<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg030.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p><milestone unit="ed2page" n="174"/>Ἱπποκράτης μὲν οὖν φαίνεται καλός <lb/>τε
                        καὶ ἀγαθός τις ἀνὴρ γεγονέναι, μὴ φιλοτιμίας ἢ φιλοδοξίας, <pb n="131"/>
                        ἀλλ’ ἀληθείας ἐραστής. εἰ δὲ καὶ δόξης ἢ τιμῆς <lb/>αὐτὸν ἐπιθυμῆσαι φαίη
                        τις, ἀλλὰ καὶ κτήσασθαί γε αὐτὴν <lb/>ῥᾷστον ἦν ἐκείνῳ τῷ ἀνδρὶ, οὐ
                        βουληθέντι τούτῳ φιλονεικεῖν <lb/>ἐν λόγοις αἱρέσεσιν ἐνδόξοις ἑαυτοῦ
                        πρεσβυτέραις· <lb/>οὐδεμία γὰρ ἦν ἱκανῶς ἔνδοξος. οἱ δὲ μετ’ αὐτὸν ἀπλήστως
                        <lb/>ὀρεχθέντες ἀδίκου δόξης αἱρέσεις ἰδίας συνεστήσαντο <lb/>μοχθηρὰς,
                        ἀντιλογίας πρὸς τοὺς ἑαυτῶν πρεσβυτέρους ποιησάμενοι. <lb/>καίτοι τινὲς ἐξ
                        αὐτῶν ἤθους ἐπιεικοῦς οὐκ ἀμελῶς <lb/>ἔχοντες, ἐν οἷς καὶ τὸν Ἐρασίστρατον
                        ἄν τις οἰηθείη. <lb/>ἀλλὰ καὶ τοῦτον ἡ πρὸς Ἱπποκράτην φιλονεικία μαχόμενα
                        <lb/>γράφειν ἑαυτῷ κατηνάγκασε. πῶς γὰρ οὐκ ἄν τις μαχόμενα <lb/>φαίη,
                        προνοητικῶς τοῦ ζώου τὴν φύσιν ἅπαντα διαπλάσασαν <lb/>τὰ μόρια μάτην ἐν
                        αὐτοῖς ὅλον τὸ τοῦ σπληνὸς <lb/>σπλάγχνον πεποιηκέναι; πῶς δ’ οὐκ ἄν τις
                        γνοίη, τινὰς τῶν <lb/>ὁμοδοξούντων αὐτῷ κατεγνωκότας φαίνεσθαι τῶν εἰρημένων
                        <lb/>τἀνδρὶ περὶ σπληνὸς, καὶ διὰ τοῦτο τὸ σπλάχνον τοῦτο <lb/>φάσκοντας
                        προπαρασκευάζειν τῷ ἥπατι τὸν ἐκ τῶν σιτίων <pb n="132"/> χυμὸν εἰς αἵματος
                        χρηστοῦ γένεσιν, εἶθ’ οἷον ἄλλο τι μεσεντέριον <lb/>ποιοῦντας τῷ λόγῳ τὸ
                        ἐπίπλοον, οὐ μὴν ἐννοοῦντάς <lb/>γε, ὡς ἐχρῆν τὰς φλέβας ἐξ ἁπάντων τῶν
                        ἐντέρων <lb/>εἰς τοῦτο ἀναφέρειν τὸν τρόφιμον χυμὸν, οὐκ ἐκ μόνης τῆς
                        <lb/>γαστρός; ὅτι δὲ φιλονεικῶν ὁ Ἐρασίστρατος, οὐ πεπεισμένος <lb/>ἄχρηστον
                        ἰατροῖς εἶναι τὴν περὶ τῶν χυμῶν θεωρίαν, <lb/>οὔτ’ ὲν ᾧ μέρει τοῦ ζώου
                        γεννᾶται τὸ αἷμα διῆλθεν, οὔθ’ <lb/>ὑπὸ τίνος αἰτίας, οὔτε κατὰ τίνα τρόπον,
                        ἐναργὲς τεκμήριόν <lb/>ἐστι τὸ μηδενὸς τῶν διὰ μέλαιναν χολὴν ἢ ὅλως
                        <lb/>τὸν μελαγχολικὸν χυμὸν γινομένων παθῶν μνημονεῦσαι, καίτοι <lb/>μὴ
                        μόνον τῶν πρὸ αὐτοῦ φιλοσόφων τε καὶ ἰατρῶν, <lb/>ἀλλὰ καὶ πάντων ἀνθρώπων
                        ὀνομαζόντων τι πάθος μελαγχολικὸν, <lb/>ἐπιχειρούντων τε τῇ θεραπείᾳ δι’
                        ἐλλεβόρου τοῦ <lb/>λευκοῦ καθάρσεως. οὐδεὶς γὰρ οὕτως ἀπαίδευτός ἐστι τῶν
                        <lb/>ἐν Ἕλλησι τεθραμμένων, ὡς μήτ’ ἀνεγνωκέναι μήτ’ ἀκηκοέναι <lb/>τὰς
                        Προίτου θυγατέρας μανείσας ὑπὸ Μελάμποδος <lb/>ἰαθῆναι καθαρθείσας οὕτως.
                        ὥστε οὐ πρὸ διακοσίων <pb n="133"/> ἐτῶν ἢ τριακοσίων, ἀλλὰ πολὺ πλεόνων,
                        ἐνδόξου τῆς καθάρσεως <lb/>ταύτης οὔσης, καὶ πάντων τῶν ἐν τῷ μεταξὺ
                        <lb/>χρόνῳ κεχρημένων τῷ φαρμάκῳ. βέλτιον οὖν ἦν παρὰ ὁμόσε <lb/>
                        <milestone unit="ed1page" n="362"/>χωρήσαντας τὸν Ἐρασίστρατον ἐπιδεῖξαι
                        σφαλερῶς <lb/>φιλονεικοῦντα, μήτε μελαγχολίαν, μήτ’ ἄλλως μηδεμίαν μανίαν
                        <lb/>ἐπὶ μελαίνῃ χολῇ γίνεσθαι, καθάπερ γε μηδὲ καρκῖνον, <lb/>μηδὲ
                        ἐλέφαντα, μηδὲ τὰς θηριώδεις ἐν φρενίτισι <lb/>παρακοπὰς, μηδὲ κιρσοὺς, μηδ’
                        αἱμοῤῥοΐδας, μηδ’ ὅτι <lb/>πολλοὶ κατὰ τὰς ἀναιρέσεις αὐτῶν ἐμελαγχόλησαν.
                        ἀλλ’ <lb/>οὐκ ἐτόλμησεν οὐδὲν τοιοῦτο εἰπεῖν, αἰδούμενος, οἶμαι,
                        <lb/>καταγνωσθῆναι πρὸς τῶν ὁμιλούντων ἐπιμελῶς τοῖς ἔργοις <lb/>τῆς τέχνης,
                        ἐν οἷς τὰς ἐπιδείξεις οἱ παλαιοὶ τῶν ἰατρῶν, <lb/>οὐκ ἐν λόγοις σοφιστικοῖς,
                        ἐποιοῦντο. φρασάτω τις οὖν μοι <lb/>τῶν ἀπ’ αὐτοῦ τὴν αἰτίαν τοῦ τὸν σπλῆνα
                        μέλανα φαίνεσθαι <lb/>τοῖς θερμοῖς καὶ ξηροῖς τῇ κράσει ζώοις, ὡς μηδὲ
                        <lb/>βρωθῆναι δύνασθαι. <milestone unit="ed2page" n="175"/>ἐπὶ μὲν γὰρ τῶν
                        ὑῶν, εἰ <lb/>καὶ μὴ παραπλήσιος ἥπατι κατὰ τὴν ἐδωδὴν, ἀλλ’ οὐκ ﻿<pb n="134"/> ἄβρωτός ἐστιν· ἐπὶ δέ γε λεόντων καὶ λεαινῶν, καὶ παρδάλεών <lb/>τε καὶ
                        λεοπάρδων, ἄρκτων τε καὶ λύκων οἱ τὰς <lb/>σάρκας αὐτῶν ἡδέως ἐσθίοντες
                        ἀφίστανται τοῦ σπληνὸς <lb/>ὡς ἀβρώτου. καίτοι γ’, εἰ πρῶτος ἀπολαύει τῶν
                        ἐσθιομένων <lb/>τε καὶ πινομένων, ἐχρῆν αὐτὸν μάλιστα μὲν, εἰ οἷόν <lb/>τε,
                        καὶ αὐτοῦ τοῦ ἥπατος ἐπιτηδειότερον εἰς ἐδωδὴν ὑπάρχειν, <lb/>εἰ δὲ μὴ, ἀλλὰ
                        μὴ χείρω γε πάντως. εἰρηκότος οὖν <lb/>αὐτοῦ τοῦ Ἐρασιστράτου, τοὺς περὶ τῶν
                        τοιούτων λογισμοὺς <lb/>ἀλλήλοις δεῖν ὁμολογεῖν πάντως, οὐκ οἶδ’ ὅπως
                        ὑπομένουσί <lb/>τινες ἀποδέχεσθαι λόγους ὑπὸ τῶν φαινομένων ἐλεγχομένους,
                        <lb/>οὓς οὐδὲ οἱ πατέρες αὐτῶν αὐτοὶ διαπαντὸς ἐδυνήθησαν <lb/>φυλάξαι.
                        σιωπῶν γοῦν Ἐρασίστρατος περὶ τῆς οὐσίας τοῦ <lb/>τρέφοντος χυμοῦ τὰ νεῦρα
                        γράφειν αὐτὴν ἠναγκάσθη διὰ <lb/>τὸ χρήσιμον εἰς τὴν τῶν παραλελυμένων
                        ἴασιν, γλίσχρον <lb/>εἶναι λέγων καὶ ὅλκιμον καὶ δυσέκκριτον τὴν τροφὴν,
                        <lb/>ὑφ’ ἧς τὰ νεῦρα τρέφεται. καὶ μὴν τοῦτό γε οὐκ <lb/>ἄλλοθεν ποθὲν ἢ ἐκ
                        τῶν φαινομένων περὶ τὰ νεῦρα <lb/>συνελογίσατο. καὶ γὰρ ἑψόμενα καὶ σηπόμενα
                        τὴν <pb n="135"/> διάλυσιν εἰς τὸν τοιοῦτον ἔχει χυμὸν, ἔν τε τῷ κατὰ φύσιν
                        <lb/>ἔχειν ἄναιμα τελέως εἰσίν. ἀλλ’ εἰ μὴ συγχωρηθείη <lb/>τῶν μορίων
                        ἕκαστον οἰκείῳ τῆς ἰδίας οὐσίας τρέφεσθαι <lb/>χυμῷ, τὸ πιστὸν οἰχήσεται τοῦ
                        λόγου. καὶ μὴν εἴπερ οἰκεῖος <lb/>ἕκαστον τῶν μορίων τρέφει χυμὸς, οὐκ
                        ἐνδέχεται τὸν τῶν <lb/>καρχαροδόντων ζώων σπλῆνα γλυκεῖαν ἔχειν τὴν τροφήν.
                        <lb/>εἴπερ οὖν ἐπὶ τούτων μάλιστα φαίνεται σαφὴς ἡ ἰδέα τοῦ <lb/>σπληνὸς, ὡς
                        ἂν τὴν στρυφνὴν καὶ ὀξεῖαν ἐναργῶς ἔχοντος <lb/>ποιότητα, πρόδηλον ὅτι καὶ ὁ
                        τρέφων αὐτὴν χυμὸς τοιοῦτός <lb/>ἐστιν. οὐκ οὖν ἂν ἠμέλησεν ὁ δημιουργὸς τῶν
                        τοιούτων <lb/>ζώων ἐκκαθαίρειν τοῦ αἵματος ὅσον ἰλύς τις αὐτοῦ καὶ <lb/>τρύξ
                        ἐστι, καθάπερ οὐδὲ τὸ πικρόχολον καὶ ὀῤῥῶδες περίττωμα. <lb/>εἴπερ οὖν
                        φαίνονται κατὰ τὸ σῶμα πάντες οἱ χυμοὶ <lb/>περιεχόμενοι, τοῦτο γὰρ
                        Ἱπποκράτης ἀπέδειξεν, ἐκ τοῦ <lb/>πάντας ἐκκρίνεσθαι τοῖς ὑγιαίνουσιν,
                        ἑλκομένους ὑπὸ τῶν <lb/>οἰκείων ἑκάστου φαρμάκων, οὐκ ἂν ἠμέλησεν ἡ
                        διαπλάττουσα <lb/>τὰ ζῶα τέχνη ποιῆσαί τι τοῦ μελαγχολικοῦ περιττώματος <pb n="136"/> ἑλκτικὸν ὄργανον. οὐ μὴν οὐδ’ ἄλλο τι δυνατὸν <lb/>ἐπινοῆσαι
                        τοιαύτης ὑγρότητος οἰκεῖον μόριον ὑπερβάντα <lb/>τὸν σπλῆνα. ἆρ’ οὖν ἔτι
                        ζητήσεις, διὰ τίνος ἀγγείου τὸ <lb/>παχὺ τοῦ αἵματος φέρεται πρὸς αὐτὸν,
                        ἀπιστήσεις δὲ, διὰ <lb/>μιᾶς φλεβὸς οὐ σπλῆνα μόνον ἕλκειν, ἀλλὰ καὶ τὴν
                        γαστέρα <lb/>τὸν οἰκεῖον χυμὸν ἐν ταῖς μακροτέραις ἀσιτίαις; εἰ
                        <lb/>μεμνημένος ὧν ἀπεδείξαμεν ἐν τοῖς περὶ φυσικῶν δυνάμεων
                        <lb/>ὑπομνήμασιν εἴης, οὔτε τούτων ζητήσεις οὐδὲν, οὔτε πῶς <lb/>διὰ τῶν
                        αὐτῶν φλεβῶν ἐκ κοιλίας εἰς ὅλον τὸ ζῶον ἡ τροφὴ <lb/>φέρεται, καταφέρεται
                        δὲ πάλιν ἐπ’ αὐτὴν διὰ τῶν αὐτῶν. <lb/>ἔν τε γὰρ ταῖς ὑπὸ τῶν φαρμάκων
                        καθάρσεσι, κᾀπειδὰν ἡ <lb/>φύσις ἐκκαθαρῇ τὸ κατὰ τὰς ἐν ταῖς νόσοις
                        κρίσεις, ὥσπερ <lb/>γε κᾀπὶ τῶν ὑγιαινόντων πολλάκις, αὐτό τε τὸ χρηστότατον
                        <lb/>αἷμα φέρεται πρὸς τὴν γαστέρα, θρέψον αὐτὴν ἐν ταῖς <lb/>μακροτέραις
                        ἀσιτίαις, ἐκκρίνεταί τε διὰ τῶν αὐτῶν φλεβῶν <lb/>ἐξ ὅλου τοῦ σώματος ἀθρόως
                        ἐνίοτε πολλὰ τῶν περιττωμάτων. <lb/>ἀποδέδεικται δὲ περὶ τούτων ἁπάντων ἐν
                        τοῖς τῶν <pb n="137"/> φυσικῶν δυνάμεων ὑπομνήμασι. καὶ χρὴ τὸν ἀντιλέγοντα
                        <lb/>μὴ πρὸς τὰ συμπεράσματα τῶν ἀποδείξεων ἐρωτᾷν λόγους, <lb/>οὓς ἐν
                        ἐκείνοις τοῖς γράμμασιν ἐξηλέγξαμεν, ἀλλὰ <lb/>τὰς ἡμετέρας ἀποδείξεις
                        ἀποδεικνύναι ψευδεῖς, <milestone unit="ed2page" n="176"/>ἢ, εἰ <lb/>μηδὲν
                        τούτων πράξειε, σιωπᾷν αἰδούμενον, ὥσπερ Ἐρασίστρατος <lb/>ἐποίησεν. </p></div></div></body></text></TEI>