<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="2"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Ὅπερ οὖν ὁ Χρύσιππος ἐθεάσατο μὲν, οὐκ <lb/>ἐπεξῆλθε δὲ τῷ λόγῳ, τοῦτ’
                            ἐγώ μοι δοκῶ προσθήσειν. <lb/>ἐπειδὴ γὰρ ἐγχωρεῖ, κᾂν ὅτι μάλιστα πάντων
                            τῶν νεύρων <lb/>ἐγκέφαλος ἀρχὴ φαίνεται, τὴν καρδίαν ἐπιπέμπειν αὐτῷ
                            δύναμιν <lb/>αἰσθητικήν τε καὶ προαιρετικὴν, ὡσαύτως δὲ, κᾂν ἐκ <lb/>τῶν
                            κατὰ τὸν θώρακα μορίων ὁ λόγος ἐκπέμπεται, τὴν ἀρχὴν <lb/>τῆς κινήσεως
                            αὐτοῦ ἀπ’ ἐγκεφάλου καταφέρεσθαι, ζητητέον <lb/>ἐφεξῆς ἐστι, πότερον
                            οὐδέτερον οὐδετέρῳ μεταδίδωσιν <pb n="263"/> οὐδεμιᾶς δυνάμεως, ἢ τὸ
                            ἕτερον τῷ ἑτέρῳ. γένοιτο δ’ ἂν <lb/>ἡ ζήτησις ᾧδε. τὰ συνάπτοντα τὴν
                            καρδίαν ἐγκεφάλῳ διασκέψασθαι <lb/>χρὴ κατὰ τὰς τῶν ζώων ἀνατομὰς, ὁπόσα
                            τ’ ἐστὶ <lb/>καὶ ὁποῖα, κᾄπειτα κατὰ τὸν τράχηλον ἕκαστον αὐτὸ ἢ
                            <lb/>τέμνειν, ἢ θλᾷν, ἢ βρόχοις διαλαμβάνειν, εἶτ’ ἐπισκέπτεσθαι,
                            <lb/>τίνα καταλαμβάνει τὸ ζῶον παθήματα. συνάπτει δὲ <lb/>καρδίαν
                            ἐγκεφάλῳ τὰ τρία γένη τῶν ἀγγείων, ἅπερ δὴ καὶ <lb/>παντὸς τοῦ σώματος
                            ὑπάρχει κοινὰ, φλέβες καὶ ἀρτηρίαι καὶ <lb/>νεῦρα, φλέβες μὲν αἱ
                            σφαγίτιδες ὀνομαζόμεναι, ἀρτηρίαι <lb/>δὲ αἱ καρωτίδες, νεῦρα δὲ τὰ
                            ταύταις ταῖς ἀρτηρίαις παραπεφυκότα. <lb/>τὰς μὲν δὴ σφαγίτιδας φλέβας ἢ
                            τὰς καρωτίδας <lb/>ἀρτηρίας οὐχ ἁπλῶς χρὴ τέμνειν, ὥσπερ τὰ νεῦρα,
                            <lb/>τεθνήξεται γὰρ εὐθέως τὸ ζῶον αἱμοῤῥαγίᾳ λάβρῳ συσχεθὲν, <lb/>ἀλλ’
                            ἄμεινον βρόχοις ἰσχυροῖς διαλαβόντα πρῶτον ἔν <lb/>τε τοῖς ἄνω καὶ κάτω
                            μέρεσι τοῦ τραχήλου τὸ μέσον τῶν <lb/>βρόχων διατέμνειν, ὡς μηδεμίαν
                            αἱμοῤῥαγίαν ἀκολουθῆσαι. <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="105"/>τὰ νεῦρα δὲ εἴτε θλᾷν, εἴτε
                            διαλαμβάνειν ἐθέλοις <lb/>βρόχοις τισὶν ἢ τοῖς σαυτοῦ δακτύλοις, εἴτε
                            τέμνειν, ἐφ’ <pb n="264"/> ἅπασι τούτοις τοῖς παθήμασιν ἓν καὶ ταὐτὸν
                            ἀκολουθήσει <lb/>σύμπτωμα τῷ ζώῳ· ἄφωνον ἔσται παραχρῆμα, τῶν δὲ ἄλλων
                            <lb/>ἐνεργειῶν οὐδεμία οὔτ’ ἐν τῷ παραυτίκα βεβλαμμένη, <lb/>οὔτ’ ἐξ
                            ὑστέρου φανεῖται. τῶν ἀρτηριῶν δέ γε βρόχοις διαληφθεισῶν <lb/>ἢ, ὡς
                            εἴρηται, τμηθεισῶν, ἄφωνον μὲν ἢ καρῶδες, <lb/>ὡς οἱ πλεῖστοι τῶν μεθ’
                            Ἱπποκράτην κακῶς ἀνατεμόντων <lb/>ἔγραψαν, οὐκ ἔσται τὸ ζῶον, αἱ δὲ
                            ἀνωτέρω τῶν τρωθεισῶν <lb/>ἀρτηριῶν ἅπασαι τελέως ἄσφυκτοι γενήσονται.
                            τὰς <lb/>δὲ φλέβας οὔτε βρόχοις διαλαμβάνων οὔθ’, ὡς εἴρηται, τέμνων
                            <lb/>ὄψει τινὰ σαφῶς ἐνέργειαν ἀπολλυμένην. ἐκ τούτων <lb/>τῶν
                            φαινομένων ἕτοιμόν ἐστι συλλογίσασθαι, μήτε τὴν <lb/>καρδίαν εἰς τὴν τῶν
                            σφυγμῶν κίνησιν ἐγκεφάλου τι προσδεῖσθαι, <lb/>μήτε τὸν ἐγκέφαλον
                            καρδίας, ἵν’ αἰσθάνηταί τε <lb/>καὶ κατὰ προαίρεσιν ἐνεργῇ τὸ ζῶον. ὅτι
                            μὲν γὰρ οὐδὲν ἡ <lb/>καρδία πρὸς τὴν οἰκείαν κίνησιν ἐγκεφάλου δεῖται,
                            δῆλόν <lb/>ἐστιν ἐκ τοῦ, καὶ τῶν φλεβῶν, καὶ τῶν ἀρτηριῶν καὶ τῶν
                            <lb/>νεύρων τῶν προειρημένων βρόχοις διαληφθέντων, ὁμοίως ἔτι
                            <lb/>σφύζειν αὐτὴν καὶ τὰς καθ’ ὅλον τὸ ζῶον ἀρτηρίας· <pb n="265"/> αἱ
                            γὰρ ἀνωτέρω τῶν βρόχων μόναι παντάπασιν ἄσφυκτοι <lb/>γίγνονται, τοῦ
                            συνεχοῦς αὐτῶν μέρους τοῦ μέχρι καρδίας <lb/>ὡσαύτως ταῖς ἄλλαις
                            σφύζοντος. ὅτι δὲ οὐκ ἔτι τῶν ἐγκεφάλου <lb/>δυνάμεων ἡ καρδία τὴν
                            πρώτην ἀρχὴν ἔχει, μάθοις <lb/>ἂν ἐκ τοῦ, πάντων τῶν εἰρημένων νεύρων
                            ἤτοι τμηθέντων, <lb/>ἢ βρόχοις διαληφθέντων, ἄφωνον μόνον γίγνεσθαι τὸ
                            ζῶον, <lb/>εἰσπνεῖν μέντοι καὶ ἐκπνεῖν ἀκωλύτως κατ’ ἀμφοτέρας τὰς
                            <lb/>διαφορὰς τῶν ἔμπροσθεν εἰρημένων εἰσπνοῶν τε καὶ ἐκπνοῶν, <lb/>οὕτω
                            δὲ κᾀν τοῖς τέσσαρσιν κώλοις ἔτι καὶ νῦν ἐνεργεῖν, καθάπερ <lb/>καὶ
                            πρόσθεν, ἀκούειν τε καὶ βλέπειν καὶ πᾶσαν αἴσθησιν <lb/>αἰσθάνεσθαι.
                            μόνη γὰρ, ὡς εἴρηται, φωνὴ διαφθείρεται <lb/>τοῦ ζώου, τμηθέντων τῶν
                            παρὰ ταῖς ἀρτηρίαις <lb/>νεύρων. ὅσοι δὲ τῶν ἰατρῶν τε καὶ φιλοσόφων ἐπὶ
                            ταῖς <lb/>εἰρημέναις ἀρτηρίαις ἤτοι τμηθείσαις, ἢ, ὡς εἴρηται,
                            διαληφθείσαις <lb/>ᾤοντο καροῦσθαι τὸ ζῶον, εἶτ’ ἐκ τούτου
                            <lb/>συνελογίζοντο τὴν καρδίαν ἐγκεφάλῳ χορηγεῖν αἴσθησίν τε <lb/>καὶ
                            κίνησιν, ἐσφάλθαι μὲν αὐτοὺς ὑποληπτέον ἐν τῇ περὶ <lb/>τὸ φαινόμενον
                            ἐμπειρίᾳ, τὸ δ’ ἐξ ὑποθέσεως ἀκολουθοῦν ﻿<pb n="266"/> ἀκριβῶς
                            ἑωρακέναι· εἴπερ γὰρ ὄντως ἐγίγνετο καρῶδες τὸ <lb/>ζῶον, ὅπερ αὐτοῖς
                            ὄνομα βούλεται σημαίνειν τὸ ἀναίσθητόν <lb/>τε καὶ ἀκίνητον, ἐξ ἀνάγκης
                            ἂν ἀκολουθεῖν τὸ τὴν <lb/>καρδίαν ἐπιπέμπειν ἐγκεφάλῳ τὴν πρώτην ἀρχὴν
                            αἰσθήσεώς <lb/>τε καὶ κινήσεως, ἣν αὐτὸς ἅπαντι τῷ σώματι διὰ νεύρων
                            <lb/>χορηγεῖ, ὥστ’ εἶναι δευτέραν τινὰ ἀρχὴν αὐτὸν, οὐκ ἀκριβῶς
                            <lb/>πρώτην, ἀνάλογον ὑπάρχῳ μεγάλου βασιλέως. ἀποδεδειγμένον <lb/>γὰρ
                            ἐν τοῖς ἔμπροσθεν, ὡς ἡ μὲν καρδία τῶν ἀρτηριῶν, <lb/>ὁ δ’ ἐγκέφαλος τῶν
                            νεύρων ἐστὶν ἀρχὴ, περαίνοιτ’ ἂν, εἴπερ <lb/>ἀληθὲς ἦν τὸ λεγόμενον, ὡς
                            ἡ καρδία διὰ τῶν ἀρτηριῶν <lb/>ἐγκεφάλῳ χορηγεῖ δύναμιν ψυχικήν. οὐ μὴν
                            ἀληθές ἐστιν, <lb/>ἀλλὰ κατεψεύσαντο τοῦ φαινομένου κατὰ τὰς ἀνατομάς.
                            <lb/>καρῶδες μὲν γὰρ οὐδ’ ἐπὶ τοῖς νεύροις τμηθεῖσι γίγνεται <lb/>τὸ
                            ζῶον, μήτοι γε δὴ ταῖς ἀρτηρίαις· ἄφωνον δὲ τῶν νεύρων <lb/>μὲν
                            βλαβέντων γίγνεται, τῶν ἀρτηριῶν δ’ οὐ γίγνεται, <lb/>καὶ πολὺ δὲ μᾶλλον
                            ἔτι τῶν φλεβῶν. ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι τῶν <lb/>ἰατρῶν τε καὶ φιλοσόφων ἅμα
                            ταῖς ἀρτηρίαις τὰ νεῦρα τοῖς <lb/>βρόχοις διαλαμβάνοντες, εἶτα ἄφωνον
                            ὁρῶντες αὐτίκα τὸ <pb n="267"/> ζῶον γιγνόμενον, ἀρτηριῶν τὸ πάθος
                            ᾠήθησαν ὑπάρχειν, <lb/>καὶ κάρον ὠνόμασαν, οὐκ ὀρθῶς, οἶμαι, εἰ μήτι ἄρα
                            τὴν <lb/>ἀφωνίαν ἐθέλουσιν ὀνομάζειν κάρον· οὕτω γὰρ ἂν ὀνόματι
                            <lb/>μόνον σφάλλοιντο κατά γε τοῦτο, περὶ δὲ τὸ πρᾶγμα αὐτὸ
                            <lb/>ἁμαρτάνοιεν, εἴπερ ἐπὶ ταῖς ἀρτηρίαις ὑπολαμβάνοιεν ἄφωνον
                            <lb/>γίγνεσθαι τὸ ζῶον. </p></div></div></div></body></text></TEI>