<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="2"><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Ἀλλ’ ἐπεὶ μὴ μόνον ἐκείνους πρόκειται πείθειν, <lb/>ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων
                            ἁπάντων ὅστις ἂν μήπω μοχθηροῖς <lb/>ἔθεσι λόγων ἐντεθραμμένος ἀνίατον
                            ἔχῃ τὴν ἐν τῇ <lb/>ψυχῇ διαστροφὴν, ἄρξομαι πάλιν ἄνωθεν εἰς τὸ
                            προκείμενον <lb/>σκέμμα δεικνύναι, πῶς ἄν τις ἐπιστημονικὰ λαμβάνοι
                            <lb/>λήμματα τὴν ἀληθινὴν ἀπόδειξιν συνιστάνοντα, πῶς δὲ ἂν <pb n="227"/> ταῦτα διακρίνοι τις ἀπὸ τῶν ἄλλων λημμάτων. ἔτι τε πρὸς <lb/>τούτοις
                            τῶν τὴν φαινομένην ἀπόδειξιν, οὐκ οὖσαν δὲ συνιστάντων <lb/>λημμάτων
                            ἐπιδείξω τὴν φύσιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νῦν <lb/>ἡμῖν προκειμένου σκέμματος.
                            ἥτις δὲ τούτων αὐτῶν ἐστι <lb/>πρὸς ἄλληλα διαφορὰ, καθ’ ὅσον οἷός τ’
                            εἰμὶ, σαφέστατα <lb/>περὶ πάντων ἐρῶ. ἐπεὶ τοίνυν πρόκειται σκέψασθαι
                            περὶ <lb/>τῆς καρδίας, εἰ τὸ τῆς ψυχῆς ἡγεμονικόν ἐστιν ἐν αὐτῇ, <lb/>ὃ
                            κατάρχει πᾶσι τοῖς τοῦ ζώου μορίοις αἰσθήσεώς τε ἅμα <lb/>καὶ τῆς καθ’
                            ὁρμὴν κινήσεως, ἰστέον ὡς, ὅσα μὲν ἀπὸ τῶν <lb/>ὑπαρχόντων αὐτῇ
                            λαμβάνεται λήμματα, διττὴν ἕξει τὴν διαφοράν· <lb/>ἔσται γὰρ αὐτῶν τὰ
                            μὲν κατ’ αὐτὸ τὸ προκείμενόν <lb/>τε καὶ ζητούμενον ἐπιστημονικὰ, τὰ δ’
                            ἄλλα πάντα γένους <lb/>ἑτέρου δευτέρου παρακειμένου τοῖς ἐπιστημονικοῖς·
                            ὅσα δὲ <lb/>ἀπὸ τῶν ἀνθρωπίνων δοξῶν, εἴτ’ οὖν ἰδιωτῶν, εἴτε ποιητῶν,
                            <lb/>εἴτε φιλοσόφων, εἴτ’ ἐξ ἐτυμολογίας τινὸς, εἴτε ἐκ <lb/>νευμάτων,
                            εἴτε ἐξ ἐπινευμάτων, εἴτε ἐξ ὅτου δή τινος ἑτέρου <lb/>τοιούτου
                            λαμβάνεται λήμματα, τοῦ τρίτου γένους ἔσται <lb/>ταῦτα, διττὴν μὲν
                            ἀπόστασιν ἀφεστῶτα τῶν ἐπιστημονικῶν. <pb n="228"/> οὐ πολλῷ δέ τινι
                            διαφέροντα τῶν σοφιστικῶν, ἅπερ ἐν <lb/>ὁμωνυμίαις τέ τισι καὶ τοῖς τῆς
                            λέξεως σχήμασι μάλιστα <lb/>συνίσταται. ἀρκτέον οὖν ἀπὸ τῶν ὑπαρχόντων
                            ἁπάντων τῇ <lb/>καρδίᾳ, <milestone unit="ed2page" n="94"/>καὶ λεκτέον
                            ἐφεξῆς ταῦτα πάντα, πρῶτον μὲν <lb/>ἐν κεφαλαίοις τε καὶ κατὰ γένος,
                            εἶθ’ οὕτως καὶ κατὰ μέρος <lb/>τε καὶ κατ’ εἶδος. ὑπάρχει δὴ τῇ καρδίᾳ
                            θέσις, καὶ πηλικότης, <lb/>καὶ πλοκὴ, καὶ διάπλασις, καὶ διάθεσις, καὶ
                            κίνησις. <lb/>ἀπὸ πρώτης οὖν τῆς θέσεως ἀρκτέον, ἐπιδεικνύντας,
                            <lb/>ὅσαι προτάσεις ἀπ’ αὐτῆς συνίστανται. κεῖται δὲ ὡς πρὸς <lb/>μὲν
                            τὸν θώρακα μέση πως μᾶλλον. ἡ μὲν γὰρ βάσις αὐτῆς <lb/>ἀκριβῶς ἐστι μέση
                            τοῦ θώρακος ἅπαντος, ἡ κορυφὴ δὲ καὶ <lb/>τὰ κάτω μέρη προήκει τοσοῦτον,
                            ἡλίκον περ ἂν ᾖ τὸ μέγεθος <lb/>τῆς καρδίας. ὡς δὲ πρὸς ὅλον τὸ ζῶον
                            ἀνωτέρω <lb/>τῶν μέσων αὐτοῦ μερῶν τέτακται τοσοῦτον, ὅσον ἀπέχει
                            <lb/>τῶν κατὰ τὸν ὀμφαλὸν χωρίων· ἐκεῖνα γὰρ ἀκριβέστατα τὰ <lb/>μέσα.
                            ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν λάρυγγα, δι’ οὗ ἀναπνέομεν, οὕτω πως <lb/>ἔχει θέσεως,
                            ὥστε διὰ μέσου τοῦ πνεύμονος αὐτῇ συνῆπται. <lb/>κατὰ γὰρ τὴν ἀριστερὰν
                            κοιλίαν τῆς καρδίας ἐκφύεταί τις <pb n="229"/> ἀρτηρία φλεβώδης τὸ σῶμα,
                            τὸ μὲν πρῶτον εἰς τοσαῦτα <lb/>μόρια σχιζομένη, ὅσοι περ ἂν ὦσιν οἱ τοῦ
                            πνεύμονος λοβοί· <lb/>μετὰ ταῦτα δὲ ἤδη καθ’ ἕκαστον αὐτῶν ἑκάστη
                            διανέμεται, <lb/>εἰς πολλὰ γιγνομένη μόρια, μέχρι περ ἂν ἀναλωθῇ
                            σύμπασα. <lb/>τοῖς δὲ ἐσχάτοις αὐτῆς πέρασι παμπόλλοις οὖσιν <lb/>οἷόν
                            περ δένδρου βλάσταις εἰς ταὐτὸν ἥκει τὰ τῆς τραχείας <lb/>ἀρτηρίας
                            πέρατα τὸν αὐτὸν τρόπον εἰς ὅλον τὸ σπλάγχνον <lb/>μερισθείσης, ὅν περ ἡ
                            φλεβώδης ἀρτηρία. καὶ μὲν δὴ καὶ <lb/>πρὸς αὐτὸν τὸν πνεύμονα θέσιν ἔχει
                            τοιαύτην, ὥστ’ ἔξωθεν <lb/>ὑπ’ αὐτοῦ πανταχόθεν ἠμφιέσθαι. τὰ μὲν οὖν
                            τῆς <lb/>θέσεως ᾧδε ἔχει τῇ καρδίᾳ, καὶ δύναιτ’ ἄν τις ἀπ’ αὐτῆς
                            <lb/>ἐπιχειρήματα ποιεῖσθαι, τῇ μὲν ὡς πρὸς τὸ σύμπαν σῶμα, <lb/>διότι
                            μέσον πως αὐτοῦ κεῖται δικαίας ἕνεκα νομῆς ὧν ἐπιπέμπει <lb/>δυνάμεων
                            αὐτοῦ, τῇ δὲ ὡς πρὸς τὴν τραχεῖαν ἀρτηρίαν, <lb/>ὅτι τὴν φωνὴν διὰ
                            ταύτης ἐκπέμπει. καὶ μὲν δὴ καὶ <lb/>τὴν χρείαν τε καὶ τὴν ἐνέργειαν τῆς
                            ἀναπνοῆς συνάπτων <lb/>αὐτῇ δύναιτ’ ἄν τινα κᾀντεῦθεν ἐπιχειρήματα
                            λαμβάνειν. <lb/>κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν τρόπον, ὅτι μέση τοῦ θώρακος,
                            <lb/>ἴσως ἂν ἔχοι τι καὶ περὶ τούτου λαβεῖν ὁ βουλόμενος ἐκ <pb n="230"/> πάντων ἐπιχειρεῖν. ἀλλ’ οὔπω τούτων οὐδὲν ἐπιστημονικὸν, <lb/>οὐδὲ
                            ἀποδεῖξαι τὸ προκείμενον ἱκανὸν, ἔστ’ ἂν μηδέπω <lb/>περαίνηται δι’
                            αὐτῶν, ὡς αἰσθήσεώς τε καὶ κινήσεως τῆς <lb/>κατὰ προαίρεσιν ἀρχὴ τοῖς
                            ζώοις ἐστὶν ἡ καρδία. οὐ γὰρ <lb/>ἐξ ἀνάγκης ἕπεται τῷ μέσην τῷ ζώῳ
                            κεῖσθαι τὸ πάντων <lb/>ἀρχὴν ὑπάρχειν αὐτήν. καίτοι γε οὐδὲ αὐτὸ τοῦτο
                            ἀληθές <lb/>ἐστι, τὸ μέσον ἐν τοῖς ζώοις εἶναι τὴν καρδίαν. εἰ γὰρ
                            <lb/>ἀκριβῶς τις ἐξετάσειε, τὰ κατὰ τὸν ὀμφαλόν ἐστι μέσα. <lb/>κατὰ δὲ
                            τὸν αὐτὸν τρόπον οὐδὲ, ὅτι μέση τοῦ θώρακος ἡ <lb/>καρδία, διὰ τοῦτ’
                            ἀρχὴ τοῦ ζώου παντός. οὐδὲ γὰρ, ὅτι <lb/>καθάπερ ἐν ἀκρο<milestone unit="ed1page" n="256"/>πόλει τῇ κεφαλῇ δίκην μεγάλου βασιλέως
                            <lb/>ὁ ἐγκέφαλος ἵδρυται, διὰ τοῦτ’ ἐξ ἀνάγκης ἡ τῆς <lb/>ψυχῆς ἀρχὴ
                            κατ’ αὐτόν ἐστιν, οὐδὲ ὅτι καθάπερ τινὰς δορυφόρους <lb/>ἔχει τὰς
                            αἰσθήσεις περιῳκισμένας, οὔτ’ εἴ γε καὶ <lb/>τοῦτο λέγοι τις, ὅπερ
                            οὐρανὸς ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ, τοῦτ’ ἐν <lb/>ἀνθρώποις εἶναι τὴν κεφαλὴν, καὶ
                            διὰ τοῦθ’, ὥσπερ ἐκεῖνος <lb/>οἶκός ἐστι τῶν θεῶν, οὕτω τὸν ἐγκέφαλον
                            οἶκον εἶναι τοῦ <lb/>λογισμοῦ. καὶ γὰρ τὰ τοιαῦτα πάντα, καίπερ ὄντα
                            πολὺ ﻿<pb n="231"/> μὲν πιθανώτερα τῶν ἐπὶ τῆς καρδίας εἰρημένων, ὅμως
                            οὐκ <lb/>ἔστιν οὐδὲ αὐτὰ πιστὰ πρὸς ἐπιστήμην ἀκριβῆ, καθάπερ <lb/>οὐδὲ
                            ὅτι τῆς φωνῆς ἡ καρδία δημιουργός ἐστιν. εἰ μὲν <lb/>γὰρ ἀπόδειξίν τινα
                            διδάσκειν ἡμᾶς ἔχουσιν, ἡδέως ἀκουσόμεθα· <lb/>τὸ δὲ ἀπὸ τῆς θέσεως
                            μόνης ὁρμᾶσθαι μοχθηρόν. <lb/>οὕτω γὰρ, οἶμαι, καὶ τὸν πνεύμονα καὶ τὴν
                            τραχεῖαν ἀρτηρίαν <lb/>ἀρχὴν τῆς φωνῆς ἐροῦμεν, <milestone unit="ed2page" n="95"/>ὡς ἐγγυτέρω γε ταῦτ’ <lb/>ἐστι τῆς καρδίας
                            τοῖς φωνητικοῖς ὀργάνοις. αὐτὸ μὲν γὰρ <lb/>τὸ πρῶτόν τε καὶ ἴδιον
                            ὄργανον τῆς φωνῆς ὁ λάρυγξ <lb/>ἐστίν. εἰ γοῦν κατώτερον τέμοις αὐτοῦ
                            τὴν τραχεῖαν ἀρτηρίαν, <lb/>οὐκέτ’ ἀκούσῃ φωνοῦντος τοῦ ζώου, καίτοι γ’
                            ἀναπνέον <lb/>ἀκωλύτως ὄψει καὶ νῦν αὐτό. καὶ εἴπερ ἄνθρωπος <lb/>εἴη τὸ
                            οὕτω τρωθὲν, ἐξέσται σοι κελεύειν αὐτῷ φθέγξασθαί <lb/>τι.
                            προθυμηθήσεται μὲν γὰρ, οὐδὲν δὲ ἀκούσῃ πλέον ἐκπνοῆς <lb/>ῥοιζώδους, ἣν
                            ἡμεῖς ὀνομάζομεν ἐκφύσησιν· ἄνευ <lb/>δὲ τοῦ προθυμεῖσθαι φθέγξασθαι
                            φέρεται μὲν ἔξω τὸ <lb/>πνεῦμα κατὰ τὰς ἐκπνοὰς, οὐ μὴν σὺν ψόφῳ γέ τινι
                            <lb/>καὶ ἀθρόως. ὄψει δὲ καὶ τοὺς κατὰ τὸν θώρακα μῦς <pb n="232"/> ἅμα
                            τοῖς κατ’ ἐπιγάστριον, ὅταν προθυμῆται φθέγγεσθαι τὸ <lb/>ζῶον,
                            ἐκτεινομένους σφοδρῶς. τούτους μέν γε καὶ πρὸ τοῦ <lb/>τρωθῆναι τὴν
                            τραχεῖαν ἀρτηρίαν σαφῶς ἔστιν ἰδεῖν τεινομένους, <lb/>ἐπειδὰν βιαιότερον
                            φωνῶμεν, ἀλλ’ ἐπί γε τετρωμένῃ <lb/>τῇ ἀρτηρίᾳ πονοῦσι μάτην ὅσα γε πρὸς
                            γένεσιν φωνῆς. <lb/>ἐκφύσησιν γὰρ μόνην ἐργάζονται διαφέρουσαν ἁπλῆς
                            <lb/>ἐκπνοῆς, ὅτι μετὰ ψόφου τε ἅμα καὶ τάχους ἐκκενοῦται <lb/>τὸ
                            πνεῦμα. διττὸν οὖν ἁμαρτάνεται κᾀνταῦθα ἁμάρτημα <lb/>τοῖς τὴν φωνὴν ἐκ
                            τῆς καρδίας ἐκπέμπεσθαι νομίζουσιν, <lb/>ὅτι πρῶτον μὲν ἀπὸ τῆς θέσεως
                            ἐπιχειροῦσιν, ἔπειτα δὲ <lb/>οὐδὲ ἀπὸ ταύτης, ὡς χρή. τείνονται μὲν γὰρ
                            οἵ τε κατὰ <lb/>τὸν θώρακα μύες ἅπαντες, οἵ τε κατ’ ἐπιγάστριον, ἐπειδὰν
                            <lb/>θελήσῃ φωνῆσαι τὸ ζῶον, εἰς τάσιν δή τινα καὶ κίνησιν
                            <lb/>ἀγόμενοι, τῆς καρδίας οὐδεμίαν ἐν τούτῳ νεωτέραν ἐπικτωμένης
                            <lb/>ἐνέργειαν, οὐ μὴν ἤδη γέ πω τὸ κάτωθεν ἀναφερόμενον <lb/>πνεῦμα,
                            πρὶν ὑπὸ τοῦ λάρυγγος ῥυθμισθῆναι, <lb/>φωνῆς ἔχει ἰδέαν, ἀλλ’, ὡς
                            εἴρηται πρόσθεν, ἐκφυσήσεως <lb/>μόνης, ὡς ἀπεδείξαμεν ἐν τῇ περὶ φωνῆς
                            πραγματείᾳ. <pb n="233"/> πληττομένη γὰρ ὑπὸ τῶν κατὰ τὸν λάρυγγα
                            χόνδρων, οἷον <lb/>ὑπὸ πλήκτρων τινῶν, ἡ ἐκφύσησις αὕτη φωνὴ γίνεται.
                            <lb/>σύγκειται δὲ ὁ λάρυγξ ἐκ τριῶν χόνδρων ὑπὸ μυῶν πολλῶν
                            <lb/>κινουμένων. ὅστις δὲ ὁ τρόπος ἐστὶ τῆς τῶν χόνδρων συστάσεως,
                            <lb/>ἢ τῆς τῶν μυῶν κινήσεως, ἐμοὶ μὲν ἐν ταῖς περὶ <lb/>τούτων οἰκείαις
                            πραγματείαις ἀκριβῶς εἴρηται. τοῖς δὲ ἀπὸ <lb/>τῆς θέσεως μόνης
                            ἐπιχειροῦσιν οὐδὲν τῶν τοιούτων γιγνώσκεται. <lb/>κᾄπειτα θαυμάζουσιν
                            ἐξαίφνης ἀκούσαντες, ἐξ ἐγκεφάλου <lb/>γίγνεσθαι τὴν φωνήν· ἔτι δὲ
                            μᾶλλον, ἐπειδὰν ἀκούσωσιν, <lb/>ὡς αἱ κατὰ προαίρεσιν ἅπασαι κινήσεις
                            ὑπὸ μυῶν <lb/>ἐπιτελοῦνται, θαυμάζουσί τε καὶ παραδοξολόγους ἡμᾶς
                            <lb/>ἀποκαλοῦσι, καίτοι γε ἡμεῖς, ἅπερ ἐπαγγελλόμεθα λόγῳ, <lb/>ταῦτα
                            ἐπὶ ταῖς τῶν ζώων ἀνατομαῖς ἐπιδείκνυμεν, οἱ δ’ <lb/>οὐδὲν ἄλλο ἔχουσι
                            λέγειν, ἢ, διότι πλησίον ἐστὶν ἡ καρδία <lb/>τοῦ λάρυγγος, διὰ τοῦτ’ ἐξ
                            ἐκείνης ἄρχεσθαι τὴν φωνήν. <lb/>αἱροῦνται γὰρ, οἶμαι, τὴν σύντομόν τε
                            καὶ λείαν ὁδὸν ἐν τοῖς <lb/>λόγοις ἀντὶ τῆς τραχείας τε καὶ μακρᾶς, κᾂν
                            αὕτη μὲν ἀπάγει <lb/>πρὸς τὸ ζητούμενον, ἡ δὲ λεία τε καὶ βραχεῖα
                            σφάλλει <pb n="234"/> τἀληθοῦς. οὐδ’ ἐστὶν ὅστις ἐμοί ποθ’ ὑπέμεινε
                            δεικνύντι <lb/>τοὺς μῦς ἅπαντας, ὑφ’ ὧν ἡ ἀναπνοή τε γίγνεται καὶ φωνή.
                            <lb/>καίτοι γ’ οὐκ ἐν τούτοις μόνοις ἐστὶ τὸ κῦρος τῆς ἀποδείξεως,
                            <lb/>ἀλλ’ ἡ τρίτη μοῖρα τοῦ λόγου παντός. οἱ μὲν γὰρ <lb/>μύες ὄργανά
                            τινα κινοῦσιν, ὑφ’ ὧν ἀναπνοή τε καὶ φωνὴ <lb/>γίγνεται, δέονται δ’
                            αὐτοὶ πάλιν, ὅπως κινηθῶσι, τῶν ἀπ’ <lb/>ἐγκεφάλου νεύρων, ὧν εἴ τι
                            βρόχοις διαλάβοις, εἴτε τέμοις, <lb/>ἀκίνητον αὐτίκα μάλα ποιήσεις τὸν
                            μῦν ἐκεῖνον, εἰς ὃν τὸ <lb/>νεῦρον ἐνέβαλεν, ἀκίνητον δὲ καὶ τοῦ ζώου τὸ
                            μέλος, ὃ <lb/>πρότερον ὑπὸ τοῦ μυὸς ἐκινεῖτο, πρὶν τμηθῆναι τὸ νεῦρον.
                            <lb/>ὅστις οὖν ὄντως ἀληθείας ἐρᾷ, πρὸς ἡμᾶς ἡκέτω, μαθησόμενος
                            <lb/>ἐναργῶς ἐπ’ αὐτῶν τῶν ζώων, εἰ μόνον <milestone unit="ed2page" n="96"/>ἔχοι τὰς <lb/>αἰσθήσεις ἀπηρώτους, ὑφ’ ἑτέρων μὲν ὀργάνων τε
                            καὶ μυῶν <lb/>καὶ νεύρων εἰσπνοὴν ἀβίαστον γιγνομένην, ὑφ’ ἑτέρων δὲ
                            <lb/>τὴν μετὰ βίας· ὀνομάζω δὲ ἀβίαστον μὲν τὴν τοῖς ὑγιαίνουσι <lb/>καὶ
                            μηδεμίαν ἰσχυρὰν κίνησιν κινουμένοις ὑπάρχουσαν, <lb/>βιαίαν δὲ τὴν ἔν
                            τε πάθεσί τισι καὶ τοῖς σφοδροῖς γυμνασίοις <pb n="235"/> ἐπιτελουμένην,
                            ἐφ’ ἧς εὐθέως ὄψει συνεξαιρόμενα <lb/>καὶ τὰ κατὰ τὰς ὠμοπλάτας ἅπαντα
                            μόρια· καὶ δὴ καὶ <lb/>τὰς ἀνάλογον αὐταῖς ἐκπνοὰς, ὑφ’ ἑτέρων μὲν
                            ὀργάνων καὶ <lb/>μυῶν καὶ νεύρων τὴν ἀβίαστόν τε καὶ μικρὰν, ὑφ’ ἑτέρων
                            <lb/>δὲ τὴν βίαιόν τε καὶ μεγάλην, ἣν ὀνομάζειν ἔθος ἡμῖν ἐκφύσησιν.
                            <lb/>ἐπὶ δὲ τούτοις ἅπασιν ἑξῆς ἐπιδείξομέν σοι τὸ <lb/>τῆς φωνῆς ἴδιον
                            ὄργανον, τὸν λάρυγγα, καὶ τοὺς κινοῦντας <lb/>αὐτὸν μῦς, καὶ τὰ τῶν μυῶν
                            ἐκείνων νεῦρα τὰ ἐξ ἐγκεφάλου <lb/>καθήκοντα. καὶ μετὰ ταῦτα τὴν
                            γλῶτταν, ἕτερον ὄργανον, <lb/>οὐ φωνῆς, ἀλλὰ διαλέκτου τε καὶ διαλέξεως,
                            ὁποτέρως <lb/>ἂν ὀνομάζειν ἐθελήσαις, καὶ τοὺς μῦς ἐπιδείξομέν σοι
                            <lb/>καὶ τὰ νεῦρα τὰ ἐξ ἐγκεφάλου. καὶ δὴ καὶ ζῶα πλείω παρασκευάσαντες,
                            <lb/>ἄλλην κατ’ ἄλλο τῶν εἰρημένων ἐνεργειῶν <lb/>ἐπιδείξομεν
                            ἀπολλυμένην ἐφ’ ἑκάστου τῶν ἀπ’ ἐγκεφάλου <lb/>νεύρων τεμνομένου. τάχ’
                            ἴσως ἐπιθυμεῖ τις ἀκοῦσαι τῶν <lb/>εἰρημένων ἐνεργειῶν ἑκάστης τὸ ἴδιον
                            ὄργανον, καὶ τοὺς κινοῦντας <lb/>μῦς, οἵτινές τέ εἰσι, καὶ πόσοι τὸν
                            ἀριθμὸν, ἥντινά <lb/>τε θέσιν ἔχουσι, καὶ πηλίκοι τὸ μέγεθος ὑπάρχουσι,
                                ﻿<pb n="236"/> καὶ τίνα δέχονται νεῦρα, καὶ πόσα, καὶ πηλίκα, καὶ
                            κατὰ <lb/>τί μάλιστα μέρος ἐξ ἐγκεφάλου βλαστάνονται, τίς τε τοῖς
                            <lb/>ὑπ’ αὐτῶν κινουμένοις ὀργάνοις τρόπος ἐστὶ τῆς κινήσεως. <lb/>ἐγὼ
                            δὲ καὶ πρόσθεν εἶπον, ὡς πολλάκις ὑπὲρ τῶν αὐτῶν <lb/>γράφειν οὐκ
                            ἐπαινῶ, ἀλλ’ εἴπερ ὄντως ἐστί τις φιλομαθὴς, <lb/>ἑτέρας ὑπὲρ τούτων
                            ἁπάντων ἔχει πραγματείας ἡμῖν γεγραμμένας. <lb/>πρῶτον μὲν τὴν περὶ
                            θώρακός τε καὶ πνεύμονος κινήσεως, ἔνθα <lb/>δείκνυμεν ὑπὸ τοῦ θώρακος
                            κινούμενον τὸν πνεύμονα, καὶ <lb/>κατὰ μὲν τὰς διαστολὰς διαστελλόμενον
                            ἕλκειν τὸν ἔξωθεν <lb/>ἀέρα, καὶ τοῦτ’ εἶναι τὴν εἰσπνοὴν, κατὰ δὲ τὰς
                            συστολὰς <lb/>συστελλόμενον ἐκθλίβειν τὸν ἐν αὑτῷ περιεχόμενον εἴς τε
                            <lb/>τὸν λάρυγγα καὶ τὸ στόμα, καὶ διὰ τούτων ἐκπέμπειν ἔξω, <lb/>καὶ
                            τοῦτ’ εἶναι τὴν ἐκπνοήν. ἑτέραν δὲ ἔχει πραγματείαν <lb/>ἐφεξῆς τῇδε
                            περὶ τῶν τῆς ἀναπνοῆς αἰτίων, ἔνθα καὶ τοὺς <lb/>μῦς ἅπαντας ἐδήλωσα,
                            καὶ τὰ πρὸς αὐτῶν ὄργανα κινούμενα, <lb/>καὶ τὰ νεῦρα τὰ τοῖς μυσὶ τὴν
                            ἐξ ἐγκεφάλου παρέχοντα <lb/>δύναμιν τὴν ψυχικήν. εἶτ’ αὖθις ἄλλην ἑξῆς
                            ταῖσδε <lb/>περὶ τῆς φωνῆς ἔχει πραγματείαν, ὑπέρ τε τῶν ταῦτα <pb n="237"/> κινούντων μυῶν, ἔτι τε τῶν εἰς τούτους καθηκόν<milestone unit="ed1page" n="257"/>των <lb/>ἐξ ἐγκεφάλου νεύρων. εἰς δέ γε τὰ
                            παρόντα καὶ τοῦτ’ ἀρκεῖ <lb/>μοι μόνον εἰπεῖν, ὡς, εἴπερ ἡ φωνὴ
                            τυπουμένου πως τοῦ <lb/>κατὰ τὸν πνεύμονα πνεύματος ὑπὸ τοῦ κατὰ τὴν
                            καρδίαν <lb/>ἐγίγνετο, κᾄπειθ’ ἑαυτῷ τὸ κατὰ τὸν λάρυγγα συντυποῦντος,
                            <lb/>οὐκ ἂν ἀπώλλυτο παραχρῆμα τμηθέντων νεύρων τινῶν ἤτοι <lb/>κατὰ τὸν
                            τράχηλον ἢ τὴν κεφαλὴν, ἔτι δὲ μᾶλλον οὐκ ἂν <lb/>ἀπώλετο θλιψάντων τὸν
                            ἐγκέφαλον, ἢ τρωσάντων ἄχρι κοιλίας, <lb/>ἢ διατεμόντων τὸν νωτιαῖον
                            μυελόν. τὸ μὲν γὰρ τῆς <lb/>τραχείας ἀρτηρίας, ἥνπερ δὴ καὶ λάρυγγα
                            προσαγορεύομεν, <lb/>ἢ τοῦ πνεύμονος, ἢ τῆς καρδίας αὐτῆς βλαβείσης
                            ἀπόλλυσθαι <lb/>τὴν φωνὴν οὐδὲν ἂν οἶμαι θαυμαστὸν, εἴπερ ἐκ τῆς
                            <lb/>καρδίας ὡρμᾶτο· τὸ δὲ τοῦ ἐγκεφάλου θλιβέντος, ἤ τινος <lb/>τῶν ἐξ
                            αὐτοῦ νεύρων τῶν εἰς τοὺς τοῦ λάρυγγος μῦς φερομένων, <lb/>ἄτοπόν τε καὶ
                            δεινῶς ἄλογον, εἴπερ γε μηδενὸς <lb/>αὐτῶν ἡ τῆς φωνῆς γένεσις
                            προσδεῖται. καὶ μὴν ἔμπαλιν <lb/>ἔχει τὸ φαινόμενον, ἢ δοξάζουσιν
                            ἐκεῖνοι. καρδίας μὲν γὰρ <lb/>γυμνωθείσης, ὡς κᾀν τῷ πρὸ τούτου μοι
                            λέλεκται γράμματι, <pb n="238"/> καὶ κρατῶν, καὶ θλίβων, καὶ θλῶν,
                                <milestone unit="ed2page" n="97"/>οὔτε ἄπνουν, <lb/>οὔτε ἄφωνον,
                            οὔτε ἄλλην τινὰ τῶν καθ’ ὁρμὴν ἐνεργειῶν <lb/>ἐμποδιζόμενον ὄψει τὸ
                            ζῶον· ἐγκέφαλον δὲ γυμνώσας τῶν <lb/>ὀστῶν, ἢ θλίψας ἡντιναοῦν αὐτοῦ
                            κοιλίαν, οὐκ ἄφωνον <lb/>μόνον οὐδ’ ἄπνουν εὐθὺς, ἀλλὰ καὶ παντάπασιν
                            ἀναίσθητόν <lb/>τε καὶ ἀκίνητον ἁπασῶν τῶν καθ’ ὁρμὴν κινήσεων ἐργάσῃ
                            <lb/>τὸ ζῶον. εἴρηται δέ μοι καὶ πρόσθεν, ὡς οὐ χρὴ συντιτράναι <lb/>τοῦ
                            θώρακος οὐδετέραν κοιλότητα, γυμνοῦντας τὴν <lb/>καρδίαν. εἰ γὰρ δὴ
                            τούτου τύχῃ τις, οὐ μόνον εἰ θλίβειν <lb/>ἢ θλᾷν ἤ τι τοιοῦτον ἕτερον
                            ἐργάζεσθαι βουληθῇ, δυνήσεται <lb/>κατορθοῦν, ἀλλὰ καὶ βουληθεὶς ἀθρόως
                            ὅλην ἐξελεῖν <lb/>οὐκ ἀτυχήσει τῆς χειρουργίας. γίνεται μὲν τοῦτο καὶ
                            κατὰ <lb/>πολλὰς θυσίας ἐξ ἔθους οὕτως ἐπιτελουμένας, καὶ φαίνεται
                            <lb/>τὰ ζῶα, τῆς καρδίας ἤδη κατὰ τῶν βωμῶν ἐπικειμένης, οὐκ
                            <lb/>ἀναπνέοντα μόνον, ἢ κεκραγότα συντόνως, ἀλλὰ καὶ φεύγοντα,
                            <lb/>μέχρι περ ἂν ὑπὸ τῆς αἱμοῤῥαγίας ἀποθάνῃ. τάχιστα <lb/>δὲ δήπουθεν
                            αὐτῶν ἐκκενοῦται τὸ αἷμα, τεττάρων μεγίστων <lb/>ἀγγείων διασπωμένων,
                            ἀλλ’ ἄχρι περ ἂν ἔτι ζῇ, <pb n="239"/> καὶ ἀναπνεῖ, καὶ φωνεῖ, καὶ
                            τρέχει. τοὺς δέ γε κατὰ τὸν <lb/>πρῶτον σπόνδυλον ὁσημέραι
                            διατεμνομένους ταύρους τὴν ἔκφυσιν <lb/>τοῦ νωτιαίου μυελοῦ παραχρῆμα
                            θεώμεθα μὴ ὅτι <lb/>δραμεῖν ἔτι δυναμένους, ἀλλὰ μηδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον
                            προβῆναι, <lb/>συναπόλλυται δ’ αὐτοῖς ἅμα τῇ τομῇ καὶ ἡ ἀναπνοὴ <lb/>καὶ
                            ἡ φωνή· καὶ γὰρ καὶ ταύταις ἄνωθέν ἐστιν ἡ ἀρχή. <lb/>τὴν μέντοι καρδίαν
                            ἐπὶ τῶν οὕτω πληγέντων ταύρων ἔστιν <lb/>ἰδεῖν ἄχρι πλείστου σφύζουσαν
                            ἅμα ταῖς ἀρτηρίαις ἁπάσαις· <lb/>οὐ γὰρ δὴ καὶ ταύταις γε παρ’ ἐγκεφάλου
                            τὸ σφύζειν ἐστὶν, <lb/>ὥσπερ οὐδὲ αὐτῇ τῇ καρδίᾳ. ὡς γὰρ αἱ κινήσεις
                            ἑτέρου <lb/>γένους εἰσὶν, οὕτω καὶ τῶν ἀρχῶν οὐδετέρα προσδεῖται τῆς
                            <lb/>ἑτέρας, ἀλλ’ ἔστιν οὕτως ἥ τε καρδία πηγὴ τῆς κατὰ τοὺς
                            <lb/>σφυγμοὺς κινήσεως, ὅ τ’ ἐγκέφαλος τῆς κατὰ προαίρεσιν, <lb/>οὐδ’
                            ἐστὶν οὐδεὶς λόγος, ὃς ἀναγκάσει μίαν ἀρχὴν ἁπασῶν <lb/>εἶναι τῶν κατὰ
                            τὸ ζῶον ἐνεργειῶν· οὔτε γὰρ ὡς οὐκ ἐνδεχομένων <lb/>εἶναι πολλῶν, οὔθ’
                            ὡς μὴ οὕτως φαινομένων <lb/>ἐπιδείξει. ἀλλὰ περὶ μὲν τούτου κᾀν τοῖς
                            ἑξῆς ἐπὶ πλέον <lb/>αὐτοῖς διαλέξομαι. νυνὶ δ’ ἐφ’ ὅπερ ἔλεγον αὖθις
                            ἐπάνειμι, <lb/>πρὸς τὸ μήτε τῆς ἀναπνευστικῆς κινήσεως, μήτε <pb n="240"/> τῆς φωνητικῆς δημιουργικὴν ἀρχὴν εἶναι τὴν καρδίαν. δι’ <lb/>ἐκείνην
                            μὲν γὰρ τὸ πλεῖστον, οὐ μὴν ὑπ’ ἐκείνης γε τὴν <lb/>ἀναπνοὴν γίγνεσθαι
                            συμβέβηκεν, οὐ ταὐτὸν δ’ ἐστὶν ὑπό <lb/>του γίνεσθαι καὶ διά τι.
                            γέγραπται δὲ ἡμῖν ἓν βιβλίον <lb/>ἰδίᾳ καθ’ ἑαυτὸ περὶ χρείας ἀναπνοῆς.
                        </p></div></div></div></body></text></TEI>