<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg030.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Οὐδὲν μὲν οὐδαμόθι περὶ τῆς τῶν χυμῶν <lb/>γενέσεως καὶ δυνάμεως εἰπὼν, ἔνθα
                        δὲ ἐπεχείρησε θεραπείαν <lb/>γράψαι παραλύσεως, ἀναγκασθεὶς ἐμνημόνευσε τοῦ
                        <lb/>τρέφοντος τὰ νεῦρα χυμοῦ, καθάπερ γε κᾀν τῷ δευτέρῳ <lb/>περὶ πυρετῶν
                        ἐμαρτύρησε τοῖς παλαιοῖς, οὐ κένωσιν ἁπλῶς <lb/>ὀνομάσας τὴν διὰ τῶν
                        καταμηνίων ἔκκρισιν, ἀλλὰ κάθαρσιν, <lb/>ὥσπερ γε καὶ τὴν διὰ τῶν
                        καθαιρόντων γινομένην <lb/>φαρμάκων. οὕτω γάρ τοι καὶ τὴν λοχείαν κάθαρσιν
                        ὠνόμασαν <lb/>οἱ παλαιοὶ τῶν ἰατρῶν, οὐχ ἁπλῶς κένωσιν. ἐν γὰρ <lb/>τῇ
                        κυήσει τὸ χρηστότατον ἑλκούσης αἷμα τῆς διαπλαττούσης <lb/>καὶ αὐξανούσης τὸ
                        κύημα φύσεως, ὑπολείπεται τὸ <pb n="138"/> μοχθηρότατον ἐν ταῖς φλεψὶν, ὃ
                        μετὰ τὴν ἀποκύησιν ἀποκρίνεται, <lb/>καθάπερ ἐν ἑκάστῳ μηνὶ τὸ περιττόν τε
                        καὶ <lb/>ἄχρηστον, οὐ κατὰ τὸ ποσὸν μόνον, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ <lb/>ποιόν· ὅπερ
                        ὡς τὸ πολὺ μελάντερόν ἐστι τοῦ κατὰ φύσιν <lb/>ἔχοντος αἵματος. οὕτω γοῦν ὁ
                        Ἐρασίστρατος ἔγραψεν <lb/>ἐν τῷ δευτέρῳ περὶ πυρετῶν κατὰ τήνδε τὴν λέξιν·
                        Καλῶς <lb/>οὖν ἔχει τὸν βουλόμενον ὀρθῶς ἰατρεύειν ἐν τοῖς κατ’
                        <lb/>ἰατρικὴν γυμνάζεσθαι, καὶ μηδὲν τῶν γινομένων συμπτωμάτων <lb/>περὶ τὸ
                        πάθος ἀζήτητον ἀφεῖναι, ἀλλ’ ἐπισκοπεῖσθαί <lb/>τε καὶ πραγματεύεσθαι, κατὰ
                        τίνα διάθεσιν ἕκαστον <lb/>αὐτῶν γίνεται. συμβέβηκε γάρ ποτε, γυναίου ἐν
                        πυρετοῖς <lb/>ὄντος καὶ δοκοῦντος ἐλαφρῶς τε καὶ ἀκινδύνως ἔχειν, μελάνων
                        <lb/>οὔρων ἔκκρισιν γίνεσθαι, οἷα τὰ φαυλότατα ἐν τοῖς <lb/>σημείοις
                        ἀναγράφεται. ζητουμένης τε τῆς ἐκκρίσεως, κατὰ <lb/>τίνα διάθεσιν γεγένηται,
                        ἐφαίνοντο τότε τῇ ἀνθρώπῳ καθήκειν <lb/>αἱ ἡμέραι τῆς καθάρσεως, οὐ
                        γινομένης δὲ ταύτης <lb/>τῆς ἐκκρίσεως, ἐπὶ τὴν κύστιν ὁρμὴν λαβεῖν τὰ
                        συνειλημμένα. ﻿<pb n="139"/> καὶ διὰ τὴν τούτου ἔκκρισιν κουφισμὸν μᾶλλον ἄν
                        <lb/>τις ὑπέλαβε τῇ ἀνθρώπῳ ἢ δυσκολίαν γίνεσθαι· ὃ δὴ καὶ <lb/>ἐπὶ τοῦ
                        φαινομένου συνέβαινεν. οὐκοῦν, ὅτι τὰ μέλανα <lb/>πολλάκις οὐρεῖται, τῆς
                        ἐμμήνου καθάρσεως μὴ γενομένης, <lb/>ὅτι τε κουφίζεσθαι μᾶλλον ὑπ’ αὐτῶν ἢ
                        παροξύνεσθαι συμβαίνει <lb/>τὰς οὕτω νοσούσας γυναῖκας, ὅτι τε κάθαρσίς
                        ἐστιν ἡ <lb/>διὰ τῆς μήτρας κένωσις, ἐδήλωσεν ὁ Ἐρασίστρατος, εἰς
                        <lb/>διάγνωσίν τε τῆς παρούσης διαθέσεως, εἰς πρόγνωσίν τε <lb/>τῶν ἐσομένων
                        χρήσιμον εἶναι τὸν λόγον, ὃν διῆλθεν, ὀρθῶς <lb/>διηγούμενος. ἐπὶ πάντων οὖν
                        τῶν εἰρημένων μαρτυρεῖται, <lb/>τὸν μελαγχολικὸν χυμὸν ἐν ἀνθρωπίνῳ σώματι
                        γεννᾶσθαι, <lb/>καθάπερ γε καὶ τὸν πικρόχολον καὶ τὸ φλέγμα. <lb/>δέδεικται
                        δὲ ἡμῖν ὁ τοῦ φλέγματος χυμὸς ἐκ τῶν φλεγματικῶν <lb/>ἐδεσμάτων κατὰ τὴν
                        πρώτην ἐν τῇ γαστρὶ <milestone unit="ed1page" n="363"/>πέψιν <lb/>γινόμενος,
                        ὥσπερ ὁ πικρόχολός τε καὶ ὁ μελαγχολικὸς ἐν <lb/>ἥπατι, μεταβάλλων τε καὶ
                        κατὰ τὴν ἐν τούτῳ πέψιν ὁ <lb/>φλεγματικὸς εἰς αἷμα, καὶ διὰ τοῦτο μηδὲν
                        αὐτοῦ γεγονὸς <pb n="140"/> ἴδιον ὄργανον εἰς κάθαρσιν τοῦ αἵματος, ὥσπερ αἵ
                        τε κύστεις <lb/>ἀμφότεραι καὶ ὁ σπλὴν, αἱ μὲν τοῦ τε πικροχόλου <lb/>χυμοῦ
                        καὶ τῶν ὀῤῥωδῶν περιττωμάτων, ὁ δὲ σπλὴν τοῦ <lb/>μελαγχολικοῦ χυμοῦ. τὸ μὲν
                        γὰρ ἐν τῇ γαστρὶ γεννώμενον, ὃ <lb/>συναναφέρεται τοῖς εἰς ἧπαρ
                        ἀναδιδομένοις ἐκ τῶν ἐσθιομένων <lb/>τε καὶ πινομένων χυμοῖς, ἅμα τούτοις
                        πεπτόμενον <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="177"/>αἷμα γίνεται· τὸ δ’ ὑπολειπόμενον ἐν τοῖς
                        κατὰ τὴν <lb/>γαστέρα χωρίοις ὑπὸ τῆς καταῤῥεούσης ἐξ ἥπατος εἰς αὐτὰ
                        <lb/>χολῆς ἀποῤῥυπτόμενον ἐκκρίνεται διὰ τῆς κάτω γαστρός. <lb/>Ἐρασίστρατος
                        δ’, ὅτι μὲν ἐγίνωσκε ταῦτα, δῆλός ἐστιν ἐξ <lb/>ὧν ἐν τοῖς τῆς θεραπευτικῆς
                        λογισμοῖς ἠναγκάσθη διὰ <lb/>τὴν χρείαν αὐτῆς μνημονεῦσαι· σιωπῶν δ’ ἐν τοῖς
                        πλείστοις, <lb/>κατάφωρος γίνεται συσκιάζειν τε καὶ κρύπτειν ἑκὼν
                        προαιρούμενος, <lb/>ὅσα περὶ τῶν χυμῶν ὀρθῶς εἴρηται τοῖς παλαιοῖς
                        <lb/>ἰατροῖς, πρὸ αὐτοῦ γὰρ ἵνα τά τ’ ἄλλα παραλιπόντες, οὐ <lb/>κατὰ τὴν
                        ἄρτι παραγεγραμμένην λέξιν ἐν παρέργῳ πῶς <lb/>ἐμνημόνευσεν, ἑξῆς
                        ἐπιμνησθῶμεν, οὐκ ἂν ἔχοι τις εὔλογον <pb n="141"/> αἰτίαν εἰπεῖν τῆς
                        σιωπῆς, γράφοντος αὐτοῦ· Συνέβαινε γάρ <lb/>ποτε, γυναίου ἐν πυρετῷ ὄντος
                        καὶ δοκοῦντος ἐλαφρῶς τε <lb/>καὶ ἀκινδύνως ἔχειν, μελάνων οὔρων ἔκκρισιν
                        γίνεσθαι, οἷα <lb/>τὰ φαυλότατα ἐν τοῖς σημείοις ἀναγράφεται. οὐκοῦν, ὅτι
                        <lb/>μὲν τοῖς ἔμπροσθεν ἰατροῖς ἐν τοῖς φαυλοτάτοις σημείοις <lb/>ἐγέγραπτο
                        μέλαν οὖρον, ἐπίστασθαί φησιν, ὡς ἀνεγνωκὼς <lb/>δηλονότι τὰ περὶ οὔρων
                        αὐτοῖς γεγραμμένα, μεγίστην ἔχοντα <lb/>δύναμιν τῶν ἐπὶ τοῖς ὀξέσι πυρετοῖς
                        νοσούντων. ἐχρῆν γοῦν <lb/>αὐτὸν ἐν τῇ περὶ πυρετῶν πραγματείᾳ, καὶ μάλιστά
                        γε <lb/>κατ’ αὐτὸ τοῦτο τὸ δεύτερον, ἐν ᾧ ταῦτ’ ἔγραψεν, ἐπιπλέον
                        <lb/>ἐξειργάσθαι τὸν περὶ αὐτῶν λόγον. Ἱπποκράτης μὲν <lb/>οὕτω κατὰ τὸ
                        προγνωστικὸν ἔγραψεν· Οὖρον δὲ ἄριστόν <lb/>ἐστιν, ὁκόταν ᾖ λευκή τε ἡ
                        ὑπόστασις καὶ λείη καὶ <lb/>ὁμαλὴ παρὰ πάντα τὸν χρόνον, ἔστ’ ἂν κριθῇ ἡ
                        νοῦσος. <lb/>σημαίνει τε γὰρ ἀσφάλειαν, καὶ τὸ νόσημα ὀλιγοχρόνιον
                        <lb/>ἔσεσθαι. εἰ δὲ παραλίποι, καὶ ποτὲ μὲν καθαρὸν οὐρέει, <lb/>ποτὲ δὲ
                        ὑφίσταταί τε λευκὸν καὶ λεῖον, χρονιωτέρα γίνεται ἡ <lb/>νοῦσος καὶ ἧσσον
                        ἀσφαλής. εἰ δ’ εἴη τό τε οὖρον ὑπέρυθρον <pb n="142"/> καὶ ἡ ὑπόστασις
                        ὑπέρυθρός τε καὶ λείη, πολυχρονιώτερον <lb/>μὲν τοῦτο τοῦ προτέρου γίνεται,
                        σωτήριον δὲ κάρτα. κριμνώδεες <lb/>δὲ ἐν τοῖσιν οὔροισιν ὑποστάσιες πονηραί.
                        τουτέων <lb/>δ’ ἔτι κακίους αἱ πεταλώδεες. λευκαὶ δὲ καὶ λεπταὶ <lb/>κάρτα
                        φλαῦραι. τουτέων δ’ ἔτι κακίους αἱ πιτυρώδεες. <lb/>νεφέλαι δ’ ἐμφερόμεναι
                        τοῖσιν οὔροισι, λευκαὶ μὲν ἀγαθαὶ, <lb/>μέλαιναι δὲ φλαῦραι. ἔστ’ ἂν δὲ
                        πυῤῥόν τε ᾖ τὸ οὖρον <lb/>καὶ λεπτὸν, ἄπεπτον σημαίνει τὸ νόσημα. καὶ εἰ
                        πολὺν <lb/>χρόνον εἴη τοιοῦτο ἐὸν, κίνδυνος, μὴ οὐ δυνήσεται ὁ ἄνθρωπος
                        <lb/>διαρκέσαι, ἔστ’ ἂν πεπανθῇ ἡ νοῦσος. θανατωδέστατα <lb/>δὲ τῶν οὔρων
                        ἐστὶ τά θ’ ὑδατώδεα, καὶ δυσώδεα, <lb/>καὶ μέλανα, καὶ παχέα. ἔστι δὲ τῇσι
                        γυναιξὶ καὶ τοῖσιν ἀνδράσι <lb/>τὰ μέλανα τῶν οὔρων κάκιστα, τοῖσι δὲ
                        παιδίοισι <lb/>τὰ ὑδατώδεα. ὁκόσοι δ’ ἂν οὖρα λεπτὰ καὶ ὠμὰ οὐρέωσι
                        <lb/>πολὺν χρόνον, ἢν τὰ ἄλλα ὡς περιεσομένοισι σημεῖα ᾖ <lb/>τουτέοισιν,
                        ἀπόστασιν δεῖ προσδέχεσθαι ἐς τὰ κάτω τῶν <lb/>φρενῶν χωρία. καὶ τὰς
                        λιπαρότητας δὲ τῶν ἄνω ἐφισταμένων <pb n="143"/> ἀραχνοειδέας μέμφεσθαι,
                        συντήξιος γὰρ σημεῖον. σκοπέειν <lb/>δὲ χρὴ τῶν οὔρων ἐν οἷσιν αἱ νεφέλαι,
                        ἤν τε κάτω <lb/>ἔωσιν, ἤν τε ἄνω, καὶ τὰ χρώματα ὁκοῖα ἔχουσι. καὶ τὰς
                        <lb/>μὲν κάτω φερομένας σὺν τοῖσι χρώμασιν οἷσιν εἰρέαται, <lb/>ἀγαθὰς εἶναι
                        καὶ ἐπαινέειν, τὰς δ’ ἄνω σὺν τοῖσι χρώμασι <lb/>οἷσιν εἰρέαται, πονηρὰς
                        εἶναι καὶ μέμφεσθαι. μὴ ἐξαπατάτω <lb/>δέ σε, ἤν τε αὐτέη ἡ κύστις νόσημα
                        ἔχουσα τῶν <lb/>οὔρων τι ἀποδιδῷ τουτέων· οὐ γὰρ τοῦ ὅλου σημεῖον, ἀλλ’
                        <lb/>αὐτῆς καθ’ ἑωυτήν. ταῦτα γράψαντος Ἱπποκράτους, καὶ <lb/>μετ’ αὐτὸν
                        Διοκλέους τε καὶ Πραξαγόρου παραπλήσια τούτοις, <lb/>εὔλογον ἦν, εἴτ’
                        ἀληθεύουσιν, εἴτε ψεύδονται, τὸν <lb/>Ἐρασίστρατον εἰρηκέναι, τὸν λογισμὸν
                        προσθέντα τῆς ἰδίας <lb/>ἀποφάσεως, <milestone unit="ed2page" n="178"/>ὥσπερ
                        γε καὶ περὶ τῶν ἐμουμένων τε <lb/>καὶ διαχωρουμένων, ἐν οἷς ἐστι καὶ τὰ
                        μέλανα καλούμενα, <lb/>καὶ πρὸς αὐτοῖς ἡ ἀκριβὴς μέλαινα χολή. καὶ γὰρ καὶ
                        <lb/>διορίσασθαί τι συγκεχυμένον ἐν τῇ τῆς φωνῆς κοινωνίᾳ τῶν ﻿<pb n="144"/>
                        μελαγχολικῶν χυμῶν ἦν ἀναγκαῖον, ὅπερ ἐγὼ διειλόμην <lb/>ἔμπροσθεν.
                        Ἐρασίστρατος μὲν οὖν ὅλην τὴν περὶ τοὺς χυμοὺς <lb/>τέχνην παρέλιπεν. ἐγὼ δὲ
                        οὐ περὶ πάντων ἐνταῦθα <lb/>προειλόμην εἰπεῖν, ἀλλὰ περὶ τῆς μελαίνης χολῆς
                        μόνης. <lb/>ὅσα μὲν τῇ κοινωνίᾳ τοῦ λόγου καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἔγραψα,
                        <lb/>δι’ ἑτέρων ἐξείργασμαι. </p></div></div></body></text></TEI>