<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg030.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p><milestone unit="ed1page" n="360"/>Ὅτι μὲν οὖν ἐν ταῖς φλεψὶ καὶ ταῖς
                        ἀρτηρίαις <lb/>οἱ χυμοὶ περιέχονται πάντες, ἐνδείκνυται ἡ μὲν <lb/>ποικιλία
                        τῆς χρόας τε καὶ συστάσεως αὐτοῦ, δηλοῖ δὲ καὶ <lb/>τὰ νῦν εἰρημένα, καὶ
                        πρὸς τούτοις ὅσα κατὰ τὸ περὶ φύσιος <pb n="120"/> ἀνθρώπου γέγραπται τῷ
                        Ἱπποκράτει, περὶ ὧν ἐπὶ πλέον <lb/>μὲν ἐν τῷ περὶ τῶν κατ’ αὐτὸν στοιχείων
                        διῆλθον, ἀναγκαῖον <lb/>δ’ ἐστὶ καὶ νῦν εἰπεῖν, ἀρξάμενον ἀπὸ τῆς ῥήσεως
                        <lb/>αὐτοῦ τῆσδε. Τὸ δὲ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐν ἑωϋτῷ <lb/>αἷμα καὶ τὸ
                        φλέγμα καὶ χολὴν διττὴν, ξανθήν τε καὶ μέλαιναν. <lb/>καὶ ταῦτά ἐστιν αὐτέῳ
                        ἡ φύσις τοῦ σώματος, καὶ <lb/>διὰ ταῦτ’ ἀλγέει καὶ ὑγιαίνει. ὑγιαίνει μὲν,
                        οὖν μάλιστα, <lb/>ὁκόταν μετρίως ἔχῃ ταῦτα τῆς πρὸς ἄλληλα κρήσιος καὶ
                        <lb/>δυνάμιος καὶ τοῦ πλήθεος, καὶ μάλιστ’ ἂν μεμιγμένα ᾖ. <lb/>ἀλγέει δ’,
                        ὁκόταν τι τουτέων ἔλασσον ἢ πλέον ἤδη χωρισθῇ <lb/>ἐν τῷ σώματι, καὶ
                        μεμιγμένον ᾖ τοῖσιν πᾶσιν. ἀνάγκη γὰρ, <lb/>ὅταν τι τουτέων χωρισθῇ καὶ ἐφ’
                        ἑωϋτοῦ στῇ, οὐ μόνον <lb/>τοῦτο τὸ χωρίον, ἔνθεν ἐξέστη, ἐπίνοσον γίγνεσθαι,
                        ἀλλὰ <lb/>καὶ ἔνθα ἂν στῇ καὶ ἐπισχεθῇ ὑπερπιμπλάμενον, ὀδύνην <lb/>τε καὶ
                        πόνον παρέχει. καὶ γὰρ ὅταν τι τουτέων ἔξω τοῦ <pb n="121"/> σώματος ἐκρυῇ
                        πλέον τοῦ ἐπιπολάζοντος, ὀδύνην παρέχει <lb/>ἡ κένωσις· ἤν τ’ αὖ πάλιν εἴσω
                        ποιήσηται τὴν κένωσιν καὶ <lb/>τὴν μετάστασιν καὶ τὴν ἀπόκρισιν ἀπὸ τῶν
                        ἄλλων, πολλὴ <lb/>αὐτὸ ἀνάγκη διπλῆν τὴν ὀδύνην παρέχειν κατὰ τὰ εἰρημένα,
                        <lb/>ἔνθεν τε ἐξέστη καὶ ἔνθα ὑπερέβαλεν. οὐκοῦν, ὅτι μὲν <lb/>ὑγιαίνει τὸ
                        ζῶον, ὅταν ἔχῃ ταῦτα συμμέτρως τῆς πρὸς ἄλληλα <lb/>κράσεως, νοσεῖ δὲ, ὅταν
                        ἤτοι καθ’ ὅλον τὸ σῶμα, <lb/>τοῦτ’ ἔστιν ἐν ἅπασι τοῖς ἀγγείοις, πλεονεξία
                        τις ἐξ αὐτῶν <lb/>ᾖ, ἢ καθ’ ἕν τι γένηται μόριον, ὁ τοῖς ἔργοις τῆς
                        <lb/>τέχνης ὡμιληκὼς ἀληθεύειν φήσει τὸν Ἱπποκράτην. τὰ μὲν <lb/>γὰρ ἐν ἑνὶ
                        μέρει νοσήματα διὰ τὸν μελαγχολικὸν χυμὸν <lb/>γινόμενα ὀλίγον ἔμπροσθεν
                        διελθὼν ἐδήλωσα, ὅτι καὶ διὰ <lb/>καιρῶν ἄρσιν ἢ αἱμοῤῥοΐδος ἐμελαγχόλησαν
                        ἕτεροι. <milestone unit="ed2page" n="171"/>
                        <lb/>καὶ κατὰ τὰ μὴ φαινόμενα δὲ μόρια κατὰ τὸ βάθος τοῦ <lb/>σώματος
                        εὔλογον ὅμοια πάθη γίνεσθαι τοῖς κατὰ τὸ δέρμα <lb/>συνισταμένοις. οὐ γὰρ
                        δήπου χολῆς μὲν ξανθῆς εἰς ἕν τι <lb/>μόριον κατασκηψάσης ἐρυσίπελας
                        γενήσεται, μελαίνης δὲ, <lb/>ἄνθραξ τε καὶ καρκῖνος, οὐ δήπου δὲ τὰ κατὰ
                        βάθος <pb n="122"/> τοῦ σώματος ἀδάμαντος ἔχει κατασκευὴν, ἀλλὰ κἀκεῖνά γε
                        <lb/>τοῖς αὐτοῖς ὑπόκειται πάθεσιν. ἐφ’ ὧν γοῦν οἷόν τέ ἐστι <lb/>βεβαίως
                        διαγνῶναι τὴν ἐργασαμένην αἰτίαν, ἐναργῶς ἐπὶ <lb/>τούτων φαίνεται καὶ ξανθὴ
                        καὶ μέλαινα χολὴ διαβιβρώσκουσαι <lb/>τῶν ἐντέρων ἄλλοτ’ ἄλλο, καθ’ ὅ τί περ
                        ἂν μάλιστα <lb/>στηριχθῶσι, καί ποτε τελέως ἀνίατον ἐργαζόμεναι <lb/>τὴν
                        δυσεντερίαν. καὶ διὰ τοῦθ’ Ἱπποκράτης ἐν Ἀφορισμοῖς <lb/>ἔγραψε· Δυσεντερίη,
                        ἢν ἀπὸ χολῆς μελαίνης ἄρξηται, θανάσιμον. <lb/>ἐγὼ δὲ πρόσθεν εἶπον, ἀνίατα
                        πάντ’ εἶναι τὰ διὰ <lb/>μέλαιναν χολὴν ἑλκωθέντα, πλὴν εἴ τις ἴασιν ἐθέλει
                        καλεῖν, <lb/>ὅταν ἐκκόψῃ τὸ πεπονθὸς μόριον ὅλον ἐν κύκλῳ περιταμὼν
                        <lb/>ἄχρι. τῶν ἀπαθῶν. ὥσπερ οὖν ἔντερον ἀβοηθήτως μὲν <lb/>ὑπὸ μελαίνης
                        χολῆς ἑλκοῦται, δυσβοηθήτως δὲ ὑπὸ τῆς <lb/>ξανθῆς χολῆς, δῆλον ὅτι καὶ τῶν
                        ἄλλων μορίων ἕκαστον, <lb/>ὅσα κατακέκρυπται μὲν ἐν τῷ βάθει, κυριώτερα δὲ
                        μακρῷ <lb/>τῶν ἐντέρων ἐστὶ, πρὸς τῷ καὶ τὴν θεραπείαν ἐπὶ μὲν τῶν
                        <lb/>ἐντέρων εὐκολωτέραν εἶναι, τῶν ἐνιεμένων διὰ τῆς ἕδρας <pb n="123"/>
                        φαρμάκων αὐτοῖς τοῖς πεπονθόσι προσπιπτόντων εὐθέως, <lb/>ἐπὶ δὲ τῶν ἄλλων
                        μορίων οὐδὲ τούτου γενέσθαι ῥᾳδίως <lb/>δυναμένου. οὔκουν τὸ τυχὸν οὐδὲ
                        μικρὸν τῆς τέχνης μέρος <lb/>ἀθεώρητον εἴασαν οἱ μηδὲν ἐπισκεψάμενοι περὶ
                        μελαίνης <lb/>χολῆς, ἔτι δὲ μᾶλλον οἱ μηδὲ περὶ τῆς ξανθῆς. ὅσοι <lb/>δὲ μὴ
                        περὶ τούτων ἐπεσκέψαντο μηδὲ περὶ φλέγματος, οὐδ’ <lb/>ἀριθμῆσαι δυνατὸν,
                        ὁπόσα παρέλιπον τῆς τέχνης ἀναγκαιότατα <lb/>θεωρήματα. περὶ μὲν οὖν τῆς
                        μελαίνης χολῆς οὐδὲν <lb/>ὅλως ὁ Ἐρασίστρατος ἔγραψε, περὶ δὲ τῆς ξανθῆς
                        ὀλίγα <lb/>τε ἅμα καὶ οὐδὲ ταῦθ’ ἅπαντ’ ἀληθῆ. λέγει μὲν γὰρ οὕτω <lb/>περὶ
                        αὐτῆς· Ἡ δὲ χολώδης ὑγρασία ὅτι μὲν ἀναγκαία ἐστὶν <lb/>ἀποκρίνεσθαι, πολλὰ
                        τῶν ἐπιγινομένων παθῶν μάρτυρες· <lb/>οἱ ἴκτεροι γὰρ καὶ αἱ περὶ τὸ ἧπαρ
                        γινόμεναι φλεγμοναὶ <lb/>καὶ ἄλλα πλείω. πότερον δὲ ἐν τῇ περὶ τὴν κοιλίαν
                        κατεργασίᾳ <lb/>τῆς τροφῆς γεννᾶται ἡ τοιαύτη ἢ μεμιγμένη ἐν τοῖς
                        <lb/>προσφερομένοις ἔξωθεν παραγίνεται, οὐδὲν χρήσιμον πρὸς <lb/>ἰατρικὴν
                        ἐπεσκέφθαι. ταῦτα μὲν ὁ Ἐρασίστρατος ἔγραψεν <lb/>ἐν τῷ πρώτῳ τῶν καθόλου
                        λόγων περὶ τῆς ξανθῆς χολῆς. ﻿<pb n="124"/> οἱ ἀντιλέγοντες δ’ αὐτῷ φασὶν,
                        ὡς, εἴπερ αὐτὸς ὁμολογεῖ, <lb/>βλάβην ἐργάζεσθαι τὴν ξανθὴν χολὴν
                        πλεονάσασαν, ἄμεινον <lb/>μὲν ἦν αὐτὴν μηδ’ ὅλως γεννᾶσθαι, τοῦτο δ’ εἴπερ
                        ἀδύνατον, <lb/>ἀλλ’ ὡς ὀλιγίστην. καὶ μὴν οὔτε γεννᾶσθαι δυνατόν <lb/>ἐστι
                        κωλύειν ὁντιναοῦν, οὔτε, εἴπερ τοῦτό γε δυνατὸν, ἀλλὰ <lb/>προνοεῖσθαί γε
                        τοῦ βραχυτάτην αὐτὴν γεννᾶσθαι χωρὶς τοῦ <lb/>τὴν αἰτίαν τῆς γενέσεως
                        ἐπίστασθαι τοῦ πράγματος δυνατόν. <lb/>ἡ μὲν οὖν οὐσία τοῦ χυμοῦ τούτου κατὰ
                        γε τὰ σιτία <lb/>καὶ τὰ ποτὰ περιέχεται. πάντως δὲ δήπου διαφορᾶς οὔσης
                        <lb/>ἐν αὐτοῖς, τὰ μὲν πλέον αὐτῆς, τὰ δ’ ἔλαττον ἔχει, τὰ <lb/>δὲ ἴσως
                        οὐδέν. εἰ δ’ ἐν τῷ σώματι γεννᾶται, κατὰ τίνα τε <lb/>μάλιστα μόρια γίνεται
                        τοῦτο, καὶ τίνος αἰτίας ἐργαζομένης <lb/>αὐτὴν, ἀναγκαῖον ἐπίστασθαι τοὺς
                        ἰατρούς. ἔζευκται δ’ ὁ <lb/>λόγος οὗτος τῷ κοινῷ λόγῳ περὶ γενέσεως χυμῶν,
                        ὑπὲρ ὧν <lb/>οὐδ’ ὅλως Ἐρασίστρατος ἔγραψεν. ὥσθ’, ὅσον ἐστὶν ἐπ’ <lb/>αὐτῷ,
                            <milestone unit="ed2page" n="172"/>μήτε τῶν ἐδεσμάτων ἡμᾶς ἐπίστασθαι
                        τίνα <lb/>μὲν εὔχυμά ἐστι, τίνα δὲ κακόχυμα, μήτε τῶν ἐπιτηδευμάτων, <pb n="125"/> ἔτι δὲ μᾶλλον μηδ’ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν ἀνθρώπων. <lb/>καίτοι
                        γ’ ἐνίους ὁρῶμεν, ὅπως ἂν διαιτῶνται, <lb/>πολὺν ἀθροίζοντας ἤτοι τὸν
                        πικρόχολον, ἢ τὸν μελαγχολικὸν, <lb/>ἢ τὸν τοῦ φλέγματος χυμόν. ὅτι γὰρ καὶ
                        αὐτὸς αἴτιος <lb/>γίνεται νοσημάτων οὐ σμικρῶν, ἐν ἑτέρῳ δέδεικται λόγῳ.
                        <lb/>ὡμολόγησε δὲ καὶ ὁ Ἐρασίστρατος αὐτὸς, ὑπὸ τοῦ χυμοῦ <lb/>τοιούτου
                        γίνεσθαί τινα πάθη, καίτοι παντὶ τρόπῳ φυλαττόμενος <lb/>αἰτιᾶσθαι τοὺς
                        μοχθηροὺς χυμούς. ἀλλὰ τούς γε <lb/>γλίσχρους καὶ παχεῖς αὐτὸς ἀπεφήνατο
                        παραλύσεως αἰτίους <lb/>γενέσθαι, γράψας οὕτως· Τὸ μὲν οὖν πάθος συμβαίνει,
                        <lb/>παρεμπτώσεως ὑγρῶν γινομένης εἰς τὰ τοῦ πνεύμονος <lb/>ἀγγεῖα τὰ ἐν
                        τοῖς νεύροις, δι’ ὧν αἱ κατὰ προαίρεσιν κινήσεις <lb/>συντελοῦνται. καὶ μετ’
                        ὀλίγα, Ἡ δὲ παρέμπτωσις, <lb/>φησὶ, γίνεται τῆς τροφῆς, ἀφ’ ἧς τὰ νεῦρα
                        τρέφεται· αὕτη <lb/>δὲ γλίσχρος καὶ ὅλκιμος καὶ δυσέκκριτος. ὅτι δὲ καὶ
                        <lb/>ἀποπληξίας καὶ ληθάργου καὶ ἐπιληψίας ἑτέρων τε πολλῶν <lb/>ὁ τοιοῦτος
                        χυμὸς ἀθροιζόμενος αἴτιός ἐστιν, οὐκ ἔτ’ εἶπεν. </p></div></div></body></text></TEI>