<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg030.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ὅτι μὲν οὖν οὐ πήγνυται, διώρισται μὲν <lb/>ἀπὸ τοῦ μέλανος αἵματος, οὐ μὴν
                        ἤδη γε καὶ ἀπὸ τῶν μελάνων <lb/>ἰδίως ὀνομαζομένων. ἐμεῖταί τε γὰρ καὶ
                        διαχωρεῖται <lb/>πολλάκις τοιαῦτα, πάμπολυ διαφέροντα τῆς μελαίνης, <pb n="111"/> οὐ τῇ δυνάμει μόνον, ἀλλὰ καὶ ταῖς αἰσθηταῖς ποιότησιν.
                        <lb/>οὔτε γὰρ στρυφνότητος, οὔτε ὀξύτητος μετέχει σαφῶς ταῦτα, <lb/>τῆς
                        μελαίνης χολῆς κατά τε τὴν γεῦσιν ἐμφαινούσης τοῖς <lb/>ἐμοῦσιν αὐτὴν καὶ
                        κατὰ τὴν ὄσφρησιν, οὐκ ἐκείνοις μόνον, <lb/>ἀλλὰ καὶ τοῖς ἄλλοις. οὐ μὴν
                        οὐδὲ ζυμοῖ τὴν γῆν, ὡς <lb/>ἐκείνη. ἀλλ’ εἰ καὶ κατὰ τοῦτ’ ἔοικεν ὄξει
                        δριμυτάτῳ, τῷ <lb/>παχυμερεῖ τῆς οὐσίας ἐναντιώτατα διάκειται, καὶ διὰ
                        τοῦθ’, <lb/>οἷς ὁμιλήσειεν ἂν τοῦ σώματος μέρεσιν ἄκρατος, ἑλκοῖ πάντως
                        <lb/>αὐτὰ διαβιβρώσκουσα. τὸ μὲν γὰρ ὄξος, ἅτε λεπτομερὲς <lb/>ὂν,
                        διεξέρχεται, τὸ δὲ τῆς μελαίνης χολῆς πάχος, <lb/>ἕδραν μόνιμον αὐτῇ
                        παρέχον, αἴτιον τῆς ἀναβρώσεως γίνεται. <lb/>ὥσπερ δὲ τοῖς εἰρημένοις
                        γνωρίσμασι σαφῶς διορίζεται <lb/>τῶν μελάνων, εἴτε χυμῶν ἐθέλεις λέγειν,
                        εἴτε διαχωρημάτων, <lb/>εἴτ’ ἐδεσμάτων, ἡ μέλαινα χολὴ, οὕτω κᾀν τῷ
                        <lb/>μήτε μυῖαν μήτ’ ἄλλο τι ζῶον ἐθέλειν αὐτῆς γεύσασθαι, <lb/>καθάπερ οὐδὲ
                        τῆς κατακοροῦς ἅλμης. οὐδὲ γὰρ ἐν ἐκείνῃ <lb/>διαζῇ ζῶον, ὡς ἡ καλουμένη
                        νεκρὰ θάλασσα τεκμήριον. <pb n="112"/> καὶ διὰ τοῦτ’ ἔοικεν ἡ γένεσις αὐτῆς
                        ὀλέθριος ὑπάρχειν, <lb/>ὑπεροπτηθέντος τοῦ μέλανος χυμοῦ συμβαίνουσα. πολὺ
                        <lb/>δὲ δήπου τῆσδε τὴν ἐκ τῆς ξανθῆς χολῆς ὑπεροπτηθείσης <lb/>γινομένην
                        μέλαιναν ὀλεθριώτερον εἶναι νομιστέον, <milestone unit="ed2page" n="168"/>ὅσῳ <lb/>περ καὶ ὁ χυμὸς τοῦ χυμοῦ δραστικώτερος, ἡ ξανθὴ χολὴ <lb/>τῆς
                        οἷον ὑποστάθμης τοῦ αἵματος, ἣν ἀμόργῃ καὶ τρυγὶ <lb/>παραπλησίαν ἔφασαν
                        ἔχειν τὴν γένεσιν οἱ περὶ τὰ τῆς <lb/>τέχνης ἔργα σπουδάσαντες. ἀλλ’ ὥσπερ
                        ἐπ’ ἄλλων πολλῶν <lb/>πραγμάτων, ὁμωνύμων μὲν ἀλλήλοις, ἐναντίας δὲ φύσεως
                        <lb/>ὄντων, ἡ τῆς προσηγορίας κοινότης ἔσφηλέ τινας, οὕτω <lb/>κᾀπὶ τῶν
                        εἰρημένων δυοῖν χυμῶν ἔνιοι σφαλέντες ᾠήθησαν <lb/>ἐπ’ ἀγαθῷ πολλάκις
                        ἐμεῖσθαί τι καὶ διαχωρεῖσθαι μελαίνης <lb/>χολῆς. ἐγὼ δ’ ἐκ μειρακίου παρὰ
                        Πέλοπι τῷ διδασκάλῳ <lb/>μαθὼν ἑκατέρου τῶν χυμῶν τὰ γνωρίσματα, κᾄπειτα
                        <lb/>παραφυλάξας αὐτὰ δι’ ὅλου <milestone unit="ed1page" n="359"/>τοῦ ἐμοῦ
                        βίου <lb/>μέχρι δεῦρο, τὸν μὲν τῆς ἀκριβοῦς μελαίνης χολῆς χυμὸν
                        <lb/>ὀλεθρίως ἐκκρινόμενον ἐθεασάμην ἀεὶ, τὴν δὲ τῶν μελάνων <pb n="113"/>
                        κένωσιν οὐκ ὀλιγάκις ἐπ’ ἀγαθῷ γενομένην. ἀρκεῖ μὲν <lb/>οὖν καὶ τοῦτο
                        γινώσκεσθαι μόνον εἰς τὰ τῆς τέχνης ἔργα, <lb/>καὶ μάλιστα ἐάν γε μετὰ
                        διορισμοῦ τῶν καιρῶν, ἐν οἷς ἐκκρίνεται, <lb/>μάθῃ τις τὸν λόγον, ὃν ἐν τοῖς
                        ἑξῆς ἐγὼ διηγήσομαι. <lb/>τῷ δὲ μήπω διὰ μακρᾶς πείρας ἐγνωκότι τὸ γινόμενον
                        <lb/>ἐφ’ ἑκατέρᾳ τῇ κενώσει, θαυμάζειν ἴσως ἢ ἀπιστεῖν <lb/>εἰκός ἐστιν, εἰ
                        τοῦ μοχθηροτάτου χυμοῦ κενουμένου βλάπτεται <lb/>τὸ σῶμα· τοὐναντίον γὰρ
                        εὔλογον εἶναι δόξει, τῶν <lb/>βλαπτόντον ἐκκενουμένων, ὑγιεινότατον αὐτὸ
                        γίνεσθαι. κατὰ <lb/>τοῦτον οὖν τὸν λόγον καὶ ἡ τῶν μελάνων κένωσις. ἀλλ’
                        <lb/>ὁ διὰ μακρᾶς πείρας πεισθεὶς, ὅτι, ὡς ἄρτι μοι λέλεκται, <lb/>γίνεται,
                        ῥᾳδίως εὑρήσει τὴν αἰτίαν τοῦ συμβαίνοντος, καὶ <lb/>μάλισθ’ ὅταν ἐθελήσῃ τὰ
                        γεννῶντα τὴν μέλαιναν χολὴν <lb/>εὑρεῖν, ὧν ἤδη μὲν ἡ ἀρχὴ τῆς εὑρέσεως
                        εἴρηται, βέλτιον <lb/>δὲ καὶ τὸ σύμπαν τοῦ λόγου προσθεῖναι. τοῦ γὰρ ἐκ τῆς
                        <lb/>κοιλίας τε καὶ τῶν ἐντέρων εἰς ἧπαρ ἀναδιδομένου χυλοῦ ﻿<pb n="114"/>
                        τὸ μέν τι λεπτομερέστερόν ἐστι τῇ συστάσει, τὸ δὲ παχυμερέστερον, <lb/>ὥσπερ
                        καὶ τῶν ἐδεσμάτων αὐτῶν αἱ οὐσίαι διαφέρουσι. <lb/>γινωσκόντων δ’ ἡμῶν,
                        ἅπαντα τὴν διοικοῦσαν τὸ <lb/>σῶμα φύσιν ἐπὶ σωτηρίᾳ τοῦ ζώου πράττειν,
                        ὁρώντων τε <lb/>καὶ τοὺς ἐκκριτικοὺς πόρους τῶν ἀχρηστοτέρων μορίων τῆς
                        <lb/>τροφῆς τε καὶ τοῦ ποτοῦ, θαυμαστὸν οὐδὲν εἶναι δοκεῖ, <lb/>καὶ τῆς
                        ὑποστάθμης τοῦ αἵματος ἐπιτεχνήσασθαί τινα κένωσιν <lb/>αὐτὴν, ἥτις ὁποία
                        μέν ἐστι καὶ διὰ τίνων γίνεται <lb/>μορίων, αὖθις ἐπισκεψόμεθα. </p></div></div></body></text></TEI>