<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg028.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Οὕτως γὰρ πράττων δυνήσῃ ποτὲ τὴν τοῦ <lb/>θυμοειδοῦς ἔν σοι δύναμιν ἄλογον ὥσπερ τι
						θηρίον ἡμερῶσαί <pb n="27"/> τε καὶ πρᾳῧναι. ἢ δεινὸν ἂν εἴη, τοὺς μὲν ἱππικοὺς
						<lb/>ἄνδρας, ἀχρείους τοὺς ἵππους παραλαβόντας, ἐν ὀλίγῳ <lb/>χρόνῳ χειροηθεῖς
						ἐργάζεσθαι, σὲ δ’, οὐκ ἔξωθέν τι λαβόντα <lb/>ζῶον, ἀλλ’ ἐν τῇ ψυχῇ δύναμιν ἄλογον, ᾗ
						διὰ παντὸς <lb/>ὁ λογισμὸς συνοικεῖ, μὴ δυνηθῆναι πρᾳῧναι αὐτὴν, <lb/>εἰ καὶ μὴ ταχέως,
						ἀλλ’ ἐν μακροτέρῳ χρόνῳ. λέλεκται δὲ <lb/>ἐπὶ πλέον ἐν τοῖς περὶ ἠθῶν ὑπομνήμασι, ὅπως
						ἀρίστην <lb/>τις αὐτὴν ἐργάσαιτο, καὶ ὡς τὴν μὲν ἰσχὺν οὐ χρὴ καταβαλεῖν <lb/>αὐτῆς,
						ὥσπερ οὐδὲ τῶν ἵππων τε καὶ κυνῶν, οἷς <lb/>χρώμεθα, τὴν δ’ εὐπείθειαν, ὥς γε κᾀπ’
						αὐτῶν, ἀσκεῖν. <lb/>ἐπιδέδεικται δέ σοι καὶ δι’ ἐκείνων τῶν ὑπομνημάτων οὐχ <lb/>ἥκιστα
						καὶ ὅπως αὐτῇ πάλιν τῇ τοῦ θυμοειδοῦς δυνάμει <lb/>συμμάχῳ χρήσῃ κατὰ τῆς ἑτέρας, ἣν
						ἐπιθυμητικὴν ἐκάλουν <lb/>οἱ παλαιοὶ φιλόσοφοι, φερομένης ἀλογίστως ἐπὶ τὰς διὰ τοῦ
						<lb/>σώματος ἡδονάς. ὥσπερ οὖν αἰσχρὸν θέαμα διὰ θυμὸν ἄνθρωπος <lb/>ἀσχημονῶν, οὕτω καὶ
						δι’ ἔρωτα, καὶ γαστριμαργίαν, <lb/>οἰνοφλυγίαν τε καὶ λιχνείαν, ἃ τῆς ἐπιθυμητικῆς ἐστι
						δυνάμεως <pb n="28"/> ἔργα τε καὶ πάθη, προσεοικὼς, οὐχ ἵππῳ καὶ <lb/>κυνὶ, καθάπερ
						εἴκασα τὴν πρώτην, ἀλλ’ ὑβριστῇ κάπρῳ καὶ <lb/>τράγῳ, καὶ τινι τῶν ἀγρίων ἡμερωθῆναι μὴ
						δυναμένων. <lb/>διὸ ταύτης μὲν οὐδεμία παίδευσις τοιαύτη ἐστὶν, οἵα τῆς <lb/>ἑτέρας, ἡ
						εὐπείθεια· ὃ δ’ ἐκάλουν οἱ παλαιοὶ κολάζειν, <lb/>ἀλογίαν τινὰ ἔχειν πρὸς τήνδε.
						γίγνεται δὲ <milestone unit="ed1page" n="356"/>ἡ κόλασις <lb/>τῆς δυνάμεως ταύτης ἐν τῷ
						μὴ παρέχειν αὐτῇ τῶν <lb/>προθυμουμένων ἀπόλαυσιν. ἰσχυρὰ μὲν γὰρ οὕτω καὶ μεγάλη
						<lb/>γίγνεται, ἐν τῷ κολασθῆναι δὲ μικρά τε καὶ ἀσθενὴς, <lb/>ὡς ἕπεσθαι τῷ λογισμῷ δι’
						ἀνθρώπων ὁρῶμεν ἑπομένους <lb/>οὕτως γοῦν καὶ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ὁρῶμεν ἑπομένους
						<lb/>τοῖς βελτίοσι τοὺς χείρους, ἢ ἄκοντας βιαζομένους, ὥσπερ <lb/>τὰ παιδία καὶ τοὺς
							οἰ<milestone unit="ed2page" n="528"/>κέτας, ἢ πεισθέντας ἑκόντας, <lb/>ὥσπερ τοὺς
						ἀγαθοὺς φύσει, καὶ τῶν μὴ πρὸς ῥημάτων <lb/>κολασθέντων αὐτὸ δή που τούτοις πάλαι
						σύνηθές ἐστιν, <lb/>ὡς ἀκόλαστος ὅδε τις ἄνθρωπός ἐστιν, ἐφ’ οὗ δηλονότι <lb/>τὴν
						ἐπιθυμητικὴν δύναμιν οὐκ ἐκόλασεν ἡ λογιστική. δύο <lb/>γὰρ ἔχομεν ἐν ταῖς ψυχαῖς
						δυνάμεις ἀλόγους· μίαν μὲν, ἧς <pb n="29"/> θυμοῦσθαί τε παραχρῆμα καὶ ὀργίζεσθαι τοῖς
						δόξασι <lb/>πλημμελεῖν εἰς ἡμᾶς ἔργον ἐστίν. τῆς δ’ αὐτῆς ταύτης καὶ <lb/>τὸ μηνιᾷν ἄχρι
						πλείονος, ὃ τοσούτῳ πλεῖόν ἐστι θυμοῦ <lb/>πάθος, ὅσῳ καὶ χρονιώτερον. ἄλλη δ’ ἐστὶν ἐν
						ἡμῖν δύναμις <lb/>ἄλογος ἐπὶ τὸ φαινόμενον ἡδὺ προπετῶς φερομένη, πρὶν
						<lb/>διασκέψασθαι, πότερον ὠφέλιμόν ἐστι καὶ καλὸν, ἢ βλαβερόν <lb/>τε καὶ κακόν. ταύτην
						οὖν ἐπέχειν χρὴ τὴν σφοδροτάτην, <lb/>πρὶν αὐξηθεῖσαν ἰσχὺν δυσνίκητον κτήσασθαι.
						<lb/>τηνικαῦτα γὰρ οὐδ’ ἂν θελήσῃς ἔτι κατασχεῖν αὐτὴν δυνήσῃ, <lb/>κᾄπειτα φήσεις,
						ὥσπερ ἤκουσά τινος ἐρῶντος, ἐθέλειν <lb/>μὲν παύσασθαι, μὴ δύνασθαι δὲ, παρακαλέσεις τε
						μάτην <lb/>ἡμᾶς ὡσαύτως ἐκείνῳ τῷ δεομένῳ βοηθήσασθαι καὶ τὸ <lb/>πάθος ἐκκόψαι. καὶ γὰρ
						τῶν τοῦ σώματος παθῶν ἔνια <lb/>διὰ μέγεθός ἐστιν ἀνίατα· σὺ δ’ ἴσως οὐδ’ ἐπενόησάς ποτε
						<lb/>τοῦτο. βέλτιον οὖν σοι κᾂν νυνὶ ἐννοῆσαί τε καὶ διασκέψασθαι, <lb/>πότερον ἀληθεύω
						λέγων, αὐξανομένην τὴν ἐπιθυμητικὴν <lb/>δύναμιν εἰς ἀνίατον ἔρωτα πολλάκις ἐμβαλεῖν, οὐ
						σωμάτων <lb/>μόνον ὡραίων, οὐδ’ ἀφροδισίων, ἀλλὰ καὶ λιχνείας, <pb n="30"/> καὶ
						γαστριμαργίας, οἰνοφλυγίας τε καὶ τῆς παρὰ φύσιν αἰσχρουργίας, <lb/>ἢ ψεύδομαι καὶ ταῦτα
						καὶ ἄλλα πολλὰ τῶν <lb/>ἔμπροσθεν εἰρημένων. ἃ γὰρ περὶ τοῦ θυμοῦ λέλεκται μέχρι
						<lb/>τοῦ δεῦρο, ταῦτα καὶ περὶ τῶν ἄλλων παθῶν ἡγοῦ <lb/>λελέχθαι· πρῶτον μὲν, ὡς ἑτέρῳ
						ἐστὶ τὴν διάγνωσιν αὐτῶν <lb/>ἐπιτρεπτέον, οὐχ ἡμῖν αὐτοῖς· εἶθ’ ὅτι μὴ τοὺς τυχόντας
						<lb/>τούτους ἐπιστατεῖν, ἀλλὰ πρεσβύτας, ὡμολογημένους μὲν <lb/>εἶναι καλοὺς κᾀγαθοὺς,
						ἐξηγητὰς μὲν οὖν δὲ καὶ πρὸ ἡμῶν <lb/>αὐτῶν ἐπὶ πλέον ἐν ἐκείνοις τοῖς καιροῖς ἕνεκα ἔξω
						παθῶν <lb/>εἶναι· εἶθ’ ὅτι οὐ φαίνεσθαι χρὴ τοῖς τοιούτοις, ὅταν εἴπωσί <lb/>τι τῶν
						ἡμετέρων ἁμαρτημάτων, ἀγανακτοῦντας, ἀλλὰ <lb/>χάριν εἰδότας· εἶτα καθ’ ἑκάστην ἡμέραν
						σαυτὸν ἀναμιμνήσκειν, <lb/>ἄμεινον μὲν, εἰ πολλάκις, εἰ δὲ μὴ, ἀλλὰ πάντως γε <lb/>κατὰ
						τὴν ἕω, πρὶν ἄρχεσθαι τῶν πράξεων, εἰς ἑσπέραν δὲ, <lb/>πρὶν ἀναπαύσεσθαι μέλλειν. ἐγὼ
						δήποτε καὶ ταύτας δὴ <lb/>τὰς φερομένας ὡς Πυθαγόρου παραινέσεις εἴθισα δὶς τῆς
						<lb/>ἡμέρας ἀναγινώσκειν μὲν τὰ πρῶτα, λέγειν δ’ ἀπὸ στόματος <lb/>ὕστερον. οὐ γὰρ ἀρκεῖ
						μόνον ἀοργησίαν ἄγειν, ἀλλὰ ﻿<pb n="31"/> καὶ λιχνείας, καὶ λαγνείας, οἰνοφλυγίας τε καὶ
						περιεργίας <lb/>καὶ φθόνου καθαρεύειν. ἕτερος οὖν ἡμᾶς ἐπεπείρατο, μή <lb/>τί που,
						καθάπερ οἱ κύνες, ἀπλήστως ὤφθημεν ἐμφορούμενοι <lb/>σιτίων, ἢ, ὡς οἱ διακαιόμενοι
						πυρετῷ συνεχεῖ, ψυχρὸν <lb/>ἐπισπασώμεθα τὸ πόμα λαβρότερον, ἢ ὡς ἄνδρας σεμνοὺς
						<lb/>πρέπει. οὔτε γὰρ διὰ πεῖναν ἐμφορεῖσθαι προσήκει σφοδρῶς <lb/>καὶ ἀπλήστως, οὔτε
						διὰ δίψος ὅλην τὴν κύλικα ἐκπίνειν, <lb/>ἔτι δὲ μᾶλλον οὔτε διὰ λιχνείαν ἁπάντων τῶν
						<lb/>παρόντων πλέον, ἤτοι πλακοῦντος, ἤ τινος ἄλλου τῶν λίχνων <lb/>ὄψων ἀπολαύειν. ἀλλ’
						ἐν ἅπασιν αὐτοῖς ἀρχομένους <lb/>μὲν ἔτι παρακλητέον ἐστὶν ἑτέρους ὅ τι ἁμάρτωμεν
						ἐπιτηρεῖν <lb/>τε καὶ λέγειν ἡμῖν· ὕστερον δὲ καὶ χωρὶς παιδαγωγῶν ἡμᾶς <lb/>αὐτοὺς
						ἐπιτηρῶμεν αὐτοὶ καὶ παραφυλάττωμεν, ὅπως ἁπάντων <lb/>τε τῶν συνδειπνούντων ἔλαττον
						ὄψου προσενεγκώμεθα, <lb/>καὶ τῶν λίχνων ἐδεσμάτων ἀποσχώμεθα, σύμμετρα τῶν ὑγιεινῶν
						<lb/>προσαράμενοι. τοῦ χρόνου δὲ προϊόντος, οὐκ ἔτι οὐδὲ πρὸς <lb/>τοὺς δειπνοῦντας
						ἀποβλέπειν ἀξιώσαιμ’ ἄν σε· μέγα γὰρ οὐδὲν <pb n="32"/> ἐκείνων ἐσθίειν τε καὶ πίνειν
						ἐγκρατέστερον. εἰ δέ περ οὕτως <lb/>
						<milestone unit="ed2page" n="529"/>σαυτὸν ἔγνωκας τιμᾷν, ἐπισκέπτου μᾶλλόν ποτε
						<lb/>ἐγκρατῶς διῃτῆσθαι χθὲς ἢ τήμερον. ἐὰν γὰρ τοῦτο ποιῇς, <lb/>αἰσθήσῃ καθ’ ἑκάστην
						ἡμέραν εὐκολώτερον ὧν εἶπον ἀπεχόμενος, <lb/>αἰσθήσῃ τε μεγάλα εὐφρανθησόμενος τὴν
						ψυχὴν, <lb/>ἐάν γε σωφροσύνης ὄντως ἐραστὴς ὑπάρχῃς· οὕτω γάρ <lb/>τις ἐρασθεὶς χαίρει
						προκόπτων ἐν αὐτῷ. καὶ διὰ τοῦτο <lb/>ταῖς μὲν ὀνοφλυγίαις ἔστιν ἰδεῖν ἡδομένους, ὅταν
						πίνοντες <lb/>ὑπερβάλλωνται τοὺς συμπότας, ὅσοι δὲ γαστρίμαργοι, καὶ <lb/>τούτους τῷ
						πλήθει τῶν ἐδεσμάτων εὐφραινομένους, ὅσοι δὲ <lb/>λίχνοι, πλακοῦσι, καὶ ταγήνοις, καὶ
						λοπάσι, καὶ καρυκείαις. <lb/>ἐνίους δὲ μέγα φρονοῦντας ἔγνων ἐπὶ τῷ πλήθει <lb/>τῶν
						ἀφροδισίων. ὡς οὖν ἐκεῖνοι τὴν ἀκρότητα τῶν σπουδαζομένων <lb/>ἀσκοῦσί τε καὶ
						μεταδιώκουσι, οὕτως καὶ ἡμᾶς <lb/>χρὴ σωφροσύνης ἀκρότητα σπουδάζειν. εἰ δὲ τοῦτο
						πράξομεν, <lb/>οὐ τοὺς ἀκολάστους ἡμῖν παραβάλωμεν, οὐδ’ ἀρκέσει <lb/>πλέον ἐκείνων
						ἔχειν ἐγκρατείας τε καὶ σωφροσύνης, ἀλλὰ <lb/>πρῶτον μὲν τοὺς σπουδάζοντας τὰ αὐτὰ
						φιλονεικήσομεν <pb n="33"/> ὑπερβάλλεσθαι, (καλλίστη γὰρ ἡ τοιαύτη φιλονεικία,) μετ’
						<lb/>ἐκείνους δ’ αὖθις ἡμᾶς αὐτοὺς, ὡς ἐξ ἔθους πολυχρονίου <lb/>τούτοις ὑγιεινοτάτοις
						τε ἅμα καὶ προσθεῖναι ῥᾴστοις ἡδέως <lb/>ἅμα προσφέρεσθαι, μεμνημένους τῶν καλῶς
						εἰρημένων. ὧν <lb/>καὶ τοῦτ’ ἔστιν. Ἐκλέγου βίον ἄριστον, ἡδὺν δ’ αὐτὸν ἡ <lb/>συνήθεια
						ποιήσεται. ὥσπερ οὖν, ὁπότε πρὸς τὸν θυμὸν <lb/>ἀσκεῖν ἠξίουν σε, γνώρισμα τῆς ὠφελείας
						εἶχες ὁρᾷν σαυτὸν <lb/>οὐκ ἔτι θυμούμενον, ὡσαύτως ἐπὶ τῆς σωφροσύνης ἔστω σοι
						<lb/>γνώρισμα μηδ’ ἐπιθυμεῖν ἔτι τῶν ἡδίστων. ὁδὸς δ’ ἐπ’ <lb/>αὐτήν ἐστι διὰ τῆς
						ἐγκρατείας. οὕτω γὰρ αὐτὸς πλεονεκτεῖ <lb/>σώφρων ἐγκρατοῦς, τῷ μηδ’ ἐπιθυμεῖν λίχνων
						ἐδεσμάτων <lb/>ἢ διὰ τὸ πολυχρόνιον ἔθος, ἢ δι’ ἐγκράτειαν, καθάπερ καὶ <lb/>αὐτὸ
						τοὔνομα αὐτῆς ἐνδείκνυται γεγονὸς, ὅπερ ἐστὶν ἐκ τοῦ <lb/>κρατεῖν καὶ νικᾷν τὰς
						ἐπιθυμίας. ἐπίπονος δέ ἐστι καὶ <lb/>τραχεῖα τό γε κατ’ ἀρχὰς, ὥσπερ αἱ ἄλλαι τῶν καλῶν
						ἐπιτηδευμάτων <lb/>ἀσκήσεις. εἰ μὲν οὖν εἴτε τὴν ἀρετὴν ἀντὶ <lb/>τῆς κακίας ἔχειν
						ἐθέλεις, εἴτε τὴν γαλήνην τῆς ψυχῆς ἀντὶ <pb n="34"/> τῶν τοῦ σώματος γαργαλισμῶν,
						ἀσκητέον ἐστί σοι τὸν εἰρημένον <lb/>τρόπον, ἐπὶ σωφροσύνην βαδίζοντα δι’ ἐγκρατείας.
						<lb/>εἰ δ’ ἤτοι τὴν ἀρετὴν ἀτιμάζεσθαι, ἢ γαργαλίζεσθαι βούλει <lb/>δι’ ὅλου τοῦ
						σώματος, καταληπτέον ἐστὶ τὸν λόγον. <lb/>οὐ γάρ ἐστι προτρεπτικὸς ἐπ’ ἀρετὴν, ἀλλὰ τοῖς
						προτεθραμμένοις <lb/>ὑφηγητικὸς τῆς ὁδοῦ, καθ’ ἣν ἄν τις αὐτὴν <lb/>κτήσαιτο.
						διαιρουμένου δὲ τοῦ λόγου πρός τε τὸ διαγνωστικὸν <lb/>ἕκαστον ἡμῶν ὑπάρχειν ἑαυτοῦ, καὶ
						πρὸς τὴν ἐπὶ τῇ <lb/>διαγνώσει τῶν ἁμαρτημάτων ἐπανόρθωσιν, οὐ περὶ ταύτης
						<lb/>πρόκειται λέγειν, ἀλλὰ περὶ τῆς διαγνώσεως τῶν ἰδίων <lb/>ἁμαρτημάτων. ἐπεὶ δὲ τοῖς
						μὲν ἀρχομένοις αὐτὴν οὐ διαγνῶναι <lb/>δυνατὸν, ἑτέρους μὲν τοῖς ἀρχομένοις ἐπιστήσομεν
						ἐπόπτας, <lb/>αὐτοὺς δὲ τοὺς ἀσκοῦντας, ὡς ἂν ἤδη δυναμένους γνῶναι, <lb/>ποίων μὲν
						ἀπηλλάγησαν ἁμαρτημάτων καὶ παθῶν, ὅσον <lb/>δ’ αὐτοῖς ἐνδεῖ πρὸς τὸ τέλος. ὅπερ δὲ
						εἴωθα λέγειν ἑκάστοτε, <lb/>καὶ νῦν ἐρῶ· καθ’ ἕτερον μὲν τρόπον ἁπάντων ἐστὶ
						<lb/>δυσκολώτατον ἑαυτὸν γνῶναι, καθ’ ἕτερον δὲ ῥᾷστον. ἐὰν <lb/>μὲν γὰρ ἐντὸς θέλῃ τις
							<milestone unit="ed1page" n="357"/>αὐτὸς χαλεπώτατόν ἐστιν. </p></div><pb n="35"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Ἐγὼ μὲν οὖν ἅπαντα ταῦτ’ εἰρημένα καὶ <lb/>τὰ μέλλοντα λεχθήσεσθαι τοῖς βουληθεῖσιν
						ὑποτίθεμαι. <lb/>τάχα μὲν <milestone unit="ed2page" n="530"/>οὖν οὔσης καὶ ἄλλης τινὸς
						ὁδοῦ πρὸς τὸ <lb/>καλὸν κᾀγαθὸν γενέσθαι, μὴ γινώσκων δ’ εὑρεῖν αὐτὴν, <lb/>ἐχρησάμην τε
						δι’ ὅλου τοῦ βίου ταύτῃ, καὶ τοῖς ἄλλοις <lb/>ἀφθόνως δηλῶν παρεκάλουν ἀντιδιδόναι τε
						καὶ ἀποδοῦναί <lb/>τι, καὶ ἀντιδιδάσκειν, εἴ τινα ἑτέραν ἄλλην αὐτοὶ γινώσκουσι
						<lb/>καλοκαγαθίας ὁδόν. ἄχρι περ ἂν ἐπιθυμῶμεν ἄλλης, <lb/>ἐν τῇδε διατρίβομεν, ἣ κοινὴ
						πάντων διαγνώσεώς τε καὶ <lb/>θεραπείας. καὶ γὰρ ἡ φιλονεικία, καὶ ἡ φιλοδοξία, καὶ ἡ
						<lb/>φιλαρχία πάθη τῆς ψυχῆς εἰσιν. τούτων ἐλάττων μὲν, <lb/>ἀλλ’ ὅμως καὶ αὐτὴ πάθος.
						περὶ δὲ τοῦ φθόνου τί δεῖ καὶ <lb/>λέγειν; αἴσχιστον τῶν κακῶν ἐστιν. ὀνομάζω δὲ φθόνον,
						<lb/>ὅταν τις ἐπ’ ἀλλοτρίοις ἀγαθοῖς λυπῆται. πάθος μέν ἐστι <lb/>καὶ λύπη πᾶσα,
						χειρίστη δὲ ὁ φθόνος ἐστὶν, εἴτε ἓν τῶν <lb/>παθῶν, εἴτε λύπης ἐστὶν εἶδος πλησιάζον
						αὐτῇ. κοινὴ δ’ <lb/>ἐφ’ ἁπάντων ὁδὸς τῆς ἰάσεως ἡ προειρημένη. χρὴ γὰρ, ὅτι ﻿<pb n="36"/> μὲν αἰσχρὰ καὶ φευκτὰ, κατανοεῖν ἐπὶ τῶν ἐνεχομένων αὐτοῖς <lb/>σφοδρῶς· ἐναργὲς γὰρ
						ἐπ’ ἐκείνων φαίνεται τὸ αἶσχος· ὅτι <lb/>δ’ οὐ βλέπομεν ἐφ’ ἡμῶν αὐτῶν μηδὲν, εἶναι
						νομίζειν προσήκει <lb/>τυφλότητ’ εἴτε περὶ τὸ φιλοῦν εἴτε περὶ τὸ φιλούμενον, <lb/>ἔνιά
						τε λανθάνειν διὰ σμικρότητα καὶ παρορᾶσθαι, <lb/>μὴ δυνάμενα παροφθῆναι διὰ τὸ μέγεθος
						ἐν ἄλλοις. πρεσβύτην <lb/>οὖν τινα βλέπειν αὐτὰ δυνάμενον εὑρίσκειν προσήκει,
						<lb/>παρακαλοῦντας ἅπαντα μετὰ παῤῥησίας δηλοῦν, εἶτ’ εἰπόντος <lb/>τι, πρῶτον αὐτῷ
						χάριν μὲν γνῶναι παραυτίκα, χωρισθέντας <lb/>δὲ διασκέπτεσθαι καταμόνας ἑαυτοῖς
						ἐπιτιμῶντας, <lb/>ἐκκόπτειν τε πειρωμένους τὸ πάθος, οὐκ ἄχρι τοῦ μὴ φαίνεσθαι <lb/>τοῖς
						ἄλλοις μόνοις, ἀλλ’ ὥστε μηδὲ ῥίζαν ἐγκαταλείπειν <lb/>αὐτοῦ τῇ ψυχῇ· ἔτι γὰρ ἀναφύεται
						τῇ τῶν σωζόντων <lb/>ἀρδόμενον πονηρίᾳ. διὰ τοῦτο προσεκτέον ἡμῖν αὐτοῖς <lb/>ἐστιν ἐφ’
						ἑκάστῳ τῶν παθῶν, ὅσα περὶ τοὺς πέλας ἐπισκοπούμεθα, <lb/>εἴ τι κατὰ τὴν ἡμετέραν ἐστὶ
						ψυχὴν τοιοῦτον. <lb/>ἐκκοπτέον γὰρ αὐτὸ φυόμενον ἔτι, πρὶν αὐξηθὲν ἀνίατον <pb n="37"/>
						γενέσθαι. τῶν μὲν ἄλλων ἁπάντων παθῶν τῆς ψυχῆς οἱ <lb/>πολλοὶ καταφρονοῦσι, καίτοι γε,
						ὅταν ἑτέρους αὐτὰ πάσχοντας <lb/>ἴδωσι, καταγινώσκοντες· ἡ λύπη δ’ ἅπασι φαίνεται
						<lb/>κακὸν, ὥσπερ ὁ πόνος ἐν τῷ σώματι. καίτοι τῶν συνηθεστάτων <lb/>ἐμοὶ νεανίσκων, ἐπὶ
						μικροῖς ἀρνούμενος ἀνιᾷν, <lb/>ὕστερόν ποτε κατανοήσας τοῦτο, παραγενόμενός τε πρός με
						<lb/>βαθὺν ὄρθρον, ὅλης ἔφη τῆς νυκτὸς ἀγρυπνοῦντα ἐπὶ τῷδε <lb/>τῷ πράγματι, μεταξύ πως
						εἰς ἀνάμνησιν ἀφικέσθαι τοῦ <lb/>μηδ’ ἐπὶ μεγίστοις οὕτω ἀνιώμενον, ὡς ἐπὶ τοῖς
						σμικροῖς, <lb/>ἐμαυτὸν ἠξίουν μαθεῖν, ὅπως αὑτῷ τοῦτο περιεγένετο, πότερον <lb/>ἐξ
						ἀσκήσεών τινων, ἢ φύντι τοιούτῳ. ἀπεκρινάμην <lb/>οὖν αὐτῷ τἀληθῆ. καὶ γὰρ καὶ τὴν φύσιν
						ἐν ἅπασιν ἔφην <lb/>δύνασθαι μέγα ἐν τῇ τῶν παίδων ἡλικίᾳ εἰς ζωῆς τελείωσιν, <lb/>εἶθ’
						ὕστερον τά τε δόγματα καὶ τὴν ἄσκησιν. ὅτι <lb/>μὲν οὖν αἱ φύσεις ἡμῶν πάμπολυ
						διαφέρουσιν, μαθεῖν <lb/>ἐναργῶς ἔστιν ἐπὶ τῶν παραφερομένων παιδίων. ἔνια μὲν <lb/>γὰρ
						αὐτῶν ἀεὶ φαιδρὰ, σκυθρωπὰ δ’ ἄλλα θεώμεθα, καὶ <pb n="38"/> τὰ μὲν ἕτοιμα γελᾷν ἐπὶ
						πᾶσι, τὰ δὲ κλαίειν ἐπὶ μικραῖς <lb/>προφάσεσιν. οὕτω δὲ καὶ τὰ μὲν ἔχει κοινῇ, τὰ δὲ
						ἁρπάζει· <lb/>καὶ τὰ μὲν θυμοῦται σφοδρῶς ἐπὶ τῶν σμικροτάτων, <lb/>ὡς δάκνειν τε καὶ
						λακτίζειν, καὶ λίθους καὶ ξύλα ἀμύνασθαι <lb/>τοὺς πέλας, ὅταν ἀδικεῖσθαι δόξῃ, τὰ δ’
						ἔστιν <lb/>ἀνεξίκακα καὶ πρᾷα, μήτ’ ὀργιζόμενα, μήτε κλαίοντα, πρὶν <lb/>ἀδικηθῆναί τι
						μέγα. ταῦτα καὶ ὁ Εὔπολις ἐρωτώμενον <lb/>Ἀριστείδην τὸν δίκαιον ὑπὸ τοῦ Νικία, ὡς
						ἐγένου δίκαιος, <lb/>οὕτω εὐπρεπῶς ἀποκρινάμενον ἐποίησεν· ἡ μὲν φύσις τὸ <lb/>μέγιστον,
						ἔπειτα δὲ κᾀγὼ τὴν φύσιν προθύμως συνελάμβανον. <lb/>οὐ μόνον οὖν ἕτοιμοι τῶν νέων
						φύσεις πρὸς τὸ <lb/>
						<milestone unit="ed2page" n="531"/>λυπεῖσθαι ῥᾳδίως, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ θυμοῦσθαι <lb/>καὶ
						λιχνεύειν, ὧν περ αὐτῶν ἄχρι δεῦρο τὸν πλεῖστον λόγον <lb/>ἐποιησάμην. ἔτι δὲ πρὸς τοῖς
						εἰρημένοις ἐστιν ἰδεῖν ἔνια <lb/>μὲν ἀναίσχυντα τῶν παιδίων, ἔνια δὲ καὶ αἰδούμενα, καὶ
						<lb/>τὰ μὲν μνημονικὰ, τὰ δὲ ἀμνήμονα, τινὰ δὲ ἐπιλήσμονα, <lb/>καὶ τὰ μὲν φιλόπονα περὶ
						τὰ διδασκόμενα, τὰ δ’ ἀμελῆ <lb/>καὶ ῥᾴθυμα, καὶ τῶν φιλοπόνων ἔνια μὲν ἐπὶ τῷ χαίρειν
							<pb n="39"/> ἐπαινούμενα προθύμως, ἔνια δὲ ἐπὶ τῷ καταγινώσκεσθαι <lb/>πρὸς τῶν
						διδασκάλων αἰδούμενα, τινὰ δὲ καὶ δεδιέναι τὰς <lb/>πληγάς. οὕτω δὲ καὶ τῶν ῥᾳθύμων ἐπὶ
						ταῖς ἐναντίαις ἕκαστον <lb/>ἔστι ῥᾳθυμεῖν. ἐξ ὧν οὖν θεῶνται περὶ τὰ παιδία <lb/>πάντες
						ἄνθρωποι, τὰ μὲν αἰσχυντηλὰ καλοῦσιν αὐτῶν, τὰ <lb/>δὲ ἀναίσχυντα. κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν
						λόγον ἤτοι φιλότιμα <lb/>καὶ φιλόκαλα, ἢ ἀφιλόκαλα καὶ ἀφιλότιμα· καὶ μὴν δειλὰ,
						<lb/>καὶ καταφρονητικὰ τῶν πληγῶν, ἑτέρας τε τοιαύτας ἐπ’ αὐτῶν <lb/>τίθενται
						προσηγορίας κατὰ τὰς φύσεις αὐτάς. οὕτω <lb/>δὲ καὶ τὰ μὲν φιλοψευδῆ, τὰ δὲ φιλαλήθη τῶν
						παιδίων <lb/>ὁρῶμεν φύσει ὄντα, καὶ πολλὰς ἄλλας ἔχοντα διαφορὰς <lb/>ἠθῶν, ὑπὲρ ὧν οὐκ
						ἀναγκαῖόν ἐστι νῦν λέγειν εἰκότως· <lb/>ἔνια μὲν γὰρ αὐτῶν ῥᾷστα δέχεται τὴν ἀγαθὴν
						παιδείαν, <lb/>ἔνια δὲ οὐδὲν ὀνίναται. οὐ μὴν τούτου γε ἕνεκεν ἀμελητέον <lb/>ἐστὶ τῶν
						παιδίων, ἀλλ’ ἐν ἀρίστοις ἤθεσι θρεπτέον. ἢν <lb/>μὲν οὖν ἡ φύσις αὐτῶν δέχηται τὴν ἐκ
						τῆς ἐπιμελείας ὠφέλειαν, <lb/>ἀγαθοὶ γενηθεῖεν ἂν ἄνδρες· εἰ δὲ μὴ δέξαιντό που, <pb n="40"/> τὸ μὲν ἡμέτερον ἄμεμπτον εἴη. παραπλησία γάρ πώς ἐστιν <lb/>ἡ τῶν παίδων
						διαγωγὴ τῇ τῶν φυτῶν ἐπιμελείᾳ. κατ’ <lb/>ἐκείνην γοῦν ὁ γεωργὸς οὐκ ἄν ποτε δυνήσαιτο
						ποιῆσαι τὸν <lb/>βάτον ἐκφέρειν βότρυν, οὐ γὰρ ἐπιδέχεται ἡ φύσις αὐτοῦ <lb/>τῆς ἀρχῆς
						τοιαύτην τελείωσιν. ἀμπέλους δ’ αὖ πάλιν ἑτοίμας <lb/>οὔσας, ὅσον ἐφ’ ἑαυτῶν, τὸν καρπὸν
						ἐκφέρειν ἐὰν ἀμελήσας <lb/>ἐπιτρέψῃ μόνῃ τῇ φύσει, μοχθηρὸν ἢ οὐδ’ ὅλως <lb/>οἴσουσιν
						αὐτόν. οὕτω δὲ καὶ εἰ τῶν ζώων ἵππον μὲν παιδεύσῃς, <lb/>εἰς πολλὰ χρήσιμον ἕξεις,
						ἄρκτον δὲ κᾂν ἥμερόν <lb/>ποτε διδάξῃς, μόνιμον οὐχ ἕξει τὴν ἕξιν, ἔχιδνα δὲ καὶ
						<lb/>σκορπίος οὐκ ἄχρι τοῦ δοκεῖν ἡμεροῦσθαι προέρχεται. ἐγὼ <lb/>τοίνυν ὅπως μὲν τὴν
						φύσιν ἔχω, οὐκ ἔχω γνῶναι· τὸ γὰρ <lb/>ἑαυτὸν φάναι χαλεπόν ἐστι καὶ τοῖς τελείοις
						ἀνδράσιν, μή <lb/>τοί γε δὴ τοῖς παισί. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Εὐτύχησα δὲ μεγάλην εὐτυχίαν, ἀοργητότατον <lb/>καὶ δικαιότατον καὶ χρηστότατον καὶ
						φιλανθρωπότατον <lb/>ἔχων πατέρα, μητέρα δὲ ὀργιλωτάτην, ὡς δάκνειν μὲν ﻿<pb n="41"/>
						ἐνίοτε τὰς θεραπαίνας, ἀεὶ δὲ κεκραγέναι τε καὶ μάχεσθαι <lb/>τῷ πατρὶ μᾶλλον, ἢ
						Ξανθίππη Σωκράτει. παράλληλά τε <lb/>ὁρῶντί μοι τὰ καλὰ τῶν τοῦ πατρὸς ἔργων τοῖς
						αἰσχροῖς <lb/>πάθεσι τῆς μητρὸς ἐπῄει τὰ μὲν ἀσπάζεσθαί τε καὶ φιλεῖν, <lb/>τὰ δὲ
						φεύγειν καὶ μισεῖν. ὥσπερ δὲ ἐν τούτοις ἑώρων παμπόλλην <lb/>διαφορὰν τῶν γονέων, οὕτω
						κᾀν τῷ, τὸν μὲν ἐπὶ <lb/>οὐδεμίᾳ ζημίᾳ λυπούμενον, ἀνιωμένην δ’ ἐπισμικροτάτοις <lb/>τὴν
						μητέρα. γιγνώσκεις δὲ δήπου καὶ σὺ τοὺς παῖδας, οἷς <lb/>μὲν ἂν ἡσθῶσι, ταῦτα
						μιμουμένους, ἃ δ’ ἂν ἀηδῶς ὁρῶσι, <lb/>φεύγοντας. ἡ μὲν οὖν ὑπὸ τῷ πατρὶ παιδεία τοιαύτη
						τις <lb/>ἦν· ὑποπληρώσας δὲ τεσσαρεσκαιδέκατον ἔτος, ἤκουον φιλοσόφων <lb/>πολιτῶν, ἐπὶ
						πλεῖστον μὲν Στωϊκοῦ Φιλο<milestone unit="ed2page" n="532"/>πάτορος <lb/>μαθητοῦ, βραχὺν
						δέ τινα καὶ Πλατωνικοῦ μαθητοῦ <lb/>Γαΐου, διὰ τὸ μὴ σχολάζειν αὐτὸν, εἰς πολιτικὰς
						ἀσχολίας <lb/>ἑλκόμενον ὑπὸ τῶν πολιτῶν, <milestone unit="ed1page" n="358"/>ὅτι μόνος
						αὐτοῖς ἐδόκει <lb/>δίκαιός τε καὶ χρημάτων εἶναι κρείττων, εὐπρόσιτός τε καὶ <lb/>πρᾷος.
						ἐν τούτῳ δέ τις καὶ ἄλλος ἦλθε πολίτης ἡμέτερος <pb n="42"/> ἐξ ἀποδημίας μακρᾶς,
						Ἀσπασίου τοῦ Περιπατητικοῦ μαθητὴς, <lb/>καὶ μετὰ τοῦτον ἀπὸ τῶν Ἀθηνῶν ἄλλος
						Ἐπικούρειος, <lb/>ὧν ἁπάντων ὁ πατὴρ δι’ ἐμὲ τοῦ βίου καὶ τῶν δογμάτων <lb/>ἐξέτασιν
						ἐποιεῖτο, σὺν ἐμοὶ πρὸς αὐτοὺς ἀφικνούμενος. ἐγεγύμναστο <lb/>δ’ ἐπὶ πλεῖστον ἐν
						γεωμετρίᾳ, καὶ ἀριθμητικῇ, <lb/>καὶ ἀρχιτεκτονίᾳ, καὶ ἀστρονομίᾳ. βουλόμενος γοῦν ὁμοίως
						<lb/>ταῖς γραμμικαῖς ἀποδείξεσιν λέγειν κεχρῆσθαι τὸν διδάξαντα· <lb/>διὰ ταύτην δὲ χρὴ
						τὴν αἰτίαν μηδὲ διαφωνίαν γεγονέναι <lb/>πρὸς ἀλλήλους. τῶν ἀπὸ τῶν σοῦ δηλονότι
						μαθημάτων <lb/>καλῶν, καθάπερ οἱ ἀρχαῖοι κατὰ τὰς προειρημένας <lb/>τέχνας, ὧν αἱ πρῶται
						γεωμετρία τε καὶ ἀριθμητική. καθάπερ <lb/>οὖν ἔφην, τὸ μὴ προπετῶς ἀπὸ μιᾶς αἱρέσεως
						ἀναγορεύσας <lb/>σαυτὸν, ἀλλὰ ἐν χρόνῳ παμπόλλῳ μανθάνων τε καὶ <lb/>κρίνων αὐτὰς, οὕτως
						πρὸς ἁπάντων μὲν ἀνθρώπων ἐπαινεῖται. <lb/>συνομολογεῖται δὲ καὶ τοῖς φιλοσόφοις εἶναι
						ζηλωτέα <lb/>ταῦτα, καὶ νῦν ἤδη ζηλωτέον αὐτὰ, καὶ μανθάνειν, καὶ <lb/>αὐξάνειν ἀξιῶσαι,
						δικαιοσύνης ἀντιποιούμενον, καὶ σωφροσύνης, <lb/>ἀνδρείας τε καὶ φρονήσεως. ἐπαινοῦσι
						γὰρ ἅπαντες <pb n="43"/> τὰς ἀρετὰς ταύτας, κᾂν αὐτοὶ συνειδῶσιν ἑαυτοῖς οὐδεμίαν
						<lb/>αὐτῶν ἔχουσι, καὶ φαίνεσθαί γε πειρῶνται τοῖς ἄλλοις ἀνδρεῖοι, <lb/>καὶ σώφρονες,
						καὶ δίκαιοι, καὶ φρόνιμοι, ἄλυποι <lb/>μέντοι κατ’ ἀλήθειαν εἶναι, κᾂν μὴ φαίνωνται τοῖς
						ἄλλοις. <lb/>ὥστε τοῦτο πρῶτον ἁπάντων ἀσκητέον ἐστὶν, τὸ σπουδαζόμενον <lb/>ἅπασιν
						ἀνθρώποις μᾶλλον τῶν ἄλλων ἀρετῶν. ταύτας, <lb/>ἔφην ἐγὼ, παρὰ τοῦ πατρὸς λαβὼν τὰς
						ἐντολὰς ἄχρι δεῦρο <lb/>διαφυλάττω, μήτ’ ἀφ’ αἱρέσεώς τινος ἐμαυτὸν ἀναγορεύσας· <lb/>ὧν
						σπουδῇ πάσῃ ἀκριβῆ τὴν ἐξέτασιν ἔχων, ἀνεύπληκτός τε <lb/>πρὸς τὰ κατὰ τὸν βίον ὁσημέραι
						συμπίπτοντα διαμένω, <lb/>ὥσπερ ἑώρων τὸν πατέρα. οὔτ’ οὖν ἀπώλειά τινος λυπήσει
						<lb/>με, πλὴν εἰ παντοίως ἀπολέσαιμι τὰ κτήματα· τοῦτο γὰρ <lb/>οὐδέπω πεπείραμαι. δόξης
						τε καὶ τιμῆς ὁ πατὴρ εἴθισέ με <lb/>καταφρονεῖν, ἀλήθειαν μόνην τιμῶντα. λυπουμένους δ’
						ὁρῶ <lb/>τοὺς πολλοὺς, ὅταν ἤτοι ἀτιμᾶσθαι δοκῶσιν ὑπό τινος, ἢ <lb/>χρημάτων ἀπωλείᾳ.
						κατὰ τοῦτ’ οὖν, ἔφην, οὐδὲ λυπούμενον <lb/>εἶδές μέ ποτε. οὐδὲ ἐπὶ χρημάτων ἀπώλεια
						συνέπεσέ <lb/>μοι μέχρι τοῦ δεῦρο τηλικαύτη τὸ μέγεθος, ὡς μηκέτ’ ἔχειν <pb n="44"/> ἐκ
						τῶν ὑπολοίπων ἐπιμελεῖσθαι τοῦ σώματος ὑγιεινῶς, μήτ’ <lb/>ἀτιμία τις, ὡς ὁρᾷν με τοῦ
						συνεδρίου τῆς ἐμῆς βουλῆς <lb/>ἀφαιρεθέντα. εἰ δέ τινας μὲν ἀκούσαιμι ψέγειν, τινὰς δὲ
						<lb/>ἐπαινοῦντας, αὐτοῖς ἀντιτίθημι, καὶ νομίζω τὸ πάντας ἀνθρώπους <lb/>ἐπαινοῦντας
						ἐπιθυμεῖν ἔχειν ἐοικέναι τῷ ἅπαντα <lb/>ἔχειν ἐθέλειν κτήματα. δοκῶ τοίνυν, ἔφην,
						ἐμαυτῷ, <lb/>τάχα δὲ καὶ σοὶ δόξω μηδὲν ἄχρι δεῦρο μέγα πεπονθέναι <lb/>διὰ τέλους
						ἀλύπως. οὔτε γὰρ ἀφῃρέθην ἁπάντων τῶν χρημάτων, <lb/>οὔτ’ ἠτιμήθην. εἰ δὲ βοῦς, ἢ ἵππος,
						ἢ οἰκέτης <lb/>ἀπέθανεν, οὐχ ἱκανὸν τοῦτο λυπῆσαι μεμνημένον ὧν ὁ <lb/>πατὴρ ὑπέθετο, μὴ
						πρότερον ἐπὶ χρημάτων ἀπωλείᾳ λυπηθῆναι <lb/>συμβουλεύων, ἄχρις ἂν ᾖ τὰ λειπόμενα πρὸς
						τὴν <lb/>τοῦ σώματος ἐπιμέλειαν αὐτάρκη. τοῦτον γὰρ ἐτίθετο πρῶτον <lb/>ὅρον ἐκείνων
						κτημάτων, ὡς μὴ πεινᾷν, μὴ ῥιγοῦν, μὴ <lb/>διψᾷν· εἰ δὲ πλείω τις εἰς ταῦτα χρεία εἴη,
						καὶ πρὸς τὰς <lb/>καλὰς πράξεις, ἔφη, χρηστέον αὐτῶν. ἐμοὶ τοίνυν ἄχρι δεῦρο
						<lb/>τοσαύτη χρημάτων χρῆσίς ἐστιν, ὡς καὶ πρὸς τὰς τοιαύτας <pb n="45"/>
						<milestone unit="ed2page" n="533"/>πράξεις ἐξαρκεῖν. οἶδα δὲ, ἔφη, καί σε διπλασίαν
						<lb/>τε ἐμοῦ κεκτημένον, ἐπιτίμιόν τε κατὰ τὴν πόλιν ἡμῶν οὕτως, <lb/>ὡς, τίς ἂν εἴη σοι
						λύπης αἰτία, πλὴν ἀπληστίας, οὐχ <lb/>ὁρῶ. πρὸς ταύτην οὖν ἄσκησιν μόνην ἄνεισον ἐγὼ διὰ
						<lb/>μνήμης ἔχων, καὶ μελετῶν ἀεὶ, καὶ σκοπούμενος, μέχρι περ <lb/>ἂν τούτῳ ἐπείσθην, ὡς
						τὸ τὰ δὶς δύο τέσσαρα εἶναι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Θεασώμεθα γὰρ, εἶπεν, ἐπὶ σχολῆς, ὁποῖόν <lb/>τι πάθος ἐστὶν ἡ ἀπληστία· τὴν δ’ ἀρχὴν
						τῆς σκέψεως <lb/>ἡ περὶ τὰς τροφὰς ἀπληστία παρέξει. τὸ γοῦν ἐπέκεινα τοῦ <lb/>συμμέτρου
						προσφέρεσθαι σίτου ἀπληστίαν ὀνομάζουσι· τὸ <lb/>σύμμετρον δ’ αὐτῶν κρίνουσι τῇ χρείᾳ
						τῆς τροφῆς· χρεία <lb/>δ’ αὐτῆς ἐστι τὸ θρέψαι τὸ σῶμα. θρέψει δὲ πεφθεῖσα <lb/>καλῶς,
						πεφθήσεται δ’, εἰ σύμμετρος· τὴν γὰρ πολλὴν ἀπεπτουμένην <lb/>ἴσμεν. εἰ δὲ ἅπαξ τοῦτο
						γένοιτο, διαφθείρεσθαι <lb/>τὴν χρείαν αὐτῆς ἀναγκαῖον. εἰ δέ γε ὑπὸ τῆς δήξεως τῶν
						<lb/>ἀπεπτηθέντων σιτίων ἡ γαστὴρ ἀνιαθεῖσα πᾶν ἐκκρίνειε, ﻿<pb n="46"/> διάῤῥοια μὲν
						ὀνομάζεται τὸ σύμπτωμα, διαφθείρεται δ’ ἡ <lb/>χρεία τῆς τροφῆς· οὐ γὰρ ἐφ’ ὅ τι
						διεξελθεῖν τὰ ἔντερα <lb/>λαμβανόμεθα αὐτὴν, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ προστεθῆναι πᾶσι τοῖς
						<lb/>μορίοις τοῦ σώματος. εἰ δ’ ἀναδοθείη μὴ καλῶς πεφθεῖσα, <lb/>κακοχυμίαν ἐργάζεται
						ἐν ταῖς φλεψίν. ἐπεὶ τοίνυν ἐπὶ τῷ <lb/>σώματι ἡμῶν ἔμαθες, ὁποῖόν τι πρᾶγμά ἐστιν ἡ
						ἀπληστία, <lb/>μεταβὰς ἐπὶ τὴν ψυχὴν ἤδη θέασαι κᾀνταῦθα τὴν φύσιν <lb/>αὐτῆς, ἐφ’
						ἑκάστης ὕλης πραγμάτων ἐπισκοπούμενος, ἀπὸ <lb/>τῶν κτημάτων ἀρξόμενος. ἐν τούτοις οὖν
						ἔνια μὲν οὐκ ὀρθῶς <lb/>ἐσπούδασται, καθάπερ οἱ μαργαρῖται, καὶ οἱ σαρδόνυχες, <lb/>αἵ
						τ’ ἄλλαι λίθοι πᾶσαι· καθάπερ κόσμος, ὃν αἱ <lb/>γυναῖκες οἷόν τι φέρουσαι ταῖς
						ἐξαρτησαμέναις αὐτῶν· τούτου <lb/>τοῦ γένους ἐστὶ τὰ χρυσοϋφῆ τῶν ἱματίων ἤ τινα
						περίεργον <lb/>ἔργον ἔχοντα, ἢ ὕλης δεόμεθα πόῤῥωθεν κομιζομένης, <lb/>ὥσπερ τῶν
						σειρικῶν ὀνομαζομένων. ἔνια δὲ τῶν κτημάτων <lb/>πρὸς τὴν τοῦ σώματος ὑγείαν διαφέροντα
						προσηκόντως <lb/>σπουδάζεται, πρῶτα μὲν ἐξ ὧν τρεφόμεθα, καὶ ἀμφιεννύμεθα, <lb/>καὶ
						ὑποδούμεθα, ἐν οἷς καὶ ἡ οἴκησις. ἐκείνου δὲ τοῦ <pb n="47"/> γένους φαίνεται καὶ τὰ
						τοῖς νοσοῦσιν ἐπιτήδεια. τινὰ δὲ, <lb/>ὥσπερ τοὔλαιον, ἀμφοτέροις ὑπάρχει χρήσιμα, τοῖς
						ὑγιαίνουσι <lb/>καὶ τοῖς νοσοῦσιν. ἔνια δὲ τοιαῦτα, τὰ μὲν μείζω, τὰ δ’ <lb/>ἐλάττω τὴν
						ὠφέλειαν παρεχόμενα τοῖς τῶν ἀνθρώπων σώμασι. <lb/>καὶ τοίνυν ἤδη τοῦ πλήθους τὸν ὅρον
						καὶ τῆς κτήσεως <lb/>αὐτῶν ἐναργῶς οἶμαί σε τεθεᾶσθαι. ὥσπερ γὰρ τὸ <lb/>πηχυαῖον
						ὑπόδημα πρὸς τέλος ἐστὶν ἄχρηστον, οὕτω καὶ τὸ <lb/>ε΄ καὶ ι΄ ἔχειν ὑποδήματα, πλὴν
						δυοῖν. ἄλλα τε γὰρ ὄντα <lb/>πάντως αὐτάρκης ἡ χρεία. οὕτω δὲ καὶ τὴν ἐσθῆτα διπλῆν
						<lb/>ἔχειν αὔταρκες, οἰκέτας τε καὶ σκεύη. ἐν ἡμῖν, ἔφην, οὐ <lb/>μόνον ἐσθὴς ὑπάρχει
						περιττοτέρα τῆς διττῆς, ἀλλὰ καὶ οἱ <lb/>οἰκέται, καὶ σκεύη, καὶ πάνθ’ ἁπλῶς τὰ κτήματα
						πολὺ <lb/>πλείω τῶν διττῶν ἐστιν. πρόσοδον γὰρ ἔχομεν ἀφ’ ὧν κεκτήμεθα
						<lb/>πολλαπλασίαν, ἢ ὡς εἰς ὑγείαν μόνην ἐξ αὐτῶν <lb/>ὑπηρετεῖσθαι τῷ σώματι. τίνας
						οὖν, ἔφην, ὁρῶ τὸν ἀπολαυστικὸν <lb/>ὀνομαζόμενον ἑλομένους βίον, οὐ διπλάσια μόνον,
						<lb/>ἢ τριπλάσια δαπανῶντας ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ πενταπλάσια, καὶ <lb/>δεκαπλάσια, καὶ
						τριακονταπλάσια. τὸν δ’ ὡσαύτως ἐμοὶ <pb n="48"/> διαιτώμενον θεῶμαι, λυπούμενον δ’ αὖ
						ὁμοίως ἐμοὶ, καίτοι <lb/>τῆς <milestone unit="ed2page" n="534"/>οὐσίας οὐχ ἕκαστον ἔτος
						αὐξανομένης· ἐπεὶ ἐξ <lb/>αὐτῶν τῶν προσόδων ἀναλίσκεται μὲν τὸ ι΄ μέρος ἴσως, αἱ
						<lb/>λοιπαὶ δὲ θ΄ μοῖραι τοῖς ὑπάρχουσι προστίθενται. βλέπω <lb/>γάρ σε οὐδὲ πρὸς τὰ
						καλὰ τῶν ἔργων δαπανῆσαι τολμῶντα, <lb/>μηδ’ εἰς βιβλίων ὠνὴν, καὶ κατασκευὴν, καὶ τῶν
						γραφόντων <lb/>ἄσκησιν, ἤτοι γε εἰς τάχος διὰ σημείων, ἢ εἰς καλῶν <lb/>ἀκρίβειαν, ὥσπερ
						οὐδὲ τῶν ἀναγινωσκόντων ὀρθῶς. οὐ μὴν <lb/>οὐδὲ κοινωνοῦντά σε θεῶμαι, καθάπερ
							<milestone unit="ed1page" n="359"/>ἐμὲ σὺ βλέπεις <lb/>ἑκάστοτε, τοῖς μὲν ἱματίοις
						οἰκετῶν, τοῖς δ’ εἰς τροφὰς <lb/>ἢ νοσηλείαν· τινῶν δ’ ἐθεασάμην καὶ τὰ χρέα
						διαλυσάμενος. <lb/>ἐγὼ μὲν οὖν καταλείπω πᾶσαν ἣν ὁ πατὴρ κατέλιπέ <lb/>μοι πρόσοδον,
						οὐδὲν ἐξ αὐτῆς περισσὸν ἀποτιθέμενος, <lb/>οὐδὲ θησαυρίζων, οὐδὲ πολλαπλάσια τῶν
						ἀναλισκομένων <lb/>ἀποτιθέμενος. ὅμως ἀνιέμενον φαίης πολλάκις ἐμὲ, <lb/>καθάπερ αὐτὸς
						ὁμολογεῖς, οὐδέποτε λυπούμενον ὁρῶν. ἆρ’ <lb/>οὖν δύνασαι καθορᾷν τῆς λύπης σου τὴν
						αἰτίαν, ἢ παρ’ <pb n="49"/> ἐμοῦ καὶ τοὔνομα αὐτῆς ἀκοῦσαι ποθεῖς; ἤδη σοι καὶ τοῦτο
						<lb/>βούλει γενέσθαι; μίαν ἴσθι πασῶν λυπῶν αἰτίαν, ἣν ὀνομάζουσιν <lb/>οἱ Ἕλληνες
						ἐνίοτε μὲν ἀπληστίαν, ἐνίοτε δὲ <lb/>πλεονεξίαν. ἀπληστίαν μὲν ἀπὸ τοῦ τὰς ἐπιθυμίας
						ἀπληρώτους <lb/>ἔχειν· ἀεὶ γὰρ ποθοῦσι τῶν ἔμπροσθεν οἱ ἄπληστοι. <lb/>ὥστε, κἂν
						διπλάσιον ἔχωσι, τριπλάσιον προσκτήσασθαι σπεύδουσι, <lb/>κἂν τριπλάσιον ἔχωσι,
						τετραπλασίων ἐφίενται. καὶ <lb/>οὕτως ἐφορῶσι τοὺς πλέονα κεκτημένους αὐτῶν, οὐ τοὺς
						<lb/>ἐλάττονα, καὶ τούτους ὑπερβάλλεσθαι ζητοῦσι, καὶ τούτων <lb/>πλέον ἔχειν
						ἐπιθυμοῦσι. σὺ γοῦν οὕτως, ἔφην, ἐὰν σκοπῇς <lb/>ἅπαντας ἡμῶν τοὺς πολίτας, εὑρήσεις οὐ
						πολλοὺς <lb/>πλουσιωτέρους σαυτοῦ, ὥστε τῶν ὑπολοίπων ἁπάντων ἔσῃ <lb/>πλουσιώτερος·
						εὔδηλον δὲ, ὡς καὶ τῶν δούλων αὐτῶν, καὶ <lb/>προσέτι καὶ γυναικῶν τοσούτων. εἴπερ οὖν
						ἡμῖν οἱ πολῖται <lb/>πρὸς τοὺς τετρακισμυρίους εἰσὶν, ὁμοῦ ἐὰν προσθῇς <lb/>αὐτῶν τὰς
						γυναῖκας καὶ τοὺς δούλους, εὑρήσεις σεαυτὸν <lb/>δυοκαίδεκα μυριάδων ἀνθρώπων οὐκ
						ἀρνούμενον εἶναι πλουσιώτερον, <lb/>ἀλλὰ καὶ τούτους βουλόμενον ὑπερβαλέσθαι, καὶ <pb n="50"/> πάμπλουτον ἐν πλούτῳ γενέσθαι σε σπεύδοντα, καίτοι πολίτην <lb/>ἄμεινον ἐν
						αὐταρκείᾳ πρῶτον ὑπάρχειν, ὅπερ ἐστὶν ἐπί <lb/>σοι. τὸ δ’ ἐν πλούτῳ πρωτεύειν οὐκ
						ἀρετῆς, ἀλλὰ τύχης <lb/>ἔργον, ἥτις καὶ δούλους καὶ ἀπελευθέρους ἐργάζεται <lb/>ἡμῶν τῶν
						ὀνομαζομένων εὐγενῶν πλουσιωτέρους. ἀλλὰ σύ <lb/>γε, κᾂν σχῇς, ὡς εὔχῃ, πλεῖον τῶν
						πολιτῶν ἁπάντων, οὐκ <lb/>ἀρκεσθήσῃ, περισκέψῃ δ’ αὐτίκα, μή τις ἐν ἄλλῃ πόλει
						<lb/>πλουσιώτερος. εἶτ’, ἂν ὑπηρετοῦσάν σοι σχῇς καὶ πρὸς <lb/>τούτοις τὴν τύχην, ἐπὶ
						τἄλλα μεταβὰς ἔθνη καὶ τῶν ἐν <lb/>ἐκείνοις πλουσίων ἐθελήσεις γενέσθαι πλουσιώτερος.
						ὥστ’ <lb/>οὐ πάντων πλουσιώτερος, ἀλλ’ ἀεὶ πένης ἔσῃ διὰ τὰς ἀορίστους <lb/>ἐπιθυμίας.
						εἰ δέ γε τῇ χρείᾳ τῶν κτημάτων ἐμέτρεις <lb/>σεαυτοῦ τὸ σύμμετρον, ἐκ τῶν πλουσίων ἄν
						ἤδη σαυτὸν <lb/>ἠριθμήκεις, ἢ πάντως γε τῶν εὐπόρων. ἐγὼ γοῦν <lb/>ἐμαυτὸν ἐκ τούτων
						ἀριθμῶ, καίτοι γε ἐλάττω σοῦ κεκτημένος. <lb/>ἐὰν οὖν οὕτω πείσῃς σαυτὸν, οὐκέτι ἀνιάσει
						σε τῶν <lb/>ἀπολλυμένων οὐδὲν, ἔσῃ τε μακάριος, ὅσον ἐπὶ τῷ μὴ <lb/>λυπεῖσθαι διὰ
						χρήματα. τὴν δ’ αὐτὴν ταύτην ἀπληστίαν <pb n="51"/> ἂν ἐξέλῃς τοῦ τιμᾶσθαι βούλεσθαι,
						καὶ κατὰ τοῦτ’ ἄλυπος <lb/>ἔσῃ. εἰ δ’ οὐ μόνον ἀρκεῖ τιμᾶσθαι πρὸς τῶν συνήθων,
						<lb/>ἀλλὰ καὶ πάντας ἐθέλεις τοὺς κατὰ τὴν πόλιν ἐπαινεῖν σε, <lb/>οἵ τε μὴ γινώσκουσί
						σε τὴν ἀρχὴν, ἴσως οὖν βουλήσῃ πρότερον <lb/>ἀπ’ αὐτῶν γνωσθῆναι, δεύτερον δὲ τιμᾶσθαι.
						τοῦτο <lb/>δὲ τὸ μὲν γνωσθῆναι πᾶσιν ἐθέλειν ἀπλήστου φιλοδοξίας <lb/>ἔργον ἐστὶν, τὸ δὲ
						τιμᾶσθαι ματαίας φιλοτιμίας. ἀναγκαῖον <lb/>οὖν ἔσται σοι, καθάπερ ἐπὶ χρημάτων κτήσει
						νῦν ἀγρυπνίας, <lb/>οὕτως, ἐὰν <milestone unit="ed2page" n="535"/>εἰς φιλοδοξίαν ἢ
						φιλοτιμίαν ἐκτείνῃς τὴν <lb/>ἐπιθυμίαν, ἀνιαθήσεσθαι μειζόνως ἐπὶ τοῖς μὴ γινώσκουσί
						<lb/>τε καὶ τιμῶσι πολλοῖς οὖσιν. εἴπερ οὖν εὕρομεν, καὶ ἀσκήσομεν <lb/>ἐπ’ αὐτῶν διὰ
						παντὸς ἡμᾶς αὐτοὺς, καὶ ἄλυποι γενησόμεθα. <lb/>πῶς οὖν ἀσκήσομεν; ἐὰν γνῶμεν, πότερον
						ὀρθῶς <lb/>εἴρηται, πάθος εἶναι ψυχῆς μοχθηρότατον ἀπληστίαν· <lb/>κρηπὶς γάρ τις αὕτη
						φιλοχρηματίας ἐστὶ, καὶ φιλοδοξίας, <lb/>καὶ φιλοτιμίας, καὶ φιλαρχίας, καὶ φιλονεικίας.
						<lb/>πρῶτον μὲν οὖν ἀεὶ πρόχειρον ἔχειν δεῖ τὸ περὶ τῆς αὐταρκείας ﻿<pb n="52"/> δόγμα,
						συνημμένον δηλονότι τῷ περὶ τῆς ἀπληστίας. <lb/>ὁ γὰρ μισήσας τὴν ἀπληστίαν ἐφίλησε τὴν
						αὐτάρκειαν. <lb/>εἴπερ οὖν ἐν τούτῳ μόνῳ κεῖται τὸ ἄλυπον εἶναι, τοῦτο δὲ <lb/>ἐφ’ ἡμῖν,
						ἤδη πᾶν ἐφ’ ἡμῖν ἀλύπους γενέσθαι, πρόχειρον <lb/>μὲν ἔχουσι τὸ περὶ τῆς αὐταρκείας καὶ
						τὸ περὶ τῆς ἀπληστίας <lb/>δόγμα, τὴν δ’ ἐκ τῶν κατὰ μέρος ἔργων ἄσκησιν <lb/>ἑκάστης
						ἡμέρας ποιουμένην ἐπὶ τοῖσδε τοῖς δόγμασιν, ὅπερ <lb/>ἐκ τῆς πρώτης παιδείας ἑτέροις
						ὑπῆρξε, τοῦτο τοῖς ἀτυχήσασιν <lb/>ἐκείνοις ὕστερόν ποθ’ ὑπάρξει δι’ ἧς εἶπον ὁδοῦ.
						<lb/>τίς γὰρ οὐκ ἂν ἐθελήσαι ἀλύπως εἶναι παρ’ ὅλον αὑτοῦ τὸν <lb/>βίον; ἢ τίς οὐκ ἂν
						τοῦτον προέλοιτο τοῦ πλούτου κινητοῦ <lb/>τε καὶ μιαροῦ μᾶλλον; </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Ἐγὼ μὲν οὖν καὶ ταῦτα καὶ ἄλλα πολλὰ <lb/>διῆλθον ἐκείνῳ τε καὶ ἄλλοις ὕστερον πολλοῖς,
						καὶ πάντας <lb/>ἔπεισα τό γε παραυτίκα· τὴν δὲ ἐκ τῶν ὑστέρων ὠφέλειαν <lb/>ὀλιγίστους
						εἶδον ὕστερον ἔχοντας. τηλικαῦτα γὰρ ἤδη τὰ <lb/>πάθη τῆς ψυχῆς ηὐξήκασιν οἱ πολλοὶ τῶν
						ἀνθρώπων, ὡς <lb/>ἀνίατα ὑπάρχειν. εἰ δέ τις ἔτι μετρίοις δουλεύει πάθεσιν, <pb n="53"/>
						γνῶναί τ’ ἂν οὕτω δύναταί τι τῶν πρῶτον εἰρημένων, ἐπιστήσας <lb/>ἑαυτῷ, καθάπερ
						ἔμπροσθεν εἶπον, ἐπόπτην τινὰ <lb/>καὶ παιδαγωγὸν, ὅστις ἑκάστοτε τὰ μὲν ἀναμιμνήσκων
						αὐτὸν, <lb/>τὰ δ’ ἐπιπλήττων, τὰ δὲ προτρέπων τε καὶ παρορμῶν <lb/>ἔχεσθαι τῶν
						κρειττόνων, ἑαυτόν τε παράδειγμα παρέχων <lb/>ὧν λέγει καὶ προτρέπει, δυνήσεται
						κατασκευάσαι λόγῳ <lb/>ἐλευθέραν τε καὶ καλὴν τὴν ψυχήν. αἰσχρὸν γὰρ τὴν μὲν <lb/>κατὰ
						νόμους ἀνθρωπίνους ἐλευθερίαν ἀντὶ πολλῶν πεποιῆσθαι, <lb/>τὴν δ’ ὄντως καὶ φύσει μὴ
						σπουδάζειν, ἀλλ’ αἰσχραῖς <lb/>καὶ ἀσελγέσι καὶ τυραννικαῖς δεσποίναις δουλεύειν,
						<lb/>φιλοχρηματίαις τε καὶ σμικρολογίαις καὶ φιλαρχίαις καὶ <lb/>φιλοδοξίαις καὶ
						φιλοτιμίαις. καίτοι τούτων ἁπασῶν οὐκ <lb/>ἂν ὀκνήσαιμι φάναι μητέρα πλεονεξίαν. τίς οὖν
						ἔχων ταύτην <lb/>ἐν τῇ ψυχῇ δύναται καλὸς κᾀγαθὸς γενέσθαι; τίς δ’ <lb/>οὐκ ἂν εἴη
						θανάτων ἄξιος μυρίων, εἰ μὴ μισήσειε τὸ <lb/>τοιοῦτον αἶσχος τοῦτο; πολὺ δὲ μᾶλλον
						μισητέον ἐστὶ καὶ <lb/>φευκτέον αὐτὸ σωθῆναι βουλομένοις νέοις, ὡς, ἐὰν φθάσωσιν
						<lb/>ἐκτραφέντες ἀπλήστως χρημάτων ἐπιθυμεῖν, δυνατὸν <pb n="54"/> οὖκ ἔτ’ αὐτοῖς μετὰ
						τεσσαρακοστὸν ἔτος ὠφεληθῆναι. τίθει <lb/>δ’, εἰ βούλει, πεντηκοστὸν, ἵνα μήτις ἡμᾶς
						ἀπανθρώπους <lb/>φῇ, καθάπερ ἤκουσά τινος λέγοντος ἥττονας μὲν ἀνθρώπους <lb/>καὶ
						λιχνείας, καὶ ἀφροδισίων, καὶ δόξης, καὶ τιμῆς <lb/>οὐκ ὀλίγους, ἑαυτὸν δὲ πλούσιον ἑνὸς
						ἡττώμενόν, διότι <lb/>μηδενὸς ἐτύγχανεν ὧν ἐφίετο. καὶ γὰρ δὴ ἐπειδὴ καὶ <lb/>οὗτος
						πολλοῦ χρόνου καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἑώρα φαιδρὸν <lb/>ἐμὲ, αὐτοῦ κακοπραγοῦντος, ἐδεῖτο
						διδάσκειν ὅπως ἂν <lb/>αὐτὸς μὴ ἀνιῷτο. <milestone unit="ed2page" n="536"/>φάντος δέ μού
						οἱ πλεόνων ἐτῶν <lb/>δεῖσθαι πρὸς ἐπανόρθωσιν ὧν ηὔξησε μέχρι δεῦρο παθῶν,
						<lb/>ἀνακραγὼν εἶπεν· Οὐδὲν ἀπανθρωπότερον σοῦ· ὥσπερ <lb/>ἐμοῦ σπουδάζειν δυνηθέντος
						μὲν ἂν, εἰ ἐβουλήθην, ἄλυπον <lb/>αὐτὸν ἐργάσασθαι τάχιστα, φθονήσαντος δέ τινος
						εὐεργεσίαν. <lb/>καίτοι μόνῳ τούτῳ τῶν μαθημάτων οὐδεὶς τῶν <lb/>πέλας δύναται φθονῆσαι.
						συμφέρει γὰρ ἡμῖν ἅπαντας ἀνθρώπους, <lb/>οἷς συνδιατρίβομεν, ἔξω τῶν ψυχικῶν παθῶν
						εἶναι, <lb/>μήτε φιλοδοξίαν, μήτ’ ἄλλο τι τοιοῦτο τὴν ψυχὴν λελωβημένους. <lb/>ὅσῳ γὰρ
						ἂν ὦσι βελτίους οἵδε, τοσούτῳ καὶ <pb n="55"/> ἡμῖν ὠφελιμώτεροι φίλοι γενήσονται. πάλιν
						οὖν ἐπὶ τὸν <lb/>ἀληθῆ ἄνδρα γενέσθαι βουλόμενον ἐπανελθὼν ὑποθήσομαι <lb/>τὴν κοινὴν
						ὁδὸν εἰς ἅπαντα <milestone unit="ed1page" n="360"/>τὰ κατὰ τὴν ψυχὴν <lb/>ἡμῶν καλά. χρὴ
						γὰρ αὐτὸν τὸν ἐπιστάτην ἐπιστῆσαι <lb/>τό γε καταρχὰς ἐφ’ ἑκάστῳ τῶν πρασσομένων, ὃς
						ἀναμνήσει <lb/>τὸ παρορώμενον. ἔστι γὰρ ἐνίοτε δυσδιόριστον ἐν ταῖς <lb/>πράξεσι τὸ κατὰ
						σμικρολογίαν πραττόμενον τοῦ κατ’ οἰκονομίαν, <lb/>ὥστ’ ἀδύνατόν ἐστι νῦν ὁρίσαι τοῦτο
						τὸ πρῶτον <lb/>ἀρχομένῳ τὸ τῆς φιλοχρηματίας ἐκκόπτειν πάθος. ὥσπερ <lb/>δ’ ἐν τούτῳ ἡ
						ἀρετὴ γειτνιᾷ τῇ κακίᾳ, κατὰ τὸν αὐτὸν <lb/>τρόπον τῆς φιλοτιμίας ἐκκοπτομένης.
						ἀναίσχυντον γὰρ κατὰ <lb/>τὰς καλὰς πεφυκυίας ψυχὰς, ἑτέρους μὲν εἶναι τοὺς ὀψομένους
						<lb/>τὰ τῶν σωθῆναι δυναμένων νέων ἁμαρτήματα, πρεσβύτας <lb/>μὲν τὴν ἡλικίαν, ἐν ὅλῳ δὲ
						τῷ βίῳ πεῖραν ἱκανὴν <lb/>δεδωκότας ἐλευθέρας γνώμης· οἷς ἐπιτιμῶσιν οὐκ ἀντιτείνειν,
						<lb/>οὐδ’ ἀπεχθάνεσθαι προσήκει, ἀλλὰ χάριν εἰδέναι, <lb/>καὶ παρακαλεῖν ἀεὶ λέγειν
						τἀληθῆ, καὶ γνόντας αὐτὸ πειρᾶσθαι, <pb n="56"/> κἂν μὴ κατὰ μεγάλα μόρια, κατὰ σμικρὰ
						γοῦν <lb/>ἀποκόπτειν τι τοῦ μεγέθους τῶν παθῶν, εἰ καὶ χαλεπὸν <lb/>ἐν ἀρχῇ τοῦτο, καὶ
						μετὰ πολλῆς ταλαιπωρίας φαίνοιτο <lb/>γιγνόμενον, ἐννοοῦντας οὐχ ὁμοίως χαλεπὸν ἔσεσθαι
						τοῦ <lb/>χρόνου προϊόντος. ὅσον γὰρ ἂν αὔξηται ἡμῶν τὸ λογιστικὸν <lb/>ἐν ταῖς τοιαύταις
						ἀσκήσεσι, καθάπερ ἡττᾶται καὶ <lb/>μειοῦται τὰ πάθη, τοσοῦτον ῥᾷον ὕστερον ἡ παντελὴς
						<lb/>ὑποταγή. ὅπου γὰρ ἔτι μεγίστων ὄντων ἐκράτησεν ὁ λογισμὸς <lb/>ἀγύμναστος ὢν,
						εὔδηλον ὡς μᾶλλον κρατήσει, διττῆς <lb/>ὑπεροχῆς ἐν τῷ χρόνῳ προγενομένης αὐτῷ. καὶ γὰρ
						<lb/>αὐτὸς ἐξ ὧν ἐγυμνάσατο πολὺ γενναιότερος ἔσται, κἀκείνοις <lb/>διατελέσει
						σμικροτέροις γιγνομένοις. ἤρκει δὲ καὶ θάτερον <lb/>αὐτῶν μόνον εἰς τὴν τοῦ μέλλοντος
						ἐλπίδα. διόπερ <lb/>ἐν ἀρχῇ τῆς ἀσκήσεως οὐ προσῆκεν ἀθυμεῖν, ὀλίγην ἐπίδοσιν <lb/>ἑαυτῷ
						γιγνομένην αἰσθανόμενον ἐν τῇ τῶν παθῶν <lb/>ἰάσει. μεγάλα γὰρ ἔσται τοῦ χρόνου
						προϊόντος, ἐὰν μόνον <lb/>ὑπομένῃ τις ἀκούειν ὧν ἁμαρτάνει, τὴν ἀληθινὴν φιλίαν
						<lb/>ἑαυτὸν φιλήσας καὶ βουληθεὶς γενέσθαι καλὸς κᾀγαθὸς, <pb n="57"/> οὐ φαίνεσθαι
						μόνον. ἡ μὲν δὴ τῶν παθῶν τῆς ψυχῆς <lb/>γνῶσίς τε καὶ θεραπεία κατὰ τὴν εἰρημένην ὁδόν·
						περὶ <lb/>δὲ τῶν ἁμαρτημάτων ἐφεξῆς εἰρήσεται. </p></div></div></body></text></TEI>