<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg030.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Φαίνεται δ’ οὗτος, ἐάν τε ἀρτηρία τις <lb/>ἢ φλὲψ τρωθῇ, παραχρῆμα τῶν
                        περιεχόντων αὐτὸν ἀγγείων <lb/>ἐκχεόμενος, ἐρυθρότερος μὲν ἐκ τῶν φλεβῶν,
                        ξανθότερος <lb/>δὲ τοὐπίπαν ἐκ τῶν ἀρτηριῶν. ἀλλὰ πήγνυταί γε ἑκάτερος
                        <lb/>εὐθέως, οὐ μόνον ἐκπίπτων τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ κατ’ <lb/>αὐτὸ
                        περιεχόμενος ἔτι, καθ’ ὅντιν’ οὖν τρόπον. καὶ τήν <lb/>γε πῆξιν αὐτοῦ
                        τελευτῶσαν εἰς θρόμβον ὁρῶμεν· οὕτω γὰρ <lb/>ἔθος ὀνομάζειν τοῖς Ἕλλησι τὸ
                        πεπηγὸς αἷμα. φαίνεται δὲ <lb/>πηγνύμενον οὐ μόνον ἐν τοῖς κατὰ τὴν κοιλίαν
                        τε καὶ τὰ <lb/>ἔντερα χωρίοις, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν κύστιν, ἐν ᾗ τὸ οὖρον
                        <lb/>ἀθροίζεται, καὶ κατὰ πνεύμονά τε καὶ τὴν τραχεῖαν ἀρτηρίαν, <lb/>ὥσπερ
                        γε κᾀν τῷ μεταξὺ θώρακός τε καὶ πνεύμονος, <pb n="107"/> ἔν τε ταῖς μήτραις
                        ἐπὶ γυναικῶν. ἐπικρατεῖ μὲν οὖν ὡς <lb/>τὸ πολὺ κατὰ τὸν χυμὸν τοῦτον ἡ
                        ἐρυθρὰ χρόα, καὶ <lb/>τό γε κάλλιστον αἷμα τοιοῦτο ἀκριβῶς ἐστι. φαίνεται δ’
                        <lb/>ἐνίοτε καὶ ξανθότερον τοῦδε καὶ μελάντερον, ὥσπερ γε τῇ <lb/>συστάσει
                        παχύτερον καὶ λεπτότερον. εὑρίσκεται δ’ ἐνίοτε <lb/>καὶ τὸ τῶν
                        φλεβοτομηθέντων αἷμα λεπτὴν ὑγρότητα <lb/>περιέχον, ἥτις ἐν τῷ πήγνυσθαι
                        διακρινομένη τὴν ἐπιπολῆς <lb/>αὐτοῦ καταλαμβάνει χώραν. εὔλογον γὰρ δήπου
                        κᾀκ <lb/>τοῦ ποτοῦ συναναφέρεσθαί τι τῷ γεννηθέντι κατὰ τὸ ἧπαρ <lb/>αἵματι,
                        τὴν ἔκκρισιν λαμβάνον ὕστερον, οὐ μόνον διὰ τῶν <lb/>οὔρων, ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν
                        ἱδρώτων, καὶ κατὰ τὴν καλουμένην <lb/>ἄδηλον αἰσθήσει διαπνοήν. φαίνεται δ’
                        ἐνίοτε καὶ <lb/>φλεγματώδης χυμὸς ἐποχούμενος τῷ αἵματι, καθάπερ γε <lb/>καὶ
                        σύμπαν ἱκανῶς παχύτερον καὶ μελάντερον, ὡς ἐοικέναι <lb/>πολλάκις ὑγρᾷ
                        πίττῃ. καλεῖται μὲν οὖν τὸ ἐκ τῶν φλεβῶν <lb/>καὶ τῶν ἀρτηριῶν ἐκχεόμενον,
                        ὁποῖον ἂν ᾖ, μιᾷ προσηγορίᾳ <lb/>τῇ τοῦ αἵματος, οὐδεμιᾶς τῶν εἰρημένων
                        αὐτοῦ διαφορῶν <pb n="108"/> ἴδιον ἐχούσης ὄνομα. καὶ πήγνυται πᾶν αὐτίκα,
                        κᾂν <lb/>εἰς σαρκῶδες μόριον ἄχρι βάθους διαιρεθὲν ἐκχυθῇ. παραπλήσιος
                        <lb/>δέ τις αἵματι παχεῖ καὶ μέλανι χυμὸς ἕτερος ὁρᾶται <lb/>πολλάκις
                        ἐκκρινόμενος, ἐμούντων τε καὶ διαχωρούντων, <lb/>οὐ μὴν πηγνύμενός γε, κᾂν
                        ἐπὶ πλεῖον ὁμιλεῖ τῷ πέριξ <lb/>ἀέρι. καὶ τούτου γ’ αὐτοῦ ποτὲ μὲν αἴσθησις
                        γίνεται <lb/>τοῖς ἐμοῦσιν ὀξέος τε ἅμα καὶ στρυφνοῦ, ποτὲ δὲ οὐδεμίαν
                        <lb/>ἔχοντος ἐμφανῆ ποιότητα, μήτ’ οὖν γλυκύτητα, καθάπερ <lb/>τὸ αἷμα, μήθ’
                        ἁλυκότητα, καθάπερ ἐνίοτε τὸ αἷμα <lb/>καὶ τὸ φλέγμα, μήτε πικρότητα,
                        καθάπερ ἡ ξανθὴ χολή. <lb/>πρόδηλον οὖν ἐστι, νοσῶδες μὲν εἶναι τὸ ἁλυκὸν
                        αἷμα καὶ <lb/>τὸ φλέγμα. τοὐπίπαν δὲ τὸ μὲν αἷμα γλυκὺ φαίνεται, τὸ <lb/>δὲ
                        φλέγμα ἄποιον, καθάπερ ὕδωρ. ἀλλ’ ἐκτρεπόμενόν γε <lb/>τῆς κατὰ φύσιν
                        ποιότητος οὐχ ἁλυκὸν μόνον, ἀλλὰ καὶ <lb/>ὀξὺ γίνεται, μεταλαμβάνει δέ ποτε
                        καὶ γλυκείας ποιότητος. <lb/>ἀλλὰ καὶ τοῦτον τὸν χυμὸν, ὁποῖος ἂν ᾖ, φλέγμα
                        καλοῦσιν, <lb/>εἰ μόνον εἴη λευκός. ἔχει δὲ τὸ κοινὸν ἁπάντων χυμῶν ﻿<pb n="109"/> γνώρισμα, τὸ μὴ πήγνυσθαι. πρόδηλον δ’ ὅτι διαφέρει <lb/>μηδὲν
                        ἁλμυρὸν ἢ ἁλυκὸν ὀνομάζειν ὅντινα χυμὸν, <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="167"/>ἄμφω γὰρ τὰ ὀνόματα ταὐτὸ σημαίνει
                        πρᾶγμα. ἔστι <lb/>δὲ καὶ ἕτερός τις χυμὸς, ἀεὶ μὲν πικρὸς τοῖς ἐμοῦσιν αὐτὸν
                        <lb/>φαινόμενος, οὐκ ἀεὶ δὲ ξανθὸς, ἀλλ’ ὠχρὸς ἔστιν ὅτε· καὶ <lb/>παχύτερος
                        διαπαντὸς ὁ ξανθὸς τοῦ ὠχροῦ φαίνεται. ὥστ’ <lb/>ἐκ τούτων τεκμαίρονται
                        προσηκόντως οἱ περὶ χυμῶν ἄριστα <lb/>γνόντες, ὑγρότητος ἐπιμιξίᾳ λεπτῆς καὶ
                        ὑδατώδους τῇ συστάσει <lb/>τὴν ξανθὴν χολὴν ὠχρὰν φαίνεσθαι. καλοῦσι δ’
                        <lb/>ἔνιοι μὲν ὑδατώδη τὴν ὑγρότητα ταύτην, ἔνιοι δ’ ὀῤῥώδη, <lb/>τούτου τοῦ
                        γένους οὖσαν, ἐξ οὗ τό τε οὖρόν ἐστι <lb/>καὶ ὁ ἱδρώς. ὥσπερ δὲ μιγνυμένης
                        τῆς λεπτῆς ὑγρότητος <lb/>ἡ ξανθὴ χολὴ κατά τε τὴν χρόαν ὠχροτέρα καὶ τὴν
                        σύστασιν <lb/>ὑγροτέρα γίνεται, οὕτως, ὅταν ἐπὶ πλέον αὐτὴ διαφορηθῇ,
                        <lb/>τῇ τῶν ὠμῶν ὠῶν λεκίθῳ παραπλησία φαίνεται, <lb/>καὶ διὰ τοῦτο καλεῖται
                        λεκιθώδης. αὕτη μὲν οὖν ἡ χολὴ, <lb/>κᾂν ὠχρὰ, κἂν ξανθὴ, κᾂν λεκιθώδης
                        φαίνηται, τὴν γένεσιν <lb/>ἐν τοῖς ἀγγείοις ἴσχει. κατὰ δὲ τὴν γαστέρα
                        πρασοειδής <pb n="110"/> τις ἑτέρα γεννᾶται. καλοῦσι γὰρ οὕτως αὐτὴν ἀπὸ τῆς
                        <lb/>χρόας τῶν πράσων παρονομάσαντες, ὥσπερ γε καὶ τὴν <lb/>ἰώδη παρὰ τὸ τῷ
                        ἰῷ ὁμοιοῦσθαι. ὠνόμασται δὲ καὶ <lb/>ἰσατώδης τις χολὴ παρὰ τὴν τῆς ἰσάτιδος
                        χρόαν τῆς <lb/>γλαυκῆς. αὗται πᾶσαι κοινὸν ἔχουσι τὸ διαμένειν. οὕτως
                        <lb/>οὖν καὶ τὴν ἐρυθρὰν ἔνιοι χολὴν ὠνόμασαν, ἐγγὺς οὖσαν <lb/>αἵματι λεπτῷ
                        κατὰ τὴν σύστασιν, ἀλλ’ ὅτι μὴ πήγνυται, <lb/>διὰ τοῦτο χολὴν αὐτὴν
                        προσαγορεύουσι. ταῦτα μὲν οὖν <lb/>ἴσως ἐπὶ πλέον ἢ κατὰ τὴν προκειμένην
                        εἴρηται πραγματείαν <lb/>τῇ τε κοινωνίᾳ τοῦ λόγου καὶ τῷ χρησίμῳ τῆς
                        γνώσεως, <lb/>ἔτι τε τῷ συντόμῳ τῆς διδασκαλίας προτρεψαμένης <lb/>με
                        διελθεῖν ὑπὲρ αὐτῶν. ἐπὶ δὲ τὸν περὶ τῆς μελαίνης <lb/>χολῆς λόγον
                        ἐπανέλθωμεν. </p></div></div></body></text></TEI>