<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg029.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Πάλιν ἐπὶ τούσδε τοὺς φιλοσόφους ἔλθωμεν, <lb/>ἀποφαινομένους προπετῶς περὶ
                        τῶν ἐν τῷ κενῷ σωμάτων <lb/>ἑστώτων ἢ κάτω φερομένων. ὁ μὲν γὰρ ἀρχιτέκτων
                        <lb/>οὗτος οὐκ ἂν ἀπεφήνατο, πρὶν εἰς αὐτὸ τὸ κενὸν ἐξελθὼν <lb/>τοῦ κόσμου
                        τῇ πείρᾳ βασανίσαι τὸ πρᾶγμα, καὶ θεάσασθαι <lb/>σαφῶς, εἴτε μένειν κατὰ τὸν
                        αὐτὸν τόπον <lb/>ἕκαστον τῶν ἐν αὐτῷ σωμάτων, εἴτε καὶ μεθίστασθαι.
                        <lb/>τοιαύταις γὰρ ἀρχαῖς εἰς τὰς ἀποδείξεις οἶδα χρωμένους <lb/>αὐτοὺς,
                        ἐναργέσι τε καὶ ἀναντιλέκτοις ὑπὸ πάντων <pb n="99"/> ὁμολογουμέναις· ὑμεῖς
                        δὲ οἱ φιλοσοφοῦντες, περὶ ὧν οὐδεμίαν <lb/>ἐναργῶς γνῶσιν ἔχετε, ταῦθ’ ὡς
                        ἐναργῶς γνωσθῆναι <lb/>δυνάμενα. ἤκουσα πρώτην ἀπιστούντοιν δυοῖν
                        φιλοσόφοιν· <lb/>ἐδόκει γὰρ αὐτῶν τῷ μὲν ἑτέρῳ τὸ ὕδωρ τῶν <lb/>ξύλων
                        βαρύτερον εἶναι, τῷ δ’ ἑτέρῳ τὰ ξύλα τοῦ ὕδατος, <lb/>ἑκάτερός τε λόγους
                        ἔλεγε μακροὺς, ἐμβλέπων ἄνω τε καὶ <lb/>κάτω. κεφάλαιον δὴ τοῦ μὲν ἑτέρου
                        τῶν φιλοσόφων, τὴν <lb/>πεπιλημένην οὐσίαν βαρυτέραν εἶναι, καὶ διὰ τοῦτο τὰ
                        <lb/>ξύλα τοῦ ὕδατος, τοῦ δ’ ἑτέρου, ἔλαττον ἔχειν κενὸν τὰ <lb/>ξύλα. καὶ
                        ταῦτα ἔλεγον διὰ μακρῶν ἐξηκόντων λόγων, οὐκ <lb/>ἀποδεικτικῶν, ποιούμενοι
                        τὰς πίστεις, ὥσπερ ἀδύνατον ἐν <lb/>αἰσθήσει διαγνῶναι τὸ πρᾶγμα, καθάπερ
                        ἡμᾶς οἶσθα <lb/>ποιοῦντας. οἱ δὲ φι<milestone unit="ed2page" n="551"/>λόσοφοι λέγειν ἔτι βουλόμενον <lb/>αὐτὸν ἠρώτησαν, ὅστις ὁ τρόπος εἴη,
                        καθ’ ὃν ἐναργῶς διαγινώσκεται, <lb/>πότερόν ἐστι βαρύτερον· οὐ γὰρ δὴ διὰ
                        ζυγοῦ <lb/>γε δυνατὸν ἔφασαν γενέσθαι τοῦτο, καθάπερ οὐδὲ δι’ ἀγγείου
                        <lb/>πληρουμένου· στῆσαι μὲν γὰρ οἷόν τέ ἐστι τὸ ξύλον, <pb n="100"/> οὐ μὴν
                        πληρῶσαι τό γε ἀγγεῖον ἐξ αὐτοῦ, τοῦ ὕδατος <lb/>αὖ πληροῦσθαι δύνασθαι.
                        τοιαῦτ’ οὖν αὐτῶν λεγόντων, <lb/>ὥσπερ εἰώθασι, γελάσας ὁ ἀρχιτέκτων ἔφη·
                        Τοιοῦτοι <lb/>διὰ παντὸς ὑμεῖς οἱ δοξόσοφοι πάντες ἐστὲ, τὰ μὲν <lb/>ἔξω τοῦ
                        κόσμου γιγνώσκειν οἰόμενοι, περὶ ὧν εἰκάσαι μέν <lb/>ἐστιν ἐνδεχόμενον,
                        γνῶναι δ’ ἐπιστημονικῶς οὐκ ἐγχωρεῖ, <lb/>τὰ δὲ τοιαῦτα, καὶ τοῖς τυχοῦσιν
                        ἐνίοτε γιγνωσκόμενα, <lb/>παντάπασιν ἀγνοοῦντες, ὥσπερ καὶ τοῦτ’ αὐτὸ τὸ νῦν
                        <lb/>προκείμενον, ὕδατός τε καὶ ξύλων σταθμὸν ἀντεξετάσαι. <lb/>δεηθέντων
                        οὖν ἁπάντων τῶν παρόντων εἰπεῖν τὸν ἀρχιτέκτονα, <lb/>πῶς ἐπιστημονικῶς καὶ
                        βεβαίως ἀντεξετασθήσεται <lb/>τὸ τοῦ ξύλου τῷ τοῦ ὕδατος, ὁ μὲν διῆλθεν ἐν
                        <lb/>τάχει τε καὶ σαφῶς, ὡς ἅπαντας τοὺς παρόντας νοῆσαι, <lb/>πλὴν μόνων
                        τῶν φιλοσόφων· ἐκεῖνος δὲ καὶ δεύτερον <lb/>ἠναγκάσθη καὶ τρίτον εἰπεῖν τὸν
                        αὐτὸν λόγον, ὥστε <lb/>μόγις ἐνόησαν. ὁ μὲν ἀρχιτέκτων, Εἰκότως, ἔφη,
                        λέγουσι <pb n="101"/> πάμπολλοι, πλὴν δοξοσοφίας οὐδὲν τούτοις ὑπάρχειν·
                        <lb/>οἱ δ’ ἀνόητοι μὲν ἐν τοῖς ἀγνώστοις ἅπασιν ἐλέγχονται, <lb/>δοξόσοφοι
                        δ’ ἐν τοῖς γνωστοῖς. ἐγὼ δὲ διαδεξάμενος αὐτὸν <lb/>τὸν λόγον, εὐλόγως ἔφην
                        τοῦτο συμβαίνειν αὐτοῖς. <lb/>καὶ γὰρ, ὅπως χρὴ μεταβαίνειν ἀπὸ τῶν ἐναργῶς
                        γινωσκομένων <lb/>ἐπὶ τὰ τῶν ἀδήλων, οὐδέποθ’ ὑπέμειναν ἀσκηθῆναί <lb/>τε
                        καὶ μαθεῖν ἐπὶ πραγμάτων, μαρτυρῆσαι μὲν τοῖς <lb/>εὑροῦσιν αὐτὰ δυναμένων,
                        ἐλέγξαι δὲ τοὺς οὐχ εὑρόντας. <lb/>Ἵνα δ’, ἔφη, καὶ γελάσητε, καὶ γνῶτε τὸν
                        τῦφον <lb/>αὐτῶν ὁπηλίκος ἐστὶν, διελθεῖν ὑμῖν ἕν τι καὶ δύο βούλομαι,
                        <lb/>περὶ ὧν ἀποφαίνονται προπετῶς οἱ τὰς ὀφρῦς <lb/>ἀνεσπακότες οὗτοι. καὶ
                        πρῶτόν γε τοῦτο λέγω μάλιστ’, <lb/>ἐπειδὴ τῶν Περιπατητικῶν τις ἀφῖκται τῶν
                        φιλοσόφων, <lb/>ἕνα τε τὸν κόσμον τοῦτον εἶναι πεπλησμένον, ἔξωθέν τε
                        <lb/>αὐτοῦ μηδὲν εἶναι κενὸν, ὥσπερ οὐδ’ ἔνδον· διαφέρει <lb/>γε μὴν, ἔφην,
                        τῷδε τῷ φιλοσόφῳ διττὴν διαφορὰν ἑκάτερος <lb/>τούτων· ἐδείκνυον δὲ τόν τε
                        Στωϊκὸν καὶ τὸν <pb n="102"/> Ἐπικούρειον. ὁ δὲ Στωϊκὸς οὐκ ἔνδον τι κενὸν
                        εἶναι, <lb/>ἔξωθεν τοῦ κόσμου ὑπάρχειν αὐτό· ταῦτα δ’ ἄμφω <lb/>συγχωρῶν ὁ
                        Ἐπικούρειος, ἐν ἄλλῳ τινὶ διαφέρεται πρὸς <lb/>αὐτόν· οὐ γὰρ ἕνα ὁμολογεῖ
                        κόσμον εἶναι τόνδε, καθάπερ <lb/>ὁ Στωϊκὸς οἴεται, κατά γε τοῦτο τοῖς
                        Περιπατητικοῖς <lb/>ὁμόδοξος, ἀλλ’, ὥσπερ γε καὶ τὸ κενὸν ἄπειρον <lb/>τῷ
                        μεγέθει φησὶν ὑπάρχειν, οὕτω καὶ τοὺς ἐν αὐτῷ κόσμους <lb/>ἀπείρους εἶναι τῷ
                        πλήθει. ἐγὼ δ’ ἤκουσα μὲν, ἃ <lb/>λέγουσιν οἱ τρεῖς, συναγορεύειν βουλόμενοι
                        τοῖς ἰδίοις <lb/>ὀνείροις· ἀκριβῶς δ’ οἶδα μηδένα λόγον ἀποδεικτικῶς ἔχοντας
                        <lb/>αὐτοὺς, ἀλλ’ ἐνδεχομένως τε καὶ εἰκότως, ἐνίοτε δὲ <lb/>μηδὲ τοιούτους
                        γνώσεσθαι, ὅτι μὲν ψεύδονται παρακαλέσαντες <lb/>εἰπεῖν τινα ἀπόδειξιν
                        ἕκαστον αὐτῶν εἰς ταὐτὸ τοῦτο <lb/>προκείμενον. οὕτως οὖν ἔλεγον, ἅπερ ἴσμεν
                        ἐν τοῖς βιβλίοις <lb/>αὐτῶν γεγραμμένα· πᾶσι δὲ τοῖς παροῦσι σαφῶς ἐφαίνετο
                        <lb/>μηδεὶς ἀναγκαστικὸν λόγον εἰπὼν, μηδ’ ἀποδείξεως γραμμικῆς
                        <lb/>ἐχόμενον, ἀλλ’ ἐξ ἐπιχειρημάτων συγκείμενον, οἷς <pb n="103"/> οἱ
                        ῥήτορες χρῶνται. ἀλλά γε περὶ πλουσίων ὁ λόγος. <lb/>ἐφ’ ἡμᾶς οὖν αὐτοὺς
                            <milestone unit="ed2page" n="552"/>ἔλθωμεν, ὅσοι μὴ πλουτοῦμεν,
                        <lb/>ἐρωτήσωμέν τε καὶ πάλιν ἕνα τῶν σοφῶν, εἰ δίκαιόν ἐστιν <lb/>ἑαυτοὺς
                        ἀναγορεύειν ἐγνωκότας μόνους τὴν ἀλήθειαν, ὑπὸ <lb/>πάντων τῶν ἄλλων
                            καταγινω<milestone unit="ed1page" n="367"/>σκομένων ἰδιωτῶν τε καὶ
                        <lb/>φιλοσόφων. τὸ γάρ τοι δεινότατον, ἔφην, τοῦτ’ ἔστιν, ὅτι <lb/>τῶν
                        φιλοσόφων ἕκαστος ἂν ἔξωθεν τῆς οἰκείας ποίμνης <lb/>ὑπ’ οὐδενὸς ἐπαινεῖται.
                        τίνα τοίνυν εἰκός ἐστιν ἄλλον δὴ <lb/>τοὺς φιλοσόφους ἅπαντας ὑπομένοντας
                        κριτὴν, πλὴν αὐτῶν <lb/>τῶν φαινομένων, ὑπομένοντάς τε καὶ τοὺς ἀπὸ τῶν
                        λογικῶν <lb/>τεχνῶν ἁπασῶν ἀριθμητικοὺς, λογιστικοὺς, γεωμέτρας,
                        <lb/>ἀστρονόμους, ἀρχιτέκτονας, νομικοὺς, ῥήτορας, γραμματικοὺς,
                        <lb/>μουσικούς; ἢ ὁ ὑφ’ ἑαυτοῦ κρινόμενός τε καὶ στεφανούμενος, <lb/>ὑπὸ τῶν
                        ἄλλων κριτῶν εἰ ὑπομείνειε δοκιμάζεσθαι, <lb/>μηδεμιᾶς ψήφου μεταλαμβάνεται.
                        τοσαῦτα καὶ <lb/>περὶ ἁμαρτημάτων πρὸς τὸ παρὸν ἀρκείσθω. </p></div></div></body></text></TEI>