<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg027.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Γράφει τοίνυν οὕτως ἐν τῷ βιβλίῳ, ἐν ᾧ περὶ <lb/>ὑδάτων καὶ ἀέρων καὶ τόπων
                        διδάσκει. πρῶτον μὲν ἐπ’ <lb/>ἐκείνων τῶν πόλεων, ἃς ἐστράφθαι φησὶ πρὸς
                        ἄρκτους, ὡδί <lb/>πως αὐτοῖς ὀνόμασι· τά τε ἤθεα ἀγριώτερα, ἢ ἡμερώτερα.
                        <lb/>καὶ μετὰ ταῦτα πάλιν ἐπὶ τῶν πρὸς ἀνατολὴν ἐστραμμένων <lb/>ὡδί·
                        λαμπρόφωνοί τε οἱ ἄνθρωποι, ὀργήν τε καὶ ξύνεσιν <lb/>βελτίους τῶν πρὸς
                        βορᾶν. ἔπειτα προελθὼν ἐπὶ πλέον περὶ <lb/>τῶν αὐτῶν ὡδί πως διεξέρχεται τὴν
                        Ἀσίαν. πλεῖστον δὲ <lb/>διαφέρειν φημὶ τῆς Εὐρώπης εἰς τὰς φύσιας τῶν
                        ξυμπάντων <lb/>τῶν ἐκ γῆς φυομένων καὶ τῶν ἀνθρώπων. πολὺ γὰρ καλλίω
                        <lb/>καὶ μείζω πάντα γίγνονται ἐν τῇ Ἀσίᾳ, ἥ τε χώρη τῆς <lb/>χώρας
                        ἡμερωτέρα, καὶ τὰ ἤθεα τῶν ἀνθρώπων ἡμερώτερα. <lb/>τὸ δ’ αἴτιον τούτων ἡ
                        κρᾶσις τῶν ὡρέων. τὴν κρᾶσιν <pb n="799"/> αἰτίαν εἶναί φησιν οὐ μόνον τῶν
                        ἄλλων, ἃ διεξῆλθεν, ἀλλὰ <lb/>καὶ τῶν ἠθῶν. ὅτι δὲ τὴν τῶν ὡρῶν κρᾶσιν ἐν
                        θερμότητι <lb/>καὶ ψυχρότητι, ξηρότητί τε καὶ ὑγρότητι διαλλάττειν ἑτέραν
                        <lb/>τῆς ἑτέρας φησὶ, παμπόλλας ῥήσεις παρεθέμην ἐν τῇ πραγματείᾳ, <lb/>καθ’
                        ἣν ἐπιδείκνυμι τὴν αὐτὴν φυλάττοντα δόξαν <lb/>αὐτὸν περὶ τῶν στοιχείων ἐν
                        τῇ περὶ φύσεως ἀνθρώπου <lb/>βίβλῳ, καὶ τἄλλα πάντα συγγράμματα. ἀλλὰ καὶ
                        κατὰ τὰς <lb/>ἑπομένας ῥήσεις τῇ προκειμένῃ ταὐτὸν διδάσκων γράφει <lb/>ὡδὶ
                        περὶ τῆς εὐκράτου χώρας, ἣν καὶ τὰ τῶν ἀνθρώπων <lb/>ἤθη φησὶ ποιεῖν
                        εὔκρατα. οὔτε γὰρ ὑπὸ τοῦ θερμοῦ ἐκκέκαυται, <lb/>λέγει, οὔτε ὑπὸ τῶν αὐχμῶν
                        καὶ ἀνυδρίης ἀνεξήρανται, <lb/>οὔτε ὑπὸ ψύξεως πέττεται. διὰ τούτων οὖν
                        ἐφεξῆς <lb/>φησι. τὸ δὲ ἀνδρεῖον, καὶ τὸ ταλαίπωρον, καὶ τὸ θυμοειδὲς
                        <lb/>οὐκ ἂν δύναιτο ἐν τοιαύτῃ φύσει ἐγγίγνεσθαι, οὔτε <lb/>ὁμοφύλου, οὔτε
                        ἀλλοφύλου. ἀλλὰ τὴν ἡδονὴν ἀνάγκη κρατέειν. <lb/>καὶ μέντοι κατωτέρω πάλιν
                        ἐν τῷ αὐτῷ συγγράμματι <lb/>τάδε γράφει. περὶ δὲ τῆς ἀθυμίης τῶν ἀνθρώπων,
                        καὶ τῆς <lb/>ἀνανδρείης, ὅτι ἀπολεμώτεροί εἰσιν τῶν Εὐρωπαίων οἱ <pb n="800"/> Ἀσιηνοὶ καὶ ἡμερώτεροι τὰ ἤθεα, αἱ ὧραι αἴτιαι μάλιστα, <lb/>οὐ μεγάλας
                        τὰς μεταβολὰς ποιεύμεναι οὔτε ἐπὶ τὸ θερμὸν <lb/>οὔτε ἐπὶ τὸ ψυχρὸν, ἀλλὰ
                        παραπλήσιαι. καὶ μέντοι καὶ <lb/>μετ’ ὀλίγα πάλιν εἶπεν οὕτως. εὑρήσεις δὲ
                        καὶ τῶν Ἀσιηνῶν <lb/>διαφέροντας αὐτοὺς ἑωϋτῶν, καὶ τοὺς μὲν βελτίονας, τοὺς
                        <lb/>δὲ φαυλοτέρους ὄντας. τούτων δὲ αἱ μεταβολαὶ αἰτίαι τῶν <lb/>ὡρέων,
                        ὥσπερ μοι εἴρηται ἐν τοῖσι προτέροισι. καὶ κατωτέρω <lb/>τοῦ συγγράμματος,
                        ἡνίκα περὶ τῶν τὴν Εὐρώπην <lb/>οἰκούντων ὁ λόγος αὐτῷ γίγνεται, τάδε
                        γράφει. τὸ δὲ <lb/>ἄγριον καὶ τὸ ἄμικτον καὶ θυμοειδὲς ἐν τῇ τοιαύτῃ φύσει
                        <lb/>γίγνεται. καὶ μετὰ ταῦτα πάλιν ἐν ἑτέρᾳ ῥήσει γράφει ταυτί. <lb/>ὅσοι
                        μὲν ὀρεινὴν χώρην οἰκοῦσι, καὶ τραχεῖαν, καὶ ὑψηλὴν, <lb/>καὶ ἄνυδρον, καὶ
                        μεταβολαὶ αὐτέοισι γίγνονται τῶν ὡρέων, <lb/>μέγα δὲ τὸ διάφορον ἐνταῦθα.
                            <milestone unit="ed2page" n="455"/> εἰκὸς γὰρ εἴδεα μεγάλα <lb/>εἶναι,
                        καὶ πρὸς τὸ ταλαίπωρον καὶ ἀνδρεῖον εὖ πεφυκότα, <lb/>καὶ τό γε ἄγριον καὶ
                        θηριῶδες αἱ τοιαῦται φύσιες οὐχ <lb/>ἥκιστα ἔχουσιν. ὅσοι δὲ κοῖλα χωρία καὶ
                        λοιμώδεα καὶ <lb/>πνιγηρὰ, καὶ τῶν θερμῶν πνευμάτων πλέον μέρος μετέχουσιν
                        <lb/>ἢ τῶν ψυχρῶν, ὕδασί τε χρέονται θερμοῖσιν, οὗτοι δὲ μεγάλοι <pb n="801"/> μὲν οὐκ ἂν εἴησαν, οὐδ’ εὐμήκεες, εὐρέες δὲ πεφυκότες, <lb/>καὶ
                        σαρκώδεες, καὶ μελανότριχες, καὶ αὐτοὶ μέλανες <lb/>μᾶλλον, ἢ λευκότεροι,
                        φλεγματίαι τε ἧσσον, ἢ χολώδεες, τὸ <lb/>δὲ ἀνδρεῖον καὶ τὸ ταλαίπωρον ἐν τῇ
                        ψυχῇ φύσει μὲν οὐκ <lb/>ἂν ὁμοίως ἔχοιεν νόμος δὲ προσγενόμενος ὑπεργάσεται. <lb/>
                        <milestone unit="ed1page" n="349"/> νόμον εἴρηκε δηλονότι τὴν νόμιμον ἐν
                        ἑκάστῃ χώρᾳ <lb/>τοῦ βίου διαγωγὴν, ἣν δὴ καὶ τροφὴν, καὶ παιδείαν, καὶ
                        <lb/>συνήθειαν ἐπιχώριον ὀνομάζομεν, οὗ καὶ αὐτοῦ μεμνήσομαι <lb/>πρὸς τὸν
                        ὀλίγον ὕστερον εἰρησόμενον λόγον. ἐν γὰρ τῷ <lb/>παρόντι προσθεῖναι ταύτας
                        ἔτι βούλομαι τὰς ῥήσεις αὐτοῦ. <lb/>ὅσοι δὲ ὑψηλὴν οἰκέουσι χώρην, ἢ λισσὴν
                        καὶ ἀνεμώδεα <lb/>καὶ ἔνυδρον, εἶεν ἂν εἴδεα μεγάλοι, καὶ ἑωϋτοῖσι
                        παραπλήσιοι, <lb/>καὶ ἀνανδρότεροι δὲ καὶ ἡμερώτεραι τούτων αἱ γνῶμαι.
                        <lb/>καὶ συνάπτων γε ἐφεξῆς περὶ τοῦ χωρίου ἔτι τάδε γράφει. <lb/>ὅσοι δὲ
                        λεπτὰ, καὶ ἄνυδρα, καὶ ψιλὰ, τῇσι μεταβολῇσι τῶν <lb/>ὡρέων οὐκ εὔκριτα ἔχει
                        τῇ χώρῃ τὰ εἴδεα, ἀλλὰ σκληρὰ <lb/>καὶ εὔτονα, καὶ ξανθότερα, οἷς μελανώτερα
                        εἶναι τὰ εἴδεα, ﻿<pb n="802"/> καὶ τὰς ὁρμὰς αὐθάδεας τε καὶ ἰδιογνώμονας.
                        καὶ τί γὰρ, <lb/>ἵνα μὴ πολλῶν μνημονεύσω ῥήσεων αὐτοῦ, ἐφεξῆς ἐρεῖ;
                        εὑρήσεις <lb/>γὰρ ἐπὶ τὸ πολὺ τῆς χώρης τῇ φύσει ἀκολουθοῦντα <lb/>καὶ τὰ
                        εἴδεα τῶν ἀνθρώπων καὶ τοὺς τρόπους. αὐτὴν δὲ <lb/>δηλονότι τὴν χώρην κατὰ
                        τὸ θερμόν τε καὶ ψυχρὸν καὶ <lb/>ξηρὸν καὶ ὑγρὸν ἑτέρης χώρης διαφέρειν,
                        εἴρηκε πολλάκις <lb/>ἐν τῷ συγγράμματι. διὰ γοῦν πάλιν τῶν ἐφεξῆς φησιν·
                        ὅκου <lb/>μὲν γὰρ ἡ γῆ πικρὰ, καὶ μαλθακὴ, καὶ ἔνυγρος, καὶ τὰ <lb/>ὕδατα
                        κάρτα μετέωρα ἔχουσα, ὥστε θερμὰ εἶναι τοῦ θέρεος, <lb/>καὶ τοῦ χειμῶνος
                        ψυχρὰ, καὶ τῶν ὡρέων καλῶς κεῖται, ἐνταῦθα <lb/>καὶ οἱ ἄνθρωποι σαρκώδεές
                        εἰσι, καὶ ἄναρθροι, καὶ <lb/>ὑγροὶ, καὶ ταλαίπωροι, καὶ τὴν ψυχὴν κακοὶ,
                        ὥστε ἐπὶ πολὺ <lb/>τό γε ῥᾴθυμον καὶ τὸ ὑπνηλὸν ἔνεστιν ἐν αὐτοῖς ἰδεῖν, ἔς
                        <lb/>τε τὰς τέχνας παχέες, καὶ οὐ λεπτοὶ, οὐδὲ ὀξέες. ἐν τούτοις <lb/>πάλιν
                        ἐδήλωσε σαφέστατα, μὴ μόνον τὰ ἤθη ταῖς τῶν ὡρῶν <lb/>κράσεσιν, ἀλλὰ καὶ τὴν
                        ἀμβλύτητα τῆς διανοίας, ὥσπερ οὖν <lb/>καὶ τὴν σύνεσιν ἑπομένην. ὅμοια δὲ
                        τούτοις καὶ κατὰ τὴν <lb/>ἐχομένην ῥῆσιν ὑπ’ αὐτοῦ γέγραπται αὐτοῖς
                        ὀνόμασιν. ὅκου <pb n="803"/> δέ ἐστιν ἡ χώρη ψιλή τε καὶ ἀνώχυρος, καὶ
                        τρηχείη, καὶ <lb/>ὑπὸ τοῦ χειμῶνος πιεζομένη, ἢ καὶ ὑπὸ τοῦ ἡλίου κεκαυμένη,
                        <lb/>ἐνταῦθα σκληρούς τε καὶ ἰσχυροὺς, καὶ διηρθρωμένους, <lb/>καὶ εὐτόνους,
                        καὶ δασέας ἴδοις, τό τε ἐργαστικὸν ὀξὺ <lb/>ἐνεὸν ἐν τῇ φύσει τῇ τοιαύτῃ,
                        καὶ τὸ ἄγρυπνον, τά τε ἤθεα <lb/>καὶ τὰς ὀργὰς αὐθάδεας καὶ ἰδιογνώμονας,
                        τοῦ τε ἀγρίου <lb/>μᾶλλον μετέχοντας ἢ τοῦ ἡμέρου, ἔς τε τὰς τέχνας
                        ὀξυτέρούς <lb/>τε καὶ συνετωτέρους, καὶ τὰ πολέμου ἀμείνους εὑρήσεις.
                        <lb/>ἐν τούτῳ πάλιν τῷ λόγῳ σαφῶς οὐ μόνον τὰ ἤθη ταῖς τῆς <lb/>χώρας
                        κράσεσιν ἀκόλουθά φησιν ὑπάρχειν, ἀλλὰ καὶ πρὸς <lb/>τὰς τέχνας τοὺς μὲν
                        ὀξυτέρους, τοὺς δὲ ἀσυνετωτέρους, τοὺς <lb/>δὲ ἀμβλυτέρους τε καὶ παχέας τὴν
                        διάνοιαν. οὐκέτ’ οὖν <lb/>δέομαι τῶν κατὰ τὸ δεύτερον ἢ τὸ ἕκτον τῶν
                        ἐπιδημίων <lb/>γεγραμμένων φυσιογνωμονικῶν γνωρισμάτων ἁπάντων μνημονεύειν,
                        <lb/>ἀλλ’ ἀρκεῖ παραγράψαι δείγματος ἕνεκα τήνδε τὴν λέξιν <lb/>αὐτοῦ. ὧν ἡ
                        φλὲψ ἡ ἐν ἀγκῶνι σφύζει, μανικοὶ καὶ ὀξύθυμοι, <lb/>ὧν δ’ ἂν ἀτρεμέῃ,
                        τυφώδεις. κατὰ δὲ τὴν ῥῆσιν ὁ λόγος ἐστὶ <lb/>τοιοῦτος. ὧν ἀνθρώπων ἡ κατὰ
                        τὸν ἀγκῶνα ἀρτηρία σφοδροτάτην <pb n="804"/> ποιεῖται τὴν κίνησιν; οὗτοι
                        μανικοί εἰσι. φλέβας <lb/>μὲν γὰρ καὶ τὰς ἀρτηρίας ἐκάλουν οἱ παλαιοὶ, ὡς
                        δέδεικται <lb/>πολλάκις, οὐδέπω δὲ πᾶσαν ἀρτηριῶν κίνησιν ὠνόμαζον
                        <lb/>σφυγμὸν, ἀλλὰ μόνον τὴν <milestone unit="ed2page" n="456"/> αἰσθητὴν
                        αὐτὴν, αὐτῷ τῷ <lb/>ἀνθρώπῳ πάντως οὖσαν σφοδράν. Ἱπποκράτης δὲ, ὡς καὶ
                        <lb/>πρῶτος ἄρξας τοῦ μετὰ ταῦτα κρατήσαντος ἔθους, εἴρηκέ <lb/>που σφυγμὸν
                        ἁπασῶν τῶν ἀρτηριῶν τὴν κίνησιν, ὁποία τις <lb/>ἂν εἴη. κατὰ μέντοι τήνδε
                        τὴν ῥῆσιν ἔτι τῷ παλαιοτέρῳ <lb/>τρόπῳ τῆς ἑρμηνείας χρώμενος ἐκ σφοδρᾶς
                        κινήσεως τῆς <lb/>ἀρτηρίας ἐτεκμῄρατο τὸν μανικὸν καὶ ὀξύθυμον ἄνθρωπον,
                        <lb/>ἐπεὶ διὰ τὸ πλῆθος τῆς ἐν τῇ καρδίᾳ θερμασίας οὕτω <lb/>σφύζουσιν αἵδε
                        αἱ ἀρτηρίαι. καὶ μανικοὺς μὲν γὰρ καὶ <lb/>ὀξυθύμους τὸ πλῆθος τῆς θερμασίας
                        ἐργάζεται, νωθροὺς <lb/>δὲ καὶ βαρεῖς καὶ δυσκινήτους ἡ τῆς κράσεως
                        ψυχρότης. </p></div></div></body></text></TEI>