<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg030.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Νυνὶ δὲ πρότερον, ἃ διὰ τῆς πείρας ἔγνωμεν, <lb/>ἀρχὴν ποιησάμενοι τῆς διὰ
                        τοῦ λόγου γενησομένης <lb/>σκέψεως, ὅσα πεπείσμεθα χρόνῳ πολλῷ βασανίσαντες,
                        ευρηκέναι <lb/>ταῦτα ἐροῦμεν. ὁρᾶται δὴ τὸ κατὰ τὰς φλεβοτομίας <lb/>αἷμα
                        παχύτερον καὶ μελάντερον ἐν ταῖς τῶν ξηρῶν <lb/>καὶ θερμῶν σωμάτων φύσεσι,
                        ὥσπερ γε καὶ κατὰ τὰς τοιαύτας <lb/>ὥρας, καὶ χώρας, καὶ καταστάσεις,
                        ἐπιτηδεύματά τε <lb/>καὶ δίαιταν ἐν ἐδέσμασι παχυχύμοις τε καὶ αὐχμώδεσιν,
                            <pb n="115"/> ὁποῖόν ἐστι φακὴ, καὶ κοχλίαι, καὶ κρέα ταύρεια καὶ
                        τράγεια, <lb/>καὶ μᾶλλον εἰ ταριχευθείη. τῆς τοιαύτης ὕλης ἐστὶ <lb/>καὶ
                        μέλας οἶνος παχύς τε καὶ αὐστηρός. οὕτω δὲ καὶ τῶν <lb/>νοσημάτων ὅσα κατὰ
                        θερμὴν καὶ ξηρὰν δυσκρασίαν γίνεται, <lb/>καθάπερ οἱ καῦσοι, παχὺ καὶ μέλαν
                        ἀποφαίνουσι τὸ <lb/>αἷμα. τοιοῦτον δ’ αὐτοῖς καὶ ὁ μακρὸς οὗτος λοιμὸς, <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="169"/>ὁ ἐπὶ τοῦ μακροῦ θέρους γενόμενος,
                        εἰργάζετο, καὶ <lb/>τῶν γε διασωθέντων οὐκ ὀλίγοις ἔκκρισις διὰ τῆς κάτω
                        <lb/>γαστρὸς ἐγίγνετο τῶν καλουμένων μελάνων ἐπὶ τῆς ἐννάτης <lb/>ἡμέρας
                        τοὐπίπαν, ἢ ἑβδόμης, ἢ ἑνδεκάτης. ὧν καὶ αὐτῶν <lb/>ἐφαίνοντο διαφοραὶ
                        πλείους, ἐνίων μὲν ἐγγυτάτω τῆς μελαίνης <lb/>ἡκόντων, ἐνίων δ’ οὔτε δῆξιν
                        ἐν ταῖς διαχωρήσεσιν <lb/>ἐχόντων, οὔτε ὀσμὴν δυσώδη, πολλῶν δ’ ἐν τῷ μεταξὺ
                        <lb/>τούτων καθεστηκότων. ὅσοις δὲ τῶν νοσούντων ἡ διὰ τῆς <lb/>κάτω γαστρὸς
                        ἔκκρισις οὐκ ἐγένετο τοιαύτη, τὸ σῶμα πᾶν <lb/>περιεξήνθησε μέλασιν
                        ἐξανθήμασιν ὁμοίοις. ἐνίοτε δὲ <lb/>καὶ οἷον λεπὶς ἀπέπιπτε, ξηραινομένων τε
                        καὶ διαφορουμένων <pb n="116"/> αὐτῶν, κατὰ βραχὺ δὲ ἐπὶ πλείοσιν ἡμέραις
                        μετὰ τὴν <lb/>κρίσιν. ὅσοι δὲ διεχώρησαν ἀκριβῆ τὴν μέλαιναν, ἀπέθανον
                        <lb/>ἅπαντες· ἐνδείκνυται γὰρ ἡ τοιαύτη κατωπτῆσθαι τὸ αἷμα. <lb/>φαίνεται
                        δὲ καὶ ἄλλα χωρὶς τοῦ πυρέξαι πολλοῖς ἐξανθήματα <lb/>γινόμενα κατὰ τὸ
                        δέρμα, παχυνόμενόν τε καὶ ξηραινόμενον <lb/>τὸ πλεονάζον τοῦ μελαγχολικοῦ
                        χυμοῦ τῆς φύσεως <lb/>ὠθούσης αὐτοῦ ἐκτός· ἐξ οὗ γένους ἐστὶ καὶ ὁ
                        καλούμενος <lb/>ἐλέφας. ὅταν δ’ ἅμα πυρετῷ γένηταί τι τοιοῦτο, τὸν
                        ὀνομαζόμενον <lb/>ἄνθρακα γεννᾷ τὸ κατασκῆψαν εἰς τὸ δέρμα <lb/>τοῦ
                        μελαγχολικοῦ χυμοῦ. χωρὶς δὲ πυρετοῦ κατασκῆπτον, <lb/>ὅταν μὲν αἵματι
                        μεμιγμένον ᾖ, τὸν ἐλέφαντα γεννᾷν πέφυκεν, <lb/>ὅταν δὲ μόνον, ἐν ἀρχῇ μὲν
                        ὄγκον ἐργάζεται μέλανα, <lb/>τῷ χρόνῳ δ’ εἰς τὸν καλούμενον καρκῖνον
                        τελευτᾷ, ἐπειδὰν <lb/>μὲν δριμύτερον καὶ κακοηθέστερον ᾖ, διαβιβρωσκομένου
                        τοῦ <lb/>δέρματος, ὅταν δ’ ἐπιεικέστερον, ἕλκους χωρὶς ἐργάζεται <lb/>τὸν
                        ὀνομαζόμενον κρυπτὸν καρκῖνον. ἐναργῶς γὰρ ἅπαντα <pb n="117"/> τὰ τοιαῦτα
                        πάθη καὶ μάλισθ’ ὁ καρκῖνος ὑπὸ μελαγχολικοῦ <lb/>γίνεται χυμοῦ, σαφῶς
                        φαινομένων τῶν εἰς τὸ πεπονθὸς <lb/>μόριον ἡκουσῶν φλεβῶν παχὺν καὶ μέλανα
                        περιεχουσῶν χυμόν. <lb/>ἐκκαθαίρειν μὲν γὰρ τὸ αἷμα διὰ παντὸς ἡ φύσις
                        <lb/>πειρᾶται, διακρίνουσά τε τὸν μοχθηρὸν ἐξ αὐτοῦ κᾀκ τῶν <lb/>κυρίων
                        μορίων ὠθοῦσα, ποτὲ μὲν εἰς τὴν γαστέρα τε καὶ <lb/>τὰ ἔντερα, ποτὲ δὲ εἰς
                        τὴν ἐκτὸς ἐπιφάνειαν. ἀλλ’ ὅσα <lb/>μὲν τῶν τοιούτων λεπτομερεστέρας οὐσίας
                        ἐστὶ, διεξέρχεται <lb/>τὸ δέρμα, τινὰ μὲν κατὰ τὴν ἄδηλον τῇ αἰσθήσει
                        διαπνοὴν, <lb/>ἔνια δ’ αἰσθητικῶς, καθάπερ οἱ ἱδρῶτες, ὅσα δὲ <lb/>παχύτερα,
                        διεξελθεῖν μὲν οὐ δύναται τὴν πυκνότητα τοῦ <lb/>δέρματος, ἐγκαταλαμβανόμενα
                        δὲ, τὰ μὲν θερμὰ τοὺς ἄνθρακας <lb/>ἐργάζεται, τὰ δὲ μὴ τοιαῦτα τοὺς
                        καρκίνους. ὅταν <lb/>δ’ ἐπιεικὴς κατὰ τὰς ποιότητας ὁ μέλας εἴη χυμὸς αἵματί
                        <lb/>τε συμμιγεὶς, τοὺς ὑπερύθρους ἐλέφαντας ἐργάζεται· χρονίζοντες <lb/>δὲ
                        καὶ οὗτοι γίνονται μελάντεροι. πολλάκις δ’ ἡ <lb/>φύσις ἀναστομώσασα φλέβα
                        τῶν κατὰ τὴν ἕδραν ἀγγείων <pb n="118"/> ἐξέκρινε τὸν τοιοῦτον χυμὸν αἵματι
                        μεμιγμένον, ἀφ’ οὗ δὴ <lb/>καὶ τοὔνομα τῷ συμπτώματι τίθενται τὴν
                        αἱμοῤῥοΐδα. καὶ <lb/>χρὴ καταμανθάνειν ἀπ’ αὐτῆς, ὁποῖόν ἐστι τὸ
                        ἐκκρινόμενον <lb/>αἷμα, πότερον οἷον ἔχουσιν οἵ τε γυμναστικοὶ καὶ οἱ
                        ἀθληταὶ, <lb/>καὶ τῶν ἰδιωτῶν οἱ τελέως ὑγιεινοὶ καὶ εὔχυμοι, <lb/>ἢ
                        μελάντερόν τε καὶ παχύτερον τοῦδε. καὶ μέντοι καὶ <lb/>ἡ φύσις ἀποτίθεται τὸ
                        τοιοῦτο αἷμα πολλάκις εἰς τὰς κατὰ τὰ <lb/>σκέλη φλέβας, ὑφ’ οὗ
                        διατεινόμεναί τε καὶ διευρυνόμεναι κιρσώδεις <lb/>ἀποτελοῦνται, καὶ
                        μελαίνεταί γε τῷ χρόνῳ τὸ δέρμα <lb/>τὸ κατὰ τὰς τοιαύτας φλέβας. ἐφ’ ὧν δ’
                        αἵματος πλῆθος <lb/>μόνον εἰσρέοι ἄνευ τοῦ μελαγχολικὸν ὑπάρχειν, <milestone unit="ed2page" n="170"/>ἀσθενεστέρας <lb/>οὔσας φύσει τὰς τῇδε φλέβας
                        ἀνευρύνει κατασκῆπτον, <lb/>οὐδενὸς τοιούτου συμβαίνοντος, ὡς ἐφ’ ὧν γε
                        <lb/>ἂν τὸ μελαγχολικὸν αἷμα τοὺς κιρσοὺς ἐργάσηται. κίνδυνος <lb/>γὰρ ἐπὶ
                        τούτων ἐστὶν, ἐὰν ἐκτέμνῃ τις τὰς πεπονθυίας <lb/>φλέβας, ἁλῶναι μελαγχολίᾳ.
                        καὶ τοῦτο πολλάκις ἑωρᾶτο <lb/>γινόμενον, οὐ μόνον κατὰ τοὺς κιρσοὺς, ἀλλὰ
                        καὶ κατὰ τὰς ﻿<pb n="119"/> ὑπὸ τοῦ τοιούτου χυμοῦ γινομένας αἱμοῤῥοΐδας.
                        ἕλκος δέ <lb/>τις ἔχων ἐν κνήμῃ χρόνου πολλοῦ τὴν ὑπερκειμένην φλέβα
                        <lb/>κιρσωδεστέραν οὖσαν ἐκτμηθεὶς, αὐτίκα μὲν ἐθεραπεύθη τὸ <lb/>ἀρχαῖον
                        ἕλκος, ὃ δὲ ἐκ τῆς τομῆς ἔσχεν ἐξαιρουμένης τῆς <lb/>φλεβὸς, ἀνίατον
                        ἔμεινεν. ὕστερον δέ ποτε μετ’ ἐνιαυτὸν εἷς <lb/>τῶν ἐν Περγάμῳ διδασκάλων
                        ἡμῶν Στρατόνικος τοὔνομα, <lb/>μαθητὴς Σαβίνου τοῦ Ἱπποκρατείου, φλέβα τεμὼν
                        ἐν ἀγκῶνι <lb/>ἀνθρώπου, καὶ θεασάμενος αἷμα παχὺ καὶ μέλαν ἐκκρινόμενον,
                        <lb/>ἐπαφεῖλε κατὰ τὴν ὑστεραίαν ὀλίγον, εἶτα κατὰ τὴν <lb/>τρίτην τε καὶ
                        τετάρτην ὁμοίως ὀλίγον, καθήρας τε μετὰ <lb/>ταύτας τὰς τρεῖς φαρμάκῳ μέλανα
                        χυμὸν ἐκκενοῦντι, καὶ <lb/>τὴν δίαιταν αὐτῷ εὔχυμον παρασκευάσας, ἐπὶ τὴν
                        θεραπείαν <lb/>τοῦ ἕλκους ἐτράπετο. </p></div></div></body></text></TEI>