<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg028.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΔΙΑΓΝΩΣΕΩΣ ΚΑΙ <lb/>ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΤΩΝ ΕΝ ΤΗι ΕΚΑΣΤΟΥ <lb/>ΨΥΧΗι ΙΔΙΩΝ
						ΠΑΘΩΝ.</head><p>Ἐπειδὴ καὶ δι’ ὑπομνημάτων ἔχειν βούλει, <lb/>ἃ πρὸς τὴν ἐρώτησιν ἀπεκρινάμην, ἣν
						ἐνέστησα πρὸς ἡμᾶς <lb/>ὑπὲρ τοῦ γραφέντος Ἀντωνίῳ τῷ Ἐπικουρείῳ βιβλίου περὶ <lb/>τῆς
						ἐπὶ τοῖς ἰδίοις πάθεσιν ἐφεδρείας, ἤδη πράξω τοῦτο, <lb/>καὶ τήνδε τίθεμαι τὴν ἀρχήν.
						ἄριστον μὲν ἦν αὐτὸν τὸν <lb/>Ἀντώνιον εἰρηκέναι σαφῶς, τί ποτε βούλεται σημαίνειν ἐκ
						τοῦ <lb/>τῆς ἐφεδρείας ὀνόματος. ὡς δ’ ἄν τις ἐξ ὧν λέγει κατὰ τὸ <pb n="2"/> βιβλίον
						εἰκάσειεν, ἤτοι τὴν παραφυλακὴν ἢ τὴν διάγνωσιν <lb/>δοκεῖ μοι δηλοῦν, ἢ καὶ πρὸς
						τούτοις τὴν ἐπανόρθωσιν. <lb/>ἐφαίνετο δ’, ὡς οἶσθα, καὶ ἀσαφῶς ἑρμηνεύων τὰ <lb/>πολλὰ
						τῶν εἰρημένων, ὡς εἰκάσαι μᾶλλον ἔστιν ἢ νοῆσαι <lb/>σαφῶς. ἐνίοτε μὲν γὰρ δόξει
						προτρέπειν ἡμᾶς ἐννοεῖν, ὅτι <lb/>καὶ αὐτοὶ πολλὰ παραπλησίως τοῖς ἄλλοις ἁμαρτάνομεν·
						<lb/>ἐνίοτε δ’, ὅπως ἄν τις ἕκαστον ὧν ἁμαρτάνει διαγιγνώσκοι, <lb/>καὶ πρὸς τούτοις
						αὖθις, ὅπως ἄν τις ἑαυτὸν ἀπάγοι τῶν <lb/>ἁμαρτανομένων, ὃ δοκεῖ μοι τοῦ λόγου παντὸς
						εἶναι σκοπός. <lb/>ἕκαστον γὰρ τῶν προειρημένων ἄχρηστόν ἐστι καὶ <lb/>περιττὸν, εἰ μὴ
						πρὸς τοῦτον ἀναφέροιτο, διορθοῦν δὲ χρὴ <lb/>αὑτὸν ἐν τοῖς μάλιστα παθήμασι τῶν
						ἁμαρτημάτων. ἐνίοτε <lb/>μὲν γὰρ ὡς περὶ μόνων τῶν παθῶν αὐτοῦ ὁ λόγος γίνεται,
						<lb/>πολλάκις δὲ ὡς περὶ τῶν ἁμαρτημάτων, ἔστι δ’ ὅτε περὶ <lb/>ἀμφοτέρων διαλέγεσθαί
						σοι δόξει. ἐγὼ δ’ αὐτὸ τοῦτο πρῶτον, <lb/>ὡς οἶσθα, προδιώρισα, τὰ μὲν ἁμαρτήματα κατὰ
						ψευδῆ <lb/>δόξαν εἰπὼν γίγνεσθαι, τὸ δὲ πάθος κάτα τινα ἄλογον <pb n="3"/> ἐν ἡμῖν
						δύναμιν <milestone unit="ed2page" n="520"/>ἀπειθοῦσαν τῷ λόγῳ· κοινῇ δ’ <lb/>ἀμφότερα
						κατὰ γενικώτερον σημαινόμενον ἁμαρτήματα κεκλήσθω. <lb/>λέγω μὲν οὖν ἁμαρτάνειν καὶ τὸν
						ἀκολασταίνοντα, <lb/>καὶ τὸν θυμῷ τι πράττοντα, καὶ τὸν διαβολῇ πιστεύοντα.
						<lb/>γέγραπται μὲν οὖν καὶ Χρυσίππῳ καὶ ἄλλοις <lb/>πολλοῖς τῶν φιλοσόφων θεραπευτικὰ
						συγγράμματα τῶν τῆς <lb/>ψυχῆς παθῶν, εἴρηται δὲ καὶ πρὸς Ἀριστοτέλους καὶ <lb/>τῶν
						ἑταίρων αὐτοῦ, καὶ πρὸ τούτων ὑπὸ Πλάτωνος. καὶ <lb/>ἦν μὲν βέλτιον ἐξ ἐκείνων μανθάνειν
						αὐτὰ, ὥσπερ κᾀγώ. <lb/>τὰ δ’ οὖν κεφάλαια διὰ τοῦ πρώτου λόγου τοῦδε διὰ συντόμου,
						<lb/>ἐπειδὴ κελεύεις, διήξω σοι πάντα, καθ’ ἣν ἤδη <lb/>τάξιν ἤκουσας, ὅτ’ ἐπύθου περὶ
						τοῦ γεγραμμένου τῷ Ἀντωνίῳ <lb/>βιβλίου. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Ὅτι μὲν εἰκός ἐστιν ἁμαρτάνειν, εἰ καὶ μὴ <lb/>δοκοίημεν αὐτοὶ σφάλλεσθαί τι, πάρεστιν
						ἐκ τῶνδε τῶν λόγων <lb/>λογίσασθαι. πάντας ἀνθρώπους ὁρῶμεν ἑαυτοὺς ὑπολαμβάνοντας
						<lb/>ἤτοι γε ἀναμαρτήτους εἶναι παντάπασιν ἢ <lb/>ὀλίγα καὶ σμικρὰ διὰ λόγου σφάλλεσθαι,
						καὶ τοῦτο <pb n="4"/> μάλιστα πεπονθότας, οὓς ἄλλοι πλεῖστα νομίζουσιν ἁμαρτάνειν.
						<lb/>ἐγὼ οὖν, εἰ καί τινος ἑτέρου, καὶ τοῦδε παμπόλλην <lb/>ἔσχηκα πεῖραν. ὅσοι μὲν τῶν
						ἀνθρώπων ἐπ’ ἄλλοις <lb/>ἐπέθεντο τὴν περὶ αὐτῶν ἀπόφασιν, ὁποῖοί τινές εἰσιν, ὀλιγώτατα
						<lb/>ἐθεασάμην ἁμαρτάνοντας· ὅσοι δὲ ἑαυτοὺς ἀπειλήφασιν <lb/>εἶναι ἀρίστους χωρὶς τοῦ
						τὴν κρίσιν ἑτέροις ἐπιτρέψαι, <lb/>μέγιστα καὶ πλεῖστα τούτους ἑώρακα σφαλλομένους.
						ὥσθ’, <lb/>ὅπερ ᾤμην, ὅτε μειράκιον ἦν, ἐπαινεῖσθαι μάτην, (τοῦτο δ’ <lb/>ἦν τὸ Πύθιον
						γνῶναι κελεῦον ἑαυτὸν,) οὐ γὰρ εἶναι μέγα <lb/>τὸ πρόσταγμα, τοῦθ’ εὗρον ὕστερον δικαίως
						ἐπαινούμενον. <lb/>ἀκριβῶς μὲν γὰρ ὁ σοφώτατος μόνος ἂν ἑαυτὸν γνοίη, <lb/>τῶν δ’ ἄλλων
						ἁπάντων ἀκριβῶς μὲν οὐδεὶς, ἧττον δὲ καὶ <lb/>μᾶλλον ἕτερος ἑτέρου. καθάπερ γὰρ ἐν ὅλῳ
						τῷ βίῳ καὶ <lb/>κατὰ πάσας τὰς τέχνας τὰς μὲν μεγάλας ὑπεροχάς τε καὶ <lb/>διαφορὰς τῶν
						πραγμάτων ἅπαντος ἀνδρός ἐστι γνῶναι, τὰς <lb/>δὲ μικρὰς τῶν φρονίμων τε καὶ τεχνιτῶν,
						οὕτω κᾀπὶ τῶν <lb/>ἁμαρτημάτων ἔχει καὶ παθῶν. ὅστις μὲν ἐπὶ μικροῖς ὀργίζεται <pb n="5"/> σφοδρῶς, δάκνει τε καὶ κακίζει τοὺς οἰκέτας, οὗτος μέν <lb/>σοι δῆλός ἐστιν, ὅτι ἐν
						πάθει καθέστηκεν· ὁμοίως δὲ καὶ <lb/>ὅστις ἐν μέθαις τε καὶ ἑταίραις καὶ κωμασταῖς
						παραγίνεται. <lb/>τὸ δ’ ἐπὶ μεγάλη βλάβῃ χρημάτων ἢ ἀτιμίᾳ μετρίως <lb/>ταραχθῆναι τὴν
						ψυχὴν οὐκ ἔθ’ ὁμοίως ἐστὶ φανερὸν ἐκ <lb/>τοῦ γένους τῶν παθῶν ὑπάρχον, ὥσπερ οὐδὲ
						πλακοῦντα <lb/>φαγεῖν ἀκρατέστερον. ἀλλὰ καὶ ταῦτα κατάδηλα γίγνεται τῷ
						<lb/>προμελετήσαντι τὴν ψυχὴν, ἐξοδιάσαντί τε ἁπάντων παθῶν <lb/>ἐπανορθώσεως δεόμενα,
						καὶ μεῖζόν γ’ ἔμπης ἀποφυγεῖν αὐτὰ, <lb/>διότι μικρά. ὅστις οὖν βούλεται καλὸς κᾀγαθὸς
						γενέσθαι, <lb/>τοῦτο ἐννοήσας, ὡς ἀναγκαῖόν ἐστιν αὐτὸν ἀγνοεῖν πολλὰ <lb/>τῶν ἰδίων
						ἁμαρτημάτων, ὅπως ἂν ἐξεύροι πάντα, δυνάμενος <lb/>ἐγὼ λέγειν, ὅπως εὗρον αὐτὸς, οὔπω
						λέγω, διότι τὸ <lb/>βιβλίον τοῦτο δύναταί ποτε καὶ εἰς ἄλλων ἀφικέσθαι χεῖρας· <lb/>ὅπως
						ἂν κᾀκεῖνοι γυμνασθῶσιν πρὸς ὁδὸν εὑρεῖν τῆς <lb/>γνώσεως τῶν ἁμαρτημάτων, ὥσπερ καὶ σέ
						μοι λέγειν ἠξίωσα, <lb/>καὶ μέχρι τοσαῦτα δοκοῦν ἀπεφήνω, διεσιώπησα. καὶ νῦν ﻿<pb n="6"/> οὕτω πράξω, παρακαλέσας τὸν ὁμιλοῦντα τῷδε τῷ γράμματι, <lb/>καταθέμενον αὑτῷ
						ζητῆσαι, πῶς ἄν τις ἑαυτὸν δύναιτο <lb/>γνωρίζειν ἁμαρτάνοντα. δύο <milestone unit="ed2page" n="521"/>γὰρ, ὡς Αἴσωπος ἔλεγε, <lb/>πήρας ἐξήμμεθα τοῦ τραχήλου, τῶν
						μὲν ἀλλοτρίων τὴν <lb/>πρόσω, τῶν ἰδίων δὲ τὴν ὀπίσω· καὶ διὰ τοῦτο τὰ μὲν <lb/>ἀλλότρια
						βλέπομεν ἀεὶ, τῶν δ’ οἰκείων ἀθέατοι καθέσταμεν. <lb/>καὶ τοῦτόν γε τὸν λόγον ὡς ἀληθῆ
						πάντες προσίενται. <lb/>ὁ δὲ Πλάτων ἀποδίδωσι καὶ τὴν αἰτίαν τοῦ γιγνομένου.
						<lb/>τυφλῶττον γὰρ, φησὶ, τὸ φιλοῦν περὶ τὸ φιλούμενον. <lb/>εἴπερ οὖν ἕκαστος ἡμῶν
						ἑαυτὸν ἁπάντων μάλιστα φιλεῖ, <lb/>τυφλώττειν ἀναγκαῖόν ἐστιν αὐτὸν ἐφ’ ἑαυτοῦ. πῶς οὖν
						<lb/>ὄψεται τὰ ἴδια κακά; καὶ πῶς ἁμαρτάνων γνώσεται; <lb/>πολλῷ γὰρ ἔοικεν ὅ τε τοῦ
						Αἰσώπου μῦθος καὶ ὁ τοῦ <lb/>Πλάτωνος λόγος ἀνελπιστότερον ἡμῖν τὴν τῶν ἰδίων
						ἁμαρτημάτων <lb/>εὕρεσιν ἀποφαίνειν. εἰ γὰρ μήτε τοῦ φιλεῖν τις <lb/>ἑαυτὸν ἀποστῆσαι
						δύναται, τυφλώττειν ἀναγκαῖόν ἐστι τὸ <lb/>φιλοῦν περὶ τὸ φιλούμενον. οὐ μὴν οὐδ’ ἐγὼ
						τὸν ἀναγινώσκοντα <lb/>τόδε τὸ βιβλίον ἠξίουν ἐπισκέψασθαι καθ’ αὑτὸν <pb n="7"/> ὁδὸν
						τῆς τῶν ἰδίων ἁμαρτημάτων εὑρέσεως, εἰ μὴ χαλεπὸν <lb/>ἦν τὸ πρᾶγμα, καίτοι ὡς ἐπὶ
						πλεῖστον ἐσκεμμένος ᾖ καθ’ <lb/>αὑτόν. καὶ τοίνυν ἐγὼ τὴν ἐμὴν ἀποφαίνομαι γνώμην, ἣν,
						<lb/>εἰ μέν τινα καὶ αὐτὸς ἕκαστος ἑτέραν ὁδὸν εὕροι, προσλαβὼν <lb/>καὶ τὴν ἐμὴν,
						ὠφελήσεται πλεονεκτικῶς, διπλῆν ἀνθ’ <lb/>ἁπλῆς εὑρὼν ὁδὸν σωτηρίας· εἰ δὲ μὴ, ἀλλ’ αὐτῇ
						γε τῇ <lb/>ἡμετέρᾳ διατελεῖ χρώμενος, ἄχρι περ ἂν ἑτέραν εὕρῃ βελτίονα. <lb/>τίς οὖν ἡ
						ἐμὴ, λέγειν ἂν ἤδη καιρὸς, ἀρχὴν τῷ <lb/>λόγῳ τήνδε ποιησάμενον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ἐπειδὴ τὰ μὲν ἁμαρτήματα διὰ τὴν ψευδῆ <lb/>δόξαν γίγνονται, τὰ δὲ πάθη διὰ τὴν ἄλογον
						ὁρμὴν, ἔδοξέ <lb/>μοι πρότερον αὐτὸν ἐλευθερῶσαι τῶν παθῶν· εἰκὸς γάρ <lb/>πως καὶ διὰ
						ταῦτα ψεῦδος ἡμᾶς δοξάζειν. ἔστι δὲ πάθη <lb/>ψυχῆς, ἅπερ ἅπαντες γιγνώσκουσι, θυμὸς,
						καὶ ὀργὴ, καὶ <lb/>φόβος, καὶ λύπη, καὶ φθόνος, καὶ ἐπιθυμία σφοδρά. <lb/>κατὰ
							<milestone unit="ed1page" n="353"/>δὲ τὴν ἐμὴν γνώμην καὶ τὸ φθάσαι πάνυ <lb/>σφόδρα
						φιλεῖν ἢ μισεῖν ὁτιοῦν πρᾶγμα πάθος ἐστίν. <lb/>ὀρθῶς γὰρ ἔοικεν εἰρῆσθαι τὸ μέτρον
						ἄριστον, ὡς οὐδενὸς <pb n="8"/> ἀμέτρου καλῶς γιγνομένου. πῶς οὖν ἄν τις ἐκκόψειε ταῦτα,
						<lb/>μὴ γνοὺς πρότερον ἔχων αὐτά; γνῶναι δ’, ὡς ἐλέγομεν, <lb/>ἀδύνατον, ἐπειδὴ σφόδρα
						φιλοῦμεν ἡμᾶς. ἀλλὰ καὶ μὴ <lb/>σαυτὸν ὁ λόγος οὗτος ἐπιτρέπει σοι κρίνειν, ἄλλον τε
						συγχωρεῖν <lb/>δύνασθαι κρίνειν τὸν μήτε φιλούμενον ὑπὸ σοῦ, <lb/>μήτε μισούμενον. ὅταν
						οὖν ἀκούσῃς τινὰ τῶν κατὰ τὴν <lb/>πόλιν, ὃν μήτε φιλήσειν οἶδας μήτε μισήσειν,
						ἐπαινούμενον <lb/>ὑπὸ πολλῶν ἐπὶ τῷ μηδένα κολακεύειν, ἐκείνῳ προσφοιτήσας, <lb/>τοιαύτῃ
						πείρᾳ κρῖνον, εἰ τοιοῦτός ἐστιν, οἷος <lb/>εἶναι λέγεται. καὶ πρῶτον ἐὰν ἴδῃς αὐτὸν ἐπὶ
						τὰς τῶν <lb/>πλουσίων τε καὶ πολὺ δυναμένων, ἢ καὶ τὰς τῶν μονάρχων <lb/>οἰκίας ἀπιόντα
						συνεχῶς, γίγνωσκε μάτην ἀκηκοέναι, τὸν ἄνθρωπον <lb/>τοῦτον ἀληθεύειν ἅπαντα· ταῖς γὰρ
						τοιαύταις κολακείαις <lb/>ἕπεται καὶ τὸ ψεύδεσθαι. δεύτερον, ἢ προσαγορεύοντα, <lb/>ἢ
						παραπέμποντα τοῖς τοιούτοις ὁρῶν ἑαυτὸν, ἢ <lb/>καὶ συνδειπνοῦντα. τοιοῦτον γάρ τις
						ἑλόμενος βίον, οὐ <lb/>μόνον οὐκ ἀληθεύει, ἀλλὰ καὶ κακίαν ὅλην ἐξ ἀνάγκης ἔχει, <pb n="9"/> φιλοχρήματος ὢν, ἢ φίλαρχος, ἢ φιλόδοξος, ἢ φιλότιμος, <lb/>ἤ τινα τούτων, ἢ
						πάντα. τὸν δὲ μὴ προσαγορεύοντα, μήτε <lb/>παραπέμποντα, μήτε συνδειπνοῦντα καὶ τοῖς
						πολὺ δυναμένοις <lb/>ἢ πλουτοῦσι, κεκολασμένῃ τῇ διαίτῃ χρώμενον, ἐλπίσας
						<lb/>ἀληθεύειν, εἰς βαθυτέραν ἀφικέσθαι πειράθητι γνῶσιν, <lb/>
						<milestone unit="ed2page" n="522"/>ὁποῖός τέ τίς ἐστιν, (ἐν συνουσίαις δ’ αὕτη
						πολυχρονιωτέραις <lb/>γίγνεται,) κᾂν εὕρῃς τοιοῦτον, ἰδίᾳ ποτὲ μόνῳ <lb/>διαλέχθητι,
						παρακαλέσας, ὅ τι ἄν σοι βλέπῃ τῶν εἰρημένων <lb/>παθῶν, εὐθέως δηλοῦν, ὡς χάριν ἕξοντι
						τούτου μεγίστην, <lb/>ἡγησομένῳ τε σωτῆρα μᾶλλον, ἢ εἰ νοσοῦντα τὸ σῶμα διέσωσε.
						<lb/>κᾂν ὑπόσχηται δηλώσειν, ὅταν τι τῶν εἰρημένων <lb/>πάσχοντά σε βλέπῃ, κᾄπειτα
						πλειόνων ἡμερῶν μεταξὺ γιγνομένων <lb/>μηδὲν εἴπῃ, συνδιατρίβων δηλονότι μέμψῃ τῷ
						ἀνθρώπῳ, <lb/>αὖθίς τε παρακάλεσον ἔτι λιπαρώτερον ἢ ὡς <lb/>πρόσθεν, ὅ τι ἂν ὑπὸ σοῦ
						βλέπῃ παθῶν πραττομένων εὐθέως <lb/>μηνύειν. ἐὰν δὲ εἴπῃ σοι, διὰ τὸ μηδὲν ἑωρακέναι
						<lb/>περί σε τοιοῦτον ἐν τῷ μεταξὺ, διὰ τοῦτο μηδ’ αὐτὸν εἰρηκέναι, <lb/>μὴ πεισθῇς
						εὐθέως, μηδ’ οἰηθῇς ἀναμάρτητος <pb n="10"/> ἐξαίφνης γεγονέναι, ἀλλὰ δυοῖν θάτερον, ἢ
						διὰ ῥᾳθυμίαν <lb/>οὐ προσεσχηκέναι σοι τὸν παραβεβλημένον φίλον, ἢ ἔλεγχον
						<lb/>αἰδούμενον σιωπᾷν, ἢ καὶ μισηθῆναι μὴ βούλεσθαι διὰ <lb/>τὸ γιγνώσκειν, ἅπασιν, ὡς
						ἔπος εἰπεῖν, ἀνθρώποις ἔθος <lb/>εἶναι μισεῖν τοὺς τἀληθῆ λέγοντας. ἢ εἰ μὴ διὰ ταῦτα,
						<lb/>ἴσθι, μὴ βουλόμενον αὐτὸν ὠφελεῖν σε διὰ τοῦτο σιωπᾷν, <lb/>ἢ καὶ ἄλλην τινὰ
						αἰτίαν, ἣν οὐκ ἐπαινοῦμεν ἡμεῖς. ἀδύνατον <lb/>γὰρ ἴσως αὐτῷ ἡμαρτῆσθαι μηδὲν πιστεύσας
						ἐμοὶ, <lb/>τοῦτο νῦν ἐπαινέσεις ὕστερον, θεώμενος ἅπαντας ἀνθρώπους <lb/>καθ’ ἑκάστην
						ἡμέραν μυρία μὲν ἁμαρτάνοντας, καὶ <lb/>μετὰ παθῶν πράττοντας, οὐ μὴν ἑαυτούς γε
						παρακολουθοῦντας. <lb/>ὥστε μηδὲ σὺ νόμιζε σαυτὸν ἄλλο τι μᾶλλον ἢ <lb/>ἄνθρωπον εἶναι.
						νομίζεις δ’ ἄλλο τι μᾶλλον ἢ ἄνθρωπον <lb/>ὑπάρχειν, ἐὰν ἀναπείσῃς σαυτὸν, ἅπαντα καλῶς
						σοι πεπρᾶχθαι, <lb/>μὴ ὅτι ἑνὸς μηνὸς, ἀλλὰ μιᾶς ἡμέρας. ἴσως οὖν <lb/>ἐρεῖς, εἰ
						ἐναντιολογικὸς ᾖς, ἤτοι κατὰ προαίρεσιν, ἢ ἐκ <lb/>μοχθηροῦ τινος ἤθους γεγονὼς
						τοιοῦτος, καὶ φύσει φιλόνεικος ﻿<pb n="11"/> ὢν, ὅσον ἐπὶ τῶν νῦν ὑπ’ ἐμοῦ
						προσκεχρημένων λόγων, <lb/>τοὺς σοφοὺς ἄνδρας ἄλλο τι μᾶλλον ἢ ἀνθρώπους εἶναι.
						<lb/>τούτῳ δή σοι τῷ λόγῳ τὸν ἡμέτερον ἀντίθες διττὸν ὄντα, <lb/>τὸν μὲν ἕτερον, ὅτι μὴν
						ὁ σοφὸς ἀναμάρτητός ἐστι τὸ <lb/>πάμπαν· ἕτερον δ’ ἐπ’ αὐτῷ τῷ προσιεμένῳ, εἴπερ
						ἀναμάρτητός <lb/>ἐστιν ὁ σοφὸς, οὐδ’ ἄνθρωπον ὑπάρχειν αὐτόν. <lb/>ὅσα δ’ ἐπὶ τῷδε, καὶ
						διὰ τοῦτο τῶν παλαιοτάτων φιλοσόφων <lb/>ἀκούσεις, ὅμοιον εἶναι θεῷ τὴν σοφίαν. ἀλλὰ σύ
						γε <lb/>θεῷ παραπλήσιος ἐξαίφνης οὐκ ἄν ποτε γένοιο. ὅπου γὰρ <lb/>οἱ δι’ ὅλου τοῦ βίου
						ἀπάθειαν ἀσκήσαντες, οὐ πιστεύοντες <lb/>τελέως αὐτὴν ἐσχηκέναι, πολὺ δήπου μᾶλλον ὁ
						μηδέποτ’ <lb/>ἀσκήσας σύ. μὴ τοίνυν πιστεύσῃς τῷ λέγοντι μηδὲν ἑωρακέναι <lb/>μετὰ παθῶν
						ὑπὸ σοῦ πραττόμενον, ἀλλ’ ἤτοι μὴ <lb/>βουλόμενον ὠφελεῖν σε νόμιζε λέγειν οὕτως, ἢ μὴ
						παραφυλάξαι <lb/>προῃρημένον, ἃ πράττεις κακῶς, ἢ φυλαττόμενον <lb/>ὑπὸ σοῦ μισηθῆναι,
						τάχα δὲ καὶ εἰδέναι σέ ποτε πρὸς τὸν <lb/>ἐπιτιμήσαντα καὶ δυσχεράναντα τοῖς σοῖς
						ἁμαρτήμασί τε καὶ <lb/>πάθεσιν, ὥστ’ εἰκότως σιωπᾷν, ἢ πιστεύειν μὴ ἀληθεύοντά <pb n="12"/> σε λέγοντα, βούλεσθαι ἕκαστον εἰδέναι ὧν ἁμαρτάνεις. <lb/>ἐὰν δὲ πρῶτον τῶν
						ὑπὸ σοῦ πραττομένων ἀπαλλαγῇ σιωπήσῃς, <lb/>εὑρήσεις πολλοὺς ὀλίγον ὕστερον ἀληθῶς
						ἐπανορθουμένους <lb/>σε, καὶ πολύ γε μᾶλλον, ἐὰν χάριν γνοὺς τῷ μεμψαμένῳ, <lb/>χωρισθῇ
						οὔσης σου τῆς βλάβης, τούτου γ’ ἕνεκεν. <lb/>ἐξ αὐτοῦ δὲ τούτου διασκέψασθαι, πότερον
						ἀληθῶς ἢ ψευδῶς <lb/>ἐπετίμησέ σοι, μεγάλης ὠφελείας αἰσθήσῃ, κᾂν συνεχῶς <lb/>πράττῃς
						αὐτὸ, προῃρημένος ὄντως εἷς γενέσθαι καλὸς <lb/>κᾀγαθὸς, ἔσῃ τοιοῦτος. ἐν μὲν δὴ τῷ
						πρώτῳ χρόνῳ μηδ’ <lb/>ἂν καὶ σκεπτόμενος ἀκριβῶς εὕροις ἐπηρεαστικῶς τε καὶ <lb/>ψευδῶς
						σε κρίνειν, καὶ ἀπείρως αὐτὸν πείθειν, ὡς οὐδὲν <lb/>
						<milestone unit="ed2page" n="523"/>ἥμαρτες. ἀλλά σοι ταὐτὸ τοῦτο φιλοσόφημα τὸ καρτερεῖν
						<lb/>ἐπηρεαζόμενον. ὕστερον δέ ποτε κατεσταλμένος ἱκανῶς, <lb/>σαυτοῦ παθῶν αἰσθόμενος,
						ἐπιχειρήσεις ἀπολογεῖσθαι. <lb/>τοῖς ἐπηρεάζουσι μηδέποτε πικρῶς, μηδ’ ἐλεγκτικῶς, μηδὲ
						<lb/>τὸ φιλονείκως ἐμφαῖνον, μηδὲ τὸ καταβάλλειν ἐθέλειν <lb/>ἐκεῖνον, ἀλλ’ ὠφελείας
						ἕνεκα τῆς σῆς, ἵνα τι καὶ πρὸς <lb/>ἀντιλογίαν ἀντειπόντος αὐτοῦ πιθανὸν, πεισθεὶς
						ἐκεῖνον <pb n="13"/> ἄμεινον γιγνώσκειν, εἰ μετὰ πλείονος ἐξετάσεως εὕροις <lb/>αὐτὸν
						ἔξω τῶν ἐγκλημάτων. οὕτω γοῦν καὶ Ζήνων <lb/>ἠξίου πάντα πράττειν ἡμᾶς ἀσφαλῶς, ὡς
						ἀπολογησομένους <lb/>ὀλίγον ὕστερον παιδαγωγοῖς. ὠνόμαζε γὰρ οὕτως ἐκεῖνος ὁ <lb/>ἀνὴρ
						τοὺς πολλοὺς τῶν ἀνθρώπων ἑτοίμους ὄντας τοῖς πέλας <lb/>ἐπιτιμᾷν, κᾂν μηδεὶς αὐτοὺς
						παρακαλῇ. χρὴ δὲ τὸν <lb/>ἀκούοντα μηδὲ πλούσιον εἶναι, μηδὲ αἰδῶ ἔχοντα πολιτικήν·
						<lb/>ὡς, ἄν γε ταύτην ἔχῃ, διὰ φόβονο ὐδεὶς αὐτῷ τἀληθῆ <lb/>λέξει, καθάπερ οὐδὲ τοῖς
						πλουτοῦσι διὰ κέρδος οἱ κόλακες, <lb/>ἀλλὰ κᾂν εἴ τις ἀληθεύων παραφανῇ, διασπᾶσθαι
						<lb/>πρὸς αὐτῶν. ἐὰν οὖν τις ἤτοι πολλὰ δυνάμενος ἢ καὶ <lb/>πλούσιος ἐθέλῃ σοι γενέσθαι
						καλὸς κᾀγαθὸς, ἀποθέσθαι <lb/>πρότερον αὐτὸν δεήσει, καὶ μάλιστα νῦν, ὅπου οὐχ εὑρήσει
						<lb/>Διογένη δυνάμενον εἰπεῖν ταὐτὸν τἀληθὲς, κᾂν πλουσιώτατος <lb/>ᾖ, κᾂν μόναρχος.
						ἐκεῖνοι μὲν οὖν ὑπὲρ ἑαυτῶν βουλεύσονται. <lb/>σὺ δὲ ὁ μὴ πλούσιος μήτε δυνατὸς ἐν πόλει
						<lb/>πᾶσι μὲν ἐπίτρεπε λέγειν, ἃ καταγινώσκουσί σου, πρὸς <lb/>μηδένα δ’ αὐτὸς
						ἀγανάκτει, καὶ οὕτως ἔχε ἅπαντας, ὡς <pb n="14"/> Ζήνων ἔλεγε, παιδαγωγούς. οὐ μὴν
						ὁμοίως γε πᾶσι περὶ <lb/>ὧν ἂν εἴπωσιν ἀξιοῦ προσέχειν, ἀλλὰ τοῖς ἄριστα βεβιωκόσι
						<lb/>πρεσβύταις. ὁποῖοι δ’ εἰσὶν οἱ ἄριστα βιοῦντες, ὀλίγον <lb/>ἔμπροσθεν εἶπον. ἐν δὲ
						τῷ χρόνῳ προϊόντι αὐτὸς παρακολουθήσεις, <lb/>καὶ γνώσεις, ἡλίκα πρόσθεν ἦν ἃ ἡμάρτανες,
						<lb/>ἡνίκα μάλιστα ἐγώ σοι φανοῦμαι λέγων ἀληθῆ, μηδένα <lb/>φάσκων ἔξω παθῶν ἢ
						ἁμαρτημάτων εἶναι, μηδ’ ἂν εὐφυέστατος <lb/>ᾖ, μηδ’ ἂν ἐν ἔθνεσι τοῖς καλῶς
						τεθραμμένοις, <lb/>ἀλλὰ πάντως τινὰ σφάλλεσθαι, καὶ <milestone unit="ed1page" n="354"/>μᾶλλον ὅταν ἔτι <lb/>νέος ᾖ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Δεῖται γὰρ ἀσκήσεως ἕκαστος ἡμῶν σχεδὸν <lb/>ὅλου τοῦ βίου πρὸς τὸ γενέσθαι τέλειος
						ἀνήρ. οὐ μὴν <lb/>ἀφίστασθαι χρὴ τοῦ βελτίω ποιεῖν ἑαυτὸν, εἰ καὶ πεντηκοντούτης
						<lb/>τις ὢν αἴσθοιτο τὴν ψυχὴν λελωβημένος οὐκ <lb/>ἀνίατον οὐδ’ ἀνεπανόρθωτον λώβην.
						οὐδὲ γὰρ εἰ τὸ σῶμα <lb/>κακῶς διέκειτο πεντηκοντούτης ὢν, ἔκδοτον ἂν ἔδωκε τῇ καχεξίᾳ,
						<lb/>ἀλλὰ πάντως ἂν ἐπειράθη βέλτιον αὐτὸ κατασκευάσαι, <pb n="15"/> καίτοι τὴν
						Ἡράκλειον εὐεξίαν οὐ δυνάμενος σχεῖν. μὴ <lb/>τοίνυν μηδ’ ἡμεῖς ἀφιστώμεθα τοῦ βελτίονα
						τὴν ψυχὴν ἐργάζεσθαι, <lb/>κᾂν τὴν τοῦ σοφοῦ μὴ δυνώμεθα σχεῖν, ἀλλὰ <lb/>μάλιστα μὲν
						ἐλπίζωμεν ἔχειν κᾀκείνην, ἂν ἐκ μειρακίου <lb/>προνοώμεθα τῆς ψυχῆς ἡμῶν, εἰ δὲ μὴ, ἀλλὰ
						τοῦ γε μῂ <lb/>πάναισχροι αὐτὴν γενέσθαι, καθάπερ ὁ Θερσίτης τὸ σῶμα, <lb/>φροντίζωμεν.
						εἴ τ’ οὖν ἐφ’ ἡμῖν ᾖ μὴ γενομένοις ἐντυχεῖν <lb/>τῷ προνοουμένῳ τῆς γενέσεως ἡμῶν,
						δεοίμεθά τι λαβεῖν <lb/>σῶμα γενναιότατον. ὁ δ’ ἠρνήσατο, πάντως οὖν ἐφεξῆς
						<lb/>ἐδεήθημεν αὐτοῦ, δεύτερον γοῦν, ἢ τρίτον, ἢ τέταρτον <lb/>αὐτὸ σχεῖν ἀπὸ τοῦ πρώτου
						κατ’ εὐεξίαν. <milestone unit="ed2page" n="524"/>ἀγαπητὸν <lb/>γοῦν ᾖ, καὶ μὴ τὸ τοῦ
						Ἡρακλέους, ἀλλὰ τό γε τοῦ Ἀχιλλέως <lb/>σχεῖν, ἢ εἰ μηδὲ τοῦτο, τό γε τοῦ Αἴαντος, ἢ
						Διομήδους, <lb/>ἢ Ἀγαμέμνονος, ἢ Πατρόκλου, εἰ δὲ μὴ τούτων, <lb/>ἄλλων γέ τινων ἀγαθῶν
						τῶν ἡρώων. οὕτως οὖν εἰ καὶ μὴ <lb/>τὴν τελευταίαν εὐεξίαν τις οἷός τ’ ἐστὶ τῆς ψυχῆς
						ἔχειν, <lb/>δέξαιτ’ ἂν, οἶμαι, δεύτερον, ἢ τρίτον, ἢ τέταρτον ﻿<pb n="16"/> γενέσθαι
						μετὰ τὸν ἄκρον. οὐκ ἀδύνατον δὲ τοῦτο τῷ <lb/>βουληθέντι κατεργάσασθαι, χρόνῳ πλείονι
						συνεχῶς τῆς <lb/>ἀσκήσεως γενομένης. ἐγὼ δὲ μειράκιον ὢν ἔτι ταῦτ’ ἀκούσας <lb/>ἐπεῖδον
						ἄνθρωπον ἀνοῖξαι θύραν σπεύδοντα, μὴ <lb/>προχωρούσης δὲ εἰς τὸ δέον αὐτῷ τῆς πράξεως,
						δάκνοντα <lb/>τὴν κλεῖδα, καὶ λακτίζοντα τὴν θύραν, καὶ λοιδορούμενον <lb/>τοῖς θεοῖς,
						ἠγριωμένον τε τοὺς ὀφθαλμοὺς, ὥσπερ οἱ μαινόμενοι, <lb/>καὶ μικροῦ δεῖν αὐτὸν ἀφρὸν, ὡς
						οἱ κάπροι, <lb/>προϊέμενον ἐκ τοῦ στόματος. ἐμίσησα τὸν θυμὸν οὕτως, <lb/>ὥστε μηκέτι
						ὀφθῆναι δι’ αὐτὸν ἀδημονοῦντά με. ἀρκέσει <lb/>δὲ καὶ τοῦτο τήν γε πρώτην, ὡς μήτε θεοῖς
						λοιδορεῖσθαί <lb/>σε, μήτε λακτίζειν, μήτε δάκνειν τοὺς λίθους καὶ τὰ <lb/>ξύλα, καὶ
						μήτ’ ἄγριον ἐμβλέπειν, ἀλλ’ ἐν σαυτῷ κατέχειν <lb/>τε καὶ κρύπτειν τὴν ὀργήν· ἀόργητος
						μὲν γὰρ εὐθέως <lb/>ἅμα τῷ βουληθῆναι γενέσθαι τις οὐ δύναται, κατασχεῖν <lb/>δὲ τὸ τοῦ
						πάθους ἄσχημον δύναται. τοῦτο δ’ ἂν πολλάκις <lb/>ποιήσειεν, γνωριεῖ ποτε καὶ αὐτὸς
						ἑαυτὸν ἧττον νῦν <lb/>ἢ πρόσθεν ὀργιζόμενον, ὡς μήτ’ ἐπὶ σμικροῖς, μήτ’ ἐπὶ <pb n="17"/>
						μεγάλοις θυμοῦσθαι, ἀλλ’ ἐπὶ μόνοις τοῖς μεγάλοις μιασμοῖς. <lb/>οὔτε γὰρ ὑπάρχει παθεῖν
						ὕστερον αὐτὸν, καὶ ἐπὶ <lb/>τοῖς μεγάλοις ὀργίζεσθαι μιασμοῖς, εἴ τις, ὅπερ ἐγὼ
						προστάξας <lb/>αὐτῷ μειράκιον ὢν ἔτι διὰ παντὸς ἐφύλαξα τοῦ <lb/>βίου, φυλάξῃ, τὸ
						μηδέποτε τυπτῆσαι τῇ χειρί μου μηδένα <lb/>τῶν οἰκετῶν, ὅπερ ἤσκηταί μου καὶ τῷ πατρὶ,
						καὶ πολλοῖς <lb/>ἐπετίμησε τῶν φίλων, περιθλάσασιν εὑρὼν ἐν τῷ πατάξαι <lb/>κατὰ τῶν
						ὀδόντων οἰκέτας, ἀξίους εἶναι λέγων ἐπὶ τῇ γενομένῃ <lb/>φλεγμονῇ καὶ σπασθῆναι καὶ
						ἀποθανεῖν, ὅπου γε <lb/>ἐξῆν αὐτοῖς, καὶ νάρθηκι, καὶ ἱμάντι μικρὸν ὕστερον ἐφορίσαι
						<lb/>πληγὰς ὅσας ἠβούλοντο, καὶ τῇ βουλῇ τὸ τοιοῦτον <lb/>ἔργον ἐπιτελεῖν. ἄλλοι δὲ οὐ
						μόνον πὺξ, ἀλλὰ καὶ λακτίζουσι, <lb/>καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐξορύττουσι, καὶ γραφείῳ
						κεντοῦσιν, <lb/>ὅταν τοῦτο τύχωσιν ἔχοντες. εἶδον δέ τινα καὶ <lb/>καλάμῳ, δι’ οὗ
						γράφομεν, ὑπ’ ὀργῆς εἰς τὸν ὀφθαλμὸν <lb/>πατάξαντα τὸν οἰκέτην. Ἀδριανὸς αὐτοκράτωρ, ὥς
						φασι, <lb/>γραφείῳ ἐπάταξεν εἰς τὸν ὀφθαλμὸν ἕνα τῶν ὑπηρετῶν. <lb/>ἐπεὶ δὲ τὴν πληγὴν
						ταύτην ἔγνω γενόμενον ἑτερόφθαλμον, <lb/>ἐκάλεσέ τε καὶ συνεχώρησεν ἀντὶ τοῦ πάθους
						αἰτεῖν <pb n="18"/> παρ’ αὐτοῦ δῶρα. ἐπεὶ δὲ διεσιώπησεν ὁ πεπονθὼς, αὖθις <lb/>ἠξίωσεν
						ὁ Ἀδριανὸς αἰτεῖν, ὅ τι βούλοιτο. τὸν δ’ ἀρνοῦντα <lb/>ἄλλων μὲν οὐδὲν, ὀφθαλμὸν δὲ
						αἰτῆσαι. τί γὰρ ἂν καὶ <lb/>γένοιτο δῶρον ἀντάξιον ἀπωλείας ὀφθαλμοῦ; βούλομαι δέ σε
						<lb/>καὶ τῶν ἐμοί ποτε συμβαινόντων ἑνὸς ἀναμνῆσαι, καίτοι γε <lb/>ἤδη πολλάκις ὑπὲρ
						αὐτοῦ εἰρηκώς. ἀπονοστήσαντι ἐκ Ῥώμης <lb/>συνοδοιπορῆσαί τινι φίλῳ τῶν ἐκ Γορτύνης τῆς
						Κρήτης <lb/>ἀνδρὶ, τὰ μὲν ἄλλα λόγου τινὸς ἀξίῳ· καὶ γὰρ ἁπλοῦς ἦν, <lb/>καὶ φιλικὸς,
						καὶ χρηστὸς, ἐλευθέριός τε περὶ τὰς ἐφ’ ἡμέρας <lb/>δαπάνας· ἦν δὲ ὀργίλος οὕτως, ὡς
						ταῖς ἑαυτοῦ χερσὶ <lb/>χρῆσθαι κατὰ τῶν οἰκετῶν, ἔστι δ’ ὅτε καὶ τοῖς σκέλεσι, <lb/>πολὺ
						δὲ μᾶλλον ἱμάντι καὶ ξύλῳ τῷ παρατυχόντι. γενομένοις <lb/>οὖν ἡμῖν ἐν Κορίνθῳ, πάντα μὲν
						ἔδωκε τὰ σκεύη, <lb/>καὶ τοὺς οἰκέτας ἀπὸ Κεγχρεῶν εἰς Ἀθήνας ἐκπέμψαι κατὰ <lb/>πλοῦν
						αὑτοῦ· αὐτὸς δὲ ἓν ὄχημα μισθωσάμενος, πεζῇ διὰ <lb/>Μεγάρων πορεύεσθαι. καὶ δὴ
						διελθόντων ἡμῶν Ἐλευσῖνα, <lb/>καὶ κατὰ τὸ Θριάσιον ὄντων, ἤρετο τοὺς ἑπομένους οἰκέτας
							<pb n="19"/> αὑτοῦ περί τινος σκεύους, οἱ δ’ οὐκ εἶχον ἀποκρίνασθαι. <lb/>θυμωθεὶς
						οὖν, ἐπεὶ μὴ ἄλλο εἶχε, δι’ οὗ πατάξειε τοὺς <lb/>νεανίσκους, ἐν θήκῃ περιεχομένην
						μάχαιραν ἀνελόμενος, <lb/>ἅμα <milestone unit="ed2page" n="525"/>τῇ θήκῃ καταφέρει τὴν
						κεφαλὴν, οὐ πλατεῖς <lb/>ἐπενεγκὼν, (οὐδὲν γὰρ ἂν οὕτως εἴργαστο δεινὸν,) ἀλλὰ κατὰ
						<lb/>τὸ τέμνον τοῦ ξίφους. ἥ τε οὖν θήκη διετμήθη παραχρῆμα, <lb/>καὶ τραῦμα μέγιστον
						ἐπὶ τῆς κεφαλῆς διττὸν ἀμφοτέροις εἰργάσατο, <lb/>δὶς γὰρ ἑκάτερον αὐτὸς ἐπάταξε. ὡς δὲ
						πλεῖστον <lb/>ἄμετρον αἷμα χεόμενον ἐθεάσατο, καταλιπὼν ἡμᾶς, εἰς <lb/>Ἀθήνας ἀπῇρε
						βαδίζων εὐθέως ἕνεκα τοῦ μὴ διαφθαρῆναί <lb/>τινα τῶν οἰκετῶν ἔτι παρόντος αὐτοῦ.
						ἐκείνους μὲν <lb/>οὖν ἡμεῖς ἐσώσαμεν εἰς τὰς Ἀθήνας. ὁ δὲ φίλος ὁ Κρὴς <lb/>ἑαυτοῦ
						καταγνοὺς Μεγάρας εἰσάγει με λαβόμενος τῆς χειρὸς <lb/>εἰς οἶκόν τινα, καὶ προσδοὺς
						ἱμάντα, καὶ ἀποδυσάμενος <lb/>ἐκέλευσε μαστιγοῦν αὑτὸν ἐφ’ οἷς ἔπραξεν ὑπὸ τοῦ
						<lb/>καταράτου θυμοῦ βιασθεὶς, αὐτὸς γὰρ οὕτως ὠνόμασεν. <lb/>ἐμοῦ δ’, ὡς εἰκὸς,
						γελῶντος, ἐδεῖτο προσπίπτων τοῖς γόνασι, <lb/>μὴ ἄλλως ποιεῖν. εὔδηλον οὖν, ὅτι μᾶλλον
						ἐποίει με γελᾷν, <pb n="20"/> ὅσῳ μᾶλλον ἐν ἐκείνῳ τῷ μαστιγωθῆναι θεώμενος. ἐπειδὴ
						<lb/>δὲ ταῦτα ποιούντων ἡμῶν ἱκανὸς ἐτρίβετο χρόνος, ὑπεσχόμην <lb/>αὐτῷ δώσειν πληγὰς,
						εἰ μέντοι παράσχῃ καὶ αὐτὸς ἓν, <lb/>ὃ ἂν αἰτήσω, σμικρὸν πάνυ. ὡς δ’ ὑπέσχετο,
						παρεκάλουν <lb/>ὑποσχεῖν μοι τὰ ὦτα λόγον τινὰ διερχομένῳ, καὶ τοῦτ’ ἔφην <lb/>εἶναι τὸ
						αἴτημα. τοῦ δ’ ὑποσχομένου πράττειν οὕτως, <lb/>πλέον αὐτῷ διελέχθην ὑποτιθέμενος, ὅπως
						χρὴ παιδαγωγῆσαι <lb/>τὸ ἐν ἡμῖν θυμοειδὲς, τῷ λόγῳ δηλονότι, καὶ οὐ διὰ <lb/>μαστίγων,
						ἀλλ’ ἑτέρῳ τρόπῳ παιδαγωγῆσαι διῆλθον. ἐκεῖνος <lb/>μὲν οὖν ἐν ἑαυτῷ προνοησάμενος
						ἑαυτοῦ πολὺ βελτίων <lb/>ἐγένετο. σὺ δ’, εἰ καὶ μὴ πολὺ γένοιο βελτίων, ἀρκεσθήσῃ
						<lb/>γε καὶ μικρῷ τινι κατὰ τὸν πρῶτον ἐνιαυτὸν ἐπιδοῦναι <lb/>πρὸς τὸ κρεῖττον. ἐὰν γὰρ
						ἐπιμείνῃς τῷ πάθει ἀντέχων <lb/>καὶ πραΰνων τὸν θυμὸν, ἀξιολογώτερον ἐπιδώσεις κατὰ τὸ
						<lb/>δεύτερον ἔτος. εἶτ’, ἐὰν ἔτι διαμείνῃς σαυτῷ προνοούμενος, <lb/>καὶ μᾶλλον ἐν τῷ
						τρίτῳ, καὶ μετ’ αὐτὸν ἐν τῷ τετάρτῳ ﻿<pb n="21"/> καὶ πέμπτῳ αἰσθήσῃ μεγάλης αὐξήσεως
						εἰς βίον σεμνότερον. <lb/>αἰσχρὸν γὰρ, ἵνα μέν τις ἰατρὸς, ἢ γραμματικὸς, <lb/>ἢ ῥήτωρ,
						ἢ γεωμέτρης γένηται, πολλοῖς ἔτεσιν ἐφεξῆς κάμνειν, <lb/>ὡς δ’ ἄνθρωπος ἀγαθὸς, μηδέποθ’
						ἑλέσθαι τῷ <lb/>μήκει τοῦ χρόνου κάμνειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Τίς οὖν ἐστιν ἡ τῆς ἀσκήσεως ἀρχὴ, πάλιν <lb/>ἀναλάβωμεν· ὑπὲρ γὰρ τῶν ἀναγκαιοτάτων
						οὐδὲν χεῖρόν <lb/>ἐστι καὶ δὶς καὶ τρὶς λέγειν τὰ αὐτά. τὸ μηδέποτε <lb/>
						<milestone unit="ed1page" n="355"/>μηδένα τῶν οἰκετῶν ἁμαρτάνοντα διὰ τῶν ἑαυτοῦ χειρῶν
						<lb/>νουθετεῖν, ἀλλ’ ὥσπερ ἐγώ ποτε, πυθόμενος αἱρεῖσθαι <lb/>Πλάτωνα πρός τινα τῶν
						ὑπηρετῶν ἁμαρτόντα, διὰ παντὸς <lb/>οὕτως ἔπραξα, καλὸν ἡγησάμενος εἶναι τὸ ἔργον, οὕτω
						καὶ <lb/>σὺ παράγγειλον σαυτῷ, μήτ’ αὐτὸς διὰ τῶν σαυτοῦ χειρῶν <lb/>οἰκέτην πλῆξαι μήτ’
						ἄλλῳ προστάξαι, παρ’ ὃν ἂν ὀργισθῇς <lb/>χρόνον, ἀλλ’ εἰς τὴν ὑστέραν ἀνακαλέσασθαι.
						μετὰ γάρ τοι <lb/>τὸν θυμὸν σωφρονέστερον ἐπισκέψῃ, πόσας χρὴ πληγὰς ἐντεῖναι <lb/>τῷ
						τῆς κολάσεως ἀξίῳ. ἢ μηδὲ τὴν ἀρχὴν ἄμεινόν ἐστι, <pb n="22"/> συγγνώμῃ πρᾶξαι οὕτως
						αἰτήσαντα ἱμάντα, καὶ σωφρονίσαντα <lb/>λόγῳ, καὶ ἀπειλήσαντα μηκέτι τὸ λοιπὸν
						συγχωρῆσαι, <lb/>ἐὰν ὁμοίως ἁμάρτῃ; πολλῷ γὰρ ἄμεινόν ἐστι, μηκέτι <lb/>ζέοντος τοῦ
						θυμοῦ <milestone unit="ed2page" n="526"/>πράττειν ἃ πράττεις, ἔξω τῆς <lb/>ἀλογίστου
						μανίας γενόμενον, ὁπότε καὶ τῷ λογισμῷ τὸ <lb/>πυκτεῦον εὑρήσεις. ὅτι γὰρ ὁ θυμὸς οὐδὲν
						ἀποδεῖ μανίας, <lb/>ἕξ αὐτῶν ἤδη ὧν ποιοῦσιν οἱ θυμούμενοι μαθεῖν ἔστιν· <lb/>παίοντες
						γὰρ, καὶ λακτίζοντες, καὶ κατασχίζοντες ἱμάτια, <lb/>καὶ θορυβῶδες ἐμβλέποντες ἕκαστα
						πράττουσιν ἄχρι τοῦ, <lb/>καθάπερ ἔφην, καὶ θύραις, καὶ λίθοις, καὶ κλεισὶν ὀργίζεσθαι,
						<lb/>καὶ τὰ μὲν καταράσσειν, τὰ δὲ δάκνειν, τὰ δὲ <lb/>λακτίζειν. ἀλλ’ ἴσως φήσουσι
						ταῦτα τῶν ὄντως μαινομένων <lb/>εἶναι, τὰ δὲ ὑπὸ σοῦ γιγνόμενα σωφρονούντων. ἐγὼ δὲ,
						<lb/>ὅτι μὲν ἔλαττον ἁμαρτάνουσι τῶν τοὺς λίθους καὶ τὰς θύρας <lb/>καὶ τὰς κλεῖς
						δακνόντων τε καὶ λακτιζόντων οἱ τοὺς <lb/>οἰκέτας ταῖς ἑαυτῶν παίοντες χερσὶν, ὁμολογῶ·
						πέπεισμαι <lb/>δὲ καὶ τὸ πρὸς ἄνθρωπον ἅμα τι ποιεῖν ἢ μικρᾶς μανίας <lb/>ἔργον
						ὑπάρχειν, ἢ ζώου τινὸς ἀλόγου τε καὶ ἀγρίου. οὐ γὰρ <pb n="23"/> μόνος ἄνθρωπος ἐξαίρετα
						ἔχει ἄρα παρὰ τἄλλα λογίζεσθαι <lb/>ταῦτα, ἐὰν ἀποῤῥίψωσιν τὸν θυμὸν χαρίζεσθαι ζωὴν,
						οὐκ <lb/>ἀνθρώπου βίος. μὴ τοίνυν νόμιζε φρόνιμον ἄνθρωπον <lb/>ὑπάρχειν, ὃς ἂν αὐτὸ
						τοῦτο μόνον ἐκφύγῃ, λακτίζειν, καὶ <lb/>δάκνειν, καὶ κεντεῖν τοὺς πέλας. ὁ γὰρ τοιοῦτος
						οὐκ ἔτι <lb/>μέν ἐστι θηρίον, οὐ μὴν ἤδη γε φρόνιμος ἄνθρωπος, ἀλλ’ <lb/>ἐν τῷ μεταξὺ
						τούτων τε καὶ τῶν θηρίων. ἆρ’ οὖν ἀσκήσεις <lb/>μηκέτ’ εἶναι θηρίον, τοῦ ἄνθρωπος
						γενέσθαι καλὸς κᾀγαθὸς <lb/>οὐ πεφροντικὼς, ἢ βέλτιον, ὥσπερ οὐκ ἔτι θηρίον, <lb/>οὕτω
						μηδ’ ἄφρονά σε μηδ’ ἀλόγιστον ἔτι διαμένειν; ἔσῃ <lb/>δὲ τοιοῦτος, ἐὰν μηδέποτε θυμῷ
						δουλεύων, ἀλλ’ ἀεὶ διαλογιζόμενος <lb/>ἅπαντα πράττῃς, ἃ πάντα σοι χωρὶς τοῦ πάθους
						<lb/>σκεπτομένῳ φαίνεται κράτιστα. πῶς οὖν ἔσται τοῦτο; <lb/>τιμήσαντός σου τιμὴν σαυτὸν
						μεγίστην, ἧς οὐδ’ ἐπινοῆσαι <lb/>δυνατόν ἐστι μείζονα. τὸ γὰρ, ἁπάντων ἀνθρώπων
						ὀργιζομένων, <lb/>αὐτὸν ἀόργητον εἶναι, τί ἄλλο ἐστὶν, ἢ ἑαυτὸν <lb/>ἀποδεῖξαι πάντων
						ἀνθρώπων βελτίονα; σὲ δ’ ἴσως νομίζεσθαι, <pb n="24"/> τί ἄλλο ἐστὶν, ἢ ἑαυτὸν
						ἀποδεῖξαι, νομίζεσθαι <lb/>μὲν εἶναι βελτίω ἐθέλειν, εἶναι δὲ οὕτως βελτίω μὴ βούλεσθαι,
						<lb/>καθάπερ εἴ τις ἐπεθύμησε νομίζεσθαι μὲν ὑγιαίνειν <lb/>τὸ σῶμα, νοσεῖ δὲ κατ’
						ἀλήθειαν. ἢ οὐχ ἡγῇ νόσημα <lb/>ψυχῆς εἶναι τὸν θυμόν; ἢ μάτην ὑπὸ τῶν παλαιῶν
						ὀνομάζεσθαι <lb/>νομίζεις ψυχῆς πάθη πέντε ταῦτα, λύπην, ὀργὴν, <lb/>θυμὸν, ἐπιθυμίαν,
						φόβον; ἀλλ’ ἔμοιγε βέλτιον εἶναι δοκεῖ <lb/>μακρῷ, πρῶτον μὲν ἐπὶ πολὺ ἔχειν ἄνευ τῶν
						εἰρημένων παθῶν, <lb/>ἐξαναστάντα τῆς κοίτης, ἐπισκοπεῖσθαι πρὸς πάντων <lb/>τῶν κατὰ
						μέρος ἔργων, ἆρα βέλτιόν ἐστι πάθεσι δουλεύοντα <lb/>ζῇν, ἢ λογισμῷ χρῆσθαι πρὸς ἅπαντα·
						δεύτερον δ’, ὅτῳ <lb/>τῷ βουλομένῳ γίγνεσθαι καλὸς κᾀγαθὸς παρακλητέον ἐστὶ <lb/>τὸν
						δηλώσοντα τῶν ὑφ’ ἑαυτοῦ πραττομένων οὐκ ὀρθῶς <lb/>ἕκαστον· εἶτ’ ἔτι καθ’ ἑκάστην
						ἡμέραν τε καὶ ὥραν ἔχειν <lb/>ἐν προχείρῳ τὴν δόξαν ταύτην, ὡς ἄμεινον μέν ἐστιν
						<lb/>ἑαυτὸν τιμήσαντα καλὸν κᾀγαθὸν, τοῦτο δ’ ἄνευ τοῦ <lb/>σχεῖν τὸν δηλώσοντα τῶν
						ἁμαρτανομένων ἕκαστον ἀδύνατόν <lb/>ἐστιν ἡμῖν περιγενέσθαι, καὶ μέντοι καὶ τὸν σωτῆρα
						ἐκεῖνον <pb n="25"/> καὶ φίλον μέγιστον ἡγεῖσθαι τὸν μηνύσαντα τῶν πλημμελουμένων
						<lb/>ἕκαστα· εἶθ’ ὅτι, κᾂν ψεῦδός σοι φαίνηταί ποτ’ <lb/>ἐγκαλέσας, ἀόργητον προσήκει
						φαίνεσθαι, πρῶτον μὲν, ὅτι <lb/>δυνατόν ἐστιν ἐκεῖνον σοῦ βέλτιον ὁρᾷν ἕκαστον ὧν
						ἁμαρτάνων <lb/>τυγχάνεις, ὥς γε καὶ σὲ τῶν ἐκείνου. κᾂν ἐπηρεάσῃ <lb/>ποτὲ ψεῦδος, ἀλλ’
						οὖν ἐπήγειρέ σε πρὸς ἀκριβεστέραν ἐπίσκεψιν <lb/>ὧν πράττεις. ὃ δ’ ἐστὶ μέγιστον ἐν
						τούτῳ, ἀεὶ <lb/>φύλαττε προῃρημένος γε τιμᾶσθαι σεαυτόν. ἔστι δὲ τοῦτο <lb/>διὰ μνήμης
						ἔχειν πρόχειρα τό τε τῶν ὀργιζομένων τῆς ψυχῆς <lb/>αἶσχος τό τε τῶν ἀορ<milestone unit="ed2page" n="527"/>γήτων κάλλος. ὃς γὰρ <lb/>ἁμαρτάνειν ἐθισθῇ χρόνῳ πολλῷ,
						δυσεκλήπτως ἔσχε τὴν <lb/>κλεῖδα τῶν παθῶν, οὕτω καὶ τῶν δογμάτων, οἷς πειθόμενος
						<lb/>ἀνὴρ γενήσῃ καλὸς κᾀγαθὸς, ἐν πολλῷ χρόνῳ προσήκει <lb/>μελετᾷν ἕκαστον.
						ἐπιλανθανόμεθα γὰρ αὐτοῦ ῥᾳδίως ἐκπίπτοντος <lb/>τῆς ψυχῆς ἡμῶν, διὰ τὸ φθάσαι
						πεπληρῶσθαι <lb/>τοῖς πάθεσιν αὐτήν. τοιγαροῦν παρακόλουθόν ἐστιν, ἕκαστον <lb/>τῶν
						σωθῆναι βουλομένων ὡς μηδεμίαν ὥραν ἀποῤῥᾳθυμεῖν. <lb/>ἐπιτρεπτέον τε πᾶσι κατηγορεῖν
						ἡμῶν, ἀκουστέον ﻿<pb n="26"/> τε πρᾴως αὐτοὺς, καὶ χάριν οὐ τοῖς κολακεύουσιν, ἀλλὰ
						<lb/>τοῖς ἐπιπλήττουσιν ἔχειν. ἀνεῴχθη σου ἡ θύρα διὰ παντὸς <lb/>τῆς οἰκήσεως, ἔξεστι
						τοῖς συνήθεσιν εἰσιέναι πάντα <lb/>καιρὸν, ἢν οὕτως ᾖς παρεσκευασμένος. δεῖ οὖν θαῤῥεῖν,
						<lb/>ὡς ὑπὸ τῶν εἰσιόντων εὑρίσκεσθαι μηδενὶ τῶν μεγάλων <lb/>ἁμαρτημάτων ἰσχυρῶς
						κατειλημμένον. ἔστι δ’ ὥσπερ τὸ <lb/>πᾶν τῷ ἄκοντι ἐκκόψαι δύσκολον, οὕτως τὰ μεγάλα τῷ
						<lb/>βουληθέντι ῥᾷστον. τῆς θύρας οὖν ἀνεῳγμένης σου διὰ <lb/>παντὸς, ὡς εἶπον, ἐξουσία
						τοῖς συνήθεσιν ἔστω κατὰ πάντα <lb/>καιρὸν εἰσιέναι. ὡς δ’ ἄλλοι πάντες αὖ οἱ
						προελθόντες <lb/>εἰς τὸ δημόσιον ἅπαντα πειρῶνται πράττειν κόσμια, οὕτω <lb/>σὺ κατὰ τὴν
						ἰδίαν οἰκίαν πράττεις. ἀλλ’ ἐκεῖνοι μὲν <lb/>αἰδούμενοι τοὺς ἄλλους ἁμαρτόντες τι
						φωραθῆναι μόνους <lb/>ἑαυτοὺς οὐκ αἰδοῦνται, σὺ δὲ σαυτὸν αἰδοῦ μάλιστα <lb/>πειθόμενος
						τῷ φάντι· Πάντων δὲ μάλιστ’ αἰσχύνεο <lb/>σαυτόν. </p></div></div></body></text></TEI>