<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="2"><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p><milestone unit="ed2page" n="106"/>Ἐγὼ μὲν δή μοι δοκῶ τὸ κελευσθὲν
                            <lb/>ὑπὸ τοῦ Χρυσίππου πεπραχέναι ζητήσας, εἴτ’ ἀπὸ καρδίας
                            <lb/>ἐγκεφάλῳ δύναμίς τις, εἴτ’ ἀπ’ ἐγκεφάλου τῇ καρδίᾳ χορηγεῖται.
                            <lb/>Χρύσιππος δ’ αὐτὸς ὀλιγώρως ἐσχηκέναι φαίνεται <lb/>περὶ τὴν τοῦ
                            πράγματος ἔρευναν, ἰδὼν μὲν τὴν ὁδὸν, ᾗ χρὴ <lb/>τὸ ζητούμενον ἁλῶναι,
                            μὴ χρησάμενος δὲ αὐτῇ. μέμφομαι <lb/>δ’ αὐτῷ καὶ διότι καθ’ ἓν βιβλίον
                            ἐναντία λέγειν ὑπέμεινεν, <lb/>οὐκ ἀπὸ μακροῦ διαστήματος ἀλλήλων
                            ἔμπροσθεν μὲν <lb/>ὡς ἀποδεικτικὸν γράψας τὸν τοῦ Ζήνωνος λόγον, ἐπὶ
                            προήκοντι <lb/>δὲ τῷ συγγράμματι δεικνὺς αὐτοῦ τὴν λύσιν. εὑρίσκω
                            <lb/>δ’ οὐχ ἥκιστα τὸν Χρύσιππον καὶ ἄλλας τινὰς ἐναντιολογίας <lb/>ἐν
                            αὐτῷ τούτῳ τῷ λόγῳ περὶ τοῦ τῆς ψυχῆς ἡγεμονικοῦ <pb n="268"/>
                            πεποιημένον. ἐν ἀρχῇ γὰρ προειπὼν, ὡς τὰ μὲν ἄλλα μέρη <lb/>τῆς ψυχῆς ἐν
                            οἷς ἐστι τοῦ ζώου μορίοις ὁμολογεῖται, <lb/>περὶ δὲ τοῦ ἡγεμονικοῦ μόνου
                            ζητεῖται, διὰ τὸ μήτε αἴσθησιν <lb/>ἐκφανῆ μηδεμίαν εἶναι αὐτοῦ, μήτ’
                            ἐναργές τι τεκμήριον, <lb/>ὀλίγον ὕστερον ὡς περὶ φαινομένου τοῦ μέρους
                            διαλέγεται. <lb/>ἔχουσι δ’ αἱ ῥήσεις αὐτοῦ τόνδε τὸν τρόπον. οὕτω
                            <lb/>φαίνεται διαφεύγειν ὁ τόπος ἡμᾶς, οὔτε αἰσθήσεως ἐκφανοῦς
                            <lb/>γιγνομένης, ὅπερ ἐπὶ τῶν λοιπῶν συντέτευχεν, οὔτε τῶν
                            <lb/>τεκμηρίων, δι’ ὧν ἄν τις συλλογίσαιτο τοῦτο· οὐδὲ γὰρ ἂν <lb/>οὐδ’
                            ἐπὶ τοσοῦτον ἀντιλογίας προῆλθεν ἰατροῖς τε καὶ φιλοσόφοις. <lb/>ταῦτα
                            προειπὼν ὁ Χρύσιππος ἐφεξῆς φησιν, ὡς <lb/>ἅπαντες ἄνθρωποι τῶν τῆς
                            διανοίας παθῶν αἰσθάνονται <lb/>κατά τε τὸν θώρακα καὶ τὴν καρδίαν. ἔχει
                            δὲ καὶ ἥδε ἡ <lb/>ῥῆσις ᾧδε. κοινῇ δέ μοι δοκοῦσιν οἱ πολλοὶ <milestone unit="ed1page" n="262"/>φέρεσθαι <lb/>ἐπὶ τοῦθ’ ὡσανεὶ αἰσθανόμενοι
                            περὶ τὸν θώρακα αὐτοῖς <lb/>τῶν κατὰ τὴν διάνοιαν παθῶν γιγνομένων, καὶ
                            μάλιστα <lb/>καθ’ ὃν ἡ καρδία τέτακται τόπον, οἷον μάλιστα ἐπὶ <lb/>τῶν
                            φόβων καὶ τῶν λυπῶν λέγω καὶ ἐπὶ τῆς ὀργῆς, καὶ <lb/>μάλιστα τοῦ θυμοῦ.
                            κατὰ τήνδε τὴν ῥῆσιν, εἰ καὶ μηδὲν <pb n="269"/> ἄλλο, τὸ γοῦν ὡσανεὶ
                            προσέθηκεν, οὐ τολμήσας ἄντικρυς <lb/>εἰπεῖν, αἰσθάνεσθαι τοὺς ἀνθρώπους
                            τῶν κατὰ τὴν διάνοιαν <lb/>παθῶν ἐν τῷ θώρακι γιγνομένων. ὡσανεὶ γὰρ ἔφη
                            συναισθανόμενοι, <lb/>μικρὸν δ’ ὕστερον καὶ τὸ ὡσανεὶ περιελὼν
                            <lb/>οὑτωσὶ γράφει· ἡ γὰρ περὶ τὴν διάνοιαν γιγνομένη ταραχὴ <lb/>καθ’
                            ἕκαστον τούτων αἰσθητῶς περὶ τοὺς θώρακάς ἐστιν. <lb/>εἶτ’ ἐφεξῆς· τῆς
                            μὲν γὰρ ὀργῆς γιγνομένης ἐνταῦθα εὔλογον <lb/>καὶ τὰς λοιπὰς ἐπιθυμίας
                            ἐνταῦθα εἶναι. καὶ πάλιν <lb/>ἐν τοῖς ἑξῆς τοῦ συγγράμματος, καὶ τὰ τῶν
                            ὀργιζομένων <lb/>πάθη, φησὶ, φαίνεται περὶ τὸν θώρακα γιγνόμενα, καὶ τὰ
                            <lb/>τῶν ἐρώντων. καὶ λοιπὸν οὐκ ἔτι παύεται περὶ τῶν παθῶν
                            <lb/>διαλεγόμενος, ὡς ἔν τε τῷ θώρακι καὶ περὶ τὴν καρδίαν <lb/>μάλιστα
                            συνίστασθαι φαινομένων. ὥστ’ ἔγωγε θαυμάζω <lb/>τἀνδρὸς, ὅτι τὸ κατ’
                            ἀρχὰς ὑφ’ ἑαυτοῦ γραφόμενον οὐκ ἐξήλειψεν, <lb/>ἔνθα φησὶν, οὔτ’
                            αἴσθησιν οὐδεμίαν ἐμφανῆ γίγνεσθαι, <lb/>ποῦ τὸ κύριον τῆς ψυχῆς μέρος,
                            οὔτε τεκμήριον· οὐ <lb/>γὰρ ἐπὶ τοσοῦτον διενεχθῆναι ἂν πρὸς ἀλλήλους
                            ἰατρούς τε καὶ <lb/>φιλοσόφους. ἢ, εἴπερ ἀρέσκηται τῷδε τῷ λόγῳ, πῶς οὐκ
                            ᾐδέσθη <lb/>πάλιν ὲν τοῖς ἑξῆς αἰσθήσει γε κρίνων τὸ δόγμα, καὶ φαίνεται
                                <pb n="270"/> λέγων; ἐγὼ δέ μοι δοκῶ, καθάπερ ὀλίγον ἔμπροσθεν
                            ἔπραξα <lb/>τὸν ἀληθέστερον ἑλόμενος λόγον, ὃν ὁ Χρύσιππος ἔγραψε
                            <lb/>πρὸς ἑαυτὸν ἐναντιολογούμενος, οὕτω καὶ νῦν ποιήσειν. <lb/>οὐδεμία
                            γὰρ αἴσθησις ἡμῖν γίγνεται τοῦ τῆς ψυχῆς ἡγεμονικοῦ <lb/>κατὰ τὴν
                            καρδίαν ἢ τὸν θώρακα περιεχομένου, <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="107"/>καὶ διὰ τοῦτ’ ἐπαινῶ μὲν τὰ πρῶτα τοῦ
                            Χρυσίππου, <lb/>δι’ ὧν ὁμολογεῖ τὸ ἀληθὲς, οὐκ ἐπαινῶ δὲ ἐν οἷς
                            καταψεύδεται <lb/>τῆς αἰσθήσεως. οὐ γὰρ ἓν ἔτ’ ἐνταῦθα δοκεῖ μοι
                            <lb/>σφάλλεσθαι κατὰ τὸν λόγον, ἀλλὰ δύο μεγάλα· πρῶτον <lb/>μὲν, ὅτι,
                            παντὸς τοῦ σώματος ἐν τοῖς τῆς ψυχῆς πάθεσιν <lb/>ἐναργῶς ἀλλοιουμένου,
                            καὶ ποτὲ μὲν ὠχριῶντός τε καὶ καταψυχομένου <lb/>καὶ τρέμοντος, ὡς ἐν
                            τοῖς φόβοις φαίνεται <lb/>γιγνόμενον, ἔστιν ὅτε δ’ ἐρυθριῶντός τε καὶ
                            θερμαινομένου <lb/>καὶ σφοδρῶς ἐντεινομένου, καθάπερ ἐν τοῖς θυμοῖς,
                            <lb/>οὐδενὸς μὲν ἄλλου μέμνηται μορίου, μόνων δὲ τῶν κατὰ <lb/>τὸν
                            θώρακα· ἔπειτα δ’, ὅτι, κᾂν συγχωρηθῇ μειζόνως ἡ <lb/>καρδία τῶν ἄλλων
                            τοῦ ζώου μορίων ἐξισταμένη τοῦ κατὰ <lb/>φύσιν ἐν φόβοις τε καὶ λύπαις,
                            ἀγωνίαις τε καὶ θυμοῖς, <lb/>ἅπασί τε τοῖς ἄλλοις πάθεσιν, οὐ τὸ
                            λογιζόμενον τῆς ψυχῆς, ﻿<pb n="271"/> ἀλλὰ τὸ θυμούμενον ἢ ἐπιθυμοῦν
                            ἐνταῦθα ὑπάρχειν ἐνδείξεται· <lb/>ὥστε πλέον θάτερον, ἢ ὅπερ αὐτὸς
                            βούλεται, περαίνεσθαι <lb/>διὰ τοῦ λόγου. εἰ γὰρ ἐν μὲν τῷ διανοεῖσθαί
                            <lb/>τε καὶ μανθάνειν ἢ διδάσκειν οὐδεμία κίνησις ἐξαίρετος
                            <lb/>ἐμφαίνεται κατὰ τὴν καρδίαν, ἐν ἅπασι δὲ τοῖς πάθεσιν <lb/>ἐναργῶς
                            φαίνεται, δῆλον, οἶμαι, γίγνεται, τὸ μὲν λογιζόμενον <lb/>τῆς ψυχῆς οὐκ
                            εἶναι κατὰ τὴν καρδίαν, τὸ δ’ ἀλόγιστόν <lb/>τε καὶ παθητικὸν
                            ὀνομαζόμενον ἐν αὐτῇ περιέχεσθαι· <lb/>εἰ δ’, ἔνθα τὸ πάσχον, ἐνταῦθά
                            φησι καὶ τὸ λογιζόμενον <lb/>ὑπάρχειν, αὐτὸ τὸ ζητούμενον ἀπ’ ἀρχῆς ἐξ
                            ἑτοίμου λήψεται. <lb/>πολλῷ δ’ ἦν ἄμεινον ἀπόδειξίν τινα ἡμᾶς διδάξαι
                            τοῦ <lb/>λαβεῖν ἐκ προχείρου τὸ ζητούμενον, ἀλλ’ οὔτ’ ἐν τῷ βιβλίῳ
                            <lb/>τῷ πρώτῳ περὶ ψυχῆς, οὔτ’ ἐν τοῖς περὶ παθῶν ἀπόδειξίν <lb/>τινα
                            εἶπε τοῦ χρῆναι πάντως, ἔνθα τὸ ἄλογόν ἐστιν, ἐνταῦθ’ <lb/>εἶναι καὶ τὸ
                            λογιζόμενον, ἀλλ’ ἑτοίμως τε κἀκ προχείρου <lb/>πανταχοῦ λαμβάνει,
                            καίτοι Πλάτωνος ἐνίας μὲν ἀποδείξεις <lb/>ἐν τῷ τετάρτῳ τῆς πολιτείας
                            γράψαντος, ἐνίας δ’ <lb/>αὖθις ἐρεῖν ἀναβαλομένου, περὶ ὧν ἐνδείκνυται
                            κατὰ τὸν <pb n="272"/> Τίμαιον, ἃς κᾀγὼ διὰ τῶν ἑξῆς ὑπομνημάτων ἁπάσας
                            <lb/>γράψω. νυνὶ δ’ οὔπω μοι πρόκειται τοῦτο δεικνύειν, ἀλλ’ <lb/>ὅτι τὸ
                            λογιζόμενον τῆς ψυχῆς, ὃ δὴ καὶ ἡγεμονικόν τε καὶ <lb/>διάνοιαν καὶ
                            κύριον αὐτὸς ὁ Χρύσιππος ὀνομάζει, κατὰ <lb/>τὸν ἐγκέφαλόν ἐστι. τούτου
                            γὰρ ἀποδειχθέντος, ἐάν τις <lb/>ἑτέρα δύναμις ἐν τῇ καρδίᾳ φαίνηται
                            περιεχομένη, μηδαμόθεν <lb/>ἑτέρωθεν ὁρμωμένη, τὰς δύο μὲν ἀρχὰς ἤδη
                            σαφῶς <lb/>ἕξομεν, ἐφεξῆς δὲ καὶ τὴν τρίτην ὁμοίως ἐξευρήσομεν.
                            <lb/>ἀλλὰ τοῦτο μὲν εἰς τὸν μέλλοντα λόγον ἀναβεβλήσθω. <lb/>νυνὶ δ’
                            ἐπανέλθωμεν αὖθις ἐπ’ ἐκεῖνον τὸν λόγον, ὅθεν <lb/>εἰς τοῦτον ἐξέβημεν,
                            ὡς ἄρα ὁ Χρύσιππος ἐναντιολογούμενος <lb/>ἑαυτῷ παρὰ πόδας οὐκ
                            αἰσθάνεται, καθάπερ ἐπεδείξαμεν, <lb/>διά τε τοῦ περὶ τῆς φωνῆς λόγου
                            καὶ τοῦ φάσκειν, <lb/>ἐνίοτε μὲν οὐδεμίαν αἴσθησιν ἡμῖν γίγνεσθαι τοῦ
                            <lb/>περιέχοντος τόπου τὸ ἡγεμονικὸν, ἐνίοτε δὲ φαίνεσθαι λέγειν
                            <lb/>αὐτόν. ἀλλὰ γὰρ οὐδὲ τοῦτ’ αὐτὸ πρόκειταί μοι νῦν
                            <lb/>ἀποδεικνύειν, ὅτι μὴ πάρεργον. </p></div></div></div></body></text></TEI>