>ὡς ὁμολογούμενον λαμβάνειν,) οὔτε τὸ μίαν ἀρχὴν ἀμφοτέρων
                            <lb/>ὑπάρχειν τῶν δυνάμεων, ἀλλὰ καὶ τούτου τὸ ἐναντίον <lb/>ἡμεῖς
                            ἀποδείκνυμεν. θαυμάζω τοίνυν κᾀνταῦθα τῶν ἀνδρῶν, <lb/>εἰ ἄμφω τὰ
                            ζητούμενα προχείρως λαμβάνουσι οὐδεμίαν <lb/>ἀπόδειξιν προτιθέντες.
                            ὅμοιον δὲ τι ποιοῦσι κᾀπειδὰν, <lb/>ὅθεν ἡ ἀρχὴ τῆς τροφῆς ἐστιν,
                            ἐνταῦθ’ εἶναι φάσκωσι <lb/>καὶ τὸ ἡγεμονικὸν, εἶθ’ ἑξῆς προσλαμβάνωσιν,
                            ὡς ἐν τῇ <pb n="280"/> καρδίᾳ τῆς τροφῆς ἐστιν ἀρχή. οὔτε γὰρ τοῦτ’
                            ἀληθὲς, <lb/>ἀρχὴ γὰρ τροφῆς καὶ ὑγρᾶς καὶ ξηρᾶς στόμα, στόμαχος,
                            <lb/>κοιλίη, φησὶν Ἱπποκράτης, οὔτ’, <milestone unit="ed2page" n="110"/>εἰ καὶ παντὸς μᾶλλον, <lb/>ἂν ἠκολούθει ἐξ ἀνάγκης, καθ’ ὃ μόριον ἡ
                            ἀρχὴ τῆς <lb/>τροφῆς ἐστι, κατὰ τοῦτο ὑπάρχειν τὸν λογισμόν· τοῦτο
                            <lb/>γὰρ ἕν τι τῶν ζητουμένων ἐστὶ, τὸ δ’ ἕτερον τῶν ζητουμένων
                            <lb/>ψεῦδος. ἡ μὲν γὰρ πρώτη τῆς τροφῆς ἀρχὴ στόμα, <lb/>στόμαχος,
                            κοιλίη, ἡ δευτέρα δ’ αἱ ἐξ ἥπατος εἰς κοιλίην <lb/>καθήκουσαι φλέβες, ἐν
                            αἷς πρώταις αἷμα γίγνεται, ἡ τρίτη <lb/>δὲ τὸ ἧπαρ αὐτὸ, ἡ τετάρτη δὲ
                            μετὰ τὸ ἧπαρ ἡ κοίλη <lb/>φλὲψ, ἐν ᾗ πρώτῃ καθαρὸν τῶν περιττωμάτων
                            ἀπολείπεται <lb/>τὸ αἷμα, παρὰ ταύτης δ’ ἤδη τῆς φλεβὸς, ὥσπερ τἄλλα
                            <lb/>τοῦ ζώου μόρια πάντα, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἡ καρδία <lb/>λαμβάνει
                            τὴν τροφήν. οὐ μὴν οὐδ’, ὅταν εἴπωσιν, ὅθεν ἡ <lb/>χορηγία τοῦ
                            πνεύματος, ἐνταῦθ’ εἶναι τὸ ἡγεμονικὸν, εἶτ’ <lb/>ἐπ’ αὐτῷ
                            προσλαμβάνωσιν, ἐκ τῆς καρδίας χορηγεῖσθαι τὸ <lb/>πνεῦμα, συγχωρητέον
                            αὐτοῖς. καὶ γὰρ κᾀνταῦθα πάλιν, εἰ <lb/>μὲν τὸ ψυχικὸν πνεῦμά φασιν ἐκ
                            τῆς καρδίας ἄρχεσθαι, ﻿<pb n="281"/> τὸ ζητούμενον αὐτὸ λαμβάνουσιν· εἰ
                            δὲ τὸ ζωτικὸν, οὐκ <lb/>ἐξ ἀνάγκης ἀκολουθήσει τὴν αὐτὴν ἀρχὴν
                            ἀμφοτέροις ὑπάρχειν. <lb/>Ἐρασίστρατος οὖν οὐχ ἁπλῶς, ὥσπερ οὗτοι, τὸ
                            ζητούμενον <lb/>λαμβάνων, ἀλλὰ μετὰ κατασκευῆς λόγων οὐκ <lb/>ὀλίγων ἐκ
                            μὲν τῆς κεφαλῆς φησι τὸ ψυχικὸν, ἐκ δὲ τῆς <lb/>καρδίας τὸ ζωτικὸν
                            ὁρμᾶσθαι πνεῦμα. εἰ δ’ οὐδέτερον μὲν <lb/>τούτων τῶν πνευμάτων ἠρωτῆσθαι
                            κατὰ τὸν λόγον ἐροῦσι, <lb/>τὸ δὲ ἀνάλογον τῇ ξηρᾷ καὶ ὑγρᾷ τροφῇ, τὸ
                            προσαγορευόμενον <lb/>ὑλικὸν, ἀκούσονται καὶ περὶ τοῦδε παρ’
                            Ἱπποκράτους· <lb/>ἀρχὴ τροφῆς πνεύματος στόμα, ῥῖνες, βρόγχος,
                            <lb/>πνεύμων καὶ ἡ ἄλλη διαπνοή. οὔκουν οὔτε τούτων τῶν <lb/>λόγων
                            ἰσχυρὸς οὐδεὶς, οὔθ’ ὅταν ὁ Διογένης εἴπῃ· ὃ πρῶτον <lb/>τροφῆς καὶ
                            πνεύματος ἀρύεται, ἐν τούτῳ ὑπάρχει τὸ <lb/>ἡγεμονικὸν, ὃ δὲ πρῶτον
                            τροφῆς καὶ πνεύματος ἀρύεται, <lb/>ἡ καρδία. τὸ γὰρ πρῶτον ἐρωτήσομεν
                            ὅπως λέγει. εἰ μὲν <lb/>γὰρ ὡς ὄργανον <milestone unit="ed1page" n="264"/>πρῶτον, οὐδαμῶς ἡ καρδία τροφῆς <lb/>καὶ πνεύματος ἀρύεται πρώτη, ἀλλὰ
                            τροφῆς μὲν στόμα, <pb n="282"/> στόμαχος, κοιλίη, πνεύματος δὲ στόμα,
                            ῥῖνες, βρόγχος, <lb/>πνεύμων· εἰ δ’ ὡς ὅθεν ἡ ἀρχὴ τῆς κινήσεώς ἐστι
                            <lb/>τοῖς ἀρυομένοις, ἀληθὲς μὲν τὸ πρότερον λῆμμα, τοῦ <lb/>δευτέρου δ’
                            ἀντιληψόμεθα, φάσκοντες αὐτὸ τὸ ζητούμενον <lb/>ἑτοίμως λαμβάνειν αὐτόν.
                            ἡμεῖς μὲν γὰρ ἀπὸ κεφαλῆς <lb/>πεμφθήσεσθαι τὴν ἀρχὴν ὁμολογοῦμεν τῆς
                            κινήσεως, <lb/>ἐπειδὰν ἐσθίειν, ἢ πίνειν, ἢ ἀναπνεῖν βουλώμεθα. <lb/>ὁ
                            Διογένης δὲ τοῦτο λαβών χωρὶς ἀποδείξεως <lb/>ἀμφισβήτησιν πεποίηκεν
                            ἰδίαν. κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον <lb/>καὶ ἑαυτοῦ τοῖς λόγοις ἐχρήσατο.
                            τὸ, φησὶ, κινοῦν <lb/>τὸν ἄνθρωπον τὰς κατὰ προαίρεσιν κινήσεις ψυχική
                            <lb/>τίς ἐστιν ἀναθυμίασις, πᾶσα δὲ ἀναθυμίασις ἐκ <lb/>τῆς τροφῆς
                            ἀνάγεται, ὥστε τὸ κινοῦν πρῶτον τὰς κατὰ <lb/>προαίρεσιν κινήσεις καὶ τὸ
                            τρέφον ἡμᾶς ἀνάγκη ἓν καὶ <lb/>ταὐτὸν εἶναι. ὅταν ταῦτα ὁ Διογένης
                            γράφῃ, περὶ μὲν <lb/>οὖν τοῦ τὴν οὐσίαν εἶναι τῆς ψυχῆς ἀναθυμίασιν,
                            εἴτ’ <lb/>οὖν ἐκ τροφῆς, εἴτ’ ἐκ πνεύματος, οὐδὲν ἔν γε τῷ <lb/>παρόντι
                            φήσομεν ἀμφισβητεῖν, ἵνα μὴ τὰ πάντα λυπῶμεν <lb/>τὸν ἄνδρα, περὶ δὲ
                            τοῦ, ταὐτὸν εἷναι τὸ κινοῦν <pb n="283"/> πρῶτον ἡμᾶς τὰς κατὰ
                            προαίρεσιν κινήσεις καὶ τὸ τρέφον, <lb/>ἀντιληψόμεθα. τοὐναντίον γὰρ
                            ἅπαν ἐξ ὧν ὑπέθετο <lb/>περαίνεσθαι φήσομεν, ἐξ αἵματος μὲν ὁμολογοῦντες
                            <lb/>*** καὶ αὐτὸς ἐπιλανθανόμενος τῶν οἰκείων δογμάτων <lb/>αἷμά φησιν
                            εἶναι τὴν ψυχὴν, ὡς Ἐμπεδοκλῆς καὶ <lb/>Κριτίας ὑπέλαβον. εἰ δέ γε
                            ἕποιτο Κλεάνθει, καὶ Χρυσίππῳ, <lb/>καὶ Ζήνωνι, τρέφεσθαι μὲν ἐξ αἵματος
                            φήσας <lb/>τὴν ψυχὴν, οὐσίαν δ’ αὐτῆς ὑπάρχειν τὸ πνεῦμα, πῶς <lb/>ἔτι
                            ταὐτὸν ἔσται τὸ τρέφον τε καὶ κινοῦν, εἴπερ τρέφει <lb/>μὲν τὸ αἷμα,
                            κινεῖ δὲ τὸ πνεῦμα; ὥστε πρὸς τοῖς ἄλλοις <lb/>ἀτόποις καὶ ἀπέραντός
                            ἐστιν ὁ τοῦ Διογένους λόγος. <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="111"/>ὃ γὰρ ἐπιφέρει τοῖς ὑποτεθεῖσι
                            λήμμασιν, οὐκ ἐξ <lb/>ἀνάγκης ἕπεται. δειχθήσεται δὲ ἐπὶ πλέον ὑπὲρ
                            αὐτοῦ <lb/>διὰ τῶν ἑξῆς ὑπομνημάτων. ἐν μὲν γὰρ τῷ παρόντι δοκῶ <lb/>μοι
                            καιρὸν εἶναι καταπαύειν ἐνταῦθα τὸ βιβλίον. ὑποσχόμενος <lb/>γὰρ περὶ
                            τῶν ἐναργῶς φαινομένων ὑπάρχειν τῇ <lb/>καρδίᾳ τὸν λόγον ἐν τῷδε τῷ
                            γράμματι ποιήσασθαι, <pb n="284"/> τί ἂν ἔτι δεοίμην ἐφάπτεσθαι τοιούτων
                            ἐπιχειρημάτων, ὧν <lb/>δόγματα μᾶλλον, οὐ τὸ φαινόμενον ἐκ τῆς ἀνατομῆς,
                            ἡ <lb/>ἀρχὴ τῆς συστάσεώς ἐστιν; </p></div></div></div></body></text></TEI>