<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg031.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΧΡΕΙΑΣ ΣΦΥΓΜΩΝ <lb/>ΒΙΒΛΙΟΝ.</head><p>Τίς ἡ χρεία τῶν σφυγμῶν; ἆρά γε ἥπερ <lb/>καὶ τῆς ἀναπνοῆς, ὡς σχεδὸν ἅπασιν
                        ἰατροῖς τε καὶ φιλοσόφοις <lb/>ἔδοξεν, ἤ τις ἑτέρα παρὰ ταύτην; οὐ γὰρ δὴ
                        ἀβασανίστως <lb/>πειστέον αὐτοῖς, ἐναντιοῦσθαι δοκούντων ἄλλων <lb/>τέ τινων
                        οὐκ ὀλίγων φαινομένων, καὶ τοῦ νῦν εἰρῆσθαι <lb/>μέλλοντος οὐχ ἥκιστα.
                        στερηθέντες μὲν γὰρ τῆς ἀναπνοῆς <lb/>εὐθέως ἀποθνήσκομεν, ἄσφυκτα δ’
                        ἀπεργάσῃ πολλὰ τῶν <lb/>μορίων ἄνευ μεγάλης βλάβης. εἰ γοῦν ἐθελήσῃς ἢ τὰς
                        διὰ <pb n="150"/> τῶν βουβώνων ἐπὶ τὰ σκέλη καθηκούσας ἀρτηρίας, ἢ τὰς
                        <lb/>διὰ τῶν μασχαλῶν εἰς τὰς χεῖρας βρόχῳ διαλαβεῖν, ἀσφύκτους <lb/>μὲν
                        εὐθέως ἐργάσῃ τὰς ἐν τοῖς κώλοις ἁπάσας, οὐ <lb/>μὴν παραλύσεις ταῦτα τῆς
                        καθ’ ὁρμὴν κινήσεως, ὥσπερ <lb/>οὐδὲ τῆς αἰσθήσεως. εἰ δ’ ἐν τῷ χρόνῳ
                        ναρκώδη τε καὶ <lb/>ψυχρὰ καὶ ὠχρὰ καὶ ἄτροφα γίνεται, τάχ’ ἂν τοῦτο κατὰ
                        <lb/>συμπάθειαν μᾶλλον ἢ τὴν τῶν σφυγμῶν ἀπώλειαν συμβαίνοι. <lb/>εἰ δὲ τὰ
                        νεῦρα βρόχοις διαλάβοις, ἀκίνητά τε παντελῶς <lb/>καὶ ἀναίσθητα παραχρῆμα
                        ποιήσεις τὰ μόρια. ἐχρῆν <lb/>οὖν καὶ τὰς ἀρτηρίας ὁμοίως τοῖς νεύροις
                        κακωθείσας, εἰς <lb/>ἅπερ ἔμπροσθεν ὠφέλουν ἕκαστον τῶν μορίων, εἰς ταῦτα
                        <lb/>καὶ βλάπτειν εὐθέως. τὸ δὲ δὴ πάντων ἀτοπώτατον, εἰ <lb/>τὰς κατὰ τὸν
                        τράχηλον ἀρτηρίας βρόχοις διαλάβοις, οὐδὲν <lb/>σαφὲς βλάψεις τὸ ζῶον,
                        καίτοι συνάπτουσιν αὗται καρδίαν <lb/>ἐγκεφάλῳ, τὸ κυριώτατον τῶν ζωτικῶν
                        ὄργανον τῷ κυριωτάτῳ <lb/>τῶν ψυχικῶν. <milestone unit="ed2page" n="434"/>
                        εἴπερ οὖν τῶν οὕτως ἐπικαίρων <lb/>ἀρτηριῶν ἡ βλάβη μηδὲν σαφὲς ἀδικεῖ τὸ
                        ζῶον, σχολῇ γ’ <lb/>ἂν τῶν ἄλλων τις ἀδικήσειεν. <milestone unit="ed1page" n="155"/> εἰ δ’ οὐδὲν βλάπτουσιν <pb n="151"/> παθοῦσαι, παντί που
                        δῆλον, ὡς οὐδ’ ὠφελοῦσιν, οὐδ’ ἂν <lb/>ἐῤῥωμέναι τύχωσιν. πῶς οὖν ἐκ σφυγμῶν
                        τὸ μέγιστον προγινώσκομεν; <lb/>οὐχ ὡς ἐξ αἰτίων πολὺ δυναμένων, φήσει τις,
                        <lb/>ἀλλ’ ὡς σημείων ἐπικαίρων, ὡς εἰ καὶ γρυπουμένοις τοῖς <lb/>ὄνυξι καὶ
                        μελαινομένοις τεκμαίροιτό τις περὶ θανάτου. <lb/>ὅταν γὰρ τοῖς χρησίμοις εἰς
                        τὴν ζωὴν ἕπηταί τινα κατ’ ἀνάγκην, <lb/>ὁ μὲν κίνδυνος ἐπὶ τῇ τοῦ χρησίμου
                        βλάβῃ, τὸ δ’ <lb/>ἐξ ἀνάγκης ἑπόμενον σημεῖον γίνεται τοῦ κινδύνου. κύριον
                        <lb/>μὲν οὖν σπλάγχνον ἡ καρδία, ἐκπεφύκασι δ’ ἀπ’ αὐτῆς αἱ <lb/>ἀρτηρίαι,
                        καὶ κινοῦνται τὸν αὐτὸν ἐκείνῃ τρόπον· ὥστε καὶ <lb/>βλάπτονται τὸν αὐτὸν,
                        καὶ ταύτῃ μέγα δηλοῦν πεφύκασιν. <lb/>ἐδείχθη δὲ οὐ ταὐτὸν ὂν τὸ δηλοῦν
                        μεγάλα τῷ δύνασθαι <lb/>μεγάλα. πόθεν οὖν ἐπῆλθεν ἅπασιν ἰατροῖς τε καὶ
                        φιλοσόφοις <lb/>εἰς τὴν αὐτὴν χρείαν ἀνάγειν τήν τε ἀναπνοὴν καὶ <lb/>τοὺς
                        σφυγμοὺς, τῆς μὲν οὕτως εἰς μέγα διαφέρειν ἡμῖν <lb/>φαινομένης, τῶν δ’, ὡς
                        ἔοικεν, ἢ παντάπασιν εἰς οὐδὲν, ἢ <lb/>παντελῶς μικρόν; ἐμοὶ μὲν οὖν
                        δοκοῦσιν, ὥσπερ οὖν καὶ <pb n="152"/> γράφουσιν οἱ πλείους αὐτῶν, ἐκ τοῦ
                        τρέπεσθαι παραπλησίους <lb/>τροπὰς ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς αἰτίοις ἀμφότερα κοινὴν
                        <lb/>εἶναι καὶ τὴν χρείαν αὐτῶν ὑπονοῆσαι· τῶν τε γὰρ γυμναζομένων <lb/>καὶ
                        λουομένων, καὶ τῶν ὁπωσοῦν ἄλλως θερμαινομένων, <lb/>οὐ τὴν ἀναπνοὴν μόνον
                        ὠκυτέραν τε καὶ πυκνοτέραν <lb/>καὶ μείζονα γινομένην ἔστιν ἰδεῖν, ἀλλὰ καὶ
                        τοὺς <lb/>σφυγμοὺς ὡσαύτως τρεπομένους, τῶν τ’ ἀργούντων, καὶ τῶν
                        <lb/>ὁπωσοῦν ἄλλως ψυχομένων, οὐ τὴν ἀναπνοὴν μόνην ἀραιοτέραν <lb/>τε καὶ
                        βραδυτέραν καὶ μικροτέραν, ἀλλὰ καὶ τοὺς <lb/>σφυγμούς. καὶ ἐν τοῖς
                        καυσώδεσι πυρετοῖς πλεῖστον μὲν <lb/>καὶ τάχιστον καὶ πυκνότατον ἀναπνέουσι,
                        μεγίστους δ’ <lb/>ἔχουσι καὶ ταχίστους καὶ πυκνοτάτους τοὺς σφυγμούς. εἰ
                        <lb/>δ’ ἐπὶ ταῖς ἀσυμμέτροις τροφαῖς οἱ μὲν σφυγμοὶ μείζονες, <lb/>αἱ δ’
                        ἀναπνοαὶ γίνονται μικρότεραι, οὐδὲ τοῦτο ἀπόρημα <lb/>τῷ λόγῳ· μικρότερον
                        μὲν γὰρ ἀναπνέουσιν ἢ σφύζουσι <lb/>στενοχωρίᾳ τῶν φρενῶν, ἀλλ’ ὅσῳ
                        μικρότερον, τοσούτῳ <lb/>πυκνότερον, ἰώμενοι τὴν μικρότητα τῆς ἀναπνοῆς τῷ
                        συνεχεῖ <pb n="153"/> τῆς ἐνεργείας. ὅσον γὰρ ἐνδεέστερον ἀπέλαυσεν ἡ φύσις
                        <lb/>ἀέρος, οὐ δυνηθέντος ἐπὶ πλεῖστον διαστῆναι τοῦ θώρακος, <lb/>τοῦτο
                        ἐπανορθοῦται τῇ πυκνότητι. καὶ διὰ τοῦτο ἴσον <lb/>δύναται τὸ μικρότερόν τε
                        ἅμα καὶ πυκνότερον πνεῦμα τῷ <lb/>μείζονί τε ἅμα καὶ ἀραιοτέρῳ. λέγομεν δὲ
                        νῦν ἀραιότερον <lb/>σφυγμὸν τὸν ἐπὶ τροφαῖς, οὐ τὸν πρὸ τῆς τροφῆς, ἐκείνου
                        <lb/>μὲν γὰρ πυκνότερός ἐστιν, ἀλλὰ τῇ τῆς ἀναπνοῆς ἰδέᾳ παραβάλλοντες.
                        <lb/>εἰ τοίνυν τρέπεται μὲν ὡσαύτως ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς <lb/>αἰτίοις ἡ ἀναπνοὴ
                        τοῖς σφυγμοῖς, βλάπτεται δ’ οὐχ <lb/>ὡσαύτως ἀπολλυμένη, καὶ γὰρ τοῦτ’
                        ἔμπροσθεν ἐδείχθη, <lb/>περαίνοιτ’ ἂν οὐδὲν ἧττον ὁμοίως ἀλλήλοις τὰ
                        ἀντικείμενα, <lb/>τό τε τῆς αὐτῆς ἕνεκα χρείας ἄμφω γεγονέναι καὶ τὸ μὴ
                        <lb/>τῆς αὐτῆς. ἀλλ’ οὐκ ἐνδέχεται· χρὴ γὰρ θάτερον αὐτῶν <lb/>ἀληθὲς
                        ὑπάρχειν, οὐκ ἄμφω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p><milestone unit="ed2page" n="435"/> Ζητητέον οὖν, ὅπῃ τῶν λόγων ὁ ἕτερος
                        <lb/>παραλογίζεται, κάνονα τῆς κρίσεως ποιησαμένοις ἡμῖν <lb/>τὴν χρείαν τῆς
                        ἀναπνοῆς, ἣν ἐδείξαμεν ἐν τοῖς περὶ <lb/>αὐτῆς λόγοις διττὴν οὖσαν, ὡς
                        ἐδόκει καὶ Ἱπποκράτει· ﻿<pb n="154"/> τὴν μὲν γὰρ ἑτέραν, τὴν μείζω, φυλακὴν
                        τῆς ἐμφύτου θερμασίας, <lb/>τὴν δὲ ἑτέραν, τὴν ἐλάττονα, θρέψιν τοῦ ψυχικοῦ
                        <lb/>πνεύματος. ἀλλ’ εἰς ἄμφω ταῦτα παρὰ τῆς διὰ τῶν <lb/>ῥινῶν εἰσπνοῆς
                        ὠφελεῖσθαι τὸν ἐγκέφαλον ἐλέγομεν. ὥστ’ <lb/>οὐδὲν θαυμαστὸν, ὀλίγης αὐτῷ
                        παρὰ καρδίας χορηγουμένης <lb/>τῆς ἐπικουρίας, ὀλίγην εἶναι καὶ τὴν βλάβην,
                        τῶν καρωτίδων <lb/>λεγομένων ἀρτηριῶν βρόχοις διαληφθεισῶν. ἀλλ’ <lb/>ἴσως
                        τις φήσει, μηδ’ ἐλαχίστην φαίνεσθαι· δι’ ὅλης γὰρ <lb/>ἡμέρας τὸ ζῶον, ὡς
                        ἐπειράθημεν πολλάκις, ἀβλαβὲς διαμένει. <lb/>καὶ ὀρθῶς γε φήσει. καὶ δὴ
                        τοῦθ’ ἡμεῖς ἀποροῦντες <lb/>ἐπενοήσαμεν τοιούτου τινὸς ἀποπειραθῆναι
                        φαινομένου. <lb/>πρότερον δ’ ἐρῶ τὸν λογισμὸν, ὅθεν εἰς τοῦθ’ ἥκομεν.
                        <lb/>ἐπεὶ γὰρ ἐν ἑτέροις ἡμῖν ἀποδέδεικται, τὰς κατὰ τὸν ἐγκέφαλον
                        <lb/>κοιλίας πνεύματος εἶναι ψυχικοῦ μεστὰς, τροφῆς <lb/>χρήζοντος συνεχοῦς,
                        ἀποδέδεικται δὲ καὶ ὡς δαπανᾶται <lb/>τοῦτο ἐν ταῖς καθ’ ὁρμὴν κινήσεσιν,
                        ἄμεινον ἐδόκει <lb/>τρέχειν ἀναγκάζειν τὸ ζῶον, ᾧ τὰς ἀρτηρίας βρόχοις <pb n="155"/> διελάβομεν. ἐπεὶ δὲ μέχρι μὲν πολλοῦ καλῶς ἔτρεχε, μέχρι
                        <lb/>παντὸς δ’ οὐκ ἠδύνατο, ζητεῖν ἐδόκει χρῆναι, διότι μέχρι <lb/>μὲν
                        πολλοῦ ἔτρεχε, μέχρι παντὸς δὲ οὐκ ἠδύνατο, καὶ πάλιν <lb/>αὐτὸ μέχρι πολλοῦ
                        οὐ διαρκεῖν, ἀλλ’ εὐθέως ἐκλύεσθαι, <lb/>δαπανωμένου τοῦ ψυχικοῦ πνεύματος.
                        ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τούτου <lb/>τὸ δικτυοειδὲς πλέγμα πρὸς τῶν ἀμφὶ τὸν Ἡρόφιλον
                        <lb/>κληθὲν ἐδόκει τὴν αἰτίαν ἔχειν. ἐκεῖ γὰρ αἱ ἐπὶ τὸν ἐγκέφαλον
                        <lb/>ἀνιοῦσαι καρωτίδες ἀρτηρίαι, πρὶν διελθεῖν τὴν σκληρὰν <lb/>μήνιγγα,
                        σχίζονται πολυειδῶς ὑπ’ αὐτῆς, περιπλεκόμεναι <lb/>κατὰ πολλοὺς στίχους, ὡς
                        εἰ νοήσαις ἀλλήλοις ἐπικείμενα <lb/>δίκτυα πλείω, καὶ χώραν παμπόλλην, ἣν
                        καλοῦσιν <lb/>ἐγκεφάλου βάσιν, καταλαμβάνουσιν, ἐνὸν αὐταῖς εὐθὺς μὲν
                        <lb/>διεκπεσεῖν τὰς μήνιγγας, ἐμφῦναι δὲ εἰς τὸν ἐγκέφαλον, οὗ <lb/>περ ἐξ
                        ἀρχῆς ἰέναι. τοῦθ’ οὖν τὸ θαυμαστὸν πλέγμα πρὸς <lb/>τῆς μηδὲν εἰκῆ ποιούσης
                        φύσεως ἐν οὕτως ἀσφαλεῖ χώρᾳ <lb/>ταχθῆναι, μεγάλης τινὸς ἐδόκει χρείας
                        ἐνδεικτικὸν ὑπάρχειν. <lb/>ἀλλ’ ἐπειδὴ τὴν τῶν ἐντέρων ἕλικα καὶ τὴν τῶν εἰς
                        τοὺς <pb n="156"/> ὄρχεις ἐμφυομένων ἀγγείων ἀκριβοῦς τε πέψεως ἕνεκα τῶν
                        <lb/>περιεχομένων ὑλῶν καὶ προσέτι δαψιλοῦς παρασκευῆς ταῖς <lb/>ἑξῆς
                        ἐνεργείαις ἑωρῶμεν γεγενημένην, εὔλογον ἐδόκει κᾀνταῦθα <lb/>τοιοῦτόν τι
                        μεμηχανῆσθαι τὴν φύσιν, ἅμα τε κατεργαζομένην <lb/>πολλῷ χρόνῳ τὴν ἐν ταῖς
                        ἀρτηρίαις ὕλην, αἷμα <lb/>θερμὸν καὶ λεπτὸν καὶ ἀτμῶδες ὑπάρχουσαν, ἅμα τε
                        κατασκευάζουσαν <lb/>τροφὴν δαψιλῆ τῷ κατὰ τὸν ἐγκέφαλον ψυχικῷ
                        <lb/>πνεύματι. καὶ διὰ τοῦτο, κᾂν στερηθῇ τῆς πρὸς τὴν <lb/>καρδίαν
                        συνεχείας ὁ ἐγκέφαλος, ἐξαρκεῖ αὐτῷ τὸ δικτυοειδὲς <lb/>πλέγμα μέχρι πολλοῦ,
                        καὶ μάλισθ’ ὅταν ἀτρεμῇ τὸ <lb/>ζῶον, ὡς ἂν μὴ δαπανωμένου τηνικαῦτα τοῦ
                        ψυχικοῦ πνεύματος <lb/>εἰς τὴν καθ’ ὁρμὴν ἐνέργειαν. <milestone unit="ed2page" n="436"/> τὸ μὲν δὴ χαλεπώτατόν <lb/>τε καὶ ἀπορώτατον
                        δοκοῦν, τὸ κατὰ τὰς καρωτίδας <lb/>ἀρτηρίας, οὐδὲν ἔχειν ἄπορον ἔτι
                        φαίνεται. παραπλησίως <lb/>δ’ αὐτῷ καὶ τὸ κατὰ τὰς ἄλλας ἁπάσας, ὧν ἑκάστης
                        <lb/>βρόχῳ διαληφθείσης οὐδὲν ἐν τῷ παραυτίκα βλάπτεται τὸ <lb/>μέρος. ἐχρῆν
                        γὰρ, οἶμαι, κᾀνταῦθα σκοπεῖν, ὡς οὐκ ἴσον <pb n="157"/> ἐστὶν, ἢ τὴν ἀρχὴν
                        αὐτὴν τῆς ἐμφύτου θερμασίας παθεῖν, <lb/>ἤ τι τῶν ὑπ’ αὐτῆς θερμαινομένων.
                        τὴν μὲν γὰρ ἀεὶ χρὴ <lb/>θερμὴν ἱκανῶς ὑπάρχειν· καὶ γὰρ ἑαυτὴν καὶ τἄλλα
                        κινεῖ <lb/>τε ἅμα σφυγματωδῶς καὶ θερμαίνει· τοῖς δὲ ἀπόχρη <lb/>βραχείας
                        εὐπορεῖν θερμασίας εἰς τὸ διασώζεσθαι. καὶ τὴν <lb/>μὲν εἰ στερήσαις τῆς
                        ἐμφύτου θερμασίας, αὐτήν τε ψύξεις <lb/>καὶ τἄλλα πάντα, ὅσα πρότερον ὑπ’
                        αὐτῆς ἐθερμαίνετο· <lb/>τῶν δ’ ἄλλων οὐδὲν στερῆσαι τελέως δυνήσῃ τῆς
                        θερμασίας, <lb/>κᾂν βρόχοις διαλάβῃς τὰς ἀρτηρίας· διά τε γὰρ τῶν
                        <lb/>χιτώνων ἐπιῤῥυήσεταί τι, καὶ γὰρ σύμπνουν ἐστὶ καὶ σύῤῥουν <lb/>ἑαυτῷ
                        πᾶν τὸ σῶμα κατὰ <milestone unit="ed1page" n="156"/> τὸν Ἱπποκράτους λόγον.
                        <lb/>ὥστε, κᾂν μὴ διὰ τῶν ἀρτηριῶν, ἀλλά γε διὰ τῶν <lb/>ἄλλων καὶ μάλιστα
                        διὰ φλεβῶν τῷ συνεχεῖ τῆς μεταλήψεως <lb/>εἰς πᾶν μόριον ἐνεχθήσεταί τι τῆς
                        θερμασίας. <lb/>ἅπαντα οὖν τὰ τοιαῦτα τοῖς φαινομένοις ὁμολογεῖ, καὶ
                        <lb/>θαυμαστὸν οὐκ ἔτι δόξει τὴν ἀρχὴν τῆς θερμασίας μᾶλλον <lb/>τῶν ἄλλων
                        βλάπτεσθαι στερηθείσης τῆς ἀναπνοῆς. <pb n="158"/> καὶ γὰρ ἐν ταῖς ἰατρικαῖς
                        σικύαις ἡ μὲν φλὸξ ἀπόλλυται <lb/>παραχρῆμα, μένει δ’ ἄχρι πλέον ἡ θερμασία
                        περί τε τὸν <lb/>ἐντὸς ἀέρα καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ σῶμα, οὐ τραφεῖσα. οὕτω <lb/>δὲ
                        κᾀν τοῖς οἴκοις τοῖς ὑπὸ πυρὸς θερμανθεῖσιν θερμασία <lb/>φαίνεται
                        διαμένουσα, τοῦ πυρὸς ἐσβεσμένου πολλάκις. <lb/>οὐχ ὅμοιον οὖν ἐστι τὸ κατὰ
                        φύσιν τῇ τε καρδίᾳ καὶ τοῖς <lb/>ἄλλοις μορίοις· τὴν μὲν γὰρ ζεῖν ἀεὶ χρὴ,
                        τοῖς δ’ ἀρκεῖ <lb/>τὸ μὴ παντάπασι καταψύχεσθαι. μάθοις δ’ ἂν ἐναργῶς
                        <lb/>τὸ λεγόμενον, εἰ γυμνώσαις καρδίαν ζώου, αὐτῆς διελὼν <lb/>τὸ σκέπασμα,
                        ὃ καλοῦσι περικάρδιον χιτῶνα, χωρὶς τοῦ τὸν <lb/>ἄλλον θώρακα συντρῆσαι.
                        τάχιστα γὰρ ἀποθνήσκει τὸ <lb/>ζῶον, εἰ καταψύξεις τὴν καρδίαν· εἰ μέντοι
                        θερμὴν φυλάττοις, <lb/>οὐδὲν πάσχει. ψύξεις μὲν οὖν αὐτὴν ἐν ἀέρι τὴν
                        <lb/>χειρουργίαν ψυχρῷ ποιούμενος καὶ ψυχρὸν καταῤῥαίνων <lb/>ὕδωρ· φυλάξεις
                        δὲ ὡς πλείστου θερμὴν διὰ τῶν ἐναντίων. <lb/>ἀλλ’ εἰ, κατεψυγμένης ἤδη, καὶ
                        διὰ τοῦτο τοῦ ζώου τεθνεῶτος, <lb/>ἐθέλοις παραχρῆμα τρώσας ὁποτέραν οὖν τῶν
                        κοιλιῶν, <lb/>καὶ μᾶλλον τὴν ἀριστερὰν, καθεῖναι δάκτυλον εἰς αὐτὴν, ﻿<pb n="159"/> αἰσθήσῃ πολλῆς τῆς θερμασίας, καὶ πολύ γε πλέονος, ἢ <lb/>ἐν
                        τοῖς ἄλλοις μορίοις τοῖς κατὰ φύσιν διακειμένοις. τὸ <lb/>γὰρ ἴσον μέρος τῆς
                        θερμασίας ἐλάχιστον μὲν τῇ καρδίᾳ, <lb/>πάμπολυ δὲ τοῖς ἄλλοις ἐστί. καὶ
                        τοίνυν, ὅταν μὴ φυλάττηται <lb/>τοῦτο, τὸ μὲν ἐκ τῆς καρδίας οἷον φλὸξ
                        διαφορεῖται, <lb/>τὸ δ’ ἐν τοῖς ἄλλοις ἄχρι πολλοῦ παραμένει. φυλακὴ δὲ
                        <lb/>ἦν ἐκείνῃ μὲν ἡ ἀναπνοὴ μόνη, τοῖς δ’ ἄλλοις διττή· <lb/>σφυγμὸς μὲν,
                        οἷον προαναπνοὴ, τό τε ἀπὸ τῆς ἀρχῆς <lb/>ἐπιῤῥέον ἐξ ἐπιμέτρου. κατὰ δύο
                        τοίνυν αἰτίας ἕκαστον τῶν <lb/>μορίων πλεονεκτεῖ τῆς καρδίας εἰς τὸ μὴ
                        ταχέως βλάπτεσθαι <lb/>θερμασίας ἐνδείᾳ. καὶ γὰρ, ὅτι πλείστης μὲν ἐκείνη
                        <lb/>χρῄζει, τὰ δ’ ἄλλα βραχείας, καὶ ὅτι τῇ μὲν οὐδαμόθεν <lb/>ἐπιῤῥεῖ,
                        τοῖς δ’ ἀπ’ ἐκείνης, ἡ μὲν ἑτοίμως ἐξίσταται τοῦ <lb/>κατὰ φύσιν, τὰ δὲ οὔ.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p><milestone unit="ed2page" n="437"/> Περὶ δὲ τοῦ μὴ δι’ ἀρτηριῶν μόνον,
                        <lb/>ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν φλεβῶν καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων ἐπιῤῥεῖν <lb/>ἐκ τῆς
                        καρδίας τοῖς μορίοις τὴν θερμασίαν, ἐπεὶ διὰ <pb n="160"/> βραχέος εἴρηται
                        πρόσθεν, αὖθις ἡμῖν ἀναληπτέον τε καὶ <lb/>ἀποδεικτέον, εἰποῦσι πρότερον τὰ
                        φαινόμενα, δι’ ὧν ἄν <lb/>τις αὐτὸ συλλογίσαιτο. πολλοὺς οὖν ἤδη πολλάκις
                        μονομάχους <lb/>μονάρχους τε καὶ στρατιώτας καὶ κυνηγέτας οὕτω <lb/>τρωθῆναι
                        συνέβη φλέβας καὶ ἀρτηρίας, ὥστε ἀναγκασθῆναι <lb/>τοὺς ἰατροὺς βρόχῳ
                        διαλαβεῖν αὐτάς. καὶ οὗτοι πάντες <lb/>οὐ μετὰ πολὺν χρόνον ψυχροτέρων
                        αἰσθάνονται τῶν <lb/>μορίων, πρωϊαίτερον μὲν, εἰ τὰς φλέβας καὶ τὰς ἀρτηρίας
                        <lb/>βρόχῳ διαλάβοις, ὀψιαίτερον δὲ, εἰ τὰς ἀρτηρίας μόνον, <lb/>ἥκιστα δὲ,
                        εἰ μόνας τὰς φλέβας. ἐξ ὧν δῆλον, ἥκειν μέν <lb/>τινα καὶ διὰ τῶν φλεβῶν εἰς
                        τὰ μόρια θερμασίαν, ἀλλ’ <lb/>ἐλάττονα μακρῷ τῆς διὰ τῶν ἀρτηριῶν. εἰ δὲ
                        χωρὶς τραύματος <lb/>ἐθελήσαις μόριόν τι τοῦ σώματος λαβὼν ἰσχυρῶς
                        <lb/>καταδῆσαι, παραχρῆμα πελιδνόν τε καὶ ψυχρὸν αὐτὸ γινόμενον <lb/>θεάσῃ,
                        δῆλον ὡς στερηθὲν τῆς ἄνωθεν ἐπιῤῥεούσης <lb/>διὰ πάντων τῶν μερῶν αὐτοῦ
                        θερμασίας. ὁπότ’ οὖν καὶ <lb/>τοῦτο δέδεικται, καὶ φαίνεται μηδὲν
                        ἐναντιούμενον τῷ μὴ <pb n="161"/> μίαν εἶναι τὴν χρείαν τῆς ἀναπνοῆς καὶ τῶν
                        σφυγμῶν, ἕτοιμον <lb/>ἤδη συλλογίσασθαι, φυλακῆς ἕνεκα τῆς καθ’ ἕκαστον
                        <lb/>μόριον θερμασίας γεγονέναι τοὺς σφυγμούς. ὥσθ’, ὅπερ ἐκ <lb/>τῆς
                        ἀναπνοῆς τῇ καρδίᾳ μόνῃ, τοῦτ’ ἐξ ἐκείνων τῷ καθ’ <lb/>ὅλον τὸ ζῶον ὑπάρχειν
                        θερμῷ, εἶναι δὲ καὶ τὸ τῆς πέψεως <lb/>τοῦ ψυχικοῦ πνεύματος κοινὸν μὲν
                        ἀμφοῖν, ἀλλ’ ἰδιαίτατον <lb/>τῶν ἀρτηριῶν, εἴ γε δὴ μεμνήμεθα τῶν ὀλίγον
                        πρόσθεν <lb/>εἰρημένων περὶ τοῦ δικτυοειδοῦς πλέγματος. ἐπεὶ τοίνυν <lb/>ἐν
                        τῷ περὶ χρείας ἀναπνοῆς ἐδείκνυτο διὰ μὲν τῆς <lb/>εἰσπνοῆς ἐμψυχόμενον τὸ
                        ἔμφυτον θερμὸν, διὰ δὲ τῆς <lb/>ἀναπνοῆς οἷον καθαιρόμενον, ἐκκρινομένου τοῦ
                        καπνώδους <lb/>περιττώματος, ἄμφω δὲ ταῦτ’ εἰς τὴν φυλακὴν αὐτοῦ συντελεῖν,
                        <lb/>δῆλον ὡς κᾀπὶ τῶν σφυγμῶν ἐροῦμεν, ἐν μὲν ταῖς <lb/>διαστολαῖς ἕλκεσθαί
                        τινα οὐσίαν ἀερώδη, κατὰ δὲ τὰς <lb/>συστολὰς ἐκκρίνεσθαι τὸ ἐκ τῆς τῶν
                        χυμῶν συγκαύσεως <lb/>καθ’ ὅλον τὸ ζῶον γινόμενον οἷον καπνῶδες
                        <lb/>περίττωμα. </p></div><pb n="162"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Καίτοι γινώσκω τοὺς περὶ τὸν Ἀρχιγένην <lb/>καί τινας ἔτι πρότερον ἐν μὲν
                        ταῖς συστολαῖς πληροῦσθαι <lb/>τὰς ἀρτηρίας οἰομένους, ἐν δὲ ταῖς διαστολαῖς
                        κενοῦσθαι. <lb/>πρὸς γὰρ τὴν ἕλξιν ἐπιτηδειοτάτην εἶναι νομίζουσι τὴν
                        συστολὴν, <lb/>τεκμαιρόμενοι μάλιστα τῷ τε στόματι καὶ ταῖς <lb/>ῥισὶν κατὰ
                        μὲν τὰς εἰσπνοὰς, ὡς ἐκεῖνοί φασι, συστελλομένοις, <lb/>κατὰ δὲ τὰς ἐκπνοὰς
                        διαστελλομένοις· ὅπερ ἐπὶ <lb/>τῶν ἀῤῥώστων μὲν τὴν δύναμιν ὁρᾶται
                        γινόμενον. οὐδ’ <lb/>οὖν οὐδ’ ἐπὶ τούτων, κᾂν ἄλλο τι μόριον ᾖ ἐν τοῖς
                        ὑστάτοις <lb/>καὶ χονδρώδεσι τῶν ῥινῶν. ὁρᾶται δέ ποτε κᾀπὶ τῶν
                        <lb/>δραμόντων ὠκέως ἢ ἄλλως <milestone unit="ed2page" n="438"/> πως
                        συντόνως γυμναζομένων, <lb/>οὐ μὴν ἐπ’ ἄλλου γε οὐδενὸς, οὔθ’ ὑγιαίνοντος,
                        <lb/>οὔτε νοσοῦντος. χρὴ δὲ τὴν φυσικὴν κατάστασιν, ἥτις ἂν <lb/>ᾖ, τοῖς
                        ἀπαραποδίστως τε καὶ ἀκριβῶς ὑγιαίνουσι μᾶλλον <lb/>ἤπερ τοῖς ἄλλοις
                        φαίνεσθαι. ἀλλ’ ἔστω γίνεσθαι πᾶσιν <lb/>ὁμοίως, καὶ φαινέσθωσαν αἵ τε ῥῖνες
                        καὶ τὰ χείλη συστέλλεσθαι <lb/>τοῖς εἰσπνέουσι, τίς ἡ ἐκ τούτου πίστις τῷ
                        ζητουμένῳ; <lb/>οὐ γὰρ δὴ ἀνάλογον φήσουσιν ἔχειν ταῖς ἀρτηρίαις <pb n="163"/> τὰ χείλη καὶ τὰς ῥῖνας. ἀλλὰ τούτοις μὲν ἀνάλογον τὰ <lb/>πέρατα τῶν
                        ἀρτηριῶν, αὐταῖς δὲ ταῖς ἀρτηρίαις αἱ ἀπὸ <lb/>τούτων ἐπὶ τὴν καρδίαν οἷον
                        ὁδοὶ τοῦ πνεύματός εἰσιν. <lb/>εἰ μὲν οὖν ἐκείνας ἔχουσι δεῖξαι
                        συστελλομένας ἐν ταῖς <lb/>εἰσπνοαῖς, εἴη ἄν τι πλέον αὐτοῖς τοῦ
                        παραδείγματος· εἰ <lb/>δὲ πρὸς τῷ μηδὲν ὠφελεῖσθαι ἔτι καὶ καθ’ ἑαυτῶν αὐτὸ
                        <lb/>ἐφέλκονται, ἐρούντων ἂν ἡμῶν, ὥσπερ ἡ φάρυγξ, καὶ ὁ <lb/>πνεύμων, καὶ
                        σύμπας ὁ θώραξ ἐν ταῖς εἰσπνοαῖς διαστέλλεται, <lb/>καὶ τὰς ἀρτηρίας οὕτω
                        χρῆναι διΐστασθαι, καθ’ ὃν <lb/>ἕλκουσι καιρὸν, οὐ καθ’ ὃν ἐκπέμπουσι τὸ
                        πνεῦμα. ἀλλὰ <lb/>καὶ ἡ μετὰ τὴν συστολὴν αὐτῶν ἡσυχία πολλῷ μακροτέρα
                        <lb/>γινομένη τῆς μετὰ τὴν διαστολὴν, ὥσπερ καὶ ἡ πρὸ τῆς <lb/>εἰσπνοῆς τῆς
                        μετ’ αὐτὴν, ἐνδείκνυταί τινα καὶ κατὰ τοῦτο <lb/>ἀναλογίαν εἶναι τοῖς
                        σφυγμοῖς πρὸς τὴν ἀναπνοήν. οἷον <lb/>γοῦν τι ἡ εἰσπνοὴ τοῖς ἀναπνευστικοῖς
                        ὀργάνοις, τοιοῦτον <lb/>ἡ διαστολὴ ταῖς ἀρτηρίαις, καὶ οἷον γοῦν τι ἐκείνοις
                        ἡ <lb/>ἐκπνοὴ, τοιοῦτον ταῖς ἀρτηρίαις ἡ συστολή. ταύτης δὲ τῆς <lb/>διπλῆς
                        καὶ συνθέτου τῶν ἀρτηριῶν κινήσεως, ἣν δὴ καὶ ﻿<pb n="164"/> σφυγμὸν
                        ὀνομάζομεν, ἐξηγεῖται μὲν ἡ καρδία, καθάπερ <lb/>καὶ ἡμῖν ἐν ἑτέροις καὶ
                        μυρίοις ἄλλοις πρὸ ἡμῶν ἀποδέδεικται, <lb/>οὐ μὴν καθ’ ὃν Ἐρασίστρατος
                        ὑπελάμβανεν τρόπον, <lb/>ἀλλ’ ὡς Ἡρόφιλός τε καὶ Ἱπποκράτης, καὶ σχεδὸν
                        <lb/>οἱ δοκιμώτατοι πάντες τῶν παλαιῶν ἰατρῶν τε καὶ φιλοσόφων. <lb/>ἡ γὰρ
                        ἐν τῷ σώματι τῆς καρδίας δύναμις, ὑφ’ ἧς <lb/>διαστέλλεται καὶ συστέλλεται,
                        διὰ τῶν χιτώνων ἐπιῤῥέουσα <lb/>ταῖς ἀρτηρίαις ἁπάσαις, οὕτως αὐτὰς
                        διαστέλλει καὶ συστέλλει, <lb/>καθάπερ καὶ αὐτὴν τὴν καρδίαν. ὡς οὖν ἐκείνη
                        διαστελλομένη <lb/>μὲν εἰς ἑαυτὴν ἕλκει τὰ πλησιάζοντα τοῖς στόμασιν αὐτῆς,
                        <lb/>συστελλομένη δὲ ἐκθλίβει, οὕτω καὶ αἱ ἀρτηρίαι διαστελλόμεναι <lb/>
                        <milestone unit="ed1page" n="157"/> μὲν ἕλκουσι πανταχόθεν, συστελλόμεναι δ’
                        <lb/>ἐκθλίβουσι πανταχόσε. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Τί δὴ τοῦτ’ ἔστι πανταχόθεν καὶ πανταχόσε, <lb/>σαφέστερον ἔτι διαιρήσω σοι.
                        πάμπολλοι πόροι ταῖς ἀρτηρίαις, <lb/>οἱ μὲν ἐν αὐτοῖς τοῖς χιτῶσιν οἷον ὀπαί
                        τινες, ἄλλοι δὲ δίκην <lb/>στομάτων εἰς ἔντερα καὶ γαστέρα καὶ τοῦτο δὴ τὸ
                        ἐκτὸς <lb/>δέρμα περαίνονται. ἀλλὰ καὶ συνεχεῖς ἀλλήλαις τε καὶ τῇ <pb n="165"/> καρδίᾳ κατὰ μεγίστους εἰσὶ πόρους, κατὰ τὰς αὐτὰς ἀρτηρίας,
                        <lb/>μᾶλλον δὲ εὐρυχωρίας ἁπάσας. ταῖς γε φλεψὶν οὔπω <lb/>κατὰ μεγάλας,
                        ἀλλ’ ἐκφεύγουσι μὲν τὰς αἰσθήσεις αἱ <lb/>συναναστομώσεις αὐτῶν. ὥστε, κᾂν
                        ἀπιστοίης δικαίως, ὡς οὐκ <lb/>οὔσαις, πιστεύσαις ἂν διὰ τὰ ἄλλα τὰ πρὸς τῶν
                        παλαιῶν <lb/>εἰρημένα, καὶ οὐχ ἥκιστα διὰ τόδε τὸ φαινόμενον. εἰ γάρ
                        <lb/>τις λαβὼν ζῶον ὁτιοῦν τούτων δὴ τῶν μεγάλας τε καὶ σαφεῖς <lb/>τὰς
                        φλέβας τε καὶ τὰς ἀρτηρίας ἐχόντων, οἷον βοῦν, <lb/>ἢ σῦν, ἢ ὄνον, ἢ ἵππον,
                        ἢ πρόβατον, ἢ ἄρκτον, ἢ πίθηκον, <lb/>ἢ πάρδαλιν, ἢ ἄνθρωπον αὐτὸν, ἤ τι τῶν
                        ἄλλων <lb/>τῶν παραπλησίων, κατὰ μεγάλας καὶ πολλὰς ἀρτηρίας <lb/>τρώσειεν,
                        ἐκκενώσει δι’ αὐτὰς ἅπαν τοῦ ζώου τὸ αἷμα. <lb/>τούτου πολλάκις τοῦ
                        φαινομένου ἡμεῖς πεῖραν ἐποιησάμεθα, <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="439"/> καὶ διαπαντὸς εὑρίσκοντες ἐκκενουμένας
                        τὰς φλέβας <lb/>ἅμα ταῖς ἀρτηρίαις ἀληθὲς τὸ τῶν συναναστομωσεών ἐκ
                        <lb/>τούτων ἐπείσθημεν δόγμα. διὰ γοῦν τούτων τῶν ἀναστομώσεων <lb/>ἐκ τῶν
                        φλεβῶν ἕλκουσι μὲν ἐν ταῖς διαστολαῖς <lb/>ἀρτηρίαι, ἐκθλίβουσι δὲ εἰς αὐτὰς
                        ἐν ταῖς συστολαῖς, ὥσπερ <lb/>διὰ τῶν εἰς τὸ δέρμα περαινομένων στομάτων
                        ἐκκρίνουσι <pb n="166"/> μὲν ἔξω πᾶν ὅσον ἀτμῶδές τε καὶ καπνῶδες περίττωμα,
                        <lb/>μεταλαμβάνουσι δὲ εἰς ἑαυτὰς ἐκ τοῦ περιέχοντος ἡμᾶς <lb/>ἀέρος οὐκ
                        ὀλίγην μοῖραν. καὶ τοῦτ’ ἔστι τὸ πρὸς Ἱπποκράτους <lb/>λεγόμενον, ὡς ἔκπνουν
                        καὶ εἴσπνουν ἐστὶν ὅλον τὸ <lb/>σῶμα. κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν τρόπον ἔκ τε τῆς
                        γαστρὸς καὶ <lb/>τῶν ἐντέρων ἕλκουσί τε καὶ αὖθις ἐκκρίνουσιν. οὕτω δὲ
                        <lb/>καὶ ἐκ τῶν περιεχουσῶν αὐτὰς χωρῶν διὰ τῶν οἷον ὀπῶν <lb/>τῶν καθ’
                        ὅλους τοὺς χιτῶνας αὐτῶν ἐν μέρει μὲν ἕλκουσιν, <lb/>ἐν μέρει δ’ ἐκκρίνουσι.
                        παρὰ δὲ τῆς καρδίας λαμβάνουσι <lb/>μὲν πλεῖον, διδόασι δ’ ἔλαττον. αἰτία δὲ
                        αἱ <lb/>τῶν ὑμένων ἐπιφύσεις, ὑπὲρ ὧν αὐτάρκως Ἐρασιστράτου
                        <lb/>διειλεγμένου, περιττὸν ἡμᾶς νῦν γράφειν. ἀλλ’ ἐκεῖνος μὲν <lb/>ἔοικεν
                        ὑπολαμβάνειν, μηδὲν ὅλως εἰς τὴν καρδίαν ἐκ τῶν <lb/>ἀρτηριῶν
                        μεταλαμβάνεσθαι, πλήν γε διὰ τῶν ἐν πνεύμονι· <lb/>τὸ δὲ οὐχ οὕτως ἔχει.
                        τάχα μὲν γὰρ καὶ τὰ κατ’ αὐτὸν <lb/>τὸν τῆς φύσεως νόμον διοικουμένου τοῦ
                        ζώου μεταλαμβάνεταί <lb/>τι μικρόν. οὐχ οὕτως γάρ μοι δοκοῦσιν ἀκριβῶς
                        ἀποφράττειν <lb/>τὸ στόμα τῆς μεγάλης ἀρτηρίας οἱ ὑμένες, ὡς <pb n="167"/>
                        μηδὲν ἐξ αὐτῆς εἰς τὴν καρδίαν παλινδρομεῖν· εἰ δὲ μὴ, <lb/>ἀλλά τοί γε,
                        βιαίας τινὸς περιστάσεως καταλαβούσης τὸ <lb/>ζῶον, ἀναγκαῖον οὕτως
                        γίνεσθαι. πάντως δὲ μᾶλλον ἀληθὲς <lb/>εἶναί μοι δοκεῖ. τοῦτο δὲ καὶ δι’
                        ἑτέρων ἡμῖν γραμμάτων <lb/>ἀποδέδεικται, καὶ οὐ μεγάλη τις αὐτοῦ χρεία πρὸς
                        τὸν <lb/>ἐνεστῶτα λόγον. εἰ μὲν γάρ τι καὶ τῇ καρδίᾳ μεταδιδόασιν <lb/>αἱ
                        ἀρτηρίαι, πανταχόθεν ἂν οὕτως ἕλκοιέν τε καὶ αὖθις <lb/>ἀντιπέμποιεν· εἰ δὲ
                        μὴ, πανταχόθεν μὲν ἕλξουσιν, ἐπιπέμψουσιν <lb/>δὲ καὶ, πλὴν εἰς τὴν καρδίαν,
                        πανταχόσε. καί <lb/>μοι δοκεῖ πολλῷ βέλτιον εἶναι τοῦτο τὸ δόγμα τῶν
                        Ἐρασιστρατείων <lb/>ὑποθέσεων· οὐδὲ γὰρ οὐδὲ σύμπνουν οὐδὲ <lb/>σύῤῥουν
                        εἶναι τὸ σῶμα δυνατὸν ἑαυτῷ, τῶν ἀρτηριῶν ἑλκουσῶν <lb/>μὲν πανταχόθεν, μὴ
                        ἐκπεμπουσῶν δὲ πανταχόσε. <lb/>καὶ μὲν δὴ τὸ τῆς ἐνεργείας αὐτῶν χρηστὸν ᾧδ’
                        ἂν μᾶλλον <lb/>εἰς ἅπαν ἐκταθείη τὸ ζῶον. οὕτω γὰρ ἅπαν μόνον
                        <lb/>ἀναψύχεσθαί τε καὶ καθαίρεσθαι δυνήσεται ταῖς τῶν ἀρτηριῶν
                        <lb/>διαφόροις κινήσεσι ἐπιστατούμενον. ὡς δ’ Ἐρασίστρατος <lb/>ὑπελάμβανεν,
                        ὀχετῶν ἀψύχων ἔργον, οὐκ ὀργάνων <pb n="168"/> ζωτικῶν, αἱ ἀρτηρίαι τοῖς
                        ζώοις ὑπηρετοῦσιν. ἡμεῖς δὲ καὶ <lb/>δι’ ἑτέρου τινὸς ὅλου βιβλίου πολυειδῶς
                        ἀπεδείξαμεν, <lb/>αἷμα κᾀν τῷ κατὰ φύσιν ἔχειν τὸ ζῶον ἐν αὐταῖς ταῖς
                        ἀρτηρίαις <lb/>περιέχεσθαι. εἰ δὲ τοῦτο, παντί που δῆλον, ὡς οὐχ, <lb/>ὅτι
                        πληροῦνται τοῦ παρὰ τῆς καρδίας ἐπιπεμπομένου πνεύματος, <lb/>ὡς
                        Ἐρασίστρατος ἐνόμιζε, διὰ τοῦτο διαστέλλονται <lb/>μᾶλλον, ἢ, ὅτι
                        διαστέλλονται, διὰ τοῦτο πληροῦνται. κενῶν <lb/>μὲν γὰρ αἵματος οὐσῶν,
                        ἐνδέχοιτ’ ἂν ἴσως ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ <lb/>τὸ ἀπὸ τῆς καρδίας ἐπιῤῥυὲν ἐξικέσθαι
                        μέχρι τῶν περάτων· <lb/>αἷμα δὲ εἴπερ ἔχοιεν, οὐδαμῶς ἐγχωρεῖ τὸ τάχος τῆς
                        <lb/>κινήσεως ὁμολογεῖν τῷ παρὰ τῆς καρδίας πληρουμένας αὐτὰς
                        <lb/>διαστέλλεσθαι. οὐ γὰρ, ὅτι πληροῦνται, διὰ τοῦτο <lb/>διαστέλλονται,
                        ἀλλ’ ὅτι διαστέλλονται, διὰ τοῦτο πληροῦνται. <lb/>τοῦτο μὲν δὴ πολλάκις τε
                        καὶ πανταχοῦ καὶ <lb/>ἡμῖν καὶ πολλοῖς τῶν ἔμπροσθεν ἀποδέδεικται, τὸ τὰς
                        <lb/>ἀρτηρίας ἐνεργεῖν αὐτὰς, ὡς καὶ ἡ καρδία, συστελλομένας <lb/>τε καὶ
                        διαστελλομένας ἐν μέρει κατὰ τὴν αὐτὴν ἐκείνῃ ﻿<pb n="169"/> δύναμιν, ἣν
                            <milestone unit="ed2page" n="440"/> ἐκ τῆς καρδίας ὁρμωμένην διὰ τῶν
                        χιτώνων <lb/>αὐτῶν ἐλέγομεν πέμπεσθαι. </p></div></div></body></text></TEI>