<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg031.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Κάλλιον δ’ εἶναί μοι δοκοῦσι ποιεῖν οἱ ζητοῦντες, <lb/>ἆρά γε τὴν διαστολὴν,
                        ἢ τὴν συστολὴν, ἢ ἀμφοτέρας <lb/>ἐνεργείας χρὴ νομίζειν τῶν ἀρτηριῶν, ὥσπερ,
                        <lb/>οἶμαι, καὶ περὶ τῶν τῆς ἀναπνοῆς μερῶν εὐλόγως ἐζητήθη, <lb/>πότερον
                        τὴν ἐκπνοὴν, ἢ τὴν εἰσπνοὴν, ἢ ἀμφοτέρας <lb/>ἐνεργείας ὑποληπτέον ὑπάρχειν.
                        ἀλλὰ περὶ μὲν ἐκείνων <lb/>ἐν ἑτέροις εἴρηται τὰ εἰκότα, περὶ δὲ τῆς τῶν
                        σφυγμῶν <lb/>κινήσεως νῦν ζητητέον. εἰ μὲν οὖν, ὥσπερ εἴρηται, τῆς
                        <lb/>αὐτῆς ἐνεργείας ἕνεκα γεγόνασιν ἀναπνοή τε καὶ σφυγμὸς <lb/>καὶ πρὸς
                        τῶν αὐτῶν δημιουργουσῶν δυνάμεων, ῥᾴδιον ἂν <lb/>εἴη τῇ πρὸς ἐκείνην
                        ὁμοιότητι καὶ περὶ τῶν σφυγμῶν τι <lb/>τεκμήρασθαι. ἐπεὶ δὲ τῶν μὲν σφυγμῶν
                        ἡ ζωτικὴ δύναμις <lb/>ἡ ἀπὸ τῆς καρδίας ὁρμωμένη δημιουργὸς, τῆς δ’
                        ἀναπνοῆς, <lb/>ὡς ἐδείξαμεν, ἡ ἀπ’ ἐγκεφάλου ψυχικὴ, οὐδὲν ἂν <lb/>ἡμῖν ἐκ
                        τῶν ὑπὲρ ἐκείνης εὑρημένων εὐποροῖ τῆς πρὸς τὰ <lb/>παρόντα χαλεπωτέρας
                        δήπου τῆς εὑρέσεως, καὶ διότι μετὰ <pb n="170"/> τὸν θάνατον οὐχ ὥσπερ τὰς
                        φλέβας ἔστιν ἰδεῖν εἰς ἑαυτὰς <lb/>συμπιπτούσας, οὕτω καὶ τὰς ἀρτηρίας. αἱ
                        μὲν γὰρ, ὅταν <lb/>κενωθῶσι τοῦ αἵματος, εἰς ἑαυτὰς συνιζάνουσι τελέως,
                        <lb/>ὥστε τοὺς ἄνωθεν αὐτῶν χιτῶνας ἐπιπίπτειν τοῖς κάτωθεν, <lb/>αἱ δ’
                        ἀρτηρίαι μέχρι παντὸς διεστηκυῖαι φαίνονται, διὰ <lb/>τὸν ἕτερον δηλονότι
                        τῶν ἐν αὐταῖς χιτώνων τὸν σκληρόν. <lb/>καίτοι τινὲς καὶ αὐτὸ τοῦτο μετὰ τὸν
                        θάνατον γίνεσθαί <lb/>φασι, πηγνυμένων ὑπὸ τῆς ψύξεως αὐτῶν καὶ οὐ φύσει
                        <lb/>τοιούτων οὐσῶν. ἕτεροι δὲ εἰς θερμὸν ὕδωρ ἐμβαλόντες, <lb/>εἶτ’ ἔτι
                        διεστώσας ὁρῶντες, οὕτω πείθονται διακεῖσθαι <lb/>καὶ πρὸ τοῦ θανάτου·
                        ἐπανελθεῖν γὰρ ἂν εἰς τὴν ἀρχαίαν <lb/>φύσιν, ἀπελθούσης τῆς ψύξεως, εἰ δὴ
                        ταύτῃ τι ἐνενεωτέριστο. <lb/>παντοίως οὖν ἀπόρου τοῦ ζητουμένου ὄντος, οἷς
                        <lb/>τεκμαιρόμενος ἀμφοτέρας τὰς κινήσεις τῶν ἀρτηριῶν ἐνεργείας <lb/>εἶναι
                        νομίζω, καὶ δὴ φράσω. τὴν μὲν διαστολὴν, ἔτι <lb/>τῆς δυνάμεως ἐῤῥωμένης,
                        μεγάλην γίνεσθαι, ὥσπερ τοὐναντίον, <lb/>αὐτῆς ἀσθενούσης, μικρὰν εἶναι,
                        πᾶσι πρόδηλον. <pb n="171"/> ἐχρῆν δὲ, εἴπερ, ὥς τινες οἴονται, τὸ μὲν
                        συστέλλεσθαι τῶν <lb/>ἀρτηριῶν ἐνέργεια, τὸ δὲ διαστέλλεσθαι εἰς τὴν κατὰ
                        φύσιν <lb/>τῶν χιτώνων διάστασιν ἐπάνοδος αὐτόματος, πρῶτον μὲν <lb/>ἴσον
                        ἀεὶ τὸν ὄγκον ὑπάρχειν τῶν διαστολῶν, ἔπειτα μηδὲν <lb/>μᾶλλον ἐῤῥωμένης ἢ
                        ἀῤῥώστου δυνάμεως εἶναι ἔρ<milestone unit="ed1page" n="158"/>γον τὸ
                        <lb/>μέγεθος· οὐδέτερον δ’ οὕτως ἔχει. καὶ πρόσεστιν ἕτερον <lb/>τεκμήριον
                        οὐ μικρὸν εἰς ταὐτὸν συντελοῦν. μέγιστοι καὶ <lb/>ὑψηλότατοι σφυγμοὶ τοῖς
                        κάλλιστα κριθησομένοις γίνονται. <lb/>καίτοι τότ’ οὐκ ἄν τις οὐδὲ μαινόμενος
                        εἴποι τὴν δύναμιν <lb/>ἀῤῥωστεῖν. εἰ γὰρ τὸ καλῶς κριθῆναι γίνεται ἐνδείᾳ
                        <lb/>δυνάμεως, τὸ κακῶς δι’ εὐρωστίαν δηλονότι γενήσεται· <lb/>εἰ δὲ τοῦτο,
                        καὶ τὸ ἀποθανεῖν αὐτὸ ῥώμης ἔργον εἶναι <lb/>φήσομεν. τί οὖν ἂν εἴη
                        γελοιότερον; ἀλλὰ καὶ τὸ τὸ σφοδρὸν <lb/>τῆς πληγῆς ἐν τῷ διαστέλλεσθαι τοῖς
                        μὲν μᾶλλον, <lb/>τοῖς δὲ ἧττον ὑπάρχειν τῶν σφυγμῶν ἐπίτασιν καὶ ἄνεσιν
                        <lb/>ἐνεργείας ἐνδείκνυται. εἰ δὲ τὸ φαῦλον τῆς ἐνεργείας <lb/>ἦν ἡ
                        διαστολὴ, καθάπερ ἡ ἐκπνοὴ, οὔτ’ ἂν τὸ μᾶλλόν τε <pb n="172"/> καὶ ἧττον ἦν
                        ἐν αὐτῇ, καθὰ ἐν ταῖς ἐκπνοαῖς, οὔθ’ ὅλος <lb/>ὁ τόνος τε <milestone unit="ed2page" n="441"/> καὶ ἡ σφοδρότης τῆς προσβολῆς. ἡ μὲν <lb/>οὖν
                        διαστολὴ διὰ ταῦτά τε καὶ ἄλλα παραπλήσια τούτοις <lb/>ἐκ τοῦ τῶν ἐνεργειῶν
                        εἶναί μοι φαίνεται γένους, καὶ σώζοιτ’ <lb/>ἂν ἔτι καὶ κατὰ τοῦτο ἡ πρὸς τὴν
                        ἀναπνοὴν τῶν <lb/>σφυγμῶν ὁμοιότης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Ἐφεξῆς ἂν εἴη σκεπτέον, εἰ, ὥσπερ ἡ ἐκπνοὴ <lb/>ἄνεσίς ἐστι καὶ οἷον
                        ἀνάπαυσις τῆς ἐνεργείας τοῦ <lb/>θώρακος, ἡ ἐκφύσησις δὲ ἐνέργεια, καὶ διὰ
                        τοῦτο τὸ μᾶλλόν <lb/>τε καὶ ἧττον ἔχει, τῆς ἐκπνοῆς οὐκ ἐχούσης, οὕτως καὶ ἡ
                        <lb/>συστολὴ μὲν ἐν τοῖς σφυγμοῖς ἔκλυσις τῆς ἐνεργείας ἐστὶ <lb/>τῶν
                        ἀρτηριῶν, ἕτερον δέ τι ταύτῃ παρακείμενον ἀνάλογος <lb/>ταῖς ἐκφυσήσεσιν ἡ
                        ἐνέργεια. καί μοι δοκεῖ καὶ τοῦτο <lb/>παντὸς μᾶλλον ἀληθὲς εἶναι.
                        τεκμαίρομαι δὲ ἔκ τε τῶν <lb/>κοινῇ περὶ πασῶν ἡμῖν τῶν ζωτικῶν δυνάμεων
                        ἑτέρωθι δεδειγμένων, <lb/>κᾀκ τῆς πρὸς αὐτὴν τὴν ἀναπνοὴν ἀναλογίας. <lb/>ἐν
                        μέντοι γε τοῖς περὶ τῶν δυνάμεων λογισμοῖς ἑκάστῳ <pb n="173"/> τῶν ὀργάνων
                        ἐμφαίνει ἐναντίως ἔχειν ἐμφύτους δυνάμεις. <lb/>ἡ δ’ αὖ τῆς ἀναπνοῆς
                        ὁμοιότης ζητεῖ τὴν ἐνέργειαν ἐν <lb/>ταῖς ἀρτηρίαις ἀνάλογον ταῖς
                        ἐμφυσήσεσιν. καὶ γὰρ ἀτοπώτατον <lb/>ἂν εἴη, μᾶλλον δ’ ἀδύνατον, ὑπάρχειν
                        μέν τινα <lb/>χρείαν τῇ φύσει τῆς συστολῆς τῶν ἀρτηριῶν, μηδεμίαν δ’
                        <lb/>αὐταῖς δοθῆναι σύμφυτον δύναμιν, δημιουργὸν τῆς τοιαύτης <lb/>κινήσεως.
                        εὐλογώτερον οὖν μακρῷ, καθάπερ ἐν τοῖς <lb/>περὶ δυσπνοίας ἐδείκνυμεν,
                        ὁπόταν μὲν ἡ ἐκ τῆς τῶν χυμῶν <lb/>συγκαύσεως ἀθροιζομένη λιγνυώδης
                        ἀναθυμίασις ἀξιόλογος <lb/>ᾖ, τηνικαῦτα μὲν ἐκφυσήσεως τὸ ζῶον ἐφίεσθαι,
                        <lb/>ὁπόταν δ’ ἤτοι διὰ τὴν εὔχυμον, ἢ τὴν τοῦ θερμοῦ μετριότητα <lb/>μηδὲν
                        τοιοῦτον ὑποτρέφηται περίττωμα, μόνης <lb/>τῆς ἐκπνοῆς, κᾀν ταῖς ἀρτηρίαις
                        τὴν μὲν ἀνάλογον ταῖς <lb/>ἐκφυσήσεσι συστολὴν ἐν ταῖς πλεονεξίαις τοῦ
                        τοιούτου περιττώματος <lb/>γίνεσθαι, τὰς δ’ ἄλλας, ὅταν ἀτμῷ μᾶλλον <lb/>ἢ
                        καπνῷ παραπλήσιον ᾖ τὸ κενούμενον ἐξ αὐτῶν. <lb/>ἐναργῶς δὲ μαρτύρια
                        πάμπολλα τῶν ἐν τοῖς <lb/>σφυγμοῖς φαινομένων, οἷον εὐθέως τὰ κατὰ τοὺς
                        ὕπνους <pb n="174"/> ἐπὶ τῶν ἐδηδοκότων δαψιλῶς. ἐν τούτοις γὰρ ἐκλύεται
                        <lb/>μὲν ἡ διαστολὴ μικροτέρα τε ἅμα καὶ βραδυτέρα γινομένη,
                        <lb/>ἐπιτείνεται δὲ κατ’ ἄμφω ἡ συστολὴ, καὶ γὰρ ὠκυτέρα <lb/>ἢ πρόσθεν καὶ
                        ἐπὶ πλέον εἴσω κατιοῦσα φαίνεται. <lb/>ἔοικε γὰρ ταῦτα γίνεσθαι κατὰ τοὺς
                        ὕπνους εὐλόγως θ’ <lb/>ἅμα καὶ ἀνάλογον ταῖς ἐκπνοαῖς. ἔσω γὰρ μᾶλλον ἢ
                        <lb/>ἔξω κινουμένης τῆς ἐμφύτου θερμασίας, καὶ διὰ τοῦτο <lb/>πολλῆς
                        ἀθροιζομένης κατά τε τὰ σπλάγχνα καὶ τὴν γαστέρα <lb/>κατεργαζομένην τούς τε
                        χυμοὺς καὶ τὰ σιτία, <lb/>πλείων ἀνάγκη καὶ τὸ περίττωμα γενόμενον δεῖσθαι
                        τῆς <lb/>φυσικῆς κενώσεως. καὶ διὰ τοῦτο ἐν μὲν ταῖς ἀναπνοαῖς <lb/>ἡ ἐκπνοὴ
                        θάττων τε καὶ μείζων, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ μετ’ <lb/>ἐκφυσήσεως τοῖς κάμνουσι
                        κοιμωμένοις, καὶ μάλισθ’ ὅταν <lb/>ἐδηδοκότες ὦσιν ἱκανά. κατὰ δὲ τοὺς
                        σφυγμοὺς ἡ συστολὴ <lb/>τὸν αὐτὸν διατίθεται τρόπον. οὕτω τοι καὶ τοῖς
                        <lb/>παισὶν ἄμφω πλεονεκτεῖ· πλείστη γὰρ καὶ ἡ τῶν χυμῶν <lb/>ἐργασία τοῖς
                        τοιούτοις διὰ τὴν αὔξησιν. ἔμπαλιν δὲ ἡ ﻿<pb n="175"/> τῶν γερόντων ἡλικία
                        βραδυτάτην τε καὶ μικροτάτην ἔχουσα <lb/>φαίνεται τὴν συστολὴν, ὡς ἀμυδρὰν
                        καὶ περὶ τὰς πέψεις <lb/>ἀσθενοῦσαν καὶ τοὺς χυμοὺς ἥκιστα κατεργαζομένην,
                        ὡς <lb/>μὴ ἀναγκαίαν. ἀνάλογον δὲ τούτοις καὶ τὰς ὥρας τε καὶ <lb/>χώρας καὶ
                        πάσας <milestone unit="ed2page" n="442"/> ἁπλῶς τοῦ περιέχοντος ἡμῶν
                        <lb/>ἀέρος τὰς μεταβολὰς εἰς κρύος τε καὶ θάλπος ἀλλοιοῦσθαί <lb/>φασι τοὺς
                        σφυγμούς. οὕτω δὲ καὶ τῶν ψυχικῶν παθῶν <lb/>καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων τε καὶ
                        νοσημάτων ἕκαστον <lb/>ἤτοι τὴν ἔξω κίνησιν αὐξάνει τῶν ἀρτηριῶν, ἢ τὴν
                        εἴσω. <lb/>καίτοι γ’ ἐχρῆν, εἰ διὰ παντὸς ἀνάπαυσίς τις ἦν ἡ διαστολὴ,
                        <lb/>πρῶτον μηδαμῶς μήτ’ ὠκυτέραν ἑαυτῆς μήτε <lb/>βραδυτέραν ταύτην
                        γίνεσθαι· δεύτερον δὲ καὶ τῆς κινήσεως <lb/>ὅρον ἕνα διὰ παντὸς ὑπάρχειν, ὃν
                        ἐκ τῆς φυσικῆς <lb/>κατασκευῆς αἱ ἀρτηρίαι κέκτηνται. τὸ δὲ καὶ τοῦτο
                        <lb/>προσωτέρω κινεῖν αὐτὰς ἐνδεικτικόν ἐστι τῆς τότε γινομένης
                        <lb/>ἐνεργείας. ἀλλ’ οὐκ ἐνεργοῦσα, φασὶν, ἡ ἀρτηρία <lb/>θᾶττόν τε καὶ
                        μέχρι πλέονος εἴσω προσέρχεται, ἀλλὰ διὰ <lb/>τῶν χιτώνων μαλακότητα·
                        πεφύκασι γὰρ οἱ τοιοῦτοι τῆς <pb n="176"/> διαστολῆς ἀφεθέντες ἐπὶ πλεῖόν τε
                        καὶ θᾶττον τῶν σκληρῶν <lb/>εἰς ἑαυτοὺς συνιζάνειν. ἀλλὰ τοῦτο, φήσομεν, ὦ
                        γενναῖοι, <lb/>τῇ μὲν κατὰ τὰς ἡλικίας ἐξαλλαγῇ τῶν ῥυθμῶν <lb/>ἴσως
                        ὁμολογεῖ· καίτοι δείξομεν ὀλίγον ὕστερον, ὅπως διαφέρεται· <lb/>παμπόλλαις
                        δ’ ἄλλαις διαθέσεσιν ἐναργῶς διαφωνεῖ, <lb/>καθ’ ἃς ἐξαιφνίδιος ἡ ἀλλοίωσις
                        γίνεται τῶν ῥυθμῶν, <lb/>οὐδὲν μέγα τῶν χιτώνων ἐν οὕτως ὀλίγῳ χρόνῳ
                        <lb/>μεταβάλλειν εἰς μαλακότητά τε καὶ σκληρότητα δυναμένων. <lb/>ἐξαπατᾷ δὲ
                        οὐχ ἥκιστα ὑμᾶς καὶ τὸ καλῶς ὑπὸ <lb/>τῶν παλαιῶν ἰατρῶν εἰρημένον, οὐ
                        συνιέντας αὐτὸ προσηκόντως. <lb/>ἑτοιμότεροι γὰρ εἰσὶ πρὸς τὰς κινήσεις οἱ
                        μαλακοὶ <lb/>χιτῶνες, ὅταν ἐνεργῶσί τι δι’ αὐτῶν αἱ δυνάμεις·
                        <lb/>εὐπειθέστεροι γὰρ οὕτως αὐταῖς εἰσι καὶ, ὡς ἂν εἴποι τις,
                        <lb/>εὐαγωγότεροι πρὸς ὅ τι ἂν ἐθέλωσιν. ὅταν δ’ ὑπ’ ἐκείνων <lb/>κινηθέντες
                        αὖθις ἐαθῶσιν εἰς τὴν ἑαυτῶν κατάστασιν ἐπανιέναι, <lb/>τόθ’ οἱ σκληροὶ
                        θᾶττον ἐπανέρχονται τῶν μαλακωτέρων, <lb/>ὥσπερ καὶ τῶν φυτῶν τὰ σκληρότερα
                        τῶν <pb n="177"/> μαλακωτέρων χαλεπώτερον μὲν ὑπείκει τοῖς βιαζομένοις
                        <lb/>καὶ μόλις ἕπεται τοῖς ἕλκουσιν, ἀφεθέντα δ’ αὖθις εὐκολώτερον <lb/>εἰς
                        τὴν ἔμπροσθεν ἐπανέρχεται κατάστασιν. <lb/>ἀλλὰ καὶ λόγον ἔχον ἐστὶ τοῦτο
                        πρὸ τοῦ φαίνεσθαι γινόμενον <lb/>οὕτως. ἑκάστῳ γὰρ τῶν σωμάτων ἐστί τις
                        ἴδιος <lb/>λόγος συστάσεως ἄλυπός τε καὶ, ὡς Ἱπποκράτης ἔλεγεν,
                        <lb/>ἀκάματος, ἐν τῷ μέσῳ δηλονότι τῶν ἀμέτρων αὐτοῦ κινήσεων
                        <lb/>καθεστηκυίας, καὶ ταύτης οὐκ ἄνευ καμάτου τινὸς <lb/>ἐξίσταται. καὶ
                        μείζων δὲ κάματος καὶ αὐτῷ τῷ κινουμένῳ <lb/>σώματι καὶ τῇ κινούσῃ δυνάμει
                        τότε μᾶλλόν ἐστιν, <lb/>ὅταν σκληρόν τε καὶ ξηρὸν ὑπάρχῃ. τὸ γὰρ οὕτω
                        συνεστηκὸς <lb/>ἰσχυροτέραν ἔχει τὴν ἕξιν τοῦ μαλακωτέρου τε καὶ
                        <lb/>ὑγροτέρου· ὅσῳ δ’ ἂν ἕκαστον τῶν ὁτιοῦν πάσχειν μελλόντων
                        <lb/>ἰσχυρότερον ᾖ, τοσοῦτον τῷ διατιθέντι δυσκινητότερον <lb/>γίνεται.
                        εἴπερ οὖν πάσχει μὲν τὸ κινούμενον <lb/>ὑπὸ τοῦ κινοῦντος, ἐνεργεῖ δὲ καὶ
                        δρᾷ περὶ αὐτὸ τὸ <lb/>κινοῦν, εὔλογον ἦν, ὅσον δυσπαθέστερόν ἐστι τὸ
                        σκληρότερον, <lb/>εἰς τοσοῦτον καὶ δυσκινητότερον αὐτὸ γενέσθαι. <pb n="178"/> καὶ διὰ τοῦτο, εἴτε φυτὸν ὁτιοῦν, εἴτε τῶν ὀργα<milestone unit="ed1page" n="159"/>νικῶν <lb/>τι τοῦ ζώου μορίων ὑπὸ δυνάμεώς τινος κινοῖτο, τὸ
                        <lb/>μὲν σκληρὸν, ὡς ἂν δυσπαθέστερόν τε καὶ δυσκινητότερον, <lb/>ἧττον
                        ἀκολουθεῖ, ῥᾷον δὲ τὸ μαλακώτερον. τοῦ <lb/>μαλακωτέρου δὲ τὸ σκληρὸν θᾶττον
                        εἰς τὴν ἑαυτοῦ <lb/>κατάστασιν ἐπανέρχεται, ὡς ἂν ἰσχυροτέρᾳ συνεχόμενον
                        <lb/>ἕξει. φαίνεται γὰρ ἐν τοῖς φυτοῖς, ὅσα μὲν ἁπαλὰ καὶ <lb/>νέα,
                        λυγιζόμενά τε καὶ βραδύνοντα κατὰ τὰς εἰς τὴν φύσιν <lb/>ἐπανόδους, ὅσα δ’
                        ἤδη τέλεα καὶ σκληρὰ, μετὰ <lb/>πλείονος τοῦ τόνου καὶ θάττονος <milestone unit="ed2page" n="443"/> τῆς κινήσεως <lb/>ἐπανερχόμενα. πρὸς τῷ τοίνυν,
                        ὡς ἔφην, καταβάλλειν <lb/>αὐτῶν τὸν λόγον τὰς ἐξαίφνης γιγνομένας μεταβολὰς
                        τῶν <lb/>ῥυθμῶν οὐδ’ ἄλλως ἔοικεν ὁμολογεῖν τοῖς φαινομένοις <lb/>ἡ
                        ὑπόθεσις, δειχθέντος τοῦ μὲν μαλακωτέρου σώματος <lb/>καὶ ἀσθενεστέρου ῥᾷον
                        μὲν ἑπομένου τῷ κινοῦντι, βραδύτερον <lb/>δ’ εἰς τὴν φύσιν ἐπανερχομένου,
                        τοῦ δὲ σκληροτέρου <lb/>διὰ συντονίαν μόγις μὲν νικωμένου, καὶ διὰ <pb n="179"/> τοῦτο βραδύτερον ἑπομένου, θᾶττον δὲ, ὅταν ἀφεθῇ, πρὸς
                        <lb/>τὴν οἰκείαν ἐπειγομένου φύσιν. συνελόντι δὲ φάναι, καὶ <lb/>ταῖς
                        μαλακαῖς ἀρτηρίαις ἄμφω συμβέβηκε πάσχειν ἐν μέρει <lb/>καὶ ταῖς σκληραῖς.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Εἴρηταί μοι τὸ πᾶν ἤδη περὶ χρείας <lb/>σφυγμῶν. καὶ γὰρ ὅτι φυσικῆς ἕνεκα
                        τῆς καθ’ ὅλον τὸ <lb/>ζῶον θερμασίας, καὶ ὅτι κατὰ μὲν τὰς διαστολὰς
                        διαψύχεται <lb/>τοῦτο, κατὰ δὲ τὰς συστολὰς καθαίρεται, καὶ <lb/>ὡς αἱ
                        κινήσεις αἵδε ταῖς ἀναπνευστικαῖς ἐοίκασι πάντη, <lb/>καὶ ὡς καὶ τῷ ψυχικῷ
                        πνεύματι χρήσιμοι, καὶ ὡς <lb/>καθ’ ἓν μόνον ἀναπνοὴ καὶ σφυγμὸς διαφέρουσι,
                        τῷ <lb/>τὴν μὲν ὑπὸ τῆς ψυχικῆς δυνάμεως, τὸν δ’ ὑπὸ τῆς <lb/>ζωτικῆς
                        γίνεσθαι, τὰ δ’ ἄλλα πάντα καὶ χρείας ἕνεκα <lb/>καὶ τρόπου κινήσεως ὁμοίως
                        ἔχουσιν, εἴρηταί τε καὶ <lb/>δέδεικται. ῥᾷστον δὴ ταῦτ’ ἐπιμελῶς ἀναλεξαμένῳ
                        διακρίνειν <lb/>δύνασθαι τά τε καλῶς ὑπὸ τῶν ἔμπροσθεν <pb n="180"/>
                        εἰρημένα καὶ τὰ μή. ῥᾴδιον δὲ τῷ τοιούτῳ, καὶ ὅσα <lb/>κατὰ μέρος ὑπὲρ
                        ἀμφοτέρων ζητεῖται τῶν ἐνεργειῶν, <lb/>ἐξευρίσκειν. </p></div></div></body></text></TEI>